Legislator Case Law & Legislation
1394/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on statute of limitations and evidence admissibility.

Case Number 1394/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a public legal entity against a final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court erred in applying the statute of limitations and failed to consider specific assignment contracts as evidence. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly applied the limitation period and that the appellant's arguments regarding evidence were inadmissible because they relied on facts not properly established or were based on erroneous premises.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it relies on a fact that could not be raised before the court of first instance, a defect inherent in the judgment itself, or a claim concerning public order.

Keywords

AI generated
statute of limitations assignment of claims inadmissible appeal evidence admissibility public legal entity

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 35, 36, 39, 44, 47 of the Law of 17/7-13/8/1923
Article 1254 of the Civil Code
Article 40(6) of Law 1846/1951
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 78/2020
Case 1019/2020
Case 404/2020
Case 551/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1394 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1394/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΝΑ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ», που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου και φορέα υποδοχής του 1ου Νοσοκομείου ΙΚΑ ΕΤΑΜ Αθήνας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λύτρα.

Της αναιρεσίβλητης:

Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΜΕΝΤΙΣΥΣΤ Ε.Π.Ε.» που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωσήφ Μπετούρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23.12.2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13937/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3970/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την από 28.11.2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 3970/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που δέχθηκε κατ’ ουσία την από 22.01.2019 έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την 13937/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνο ως προς τη διάταξή της με την οποία υποχρέωνε το αναιρεσείον να καταβάλει το ποσό των 2.814,35 ευρώ που αφορά το …/20.7.2007 τιμολόγιο της αναιρεσίβλητης και επικύρωσε κατά τα λοιπά την πρωτόδικη απόφαση, που δέχτηκε εν μέρει δεκτή την από 23.12.2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

[II] Από τα άρθρα 1, 35, 36, 39, 44 και 47 του Ν.Δ. της 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών», που, κατ’ άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή το ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, συνάγονται τα εξής:

Κατ’ ειδική ρύθμιση του ως άνω Ν.Δ., για τη σύσταση του υπέρ τράπεζας (ή άλλης Α.Ε.) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσης, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο ή από χορήγηση δανείου (πίστωσης) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης, όμως, βάσει του χρόνου γέννησής της, από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.

Κατ` ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου Ν.Δ., αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα, από την επίδοση δε αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτον, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η εν λόγω δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, το δε μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο, αυτή οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 422/2018, 480/2006, ΑΠ 857/2004).

Η εκχώρηση εξάλλου, συντελείται όταν αντίγραφο της σύμβασης ενεχύρασης επιδίδεται στον τρίτο (οφειλέτη), μετά δε την αναγγελία αυτή αποκόπτεται κάθε δεσμός του τρίτου (οφειλέτη) προς τον εκχωρητή, ο οποίος αποξενώνεται και δεν μπορεί να αναμιχθεί με οποιονδήποτε τρόπο στην απαίτηση, αποκλειστικός δικαιούχος της οποίας είναι πλέον ο εκδοχέας, ο οποίος νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή κατά του οφειλέτη (ΑΠ 1028/2018).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 53 παρ.1 και 2 του Ν.Δ. 496/1974 «περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου», ειδικά για την αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων κατά των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζεται ότι

«1. Διά πάσαν κατάσχεσιν χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας του Ν.Π. (νομικού προσώπου) ως τρίτου, το κατασχετήριον ως και η αναγγελία επί εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως κατά του ν.π. κοινοποιούνται εις την (1) αρμοδίαν διά την πληρωμήν υπηρεσίαν του ν.π. και εις το (2) αρμόδιον διά την αναγνώρισιν της δαπάνης όργανον αυτού. Το κατασχετήριον κοινοποιείται εις (3) το Δημόσιον Ταμείον εις ό υπάγονται φορολογικώς ο καθ` ού η κατάσχεσις και εις την (4) αρμοδίαν διά την εκκαθάρισιν και εντολήν πληρωμής της δαπάνης. Υπηρεσίαν εντός δέκα πέντε ημερών από της επιδόσεώς του εις την αρμοδίαν διά την πληρωμήν Υπηρεσίαν.

2. Πάσα κατάσχεσις ή εκχώρησις, διά την οποίαν δεν ετηρήθησαν αι ως άνω διατάξεις, είναι άκυρος».

Το ίδιο Ν.Δ. ορίζει στο άρθρο 12 παρ.1 ότι «το διοικούν το Ν.Π.Δ.Δ. συλλογικόν όργανον, ως κύριος διατάκτης αυτού, διαθέτει τας αναγραφομένας εν τω προϋπολογισμώ πιστώσεις, ας δύναται να μεταβιβάζει δι` επιτροπικών ενταλμάτων εις έτερα όργανα εγκρίσεως δαπανών (δευτερεύοντας διατάκτας)» και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ.

α’ ότι «τα έξοδα των νομικών προσώπων αναγνωρίζονται και εκκαθαρίζονται υπό των αρμοδίων οργάνων, βάσει των υπό των κειμένων διατάξεων προβλεπομένων δι’ έκαστον Ν.Π. ή είδος δαπάνης δικαιολογητικών, των αποδεικνυόντων την κατ` αυτήν απαίτησιν, δυναμένων να συμπληρωθούν και δι` ετέρων στοιχείων, καθοριζόμενων δι’ αποφάσεως του διοικούντος ταύτα οργάνου».

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπέρ Τράπεζας, που συνεπάγεται την εκ του νόμου εκχώρησή της, απαιτείται, για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία στην αρμόδια για την πληρωμή ειδική υπηρεσιακή μονάδα (ταμειακή/οικονομική υπηρεσία) του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου καθώς και (σωρευτικώς) στο αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο αυτού.

Στην περίπτωση που δεν γίνουν αυτές οι κοινοποιήσεις (σωρευτικώς), δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό της απαίτησης αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, δεδομένου ότι ρητά προβλέπεται με την τελευταία παράγραφο του άρθρου 53 του ν.δ 496/1974 ότι η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο γενόμενη αναγγελία είναι άκυρη.

Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη ως προς το τελευταίο (ΑΠ 422/2018,ΑΠ 1028/2018, ΑΠ 872/2014, ΑΠ 480/2006).

Εξάλλου, με το ν. 2881/2001 (Α’ 37), ιδρύθηκαν ως Ν.Π.Δ.Δ. τα Περιφερειακά Συστήματα Υγείας (ΠΕΣΥ), στα οποία υπήχθησαν τα Νοσοκομεία του ΕΣΥ ως αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες αυτών, στο δε διοικητικό συμβούλιο εκάστου ΠΕΣΥ περιήλθαν όλες οι αρμοδιότητες των διοικητικών συμβουλίων και των προέδρων των υπαχθέντων Νοσοκομείων (άρθρο 1 παρ. 7).

Στη συνέχεια, με το άρθρο 7 του ν. 3329/2005 καταργήθηκαν τα ΠΕΣΥ και τα Νοσοκομεία μετατράπηκαν εκ νέου σε Ν.Π.Δ.Δ. . Κατά το άρθρο 42 παρ.5 του νόμου αυτού, η κατάρτιση και εκτέλεση του προϋπολογισμού τους καθώς και η αναγνώριση, εκκαθάριση και εντολή πληρωμής των δαπανών τους διέπονται από τις διατάξεις του ανωτέρω ΝΔ/τος περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ. .

Κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 7, όπως ήδη ισχύει, όργανα διοίκησης των νοσοκομείων είναι το διοικητικό συμβούλιο και ο διοικητής ο οποίος προεδρεύει του ΔΣ, προΐσταται όλων των υπηρεσιών του νοσοκομείου, έχει την ευθύνη της οργάνωσης, του συντονισμού και του ελέγχου αυτών, παρακολουθεί και ελέγχει σε μηνιαία βάση την ορθή εκτέλεση του προϋπολογισμού και την εν γένει οικονομική λειτουργία του φορέα του, εκπροσωπεί το Νοσοκομείο δικαστικώς και εξωδίκως και έναντι τρίτων καθώς, επίσης, είναι ο κύριος διατάκτης για κάθε είδους πληρωμή δαπανών, που ενεργείται στο πλαίσιο της τακτικής διαχείρισης και λειτουργίας του Νοσοκομείου.

Επίσης, όλα τα Νοσοκομεία οργανώνονται και λειτουργούν σύμφωνα με τον οργανισμό τους και απαρτίζονται μεταξύ άλλων και από τη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία (αρθρ.6 ν. 2889/2001), η οποία, κατά το άρθρο 8 του ΠΔ/τος 87/1986 (Α 32) αποτελεί Διεύθυνση. Σύμφωνα δε με την Υ4α/οικ.112165/10.12.2012 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 3285 | Β) «Οργανισμός του Γενικού Νοσοκομείου ...», που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, το τμήμα Διοικητικού της Οικονομικής του Υπηρεσίας είναι υπεύθυνο, μεταξύ άλλων, για την διαχείριση των χρημάτων του, την σύνταξη οικονομικού σχεδιασμού- προϋπολογισμού και για τις πάσης φύσεως οικονομικές συναλλαγές με ασφαλιστικούς οργανισμούς, τράπεζες, προμηθευτές κ.λπ. .

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένου για σύμβαση ενεχύρασης ονομαστικής χρηματικής απαίτησης τρίτου κατά νοσοκομείου του ΕΣΥ υπέρ Τράπεζας, συνεπαγόμενης εκ του νόμου την εκχώρησή της, απαιτείται για το έγκυρο αυτής, να κοινοποιηθεί η σχετική αναγγελία, σωρευτικά: α) στον Διοικητή και Πρόεδρο του Δ.Σ του Νοσοκομείου, ο οποίος είναι το κατά νόμο αρμόδιο όργανο για την αναγνώριση της δαπάνης και β) στη Διοικητική-Οικονομική Υπηρεσία του Νοσοκομείου, στην οποία ανήκει η εκτέλεση της δαπάνης.

Σε περίπτωση που δεν πραγματοποιηθούν σωρευτικά οι ανωτέρω κοινοποιήσεις, δεν επέρχεται το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της σύμβασης εκχώρησης έναντι του οφειλέτη Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον η με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αναγγελία της θεωρείται έναντι αυτού άκυρη (ΑΠ 151/2020, ΑΠ 1056/2019, ΑΠ 1616/2018).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και των προτάσεων προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εξέθετε ότι κατάρτισε με το «ΙΚΑ- ΕΤΑΜ» για τις ανάγκες του υπαγόμενου σ’ αυτό Α' Νοσοκομείου ΙΚΑ, του οποίου καθολικός διάδοχος, με το άρθρο 32 του ν. 3918/2011, κατέστη το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, διαδοχικές συμβάσεις πώλησης ιατρικών υλικών, κατά τα έτη 2007, 2008, 2009, 2010 και 2011, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης, που λεπτομερώς αναφέρει και ζητούσε την καταβολή του συνολικού ποσού των 51.099,58 ευρώ, όπως το αίτημα παραδεκτά περιόρισε (για τα τιμολόγια του έτους 2009), κατά τις διατάξεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης, άλλως του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 13937/2018 απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της ως προς τις συμβάσεις πώλησης για τις οποίες καταρτίστηκαν τα τιμολόγια των ετών 2007, (πλην της σύμβασης πώλησης ποσού 2.814,35 ευρώ, που καταρτίστηκε δυνάμει του …/20.6.2007), 2008 και 2011, ενώ, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως προς τις συμβάσεις πώλησης για τις οποίες καταρτίστηκαν τα τιμολόγια του έτους 2010, συνολικού ύψους 24.183,60 ευρώ και για τη σύμβαση πώλησης ύψους 2.814,35 ευρώ, για την οποία καταρτίστηκε το ανωτέρω 4912/20.6.2007 τιμολόγιο.

Ακολούθως, απέρριψε την ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, απέρριψε τις αξιώσεις από τις συμβάσεις πώλησης που αφορούν τα τιμολόγια του έτους 2007 (πλην αυτής που αφορά το ανωτέρω 4912/20.6.2007 τιμολόγιο), λόγω παραγραφής, απέρριψε, επίσης, την προβαλλόμενη ένσταση του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος) περί εκχώρησης των αναφερόμενων απαιτήσεων της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) στην Τράπεζα Πειραιώς, με την από 20.06.2011 σύμβαση εκχώρησης, όσον αφορά το …/24.1.2011 τιμολόγιο και με την από 22.09.2016 σύμβαση εκχώρησης, όσον αφορά τα λοιπά αναφερόμενα τιμολόγια του έτους 2011, για μεν το πρώτο τιμολόγιο, ως αόριστη, καθόσον δεν διαλαμβάνει εάν και πότε έλαβε χώρα αναγγελία της εκχώρησης, για δε τα λοιπά τιμολόγια ως μη νόμιμη, αφού προϋπόθεση της νόμιμης προβολής της εν λόγω ένστασης είναι να προηγείται της άσκησης της αγωγής όχι μόνο η σύναψη της σύμβασης εκχώρησης αλλά και η αναγγελία αυτής και κατά τα λοιπά δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Ακολούθως, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναίρεση λόγο, ότι:

(α) σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ.1 του ν.3918/2011, τα Νοσοκομεία του ΕΣΥ, στα οποία εντάχθηκαν οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, μεταξύ των οποίων και το αναιρεσείον, στο οποίο εντάχθηκε το Α Νοσοκομείο ΙΚΑ, αποτελούν φορείς υποδοχής των ως άνω Υπηρεσιών και υπεισήλθαν αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις που απορρέουν από συναφθείσες μεταξύ των ως άνω Υπηρεσιών και τρίτων διοικητικές συμβάσεις προμήθειας ιατρικών υλικών και, επομένως, η κρινόμενη αγωγή που ασκήθηκε στις 23.12.2013, ήτοι μετά την ως άνω ένταξη, παραδεκτώς στρέφεται κατά του εναγόμενου Νοσοκομείου, απορριπτομένου του σχετικού δεύτερου λόγου της έφεσης περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης,

(β) η αξίωση της εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητης), που πηγάζει από το 4912/20.7.2007 τιμολογίου, ποσού 2.814,35 ευρώ, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν.1846/1951, δεδομένου ότι από το τέλος του έτους που γεννήθηκε η ως άνω απαίτηση και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη, ήτοι 31.12.2007 και ως την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, που έλαβε χώρα με την επίδοσή της στις 24.12.2013, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, ενώ το γεγονός ότι η σχετική αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν διαφοροποιεί τον χρόνο παραγραφής, αφού σύμφωνα με την ανωτέρω αναφερόμενη διάταξη όλες οι αξιώσεις σε βάρος του ΙΚΑ υπόκειται στην πενταετή παραγραφή (συμπεριλαμβανομένων και των αξιώσεων εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού), δεχόμενο το σχετικό λόγο της έφεσης και

(γ) ο ισχυρισμός του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος) στον πέμπτο λόγο της έφεσης περί εκχώρησης των ένδικων απαιτήσεων για το έτος 2011 εκ μέρους της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) ορθώς απερρίφθη με την εκκαλούμενη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δεν αναφέρεται από τον εναγόμενο- εκκαλούντα εάν και πότε έλαβε χώρα νομότυπη εκχώρηση με αναγγελία της εκχώρησης α) προς την αρμόδια για την πληρωμή της δαπάνης υπηρεσία του νοσοκομείου (διοικητική - οικονομική υπηρεσία) και β) προς τον Διοικητή αυτού, ο οποίος εκπροσωπεί το Διοικητικό Συμβούλιο, που είναι και το αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο (κύριος διατάκτης άρθρο 12 του ν.δ.496/1974).

[IV] Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού αν και ασκήθηκαν κατά του ΙΚΑ οι αναφερόμενες αγωγές των Τραπεζών Πειραιώς και Eurobank που αφορούν εκχωρηθείσες απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης προς τις εν λόγω τράπεζες, δεν έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης προσκρούει στην ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατ’ άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, καθόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και δεν πρόκειται είτε για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας είτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση είτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1019/2020).

Επίσης, ο κατά το δεύτερο σκέλος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, αφού δεν υπάρχει ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης, λόγω της εκχώρησης των απαιτήσεων της στις Τράπεζες Πειραιώς και Eurobank, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι το Εφετείο, σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν δέχθηκε ότι έλαβε χώρα εκχώρηση των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης προς τις ως άνω τράπεζες, αλλά απέρριψε τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος, ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται από το εναγόμενο- εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείον) εάν και πότε έλαβε χώρα νομότυπη εκχώρηση με αναγγελία προς την αρμόδια υπηρεσία προς πληρωμή του αναιρεσείοντος και προς τον Διοικητή αυτού, που εκπροσωπεί το διοικητικό συμβούλιο, που είναι και το αρμόδιο για την αναγνώριση της δαπάνης όργανο.

Περαιτέρω, με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου και με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες εκχωρήσεις και τις ασκηθείσες αγωγές των ανωτέρω τραπεζών που αφορούν εκχωρηθείσες προς αυτές απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης και δεν ανέστειλε την εκδίκαση της παρούσας αγωγής της τελευταίας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 221 και 222 ΚΠολΔ περί εκκρεμοδικίας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατ’ άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, καθόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και δεν πρόκειται είτε για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας είτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση είτε για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1019/2020).

Ακολούθως, με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι, αν και συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση η εφαρμογή του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν.1846/1951, κατά την οποία κάθε απαίτηση κατά του ΙΚΑ παραγράφεται μετά πενταετία, εσφαλμένα δεν την εφάρμοσε και δεν απέρριψε τις απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης, λόγω παραγραφής. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του, εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 40 παρ.6 του α.ν.1848/1951 και δέχτηκε ότι οι απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης που αφορούν τα τιμολόγια του έτους 2007, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που αφορά το …/20.6.2007 τιμολόγιο, ύψους 2.814,35 ευρώ υπέπεσαν σε παραγραφή, εξαφανίζοντας σχετική διάταξη του πρωτόδικου δικαστηρίου, που εσφαλμένα έκρινε ότι οι συγκεκριμένες απαιτήσεις που στηρίζονται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού παραγράφονται μετά την παρέλευση εικοσαετίας.

Τέλος, με το δεύτερο λόγο και δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον και δη την από 27.04.2010 σύμβαση ενεχυρίασης και εκχώρησης απαίτησης της αναιρεσίβλητης με την «ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ», τις από …/30.8.2010 και …/21.4.2008 συμβάσεις εκχώρησης απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης με την «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ», τις από 20.06.2011 και από 22.09.2016 συμβάσεις εκχώρησης της αναιρεσίβλητης με την «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.» και την από 28.05.2019 σύμβαση εκχώρησης της αναιρεσίβλητης με την «ΤΡΑΠΕΖΑ EFG Eurobank Ergasias Α.Ε.». Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στην οποία ενσωματώνεται και η πρωτόδικη απόφαση, δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της σχετικής ένστασης, προς απόδειξη της οποίας το αναιρεσείον επικαλέστηκε τα ως άνω έγγραφα, αλλά απέρριψε αυτήν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ως αόριστη και δεν προέβη στην έρευνα των πραγματικών περιστατικών, αναγκαίο στοιχείο για να ιδρυθεί ο από τον αριθ.11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος. (ΑΠ 404/2020, ΑΠ 551/2020).

[V] Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που έχει υποβάλει προτάσεις, λόγω της ήττας του (ΚΠολΔ 176,183, 191 παρ.2)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.11.2019 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΝΑ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ» για αναίρεση της 3970/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ