Legislator Case Law & Legislation
1394/2018 AI generated

1394/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1394/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1394/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο δε 49 του ιδίου νομοθετικού διατάγματος "Η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ' ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις". Τέλος, κατά το άρθρο 52 εδ. γ' του ίδιου ΝΔ η παραγραφή λαμβάνεται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως υπό των δικαστηρίων (βλ. ΑΠ 992/2013, 766/2010).

Keywords

AI generated
withdrawal of administrative act change of use decisions concerning reassignment or transfer deemed withdrawal of opposition transitional provisions constitutive action
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1394 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1394/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αθηναίων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Παππά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5208/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 367/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-5-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 31-5-2016 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 367/2015 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" κατά του αναιρεσίβλητου Ο.Τ.Α Δήμου Αθηναίων και εξαφανίστηκε η υπ' αριθμ. 5208/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακολούθως δε δικάστηκε και έγινε εν μέρει δεκτή η από 19-6-2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, αφού απορρίφθηκαν, λόγω παραγραφής οι αξιώσεις για την καταβολή τόκων των ετών 1983 έως και 1992, λόγω παρόδου πενταετίας ήδη κατά την άσκηση της προηγούμενης υπ' αριθμ. 362/31-3-1998 όμοιας αγωγής του αναιρεσιβλήτου, που ασκήθηκε ενώπιον του αναρμόδιου κατά δικαιοδοσία Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον να του καταβάλει το ποσό των 62.853,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της παραπάνω προηγούμενης όμοιας αγωγής. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε υποχρεωθεί το αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 89.294,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της προηγούμενης όμοιας αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Με το άρθρο 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι "παν χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά από πέντε έτη από την λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθη", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν.Δ., στην παρ. 1 αυτού, ορίζεται ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος...".

Κατά το άρθρο δε 49 του ιδίου νομοθετικού διατάγματος "Η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ' ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις". Τέλος, κατά το άρθρο 52 εδ. γ' του ίδιου ΝΔ η παραγραφή λαμβάνεται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως υπό των δικαστηρίων (βλ. ΑΠ 992/2013, 766/2010).

Περαιτέρω, ο Ν. 1649/1986 στο άρθρο 9 παρ. 4 ορίζει ότι: "Αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ενόψει των ρυθμίσεων του ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε.

Αν η απορριπτική απόφαση είχε επιδοθεί πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραπάνω προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου...". Όπως προκύπτει από το γράμμα της διατάξεως αυτής, από την αντιπαραβολή της προς την αμέσως προηγούμενη διάταξη της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου (κατά την οποία "όσοι, ως τη δημοσίευση του νόμου αυτού, είχαν εγείρει ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αγωγές αποζημίωσης...

και οι αγωγές αυτές απορρίφθηκαν ή θα απορριφθούν..., μπορούν ήδη... να ασκήσουν προσφυγή μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τεσσάρων μηνών...."), αλλά και από τον σκοπό της ρυθμίσεως, που επιδίωξε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα τα οποία γεννώνται από την εφαρμογή του Ν. 1406/1983 λόγω της δημιουργίας πλείστων όσων αμφισβητήσεων ως προς το ζήτημα ποιές διαφορές μεταφέρονται στα διοικητικά δικαστήρια ουσίας και ποιές εξακολουθούν, όπως και πριν, να υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια, ο νομοθέτης θέσπισε την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986, η οποία κρίθηκε ότι αποτελεί πάγια ρύθμιση και δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (ΣτΕ Ολομ. 3846/1997, ΣτΕ 2204/2005, 77/2003).

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι προκειμένου να αρχίσει να τρέχει η ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 1649/1986 (με χρόνο έναρξης της προθεσμίας αυτής κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη) απαιτείται σε κάθε περίπτωση επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, και δεν αρκεί απλώς η τελεσιδικία της.

Η ρύθμιση αυτή του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986, η οποία επέτρεψε, ενόψει όσων έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, εκ νέου άσκηση ενδίκου μέσου που είχε απορριφθεί λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου στο οποίο το ένδικο τούτο μέσο είχε απευθυνθεί, συγχρόνως δε, όρισε ότι διατηρούνται, στην περίπτωση αυτή, οι έννομες συνέπειες της αρχικής ασκήσεως του ενδίκου μέσου (ενώπιον του στερουμένου δικαιοδοσίας δικαστηρίου) και τούτο προκειμένου ο νομοθέτης να θεραπεύσει τις δυσμενείς συνέπειες που ενόψει του κρατούντος δικονομικού συστήματος του χωρισμού των δικαιοδοσιών έχει η μνημονευομένη απορριπτική απόφαση, δεν είναι αντίθετη στο Σύνταγμα και ειδικότερα στα άρθρα 4, 26 και 87 αυτού (Ολ.ΣτΕ 3846/1997).

Κατά την έννοια της ίδιας πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/ 1986, η διάταξη αυτή, αποβλέπει στη θεραπεία μόνο του απαραδέκτου εκ της ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας (στο οποίο το ένδικο βοήθημα είχε αρχικά ασκηθεί) όχι δε και οποιουδήποτε άλλου απαραδέκτου, όπως π.χ.

λόγω εκπροθέσμου, εφόσον το ένδικο βοήθημα ασκηθεί εκ νέου, αυτή τη φορά ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, μέσα στη δίμηνη προθεσμία, αφού η εν λόγω διάταξη αποβλέπει στον σκοπό που έχει πιο πάνω εκτεθεί, δηλαδή θεσπίσθηκε χάριν της προστασίας μόνο εκείνων που κατά λάθος μεν απευθύνθηκαν στο στερούμενο δικαιοδοσίας δικαστήριο, ετήρησαν, όμως, τις προβλεπόμενες από το νόμο, ως προς το δικαστήριο εκείνο, λοιπές δικονομικές διατάξεις του παραδεκτού (Ολ.ΣτΕ 3846/1997).

Εξάλλου, ο ν. 1406/1983 ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι "υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σε αυτή", στο άρθρο 1 παρ. 2 ότι "στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά:

α)..., η) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα. Εξαιρούνται οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο.

Οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η ισχύς του προηγούμενου εδαφίου αρχίζει τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Περαιτέρω, στη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 του ν. 3659/2008, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 7-5-2008 (ΦΕΚ Α' 77/07.05.2008) ορίζεται ότι "Αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας" του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε.

Αν η απορριπτική απόφαση είχε επιδοθεί ή είχε καταστεί τελεσίδικη πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραπάνω προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου. Με τη διάταξη αυτή του άρθρου 41 του Ν. 3659/2008, επεκτείνεται η δυνατότητα θεραπείας του απαραδέκτου λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας με την επανάσκηση του οικείου ενδίκου βοηθήματος σε σχέση και με άλλες διαφορές εκτός από αυτές του Ν. 1406/1983 (διοικητικές διαφορές), στις οποίες ρητά αναφέρεται το άρθρο 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986, προς πληρέστερη διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας (βλ.

εισηγητική έκθεση άρθρου 41 του Ν. 3659/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τον πρωτοδίκως προβληθέντα με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφερθέντα με την έφεσή του ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμό του ότι όλες οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσίβλητου έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των ν.π.δ.δ.", διότι από την 31-1-2003 που κατέστη τελεσίδικη η υπ' αριθμ. 971/31-1-2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η προηγούμενη από 31-3-1998 ενώπιον του δικαστηρίου αυτού όμοια αγωγή του αναιρεσείοντος, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, συμπληρώθηκε η πενταετής παραγραφή του ανωτέρω άρθρου, καθόσον δεν είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων εντός του προβλεπόμενου από την παρ. 4 του άρθρου 9 του Ν. 1649/1986 διμήνου, και, επομένως, δεν διατηρήθηκαν οι έννομες συνέπειες της αρχικής ασκήσεως της από 31-12-2009 αγωγής ενώπιον των στερούμενων δικαιοδοσίας διοικητικών δικαστηρίων, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το περιεχόμενο της ένδικη αγωγής και τον προβληθέντα κατ' αυτής ισχυρισμό περί παραγραφής, δέχτηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο ενάγων Δήμος άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31-3-1998 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο ΝΠΔΔ "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (ΤΠΔ), να καταβάλει σ' αυτόν από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση, το ποσό των 207.602.171 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του ποσού των 235.604.138 δραχμών στο οποίο θα ανερχόταν η αναφερόμενη στο ιστορικό της αγωγής κατάθεσή του στις 31-3-1998 και του ποσού των 28.001.967 δραχμών, στο οποίο περιορίστηκε η κατάθεση αυτή, εξαιτίας του ότι τα όργανα του εναγομένου παρανόμως μετέτρεψαν την παραπάνω κατάθεση από 1-1-1983 από έντοκη σε άτοκη.

Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών με την 971/31-1-2000 απόφασή του απέρριψε την αγωγή αυτή λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, με το σκεπτικό ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους και με βάση την οποία δημιουργήθηκε η εν λόγω διαφορά, διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 94 του Συντάγματος και 1 παρ. 1 περίπτωση η και 2 παρ. 2 και 4 του Ν. 1406/1983.

Ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθετε, ότι η απόφαση αυτή ουδέποτε του κοινοποιήθηκε, ενώ από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδεικνύεται επίδοση της αποφάσεως αυτής. Επομένως, στις 31-2-2003 παρήλθε η τριετής προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 94 παρ. 2 του Κ.Διοικ.Δ.

και η προαναφερόμενη απορριπτική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου κατέστη τελεσίδικη, πριν τη δημοσίευση (7-5-2008) του Ν. 3659/2008.

Συνεπώς, το ένδικο βοήθημα, δηλαδή η υπό κρίση αγωγή η οποία ασκήθηκε ενώπιον του αρμοδίου πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 4-7-2008 (βλ. τις 4182 και 4184/4-7-2008 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γ. Π. και όχι 19-6-2008, όπως από παραδρομή αναφέρεται στην εκκαλουμένη), ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δύο μηνών από την δημοσίευση του Ν. 3659/2008, με συνέπεια οι δικονομικές συνέπειες που απορρέουν από την άσκησή της να ανατρέχουν στο χρόνο έγερσης της πρώτης αγωγής, ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 41 παρ. 2 του Ν. 3659/2008.

Να σημειωθεί εξάλλου ότι ακόμη και αν επιδόθηκε η απορριπτική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου στον ενάγοντα Δήμο εντός του έτους 2000, όπως ισχυρίζεται αορίστως το εναγόμενο (χωρίς αυτό να αποδεικνύεται) και πάλι εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 41 παρ. 2 του Ν. 3659/2008, αφού η επίδοση της απορριπτικής απόφασης, που εκδόθηκε μετά τη δημοσίευση του Ν. 1649/1986 δεν αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 9 παρ. 4 εδ.

α' αυτού (Ν. 1649/1986), καθόσον αυτό τοποθετούσε ως αφετηρία για την διαδρομή της δίμηνης προθεσμίας την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης. Τέτοια δε επίδοση ούτε επικαλείται το εναγόμενο ούτε αποδεικνύεται ότι έγινε και επομένως σε καμία περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής ο παραπάνω νόμος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο δέχθηκε ότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δύο μηνών από την δημοσίευση του Ν. 3659/2008 με συνέπεια οι δικονομικές συνέπειες που απορρέουν από την άσκησή της να ανατρέχουν στο χρόνο έγερσης της πρώτης αγωγής, ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και όσα αντίθετα ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το εναγόμενο και επανέφερε και με τον σχετικό πρώτο λόγο εφέσεώς του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν...".

Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε επικαλέστηκε το εναγόμενο, ότι έγινε επίδοση της υπ' αριθμ. 971/2000 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την απευθυνθείσα ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου αγωγή του αναιρεσιβλήτου Δήμου Αθηναίων, κατά του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, και επομένως, με βάση την παραδοχή αυτή, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο παραπάνω νόμος 1649/1986 και ειδικότερα το άρθρο 9 παρ. 4 αυτού, που εξαρτά τη διαδρομή της δίμηνης προθεσμίας που προβλέπεται από την εν λόγω διάταξη για τη δυνατότητα θεραπείας του απαραδέκτου, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, με την επανάσκηση του οικείου ενδίκου βοηθήματος σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, και όχι απλώς από την τελεσιδικία αυτής, χωρίς να απαιτείται και επίδοσή της, όπως αβασίμως διατείνεται το αναιρεσείον.

Περαιτέρω, από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, προκύπτει ότι η ως άνω υπ' αριθμ. 971/2000 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, κατέστη τελεσίδικη με την πάροδο της προβλεπόμενης στο άρθρο 94 παρ. 2 του Κ.Διοικ.Δ. τριετούς προθεσμίας, την 31-1-2003 πριν από τη δημοσίευση, στις 7-5-2008, του Ν. 3659/2008.

Συνεπώς, για τη δυνατότητα θεραπείας του κατά τα άνω απαραδέκτου, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, με την επανάσκηση του οικείου ενδίκου βοηθήματος ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου, στην προκειμένη περίπτωση, τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 του Ν. 3659/2008, σύμφωνα με την οποία "Αν η απορριπτική απόφαση είχε επιδοθεί ή είχε καταστεί τελεσίδικη πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, η παραπάνω προθεσμία αρχίζει από τη δημοσίευση του νόμου" και επομένως, εφόσον με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ένδικο βοήθημα, δηλαδή η ένδικη από 19-6-2008 αγωγή, που κατατέθηκε στο Γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 19/6/2008 και επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 4-7-2008, ασκήθηκε ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στις 4-7-2008, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δύο μηνών από τη δημοσίευση του Ν. 3659/ 2008, με αποτέλεσμα, οι δικονομικές συνέπειες που απορρέουν από την άσκησή της, μεταξύ των οποίων και η διακοπή της παραγραφής, καθόσον αφορά στο μέρος των αξιώσεων του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου Δήμου, το οποίο κατά το χρόνο άσκησης της προηγούμενης αγωγής ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αναρμόδιου δικαστηρίου δεν είχε υποπέσει στην προβλεπόμενη από την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 πενταετή παραγραφή, ως προς το οποίο άλλωστε μόνο έγινε δεκτή η αγωγή, απορριφθείσα λόγω παραγραφής, κατά τα προαναφερόμενα, ως προς τις αξιώσεις για την καταβολή τόκων των ετών 1983 έως και 1992, λόγω συμπλήρωσης του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 χρόνου πενταετούς παραγραφής, ήδη κατά την άσκηση της προηγούμενης υπ' αριθμ. 362/31-3-1998 όμοιας αγωγής του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του αναρμόδιου κατά δικαιοδοσία Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, να ανατρέχουν στο χρόνο έγερσης της πρώτης αγωγής, ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, σύμφωνα με την εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προαναφέρθηκε, διάταξη του άρθρου 41 παρ. 2 του Ν. 3659/ 2008.

Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 του Ν. 2039/1939 "Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των Νόμων περί εκκαθαρίσεως και διοικήσεως των εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών καταλειπομένων κληρονομιών, κληροδοσιών και δωρεών", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με την περ.

α) της παρ. 8 του άρθρου 82 του ν. 4182/2013 (Α' 185/10.9.2013) και σύμφωνα με το άρθρο 102 του ιδίου νόμου, η κατάργηση αρχίζει δύο μήνες μετά τη δημοσίευση, δηλαδή από 10.11.2013, περιουσία διατιθεμένη διά πράξεως εν ζωή ή δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως προς εκπλήρωση στο διηνεκές ή για ορισμένη διάρκεια χρόνου κοινωφελούς σκοπού, η εκτέλεση του οποίου ανατίθεται με την συστατική πράξη σε φυσικά πρόσωπα (κληρονόμους, κληροδόχους ή εκτελεστές) ή νομικά πρόσωπα που συνιστώνται για πρώτη φορά ή σε τέτοια υφιστάμενα οριζόμενου όμως κατά την τελευταία περίπτωση ίδιου τρόπου διοικήσεως, συνιστά ίδρυμα διοικούμενο κατά τα οριζόμενα στη συστατική πράξη.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 του ίδιου πιο πάνω αναγκαστικού νόμου, περιουσία διατεθειμένη προς εκπλήρωση ειδικού κοινωφελούς σκοπού, η εκτέλεση του οποίου ανατίθεται με τη συστατική πράξη σε υφιστάμενα ιδρύματα, σωματεία, κάθε φύσης οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικά πρόσωπα κ.λπ.

χωρίς ειδικότερο καθορισμό τρόπου διοίκησης αποτελεί κεφαλαίο αυτοτελούς διαχείρισης, που διακρίνεται από τη λοιπή περιουσία αυτών. Από τις παραπάνω διατάξεις, από τις οποίες η μεν πρώτη (95 παρ. 1) αναφέρεται σε ιδρύματα αναγόμενα σε νομικά πρόσωπα προσκολλημένα όμως σε άλλα ιδρύματα, η δε δεύτερη (άρθρ. 96 παρ. 1) σε ιδρύματα στα οποία ο ανωτέρω νόμος δεν προσδίδει νομική προσωπικότητα, προκύπτει σαφώς ότι σε περίπτωση που καταλείπεται περιουσία χάριν κοινωφελούς σκοπού σε υφιστάμενο νομικό πρόσωπο χωρίς καθορισμό ίδιου τρόπου διοίκησης, αποτελεί αυτή υποτελές ίδρυμα, ήτοι χωριστή ομάδα περιουσίας, χωρίς νομική προσωπικότητα, διαχειριζόμενη απ' το βεβαρημένο νομικό πρόσωπο και μόνο αν καθορίστηκε ίδιος τρόπος διοίκησης, συνιστάται αυτοτελές ίδρυμα.

Η χωριστή αυτή ομάδα περιουσίας, για την οποία δεν καθορίστηκε ίδιος τρόπος διοικήσεως, ανήκει κατά κυριότητα στο λήπτη αυτής, έχει όμως ορισμένο σκοπό, ήτοι τον κοινωφελή σκοπό που ορίστηκε με τη βούληση του διαθέτη της περιουσίας αυτής. Τα άνω υποτελή ιδρύματα, στερούμενα νομικής προσωπικότητας, δεν αποτελούν υποκείμενο φορολόγησης αλλά αντ' αυτών υποκείμενα αυτής αποτελούν τα νομικά πρόσωπα στα οποία ανατέθηκε η εκτέλεση του ειδικού κοινωφελούς σκοπού.

Επομένως, αν το άνω νομικό πρόσωπο απαλλάσσεται του φόρου, έπεται ότι απαλλάσσεται επίσης και η περιουσία του υποτελούς σ' αυτό ιδρύματος, καθόσον το τελευταίο δεν έχει αυθυπαρξία αλλ' ακολουθεί τη νομική μεταχείριση του νομικού προσώπου στο οποίο ανήκει. Εξάλλου, στο άρθρο 12 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994), όπως ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ορίστηκε ότι: "1.

Επιβάλλεται φόρος εισοδήματος στους τόκους, οι οποίοι αποκτώνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων ή ομάδες περιουσίας, χωρίς να εξετάζεται η ιθαγένεια και ο τόπος που διαμένουν ή κατοικούν ή έχουν την έδρα τους και προκύπτουν στην Ελλάδα από: α)..., β) Οποιαδήποτε μορφή κατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, γ)...", στο δε άρθρο 103 του ίδιου Κώδικα ορίστηκε ότι: "1.

Απαλλάσσονται από το φόρο: α) Το Ελληνικό Δημόσιο στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες, οι οποίες λειτουργούν ως ειδικά ταμεία, οι δήμοι και οι κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα, οι σύνδεσμοι δήμων και κοινοτήτων, οι αποκλειστικά αμιγείς δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης, αποχέτευσης και διαχείρισης απορριμμάτων και τηλεθέρμανσης, η Ένωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδος, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας και οι τοπικές ενώσεις δήμων και κοινοτήτων για τα κάθε είδους εισοδήματά τους".

Περαιτέρω, στο άρθρο 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων οριζόταν ότι: "1. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι Σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας και οι Τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της Ε.Ρ.Τ. - Α.Ε., από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους, με την επιφύλαξη των εκάστοτε ισχυουσών φορολογικών ρυθμίσεων. Επίσης έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο". Επομένως, αν σε ορισμένο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α), όπως είναι ο Δήμος Αθηναίων, ανήκει υποτελές Ίδρυμα, η περιουσία αυτού προστίθεται στην περιουσία του Ο.Τ.Α και ακολουθεί τη φορολογική μεταχείριση του προσώπου αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο, με το να κρίνει παρεμπιπτόντως ότι ο ενάγων νομίμως ζητούσε με την αγωγή του, το ποσό των τόκων της αναφερόμενης σ' αυτήν τραπεζικής κατάθεσης, χωρίς να συμπεριληφθεί η παρακράτηση του φόρου εισοδήματος, επειδή οι Δήμοι απαλλάσσονται της καταβολής φόρου για εισοδήματα που αποκτούν από τόκους οποιοσδήποτε μορφής καταθέσεων, παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης απόφασή του, αναφορικά με τη νομική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου Δήμου ως προ το αίτημά της να του αποδοθεί το ποσό των τόκων της ως άνω τραπεζικής κατάθεσης, χωρίς να συμπεριληφθεί η παρακράτηση του φόρου εισοδήματος, δέχτηκε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθά εφάρμοσε το νόμο, κρίνοντας παρεμπιπτόντως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 282 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 238/2008), ότι ο ενάγων νομίμως ζητούσε με την αγωγή του, το ποσό των τόκων, χωρίς να συμπεριληφθεί η παρακράτηση του φόρου εισοδήματος, αφού οι Δήμοι απαλλάσσονται της καταβολής φόρου για εισοδήματα που αποκτούν από τόκους οποιασδήποτε μορφής καταθέσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12 και 103 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 2238/1994), ο οποίος ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και του άρθρου 276 παρ. 1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006), ενώ ακόμη, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν στον αναιρεσίβλητο Δήμο τα ποσά της καταθέσεως, δέχτηκε τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν τον ερευνώμενο λόγο αναίρεσης: "Ο Γ.

Δ. ο οποίος απεβίωσε το έτος 1908, δυνάμει της υπ' αριθμ. 3652/1907 δημόσιας διαθήκης του όρισε ως κληροδόχο της περιουσίας του, τον ενάγοντα Δήμο Αθηναίων. Ειδικότερα, με τη διάταξη της τελευταίας του βούλησης όρισε ότι όλη η περιουσία του θα περιερχόταν μετά το θάνατο της συζύγου του στον ενάγοντα, προκειμένου να διατεθεί για την ανέγερση γυναικολογικών κλινικών προς νοσηλεία απόρων.

Εν συνεχεία, κατόπιν δικαστικών διενέξεων με τη σύζυγο του κληροδότη, επήλθε συμβιβασμός και ο κληροδόχος Δήμος Αθηναίων έλαβε τα ακίνητα που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. 2832/1970 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Π.. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 3198/1987 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία τροποποίησε την υπ' αριθμ. 2182/1980 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου λόγω αδυναμίας εκτέλεσης του κληροδοτήματος, ορίσθηκε να διατεθεί το προϊόν εκποίησης των κινητών αξιών και τα έσοδα από τα ακίνητα για την ίδρυση παιδικού σταθμού, του οποίου την διοίκηση και διαχείριση θα έχει ο Δήμος, προκειμένου να παράσχει περίθαλψη σε παιδιά απόρων μητέρων ή εργαζομένων που θα έχουν άμεση ανάγκη των υπηρεσιών του.

Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι πρόκειται για κληροδότημα το οποίο εξυπηρετεί κοινωφελή σκοπό υπαγόμενο στις προστατευτικές διατάξεις του Α.Ν. 2039/1939. Στη συνέχεια, ο Δήμος Αθηναίων κατήρτισε σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης με το εναγόμενο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, προκειμένου να διασφαλισθούν και αξιοποιηθούν με τον προσφορότερο τρόπο τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία περιήλθαν σε αυτόν υπό τη μορφή του κληροδοτήματος...".

Με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, σύμφωνα με τις οποίες, ο διαθέτης Γ. Δ. με τη συνταχθείσα δημόσια διαθήκη του, όρισε ως κληροδόχο της περιουσίας του, τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο Αθηναίων, προκειμένου να διατεθεί (η περιουσία του) για τον αναφερόμενο σ' αυτή κοινωφελή σκοπό (ανέγερση γυναικολογικών κλινικών προς νοσηλεία απόρων), ότι κατόπιν συμβιβασμού με τη σύζυγο του διαθέτη, ο κληροδόχος Δήμος Αθηναίων έλαβε τα ακίνητα που αναφέρονται στο υπ' αριθμ. 2832/1970 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Π. και ορίσθηκε, μετά από τροποποίηση του αρχικού σκοπού, με απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το προϊόν εκποίησης των κινητών αξιών και τα έσοδα από τα ακίνητα να διατεθούν για την ίδρυση παιδικού σταθμού, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη κατάθεση και οι τόκοι αυτής αποτελούν εισόδημα από την περιουσία του προαναφερόμενου διαθέτη, που καταλήφθηκε (η περιουσία) στον αναιρεσίβλητο Δήμο ως κληροδότημα για την εξυπηρέτηση κοινωφελούς σκοπού, το οποίο (κληροδότημα) υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις του Α.Ν. 2039/1939 και συνιστά κεφάλαιο αυτοτελούς διαχείρισης (άρθρο 96 παρ. 1 Α.Ν. 2039/1939), χωρίς να γίνεται λόγος για καθορισμό ειδικού τρόπου διοίκησης της χωριστής αυτής ομάδας περιουσίας, η καταληφθείσα στον αναιρεσίβλητο Δήμο περιουσία, αποτελεί υποτελές ίδρυμα (ίδρυμα χωρίς νομική προσωπικότητα), η οποία προστέθηκε στην περιουσία του βαρυνόμενου με την εκτέλεση του σκοπού της κληροδοσίας Δήμου, και ακολουθεί τη φορολογική μεταχείρισή του.

Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη της παρούσας, με το να δεχτεί ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος απαλλάσσεται της καταβολής φόρου για τα προερχόμενα από τους τόκους της ως άνω κατάθεσης εισοδήματα, και συνεπώς και ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου (άρθρο 183 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957, η ρύθμιση του οποίου, αφορώσα στις δίκες με το Δημόσιο, εφαρμόζεται και υπέρ των νομικών προσώπων, των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 1467/2014), όπως το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-5-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 367/2015 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ