Legislator Case Law & Legislation
1394/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate council's rejection of retrial request due to lack of new evidence proving innocence.

Case Number 1394/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for retrial, upholding the appellate council's decision to reject the new evidence. The appellant argued that a 2019 printout from the TAXISNET website proved he was not the owner of the stolen cars, but the court found this document did not establish innocence. The court ruled that the original trial thoroughly examined the objective facts of the theft and that the new document merely contradicted the appellant's claim without proving his actual innocence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484, 525, 578 of the Code of Civil Procedure; A retrial request based on new evidence is inadmissible if the original trial fully investigated the objective facts and the new evidence does not clearly demonstrate the defendant's innocence.

Keywords

AI generated
retrial request new evidence innocence proof appellate council dismissal of appeal Code of Civil Procedure property theft

Cited Legislation

AI generated
Articles 476, 485, 513 of the Code of Civil Procedure
Article 484, paragraph 1, items b and d of the Code of Civil Procedure
Article 525, paragraph 1, item 2 of the Code of Civil Procedure
Article 578, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case No. 1185/2018, First Criminal Chamber, Supreme Court of Greece
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1394 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1394/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2020, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Γ. του Ι. κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 181/2020 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. 4/24.2.2020 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 351/2020.

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευσταθία Σπυροπούλου, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, με αριθμό πρωτ. 100/22.5.2020 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:"Εισάγω, στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476, 485 παρ.1 εδάφιο α και 513 του Κ.Π.Δ την υπ' αριθμ. 4/24-2-20202 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Γ. του Ι. και Ά., που γεννήθηκε στη Λάρισα, το έτος 1960, κατοίκου ..., κατά του υπ'αριθμ. 181/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα ακόλουθα:

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το προσβαλλόμενο βούλευμά του απέρριψε την από 1ης Οκτωβρίου 2019 αίτηση (με Αριθμ. Βιβλ. Δικογρ. ... -10- 2019 - Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών - Τμήμα Βουλευμάτων και με Αριθ. Πρωτ. Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών .../1-10-2019) του ήδη αιτούντος Δ. Γ. του Ι., με την οποία (αίτηση) ζητούσε την επανάληψη προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της υπ' αριθ. 39873/1-12-2016 απόφασης του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις:

α) της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση, β) της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και γ) της ψευδούς καταμήνυσης, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 2011, τον Ιούνιο του έτους 2011 και στις 3 Απριλίου 2013 και καταδικάστηκε ερήμην σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς δέκα ευρώ (10 €) ημερησίως.

Κατά της εν λόγω υπ' αριθ. 39873/1-12-2016 απόφασης του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ασκήθηκε έφεση, η οποία απερρίφθη ως ανυποστήρικτη με την υπ' αριθ. 1970/19-3-2018 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Κατά δε της τελευταίας ασκήθηκε αναίρεση, η οποία επίσης απερρίφθη, με την υπ' αριθ. 1185/16-7-2018 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών).

Ήδη με την κρινομένη υπ' αριθμ. 4/24-2-20202 αίτηση αναιρέσεως του ο Δ. Γ.αιτείται την αναίρεση του με αριθμό 181/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 484 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ) και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρ. 484 παρ. 1 περ.

δ' του ΚΠΔ, και ειδικότερα:

Α) Η εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 484 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ), και δη αυτή των άρθρων 525, 528 παρ. 1 ΚΠΔ συνίσταται στο ότι (κατά λέξη από την αίτηση αναίρεσης) "... το αποδεικτέο γεγονός είναι το κατά πόσο το προσκομιζόμενο στοιχείο είναι "νεότερο" κατά την έννοια του νόμου και αν κατατείνει στο να καθιστά φανερή την αθωότητα του αιτούντος, (διότι με το ως άνω αναφερόμενο νεότερο αυτό στοιχείο πλήττεται ευθέως και αμέσως η έννοια του "ξένου κινητού πράγματος"), αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνεται ως δεδομένο ότι το πράγμα είναι "ξένο" και κατ' επέκταση δεδομένη και η ενοχή του αιτούντος, διότι αυτό δήθεν κρίθηκε διεξοδικά και επισταμένα κατά την επ' ακροατήριο διαδικασία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, της οποίας ζητείται η ακύρωση....".

Β) Η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρ. 484 παρ. 1 περ. δ'του ΚΠΔ,) που συνίσταται στο ότι η αιτιολογία του προσβαλλόμενου Βουλεύματος, ουδέν περιλαμβάνει περί του αυτοτελούς ισχυρισμού του, ότι τελούσε σε νομική πλάνη . Ειδικότερα δε ο αιτών την αναίρεση παραπονείται διότι (κατά λέξη από την αίτηση αναίρεσης) η αιτιολογία του βουλεύματος "... ουδέν διέλαβε περί του εν λόγω ισχυρισμού μου το προσβαλλόμενο βούλευμα (απόφαση) και ως εκ τούτου δεν εκθέτει με σαφήνεια αν τα επικαλούμενα νέα στοιχεία που επικαλέστηκα θεμελιώνουν και τον επικαλούμενο λόγο αποκλεισμού του αδίκου, ο οποίος αναπτύχθηκε στην αίτησή μου κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, αλλά και ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών προφορικά...".

Σημειωτέον δε ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474, 484, 485 και 528 παρ. 1 εδ. τελ,.ΚΠΔ., αφού το προσβαλλόμενο Βούλευμα εκδόθηκε την 13-2-2020 και η αναίρεση ασκήθηκε την 24-2-20202 (ημέρα Δευτέρα).

Συνεπώς η κρινόμενη είναι παραδεκτή, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω σε σχέση με του λόγους της, με τους οποίους αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 484 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ) και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρ. 484 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ.).

Κατά το άρθρο 525 παρ.1 περ.2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Νέες αποδείξεις είναι εκείνες, οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που αγγίζει τη βεβαιότητα, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν, όμως, να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές, που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό, που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές οι οποίοι την εξέδωσαν, αφού η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.

Περαιτέρω, η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας υποβάλλεται από τα αναφερόμενα στο άρθρο 527§1 του ΚΠΔ πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο καταδικασμένος, προς τον Εισαγγελέα Εφετών, όταν η αμετάκλητη καταδίκη απαγγέλθηκε από Πλημμελειοδικείο και εισάγεται προς εκδίκαση στο Συμβούλιο Εφετών (ΑΠ 733/2012 , ΑΠ 734/2012 , ΑΠ 23/2011, ΑΠ 447/2010, ΑΠ 358/2010 , ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1139/2003, Π.

Τ. Ή επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος " Νοβ. 44. 778 και επ., Δ. "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας "Υπερ. 1995.673 , Δ. "Περί της εννοίας του εν ά. 525 παρ.1 αριθ. 2 ΚΠΔ όρου άγνωστον τω καταδικασθέντι δικαστή" ΠΧ! ΙΓ! 1 , Δ."Η επανάληψη διαδικασίας 2007.

σελ. 214 και 215). Εξάλλου σύμφωνα με το α. 528 παρ. 1 του ΚΠΔ κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του επιτρέπεται σ' αυτόν να ασκήσει αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 484 και 485 του ΚΠΔ δηλ. για τους λόγους που αναφέρονται στο α. 484 όπως π.χ.

εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ΑΠ 201/1999, ΑΠ 90/1997, ΑΠ 504/1994), έλλειψη αιτιολογίας (ΑΠ 1293/2010, ΑΠ 2152/2006, ΑΠ 706/2005, 1708/2004, ΑΠ 1295/2003) και υπέρβαση εξουσίας (ΑΠ 1483/1984). Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του, έχει την απαιτούμενη (α. 93 παρ. 3 του Σ.

και 139 του ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη μη συνδρομή των απαιτουμένων για την επανάληψη της διαδικασίας νέων γεγονότων και αποδείξεων (ΑΠ 1589/2016, ΑΠ 154/2013, ΑΠ 1239/2010, ΑΠ 1508/2009, ΑΠ 1908/2009, ΑΠ 155/2009).

Τέλος εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο, χωρίς να την παρερμηνεύει, δεν υπήγαγε σωστά σε αυτή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν.

Ως νόμος στην προκειμένη περίπτωση νοούνται οι διατάξεις των άρθρων 525, 528 παρ. 1 (πλέον 529 παρ. 1) και 476 παρ. 1 ΚΠΔ, οι οποίες μπορούν να παραβιαστούν και εκ πλαγίου (Κονταξής Α. Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Δ' έκδοση 2006, άρθρο 528 ΚΠΔ, σελ. 3391).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε την προαναφερθείσα αίτηση επανάληψης ποινικής διαδικασίας δεχθέν με το σκεπτικό του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "... Με την εν λόγω απόφαση ο αϊτών καταδικάστηκε 1) σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση, 2) σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και 3) σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για ψευδή καταμήνυση και σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών, η οποία μετετράπη σε χρηματική, προς 10 ευρώ ημερησίως.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το διατακτικό της απόφασης αυτής, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι: Α) Στην … στις 15-9-2011, εξακολουθητικά, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." αν και είχε αγοράσει από την εγκαλούσα πωλήτρια εταιρεία "... Α.Ε." τρία (3) αυτοκίνητα έναντι συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος 47.245 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο, με την συμφωνία παρακράτησης της κυριότητας των οχημάτων από την ιδιοκτήτρια πωλήτρια εταιρεία μέχρι την ολοσχερή αποπληρωμή του τιμήματος, και παρότι ότι δεν αποπλήρωσε το τίμημα δεν επέστρεψε τα αυτοκίνητα στην ιδιοκτήτρια πωλήτρια εταιρεία, αλλά τα ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία του, τα οχήματα δε αυτά ήταν: 1) ένα MERCEDES VITO με αριθμό πλαισίου ..., που αγοράστηκε στις 20-10-2010, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας, 2) ένα TOYOTA HIACE 24 με αριθμό πλαισίου ..., που αγοράστηκε στις 26-10-2010, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας και 3) ένα HYUNDAI HI 24 με αριθμό πλαισίου ..., που αγοράστηκε στις 12-01-2011, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας.

Ομοίως, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία Διενέργειας Δημοσκοπήσεων και Έρευνας Αγοράς - Οργάνωση Συνεδρίων - Εμπόριο Αναλωσίμων Ειδών και Περιφερειακών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, Εκτυπώσεις - Εμπόριο Χάρτου και Αναλωσίμων Υλικών, Χαρτοκιβωτίων και Υλικών Συσκευασίας, Διαφημιστικές Εργασίες - Κατασκευή και Εμπορία Διαφημιστικών Πινάκων - Εμπορία Διαφημιστικών Δώρων" και το διακριτικό τίτλο "...

S.A", αν και είχε αγοράσει στις 12-10-2010 από την εγκαλούσα πωλήτρια εταιρεία "... Α.Ε." ένα αυτοκίνητο FORD TRANSIT 25D με αριθμό πλαισίου ... έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος 13.530 ευρώ, με την συμφωνία παρακράτησης της κυριότητας του οχήματος από την ιδιοκτήτρια πωλήτρια εταιρεία μέχρι την ολοσχερή αποπληρωμή του τιμήματος, και καράτι ότι δεν αποπλήρωσε τα τίμημα δεν επέστρεψε το αυτοκίνητο στην ιδιοκτήτρια πωλήτρια εταιρεία, αλλά το ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία του.

Β) Τον Ιούνιο 2011, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στο νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας Ι. Ξ., ότι η με αριθμό ... επιταγή, που σύρεται στον με αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρεί η εταιρεία "... ΣΙΑ Ε.Ε." στο κατάστημα Λάρισας της Τράπεζας PROBANK Α.Ε., ποσού 25.500 ευρώ, και την οποία επιταγή είχε εκδώσει ο νυν αϊτών καταδικασθείς [και τότε κατηγορούμενος] με την παραπάνω ιδιότητά του σε διαταγή Ι.

Ξ. χάριν καταβολής μέρους του συνολικού τιμήματος, που είχε συμφωνηθεί για την αγορά οκτώ (8) αυτοκινήτων από την εγκαλούσα πωλήτρια εταιρεία "... Α.Ε.", έχει συμπληρωθεί νομότυπα ως προς όλα τα στοιχεία της, και έτσι έπεισε τον ανωτέρω Ι. Ξ. να παραλάβει την επιταγή για την παραπάνω αιτία, πράξη στην οποία δεν θα προέβαινε ο τελευταίος αν γνώριζε την αληθή των πραγμάτων κατάσταση, ότι, δηλαδή, η επιταγή αυτή δεν είχε συμπληρωθεί νομότυπα αφού στη θέση του εκδότη ο νυν αιτών καταδικασθείς [και τότε κατηγορούμενος] είχε θέσει σφραγίδα της ανώνυμης εταιρείας "...

S.A", με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εξοφληθεί η επιταγή, αφού η φερόμενη ως εκδότρια δεν ήταν η δικαιούχος του ανωτέρω τραπεζικού λογαριασμού και να προκληθεί έτσι ζημία στην περιουσία του Ι. Ξ. και της εγκαλούσας εταιρείας κατά το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 25.500 ευρώ, και με αντίστοιχη χωρίς νόμιμο δικαίωμα ωφέλεια του νυν αιτούντος καταδικασθέντος [και τότε κατηγορουμένου] και της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΣΙΑ Ε.Ε.". Γ) Στις 3-4-2013, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ Ε.Ε.", εν γνώσει του καταμήνυσε ψευδώς ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, με την με ΑΒΜ ... μήνυσή του, μεταξύ άλλων και τον Ι. Ξ. του Ε., ότι ο τελευταίος νόθευσε τις με αριθμούς ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές, που σύρονται στον με αριθμό ...

τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρεί η εταιρεία "... ΣΙΑ Ε Ε." στο κατάστημα Λάρισας της Τράπεζας PROBANK Α.Ε., ποσού 5.000 και 25.500 ευρώ αντίστοιχα, και τις οποίες επιταγές είχε εκδώσει ο νυν αϊτών καταδιχασθείς [και τότε κατηγορούμενος] με την παραπάνω ιδιότητά του σε διαταγή του Ι. Ξ. χάριν καταβολής μέρους του συνολικού τιμήματος, που είχε συμφωνηθεί για την αγορά οκτώ (8) αυτοκινήτων από την εγκαλούσα πωλήτρια εταιρεία "...

Α.Ε.", της νόθευσης των ανωτέρω επιταγών συνισταμένης στη χωρίς την συναίνεση του αιτούντος καταδικασθέντος [και τότε κατηγορουμένου] χειρόγραφη αλλαγή της ημερομηνίας έκδοσης των επιταγών από "30-01-2012" σε "30-12- 2012", πλην, όμως, διαπιστώθηκε από την διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση ότι η ως άνω ΑΒΜ ... μήνυση ήταν ψευδής και η καταγγελλόμενη πράξη της νόθευσης των επιταγών δεν είχε λάβει χώρα και δεν είχε τελεστεί από τον εγκαλούντα, αλλά στην αλλαγή της ημερομηνίας των επιταγών είχε προβεί ο ίδιος ο αιτών καταδικασθείς με την συναίνεση του εγκαλούντος και για το λόγο αυτό απερίφθη η ως άνω μήνυση ως ψευδής και ουσιαστικά αβάσιμη με την ΕΓ 98- 2013/608/25Δ/2014 Διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών η οποία επικυρώθηκε με την 224/2014 Διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών.

Ο αιτών προς ευδοκίμηση της αίτησής του προσκομίζει, ως νεότερο στοιχείο, μία απλή εκτύπωση, με ημερομηνία 23-9- 2019, από την ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων στην εφαρμογή TAXISNET, στην οποία εισήλθε, όπως ο ίδιος ομολογεί στην σελ. 6 της αίτησής του, με τους κωδικούς των εταιρειών του, από την οποία προκύπτει, όπως ισχυρίζεται, ότι τα αυτοκίνητα που αναφέρθηκαν ανωτέρω και για τα οποία καταδικάστηκε για υπεξαίρεση ανήκουν κατά ποσοστό 100% στην ιδιοκτησία των εταιρειών του και συμπεραίνει έτσι ότι δεν μπορούσε να τελέσει υπεξαίρεση γιατί το κινητό πράγμα δεν ήταν "ξένο" προς αυτόν.

Το αποδεικτικό αυτό στοιχείο που προσκομίζεται ως νεότερο και μήπως προσαχθέν και ερευνηθέν κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση και η επανάληψη της διαδικασίας μπορεί μεν να χαρακτηρισθεί ως νεότερο, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το περιεχόμενο αυτού δεν ερευνήθηκε από το δικαστήριο και τους δικάσαντες δικαστές.

Διότι το δικάζον την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης δικαστήριο διερεύνησε διεξοδικά και επιμελώς το βασικό στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της εν λόγω πράξης, δηλαδή το "ξένο" του κινητού πράγματος σε σχέση με τον δράστη και διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασης ότι: "Αποδείχθηκε ότι ο 1ος κατηγορούμενος (ο νυν αιτών) αφενός δεν κατέβαλε το τίμημα των ανωτέρω αυτοκινήτων, αφετέρου δε, δεν επέστρεψε τα ανωτέρω οχήματα στην ιδιοκτήτρια εταιρεία, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την υπ' αριθμ. 3916/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την από 10-7-2013 αίτηση περί ασφαλιστικών μέτρων νομής της πωλήτριας εταιρείας, του πολιτικώς ενάγοντας και των άλλων πωλητών κατά των ως άνω αγοραστριών και εταιρειών και των κατηγορουμένων και τους υποχρέωσε να αποδώσουν τα οχήματα που προαναφέρθηκαν στους ιδιοκτήτες αυτών" (βλ.

το σκεπτικό της υπ' αριθμ. 39873/2016 απόφασης του Γ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Από το εν λόγω σκεπτικό προκύπτει με περισσή σαφήνεια ότι οι δικάσαντες δικαστές ερεύνησαν με προσοχή και διεξοδικά το "ξένον" των πραγμάτων της υπεξαίρεσης για τα οποία κατηγορείτο ο νυν αιτών, και αφού έλαβαν υπόψη τους και πολιτική απόφαση επί του ζητήματος, την άνω δηλαδή απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που αναφέρουν στο σκεπτικό τους, δέχτηκαν ότι τα αυτοκίνητα επωλήθησαν με παρακράτηση της κυριότητας εκ μέρους της πωλήτριας εταιρείας μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος από τον αιτούντα κατηγορούμενο και τις εταιρείες του, εξόφληση η οποία δεν είχε λάβει χώρα και ότι αυτά ανήκαν στην κυριότητα της πωλήτριας εταιρείας.

Άλλο δε είναι το ζήτημα, περί των καταχωρήσεων στις οποίες προέβη ο ενδιαφερόμενος αιτών στα δηλούμενα υπ' αυτού κινητά και ακίνητα στην εφαρμογή των πληροφοριακών συστημάτων, ώστε να φαίνεται ιδιοκτήτης αυτών εν έτει 2019. Άλλωστε, μπορεί να παρατηρηθεί ότι η προσκομιζόμενη "εκτύπωση" με ημερομηνία "23-9-2019", είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό προς τις προσκομισθείσες αποδείξεις, ενώπιον του άνω δικαστηρίου, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε.

Διότι, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη, ναι μεν νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε [ΑΠ 466/2017 ΠοινΧρ 3Η'608], όπερ βεβαίως δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αναφορικά με το έγκλημα της υπεξαίρεσης που αποδόθηκε και για το οποίο καταδικάστηκε αμετάκλητα ο αϊτών, αφού από τις προσκομισθείσες "εκτυπώσεις" δεν γίνεται αμέσως φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα.

Περαιτέρω, ο αιτών, για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης για την οποία καταδικάστηκε αμετάκλητα, προσκομίζει, ως νεότερο στοιχείο, την από 27-3-2017 "Βεβαίωση Γραφολογικής Διερεύνησης" του Π. Κ. από την οποία ισχυρίζεται ότι προκύπτει ότι η νόθευση των επιταγών έγινε από τον αντίδικο του Ι. Ξ. και όχι από τον ίδιο, και ότι συνεπώς δεν κατήγγειλε ψευδή για τον αντίδικο του πράγματα ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Ισχυρίζεται δε, περαιτέρω, με την προσκόμιση αυτού του αποδεικτικού μέσου ότι έσφαλε η πληττόμενη με την αίτηση ως άνω απόφαση περί την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Ευθύς εξαρχής, όμως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, αν εκτιμήθηκαν εσφαλμένα τα αποδεικτικά στοιχεία, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επανάληψης της διαδικασίας, καθόσον, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, γεγονότα, τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από τους δικάσαντες δικαστές, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, δεν μπορούν να στηρίξουν επανάληψη της διαδικασίας, αφού η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετακλήτου αποφάσεως, που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, αποτελεί ένα έκτακτο ένδικο μέσο που προσιδιάζει σε έξι (6) μόνο περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο νόμο (άρθρο 525 ΚΠΔ), και δεν μπορεί με την επίκληση ενός οποιοσδήποτε στοιχείου να ανατρέπεται η αμετάκλητη απόφαση και να απόλλυνται τυχόν γεννηθέντα δικαιώματα.

Άλλωστε, μπορεί να παρατηρηθεί ότι η προσκομιζόμενη βεβαίωση γραφολογικής διερεύνησης, έγινε με αίτηση του αιτούντος και δεν αποτελεί πραγματογνωμοσύνη κατά την έννοια του ΚΠΔ, δεν ταυτίζεται δηλαδή η υπό του διαδίκου προκαλούμενη γνωμοδότηση με το προβλεπόμενο στο άρ. 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης [βλ.

Νικ. Ανδρουλάκης, ΚΠΔ, Νομολογία κατ' άρθρο, έκδ. 21), 2019, υπ' άρθρο 178, σελ. 284, με την εκεί αναφερόμενη νομολογία] αλλά είναι ένα απλό ιδιωτικό έγγραφο που προσκομίζεται από τον αιτούντα προς ευδοκίμηση της αιτήσεως του, το συμπέρασμα αυτής είναι ενδοιαστικό, αναφερόμενο σε "βασιμότατη πιθανολόγηση" (βλ. σελ. 15 αυτής), έγινε με υπόδειξη και με "δηλώσεις" του αιτούντος προς τον γραφολόγο (βλ.

σελ. 4, 5, 6 και 15 αυτής, όπου αναφέρεται συνεχώς η φράση, με έντονα μπόλντ στοιχεία: "όπως μου δήλωσε ο εντολέας μου") και, εν τέλει, έγινε με τη χρησιμοποίηση όχι των πρωτοτύπων εγγράφων αλλά με "φωτοτυπικά αντίγραφα" των επιταγών (όπως ρητά διαλαμβάνεται στη σελ. 2 και 3 αυτής), ώστε είτε μόνη της η γραφολογική αυτή γνωμάτευση είτε σε συνδυασμό προς τις προσκομισθείσες αποδείξεις ενώπιον του άνω δικαστηρίου, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για το έγκλημα της απάτης και της ψευδούς καταμήνυσης. ..." (Βλέπ.

Σκεπτικό προσβαλλομένου βουλεύματος).

Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών στο προσβαλλόμενο με αριθμό 181 βούλευμα του διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την πιο πάνω κρίση του, για τη μη συνδρομή των αναγκαίων για την επανάληψη της διαδικασίας νέων γεγονότων και αποδείξεων.

Ειδικότερα αυτό αξιολόγησε το περιεχόμενο της αίτησης επαναλήψεως της διαδικασίας και όλα τα έγγραφα που προσκόμισε ο αιτών και ορθά έκρινε ότι οι ισχυρισμοί αυτού , δεν αποτελούν νέα γεγονότα που δικαιολογούν την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του και σε κάθε περίπτωση αυτοί (ισχυρισμοί) στρέφονται κατά της εκτίμησης των αποδείξεων , την οποία θεωρεί εσφαλμένη, η οποία όμως δεν αποτελεί λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας.

Επομένως, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ. 484 παρ. 1 περ. β' του ΚΠΔ) και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, (άρθρ. 484 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠΔ) δέον να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει το Δικαστήριο Σας σε Συμβούλιο, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτέθηκαν , και τα άρθρα 485 και 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντ.

από το άρθρο 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003 και το άρθρο 3 του Ν. 663/77 όπως αντ. από το άρθρο 18 του Ν. 969/79 και τις 134423/1992, 58553/2006 και 123827/23-12-2010 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης: α) να απορρίψει την αίτηση αυτή αναιρέσεως ως αβάσιμη στην ουσία της και να διατάξει την εκτέλεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος και β) να επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα σχετικά δικαστικά έξοδα από 250 Ευρώ.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) Να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της η υπ' αρίθμ. 4/24-2-20202 αίτηση αναιρέσεως του Δ. Γ. του Ι. και Ά., κατά του υπ' το υπ' αριθμ. 181/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, β) Να διαταχθεί η εκτέλεση του βουλεύματος αυτού και γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντα."

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης ΑΓΓΕΛΗΣ

Αφού άκουσε

την Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση με αριθμό 4/24-2-2020 αίτηση του Δ. Γ. για αναίρεση του υπ' αριθ. 181/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 1-10-2019 αίτηση του ίδιου για επανάληψη υπέρ αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ' αριθ. 39873/2016 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση, απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και ψευδή καταμήνυση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( άρθρα 473 παρ. 1, 474, 484, 485 και 529 εδ. τελ. ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, η κλήτευση του οποίου δεν ήταν αναγκαία (άρθρο 485 ΚΠΔ- ΑΠ 1054/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 αρ. 2 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα αν ύστερα από την οριστική του καταδίκη αποκαλύφθηκαν νέα- άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Νέες αποδείξεις κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι εκείνες οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές, οι οποίοι εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αίτησης περί επανάληψης της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες, οι οποίες είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επανάληψης της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσους και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο έλεγχος από ουσιαστικής και νομικής πλευράς της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδ. τελ. του ΚΠΔ, κατά της απόφασης του συμβουλίου εφετών, που επιλαμβάνεται αρμοδίως της έρευνας της αίτησης επανάληψης, επιτρέπεται αίτηση αναίρεσης στον εισαγγελέα και στον αιτούντα, κατά τα άρθρα 484 και 485 ΚΓΊΔ, από τα οποία προκύπτει ότι μεταξύ των λόγων αναίρεσης που μπορούν να προβληθούν είναι η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα και η έλλειψη ειδικής, κατά το άρθρο 139 του ΚΠΔ, αιτιολογίας.

Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά στην εφαρμοσθείσα διάταξη τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν.

Έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας υπάρχει όταν στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την εξέταση της αίτησης επανάληψης από το δικαστικό συμβούλιο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί και οι σκέψεις με βάση τις οποίες το συμβούλιο έκρινε ότι δεν ήταν βάσιμοι οι προβληθέντες λόγοι επανάληψης και κατέληξε στην απορριπτική του κρίση ή όταν εμπεριέχονται σ' αυτό ασάφειες, ελλείψεις και αντιφάσεις ή λογικά κενά.

Η επιβαλλόμενη κατά τα άνω αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση αφού η τελευταία αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν και εφ' όσον αυτή είναι σαφής και πλήρης και με αυτή συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το τελευταίο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών (ΑΠ 1293/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αναφερόμενο εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη εισαγγελική πρόταση, προκειμένου να καταλήξει στην απορριπτική του κρίση επί της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας δέχθηκε τα ακόλουθα: "Νόμιμα και παραδεκτά εισάγεται η υπό κρίση αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 39873/2016 απόφαση του Γ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 1970/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η δε κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απερρίφθη με την 1185/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Συνεπώς η καταδικαστική με αριθμό 39873/2016 απόφαση του Γ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατέστη αμετάκλητη. Με την εν λόγω απόφαση ο αιτών καταδικάστηκε 1) σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση, 2) σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και 3) σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για ψευδή καταμήνυση και σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών και έξι (6) μηνών, η οποία μετετράπη σε χρηματική, προς 10 ευρώ ημερησίως.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το διατακτικό της απόφασης αυτής, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι: Α) Στην Αθήνα στις 15-9-2011, εξακολουθητικά, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." αν και είχε αγοράσει από την εγκαλούσα πωλήτρια εταιρεία "... Α.Ε." τρία (3) αυτοκίνητα έναντι συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος 47.245 ευρώ, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο, με την συμφωνία παρακράτησης της κυριότητας των οχημάτων από την ιδιοκτήτρια πωλήτρια εταιρεία μέχρι την ολοσχερή αποπληρωμή του τιμήματος, και παρότι ότι δεν αποπλήρωσε το τίμημα δεν επέστρεψε τα αυτοκίνητα στην ιδιοκτήτρια πωλήτρια εταιρεία, αλλά τα ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία του, τα οχήματα δε αυτά ήσαν: 1) ένα MERCEDES VITO με αριθμό πλαισίου ...., που αγοράστηκε στις 20-10-2010, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας, 2) ένα TOYOTA HIACE 24 με αριθμό πλαισίου ..., που αγοράστηκε στις 26-10-2010, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας και 3) ένα HYUNDAI HI 24 με αριθμό πλαισίου ..., που αγοράστηκε σης 12-01-2011, ιδιοκτησίας της εγκαλούσας.

Ομοίως, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία Διενέργειας Δημοσκοπήσεων και Έρευνας Αγοράς - Οργάνωση Συνεδρίων - Εμπόριο Αναλωσίμων Ειδών και Περιφερειακών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, Εκτυπώσεις - Εμπόριο Χάρτου και Αναλωσίμων Υλικών, Χαρτοκιβωτίων και Υλικών Συσκευασίας, Διαφημιστικές Εργασίες - Κατασκευή και Εμπορία Διαφημιστικών Πινάκων - Εμπορία Διαφημιστικών Δώρων" και το διακριτικό τίτλο "...

S.A", αν και είχε αγοράσει στις 12-10-2010 από την εγκαλούσα πωλήτρια εταιρεία "... Α.Ε." ένα αυτοκίνητο FORD TRANSIT 25D με αριθμό πλαισίου ... έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος 13.530 ευρώ, με την συμφωνία παρακράτησης της κυριότητας του οχήματος από την ιδιοκτήτρια πωλήτρια εταιρεία μέχρι την ολοσχερή αποπληρωμή του τιμήματος, και παρότι ότι δεν αποπλήρωσε τα τίμημα δεν επέστρεψε το αυτοκίνητο στην ιδιοκτήτρια πωλήτρια εταιρεία, αλλά το ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία του.

Β) Τον Ιούνιο 2011, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στο νόμιμο εκπρόσωπο της εγκαλούσας εταιρείας Ι. Ξ., ότι η με αριθμό ... επιταγή, που σύρεται στον με αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρεί η εταιρεία "... ΣΙΑ Ε.Ε." στο κατάστημα Λάρισας της Τράπεζας PROBANK Α.Ε., ποσού 25.500 ευρώ, και την οποία επιταγή είχε εκδώσει ο νυν αιτών καταδικασθείς [και τότε κατηγορούμενος] με την παραπάνω ιδιότητά του σε διαταγή Ι.

Ξ. χάριν καταβολής μέρους του συνολικού τιμήματος, που είχε συμφωνηθεί για την αγορά οκτώ (8) αυτοκινήτων από την εγκαλούσα πωλήτρια εταιρεία "... Α.Ε.", έχει συμπληρωθεί νομότυπα ως προς όλα τα στοιχεία της, και έτσι έπεισε τον ανωτέρω Ι. Ξ. να παραλάβει την επιταγή για την παραπάνω αιτία, πράξη στην οποία δεν θα προέβαινε ο τελευταίος αν γνώριζε την αληθή των πραγμάτων κατάσταση, ότι, δηλαδή, η επιταγή αυτή δεν είχε συμπληρωθεί νομότυπα αφού στη θέση του εκδότη ο νυν αιτών καταδικασθείς [και τότε κατηγορούμενος] είχε θέσει σφραγίδα της ανώνυμης εταιρείας "...

S.A", με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εξοφληθεί η επιταγή, αφού η φερόμενη ως εκδότρια δεν ήταν η δικαιούχος του ανωτέρω τραπεζικού λογαριασμού και να προκληθεί έτσι ζημία στην περιουσία του Ι. Ξ. και της εγκαλούσας εταιρείας κατά το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό των 25.500 ευρώ, και με αντίστοιχη χωρίς νόμιμο δικαίωμα ωφέλεια του νυν αιτούντος καταδικασθέντος [και τότε κατηγορουμένου] και της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΣΙΑ Ε.Ε.". Γ) Στις 3-4-2013, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "... ΣΙΑ Ε.Ε.", εν γνώσει του κατεμήνυσε ψευδώς ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών, με την με ΑΒΜ ... μήνυσή του, μεταξύ άλλων και τον Ι. Ξ. του Ε., ότι ο τελευταίος νόθευσε τις με αριθμούς ... και ... μεταχρονολογημένες επιταγές, που σύρονται στον με αριθμό ...

τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρεί η εταιρεία "... ΣΙΑ Ε.Ε." στο κατάστημα Λάρισας της Τράπεζας PROBANK Α.Ε., ποσού 5.000 και 25.500 ευρώ αντίστοιχα, και, τις οποίες επιταγές είχε εκδώσει ο νυν αιτών καταδικασθείς [και τότε κατηγορούμενος] με την παραπάνω ιδιότητά του σε διαταγή του Ι. Ξ. χάριν καταβολής μέρους του συνολικού τιμήματος, που είχε συμφωνηθεί για την αγορά οκτώ (8) αυτοκινήτων από την εγκαλούσα πωλήτρια εταιρεία "...

Α.Ε.", της νόθευσης των ανωτέρω επιταγών συνισταμένης στη χωρίς την συναίνεση του αιτούντος καταδικασθέντος [και τότε κατηγορουμένου] χειρόγραφη αλλαγή της ημερομηνίας έκδοσης- των επιταγών από "30-01-2012" σε "30-12-2012", πλην, όμως, διαπιστώθηκε από την διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση ότι η ως άνω ΑΒΜ ... μήνυση ήταν ψευδής και η καταγγελόμενη πράξη της νόθευσης των επιταγών δεν είχε λάβει χώρα και δεν είχε τελεστεί από τον εγκαλούντα, αλλά στην αλλαγή της ημερομηνίας των επιταγών είχε προβεί ο ίδιος ο αιτών καταδικασθείς με την συναίνεση του εγκαλούντος και για το λόγο αυτό απερίφθη η ως άνω μήνυση ως ψευδής και ουσιαστικά αβάσιμη με την ΕΓ 98- 20Ι3/608/25Δ/2014 Διάταξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών η οποία επικυρώθηκε με την 224/2014 Διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών.

Ο αιτών προς ευδοκίμηση της αίτησης του προσκομίζει, ως νεότερο στοιχείο, μία απλή εκτύπωση, με ημερομηνία 23-9-2019, από την ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων στην εφαρμογή TAXISNET, στην οποία εισήλθε, όπως ο ίδιος ομολογεί στην σελ. 6 της αίτησής του, με τους κωδικούς των εταιρειών του, από την οποία προκύπτει, όπως ισχυρίζεται, ότι τα αυτοκίνητα που αναφέρθηκαν ανωτέρω και για τα οποία καταδικάστηκε για υπεξαίρεση ανήκουν κατά ποσοστό 100% στην ιδιοκτησία των εταιρειών του και συμπεραίνει έτσι ότι δεν μπορούσε να τελέσει υπεξαίρεση γιατί το κινητό πράγμα δεν ήταν "ξένο" προς αυτόν.

Το αποδεικτικό αυτό στοιχείο που προσκομίζεται ως νεότερο και μήπως προσαχθέν και ερευνηθέν κατά την επ' ακροατήριο διαδικασία μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση και η επανάληψη της διαδικασίας μπορεί μεν να χαρακτηρισθεί ως νεότερο, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το περιεχόμενο αυτού δεν ερευνήθηκε από το δικαστήριο και τους δικάσαντες δικαστές.

Διότι το δικάζον την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης δικαστήριο διερεύνησε διεξοδικά και επιμελώς το βασικό στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της εν λόγω πράξης, δηλαδή το "ξένο" του κινητού πράγματος σε σχέση με τον δράστη και διέλαβε στο σκεπτικό της απόφασης ότι: "Αποδείχθηκε ότι ο 3ος κατηγορούμενος [ο νυν αιτών] αφενός δεν κατέβαλε το τίμημα των ανωτέρω αυτοκινήτων, αφετέρου δε δεν επέστρεφε τα ανωτέρω οχήματα στην ιδιοκτήτρια εταιρεία, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την υπ' αριθμ. 3916/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την από 10-7-2013 αίτηση περί ασφαλιστικών μέτρων νομής της πωλήτριας εταιρείας, του πολιτικώς ενάγοντος και των άλλων πωλητών κατά των ως άνω αγοραστριών και εταιρειών και των κατηγορουμένων και τους υποχρέωσε να αποδώσουν τα οχήματα που προαναφέρθηκαν στους ιδιοκτήτες αυτών" (βλ.

το σκεπτικό της υπ' αριθμ. 39873/2016 απόφασης του Γ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Από το εν λόγω σκεπτικό προκύπτει με περισσή σαφήνεια ότι οι δικάσαντες δικαστές ερεύνησαν με προσοχή και διεξοδικά το "ξένον" των πραγμάτων της υπεξαίρεσης για τα οποία κατηγορείτο ο νυν αιτών, και αφού έλαβαν υπόψη τους και πολιτική απόφαση επί του ζητήματος, την άνω δηλαδή απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που αναφέρουν στο σκεπτικό τους, δέχτηκαν ότι τα αυτοκίνητα επωλήθησαν με παρακράτηση της κυριότητας εκ μέρους της πωλήτριας εταιρείας μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος από τον αιτούντα-κατηγορούμενο και τις εταιρείες του, εξόφληση η οποία δεν είχε λάβει χώρα και ότι αυτά ανήκαν στην κυριότητα της πωλήτριας εταιρείας.

Άλλο δε είναι το ζήτημα, περί των καταχωρήσεων στις οποίες προέβη ο ενδιαφερόμενος αιτών στα δηλούμενα υπ' αυτού κινητά και ακίνητα στην εφαρμογή των πληροφοριακών συστημάτων, ώστε να φαίνεται ιδιοκτήτης αυτών εν έτει 2019.

Άλλωστε, μπορεί να παρατηρηθεί ότι η προσκομιζόμενη "εκτύπωση" με ημερομηνία "23-9-2019", είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό προς τις προσκομισθείσες αποδείξεις, ενώπιον του άνω δικαστηρίου, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι τέλεσε. Διότι, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη, ναι μεν νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη• του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που-διευκρινίζουν αμφίβολα-σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχί απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα νια έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε [ΑΠ 466/2017 ΠοινΧρ ΞΗ'608], όπερ βεβαίως δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αναφορικά με το έγκλημα της υπεξαίρεσης που αποδόθηκε και για το οποίο καταδικάστηκε αμετάκλητα ο αιτών, αφού από τις προσκομισθείσες "εκτυπώσεις" δεν γίνεται αμέσως φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα.

Περαιτέρω, ο αιτών, για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης για την οποία καταδικάστηκε αμετάκλητα, προσκομίζει, ως νεότερο στοιχείο, την από 27-3-2017 "Βεβαίωση Γραφολογικής Διερεύνησης" του Π. Κ., από την οποία ισχυρίζεται ότι προκύπτει ότι η νόθευση των επιταγών έγινε από τον αντίδικο του Ι. Ξ. και όχι από τον ίδιο, και ότι συνεπώς δεν κατήγγειλε ψευδή για τον αντίδικο του πράγματα ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Ισχυρίζεται δε, περαιτέρω, με την προσκόμιση αυτού του αποδεικτικού μέσου ότι έσφαλε η πληττομένη με την αίτηση ως άνω απόφαση περί την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Ευθύς εξαρχής, όμως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι αν εκτιμήθηκαν εσφαλμένα τα αποδεικτικά στοιχεία, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο επανάληψης της διαδικασίας, καθόσον, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, γεγονότα, τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από τους δικάσαντες δικαστές, έστω και κατ7 εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, δεν μπορούν να στηρίξουν επανάληψη της διαδικασίας, αφού η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφομένη κατά αμετακλήτου αποφάσεως, που έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, αποτελεί, ένα έκτακτο ένδικα μέσα που προσιδιάζει σε έξι (6) μόνο περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο νόμο (άρθρο 525 ΚΠΔ), και δεν μπορεί με την επίκληση ενός οποιουδήποτε στοιχείου να ανατρέπεται η αμετάκλητη απόφαση και να απόλλυνται τυχόν γεννηθέντα δικαιώματα.

Άλλωστε, μπορεί να παρατηρηθεί ότι η προσκομιζόμενη βεβαίωση γραφολογικής διερεύνησης, έγινε με αίτηση του αιτούντος και δεν αποτελεί πραγματογνωμοσύνη κατά την έννοια του ΚΠΔ, δεν ταυτίζεται δηλαδή η υπό του διαδίκου προσκαλούμενη γνωμοδότηση με το προβλεπόμενο στο άρ. 178 ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης [βλ.

Νικ. Ανδρουλάκης, ΚΠΔ, Νομολογία κατ' άρθρον, έκδ. 2η, 2019, υπ7 άρθρο 178, σελ. 284, με την εκεί αναφερόμενη νομολογία] αλλά είναι ένα απλό ιδιωτικό έγγραφο που προσκομίζεται από τον αιτούντα προς ευδοκίμηση της αιτήσεώς του, το συμπέρασμα αυτής είναι ενδοιαστικό, αναφερόμενο σε "βασιμότατη πιθανολόγηση" (βλ. σελ. 15 αυτής), έγινε με υπόδειξη και με "δηλώσεις" του αιτούντος προς τον γραφολόγο (βλ.

σελ. 4, 5, 6 και 15 αυτής, όπου αναφέρεται συνεχώς η φράση, με έντονα μπόλντ στοιχεία: "όπως μου δήλωσε ο εντολέας μου") και, εν τέλει, έγινε με τη χρησιμοποίηση όχι των πρωτοτύπων εγγράφων αλλά με "φωτοτυπικά αντίγραφα" των επιταγών (όπως ρητά διαλαμβάνεται στη σελ. 2 και 3 αυτής), ώστε είτε μόνη της η γραφολογική αυτή γνωμάτευση είτε σε συνδυασμό προς τις προσκομισθείσες αποδείξεις ενώπιον του άνω δικαστηρίου, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για το έγκλημα της απάτης και της ψευδούς καταμήνυσης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι επικαλούμενοι λόγοι για επανάληψη της διαδικασίας, της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 39873/2016 απόφαση του Γ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την 1970/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η δε κατ' αυτής ασκηθείσα αναίρεση απερρίφθη με την 1185/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι αβάσιμοι, και, συνεπώς η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών διέλαβε την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που διερευνήθηκαν, οι αποδείξεις από τις οποίες προκύπτει σαφώς ότι δεν υφίστανται νέα πραγματικά περιστατικά ή νέες αποδείξεις που να θεμελιώνουν την ουσιαστική βασιμότητα της απορριφθείσας αίτησης καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι τα νέα στοιχεία από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως δεν καθιστούν φανερό ότι ο αναιρεσείων είναι αθώος και συνεπώς δεν συντρέχει λόγος επανάληψης της διαδικασίας κατά τα άρθρα 525 επ. ΚΠΔ, τις διατάξεις των οποίων δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, ως προς την από 23/9/2019 εκτύπωση από την ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων στην εφαρμογή TAXISNET, που προσκομίστηκε ως νεότερο στοιχείο σε σχέση με την πράξη της υπεξαίρεσης, το Συμβούλιο αιτιολογημένα δέχεται ότι το δικάσαν δικαστήριο διερεύνησε επιμελώς και διεξοδικά το βασικό στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης της υπεξαίρεσης, δηλαδή το "ξένο" του κινητού πράγματος, αφού έλαβε υπόψη και την απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών ότι τα αυτοκίνητα πωλήθηκαν με παρακράτηση κυριότητας εκ μέρους της πωλήτριας εταιρείας μέχρι την ολοσχερή εξόφληση η οποία δεν έλαβε χώρα και ότι αυτά ανήκαν στην κυριότητα της πωλήτριας εταιρείας, ότι η παραπάνω καταχώρηση στην ιστοσελίδα έγινε από τον ενδιαφερόμενο αιτούντα ώστε να φαίνεται ιδιοκτήτης των αυτοκινήτων το έτος 2019 και ότι αυτή η εκτύπωση είτε από μόνη της είτε σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση δεν καθιστά φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε άδικα για την πράξη της υπεξαίρεσης.

Περαιτέρω, δεν είναι αντιφατική η παραδοχή ότι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, δηλαδή η κυριότητα των αυτοκινήτων, διερευνήθηκε από το δικάσαν δικαστήριο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ, με τον οποίο αποδίδονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα πλημμέλειες ως προς την ορθή εφαρμογή του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 ΚΠΔ και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απορριπτική κρίση για το νεότερο στοιχείο της από 23/9/2019 εκτύπωσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν αιτιολογείται ο προβληθείς ισχυρισμός του περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε λόγω πραγματικής πλάνης, είναι απαράδεκτος καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας επιχειρείται η επανάκριση της υπόθεσης.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-2-2020 αίτηση του Δ. Γ. για αναίρεση του υπ' αριθ. 181/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2020.

ΕΚΔΟΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 17 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ