1394/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3412/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 194/2010 του Εφετείου Πειραιά.
Legislator headnote
AI generated1394/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2§1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1394 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1394/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Δ. του Θ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Λαζανά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. συζύγου Δ. Μ., το γένος Ι. Λ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακορατήριο, 2) Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, δήλωσε δε επιπλέον ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 4/4/2012 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ’ αριθμό .../2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του ... και την παρούσα δίκη συνεχίζει ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής Ι. Μ. του Δ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3412/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 194/2010 του Εφετείου Πειραιά.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/6/2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 4/1/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί, κατά τα οικεία σκέλη τους οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 194/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιά.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι αναιρεσίβλητοι την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α, 287 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει, ότι, αν μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, εφόσον λάβει χώρα γνωστοποίηση του λόγου διακοπής από τα πρόσωπα που δικαιούνται να επαναλάβουν τη δίκη, όπως είναι και ο κληρονόμος του αποβιώσαντος, ο οποίος μπορεί να επαναλάβει εκουσίως τη δίκη με δήλωσή του, που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, υπό την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, με τη μη αμφισβήτηση, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντος τη δίκη ως κληρονόμου η οποία, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως (ΑΠ 618/2010, ΑΠ 253/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε με την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11-1-2016), δεν εμφανίστηκε η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Κ. συζ. Δ. Μ., το γένος Ι. Λ., εμφανίστηκε όμως ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δικηγόρος, ο οποίος, παριστάμενος αυτοπροσώπως για τον εαυτό του και δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...15-3-2013 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Πατρών Γ. Σ. Φ., ως πληρεξούσιος δικηγόρος του Ι. Μ. του Δ., δήλωσε, για λογαριασμό του εντολέως του, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη αποβίωσε την 4-4-2012 (ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης στις 17-6-2010) και η δίκη συνεχίζεται από αυτόν, με την ιδιότητά του ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας.
Συνακόλουθα τούτων, αφού η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί την ιδιότητα του ανωτέρω ως μοναδικού κληρονόμου της πρώτης αναιρεσίβλητης, όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα, από δε το υπ’ αριθμ. πρωτ. ...4-2012 απόσπασμα της .../2012 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου του ... αποδεικνύεται ο θάνατος της τελευταίας (πρώτης αναιρεσίβλητης) στις 4-4-2012, η διακοπείσα δίκη νομίμως συνεχίζεται από τον προαναφερόμενο κληρονόμο αυτής.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 194/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιά, το οποίο, αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή της από 16-8-2008 έφεσης των αναιρεσιβλήτων, την εκκαλούμενη με αυτή 3412/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, δέχτηκε εν μέρει την από 17-4-2007 αγωγή τους εναντίον της ήδη αναιρεσείουσας και αναγνώρισε ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλλει, νομιμοτόκως, στη μεν πρώτη ενάγουσα το ποσό των 20.000€, στο δε δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 15.000€, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την περιγραφόμενη σε αυτή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 52, 53, 56, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται, όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις, αντενστάσεις ή να αποφανθεί επί κάθε είδους αυτοτελών ισχυρισμών, που αποτελούν πράγματα υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 αλλά εκείνο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 483/2011, ΑΠ 1892/2009).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο άφησε αίτηση της αναιρεσείουσας αδίκαστη, με τη "σιωπή" της προσβαλλόμενης απόφασής του επί του βασικού αυτοτελούς υπερασπιστικού ισχυρισμού της περί της επικαλούμενης προϋποθέσεως αποδοχής του διορισμού της ως τεχνικής συμβούλου είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), δ) επέλευση ζημίας και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.
Παράνομη, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, ενώ ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε (ΑΠ 864/2014, ΑΠ 137/2005, ΑΠ 1920/2008).
Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύπτει, είτε από δικαιοπραξία, οπότε μάλιστα μπορεί να συρρέουν αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, και που είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος (ΑΠ 292/2015).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 του ΑΚ προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 2§1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις -εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματος του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει} όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκησή του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας, εκδηλούμενη είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ) όπως προαναφέρθηκε και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.
Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή κ.λ.π.). ‘ Ετσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητος. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητος του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητος του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητος του, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ (ΑΠ 121/2012, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 882/2013, ΑΠ 1216/2014, ΑΠ 1230/2014, ΑΠ 1750/2014, ΑΠ 726/2015).
Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις αυτές εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ’ αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου.
Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι πρόσφορο κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμιση κατ’ άρθρο 362 ΠΚ, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρ. 367§1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1662/2005, 1030/2009, 333/2010, 179/2011, 271/2012).
‘ Ετσι, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 362 και 366 παρ. 1, 3 του ΠΚ, προκύπτει ότι, αν το δυσφημιστικό γεγονός είναι αληθές, δεν στοιχειοθετείται ούτε το έγκλημα της δυσφήμησης (άρθρο 366 παρ. 1 Π.Κ.), αλλά είναι δυνατό να στοιχειοθετείται το από το άρθρο 361 ΠΚ προβλεπόμενο έγκλημα της εξύβρισης, αν ο ισχυρισμός ή η διάδοση έγιναν κακόβουλα, ήτοι από τον τρόπο που εκδηλώθηκε ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η δυσφήμηση, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, που υπάρχει, όταν ο συγκεκριμένος τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς εν γνώσει του επιλέχθηκε, για να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη του άλλου [ΑΠ (Ποιν.) 395/2013, ΑΠ (Ποιν.) 2680/2008].
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μέσα από την εφαρμογή των οποίων θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί τo πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 130/1997).
Με το λόγο αυτό αναίρεσης, καθώς και εκείνο του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξασφαλίζεται ο αναιρετικός έλεγχος των αποφάσεων του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τούτων στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την, εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών’ σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Επιπλέον, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση η ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά την ερμηνεία κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 229/2004, ΑΠ 168/2006).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης, Για να είναι δε ορισμένος ο από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, θα πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης νόμου και συνακόλουθα να αναφέρεται και η συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη νόμου που παραβιάστηκε, αφού διαφορετικά δεν εξειδικεύεται το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου, γεγονός που σημαίνει ότι αν, παρά τη μη εξειδίκευση αυτή θεωρηθεί ορισμένος ο σχετικός λόγος, θα είχε ανατεθεί στον Άρειο Πάγο, όχι απλώς η κρίση για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης, αλλά και η διατύπωση αυτών, μετά από αναζήτηση των σφαλμάτων της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά παράβαση της βασικής δικονομικής αρχής (άρθρο 106 ΚΠολΔ) της διάθεσης, και επιπλέον, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα, προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 502/2007, 1210/2008).
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία, Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως η διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτό, αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Η πρώτη από τους ενάγοντες είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 18-5-2004 (αριθ.
κατάθ. .../2004) αγωγή της κατά της αδελφής της Α. Λ. και του κοινωφελούς σωματείου "ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΩΡΙΑ S.O.S. ΕΛΛΑΔΟΣ" με την οποία υποστήριζε ότι η δημοσιευθείσα με αίτηση της παραπάνω αδελφής της από το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά από 10-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη που εφέρετο συνταχθείσα από την προαποβιώσασα αδελφή τους Μ.
Β. και με την οποία η τελευταία εγκαθιστούσε μοναδική της κληρονόμο την ως άνω Α. Λ. και καταπιστευματοδόχο μετά το θάνατο αυτής (Α. Λ.) το κοινωφελές σωματείο "ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΩΡΙΑ S.O.S. ΕΛΛΑΔΟΣ" ήταν πλαστή και είχε εξ ολοκλήρου συνταχθεί από τη φερομένη ως τιμηθείσα Α. Λ., με αποτέλεσμα η τελευταία να είναι ανάξια να κληρονομήσει.
Ζητούσε δε η ενάγουσα, μεταξύ άλλων, να κηρυχθεί άκυρη η πιο πάνω διαθήκη λόγω της πλαστότητάς της, να κηρυχθεί η εκεί εναγομένη Α. Λ. ανάξια να κληρονομήσει την αδελφή της Μ. Β. και να αναγνωριστεί αυτή (ενάγουσα) μοναδική κληρονόμος στην παραπάνω κληρονομιά, και δη κατά ποσοστό 50% με βάση την από 19-12-2001 προγενέστερη γνήσια δημόσια διαθήκη της Μ.
Β., κατά δε το υπόλοιπο 50% με βάση την εξ αδιαθέτου διαδοχή λόγω της αιτούμενης κήρυξης της κληρονομικής αναξιότητας της τότε εναγόμενης Α. Λ.. Το Πολυμελές, Πρωτοδικείο Πειραιά με την υπ’ αριθ. 1916/2006 απόφασή του έκρινε, ως προς το κρίσιμο θέμα του εάν η παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη ήταν πλαστή, ότι έπρεπε να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και για το λόγο αυτό διέταξε επανάληψη της συζήτησης και διόρισε ως πραγματογνώμονα το Φ.
Γ., ειδικό δικαστικό γραφολόγο. Ο ως άνω γραφολόγος διενήργησε την ανατεθείσα σ’ αυτόν πραγματογνωμοσύνη, έχοντας στη διάθεσή του προς αντιπαραβολή πρωτότυπα γνήσια έγγραφα της Μ. Β. και φωτοαντίγραφα με την υπογραφή της παραπάνω φερόμενης ως διαθέτιδος, ακολούθως δε συνέταξε την από 19-11-2006 έκθεσή του, την οποία κατέθεσε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Πειραιά στις 20-11-2006, με αριθμό κατάθεσης ...
Σύμφωνα με το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης η από 10-3-2002 χειρόγραφη διαθήκη έχει εξ ολοκλήρου γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί δια χειρός της διαθέτιδος Μ. Β.. Η τότε και νυν ενάγουσα Κ. σύζ. Δ. Μ., μη ικανοποιηθείσα από το παραπάνω πόρισμα του πραγματογνώμονα, διόρισε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της (ήδη δεύτερου από τους ενάγοντες) την εναγομένη δικαστική γραφολόγο Ι.
Δ. ως τεχνική της σύμβουλο για την ίδια υπόθεση με την υπ’ αριθ. ... δήλωσή της στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Συγκεκριμένα με την από 15-12-2006 εντολή προς την εναγομένη έθεσε προς αυτή ως θέμα αποδείξεως: "Αντίκρουση επί της από 20-11-2006 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του Φ. Γ. και των εν αυτή αναφερομένων στοιχείων και εγγράφων-αντιπαραβολής επιχειρημάτων και επί μέρους και τελικών συμπερασμάτων".
Μολονότι στο ίδιο έγγραφο της εντολής αναφέρεται ότι: "Ο κάτωθι υπογεγραμμένος .... δια της παρούσης δίδω εντολή εις την κ.Ι. Δ. .... να προβεί εις την διενέργειαν γραφολογικής και χαρακτηρολογικής πραγματογνωμοσύνης ανεξαρτήτως πορίσματος ....", κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου και κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ η έννοια της φράσης "ανεξαρτήτως πορίσματος" αφορούσε στην εξασφάλιση της εναγομένης ως επιστήμονος, ώστε σε περίπτωση που κατέληγε σε αντίθετα προς τα συμφέροντα της εργοδότριάς της συμπεράσματα να μην υποχρεούταν να συντάξει αντίθετη προς την επιστημονική της άποψη έκθεση, δεν είχε όμως την έννοια ότι η εναγομένη αν κατέληγε σε αρνητικό συμπέρασμα να είχε την ευχέρεια την έκθεση αυτή να μπορεί να τη διανείμει σε τρίτους.
Η εναγομένη γραφολόγος είχε και στο παρελθόν ασχοληθεί με την επίμαχη διαθήκη, καθώς ο δεύτερος από τους ενάγοντες της είχε αναθέσει στις 20-12-2004 τη σύνταξη ιδιωτικής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης με αντικείμενο την αξιολόγηση ως γνήσιας ή πλαστής της εν λόγω διαθήκης όπως και της από 23-5-2002 φερόμενης ως γνήσιας εξουσιοδότησης της Μ.
Β. προς το δικηγόρο Α. Γ. Τότε, κατόπιν αντιπαραβολής των παραπάνω εγγράφων με φωτοαντίγραφα γνησίων εγγράφων της Μ. Β. και της αδελφής της Α. Λ., η εναγομένη είχε καταλήξει με την υπ’ αριθ. ...-1-2005 έκθεσή της στο πόρισμα ότι και τα δύο ως άνω έγγραφα ήταν πλαστά (κρίνοντας κυρίως από την ύπαρξη σε αυτά ορθογραφικών λαθών και από την ταχύτητα της γραφής) και ότι μάλιστα είχαν πλαστογραφηθεί από το ίδιο χέρι της Α.
Λ.. Ακολούθως δε, σε δεύτερο χρόνο, με την υπ’ αριθ. ...10-2005 έκθεσή της η εναγομένη, προκειμένου να αντικρούσει την από 19-9-2005 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της γραφολόγου Χ. Τ.-Σ., που συντάχθηκε κατόπιν εντολής από το κοινωφελές σωματείο "ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΩΡΙΑ SOS ΕΛΛΑΔΟΣ" και σύμφωνα με την οποία η επίμαχη διαθήκη ήταν γνήσια διαθήκη της Μ.
Β., κατέληξε κατόπιν γραφομετρικής μελέτης και πάλι στο συμπέρασμα ότι η διαθήκη δεν ήταν γνήσια, αλλά είχε πλαστογραφηθεί από την Α. Λ.. Σημειώνεται εδώ ότι για την ίδια διαθήκη και κατόπιν εντολής του δεύτερου ενάγοντος είχαν συνταχθεί και άλλες ιδιωτικές γραφολογικές γνωμοδοτήσεις από τους γραφολόγους Μ.
Μ. και Δ. Θ., οι οποίες με τις από 22-12-2003 και 29-12-2003 εκθέσεις τους αντίστοιχα είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η διαθήκη δεν ήταν γνήσια διαθήκη της Μ. Β., αλλά είχε συνταχθεί από τρίτο πρόσωπο. Και οι δύο ως άνω γραφολόγοι βασίστηκαν για την κρίση τους αυτή σε φωτοαντίγραφα γνησίων εγγράφων της Μ. Β. (βλ. σελίδες 3 επ.
των γνωμοδοτήσεων αυτών). Με αφορμή τις διαφωνίες μεταξύ των γραφολόγων για τη γνησιότητα της παραπάνω διαθήκης, η εναγομένη και πριν από τον επίδικο διορισμό της ως τεχνικής συμβούλου είχε εμπλακεί και προσωπικά στις διενέξεις με τους αντιδίκους της πρώτης ενάγουσας στην προαναφερόμενη από 18-5-2004 (αριθ.
κατάθ. .../2004) αγωγή, με την υποβολή από κοινού με τους νυν αντιδίκους της (ενάγοντες) της από 1-11-2005 έγκλησης κατά του δικηγόρου Α. Γ., της γραφολόγου Τ.-Σ. και παντός υπευθύνου από τα "ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΩΡΙΑ SOS Ελλάδος" για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση.
Περαιτέρω, όσον αφορά την ένδικη διαφορά, αποδείχθηκε ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων η τεχνική έκθεση της εναγομένης ως τεχνικής συμβούλου μαζί με το σχετικό διάγραμμα προς αντίκρουση της πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Φ. Γ. θα παραδιδόταν στους ενάγοντες στις 30-1-2007. Στις 28-1-2007 η εναγομένη τηλεφώνησε στο δεύτερο ενάγοντα και του ζήτησε να συναντηθούν επειγόντως στο σπίτι της στα ....
Πράγματι αυτοί συναντήθηκαν στα 9.00 το βράδυ της ίδιας ημέρας στο διαμέρισμα της εναγομένης, οπότε η ως άνω γραφολόγος υποστήριξε για πρώτη φορά τις απόψεις του πραγματογνώμονα Γ. και ζήτησε παράταση παράδοσης της τεχνικής έκθεσης μέχρι την 6-2-2007. Ο δεύτερος ενάγων δέχθηκε την παράταση, πλην όμως διαφώνησε κατά τα λοιπά με την εναγομένη και της συνέστησε να παραιτηθεί, εφόσον αυτή θεωρούσε πως υπήρχαν λόγοι που συνηγορούσαν υπέρ της άποψης Γ..
Στις 7-2-2007 και ώρα 10.00 η πρώτη ενάγουσα, επειδή δεν είχε λάβει ακόμη στην κατοχή της την παραπάνω έκθεση, προέβη δια του συζύγου της δεύτερου ενάγοντος ενώπιον της γραμματείας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά σε δήλωση παύσεως της εναγομένης από τεχνικής της συμβούλου. Η παραίτηση αυτή έλαβε αριθμό κατάθεσης ...2-2007.
Αργότερα την ίδια ημέρα, και μετά την παύση της εναγομένης από τη θέση της τεχνικής συμβούλου, αυτή κατέθεσε στην παραπάνω γραμματεία απόσπασμα της τεχνικής της έκθεσης για την επίμαχη διαθήκη και η κατάθεση αυτή έλαβε τον αριθμό ...-2-2007. Σύμφωνα με το απόσπασμα της τεχνικής έκθεσης η επίμαχη διαθήκη ήταν γνήσια διαθήκη της Μ.
Β.. Την επομένη 8-2-2007 ο δεύτερος ενάγων ενεργώντας για τον εαυτό του και ως πληρεξούσιος δικηγόρος της πρώτης ενάγουσας συζύγου του επέδωσε στην εναγομένη εξώδικη δήλωση με την οποία της κοινοποίησε την υπ’ αριθ. ... δήλωσή του ενώπιον της γραμματείας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά περί παραιτήσεως της συζύγου του από το διορισμό της εναγομένης ως τεχνικής της συμβούλου και της ζητούσε λόγω μη εκτέλεσης του συμφωνηθέντος έργου να του επιστρέψει την αμοιβή που της κατέβαλε για το παραπάνω έργο ποσού 2.975 Ευρώ.
Νωρίτερα και συγκεκριμένα στις 6-2-2007, η εναγομένη, ενώ κατά τη συμφωνία της με την πρώτη ενάγουσα έπρεπε να παραδώσει στην τελευταία την τεχνική έκθεση που θα συνέτασσε για λογαριασμό της, παρέδωσε τη συνταχθείσα υπ’ αριθ. ...2-2007 τεχνική της έκθεση στην Εισαγγελία προκειμένου να συσχετισθεί με τα λοιπά έγγραφα στην ABM: ...
ποινική δικογραφία, στην οποία η εναγομένη ήταν πολιτικώς ενάγουσα και στην ABM: ... ποινική δικογραφία στην οποία η εναγομένη ήταν κατηγορούμενη. Ακολούθως στις 9-2-2007 η εναγομένη κοινοποίησε αντίγραφο της παραπάνω τεχνικής της έκθεσης και στον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου Πειραιά.
Τέλος η εναγομένη στις 12-2-2007 και ενώ δεν είχε πλέον την ιδιότητα της τεχνικής συμβούλου της πρώτης ενάγουσας κατέθεσε στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ολόκληρο το σώμα της ως άνω υπ’ αριθ. ...2-2007 τεχνικής της εκθέσεως και συντάχθηκε η υπ’ αριθ. ...-2-2007 έκθεση κατάθεσης. Άλλες επιδόσεις της εκθέσεως αυτής σε τρίτα πρόσωπα δεν αποδείχθηκαν.
Η εναγομένη προκειμένου να αιτιολογήσει τη διαφοροποίησή της σε σχέση με το τελικό της πόρισμα στις προηγούμενες ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις της για το εάν η επίμαχη διαθήκη είναι γνήσια ή πλαστή υποστηρίζει στην τελευταία έκθεση, που συνέταξε, ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση πρωτότυπων, και όχι σε φωτοτυπία γνήσιων εγγράφων της Μ.
Β. προς αντιπαραβολή, κατά τη συνάντησή της με τον πραγματογνώμονα Φ. Γ. στη Γ.Α.Δ.Α. και ότι ο δεύτερος ενάγων της είχε δηλώσει ότι δεν .υπήρχαν τέτοια έγγραφα. Συγκεκριμένα η εναγομένη στο τελικό της πόρισμα επί λέξει αναφέρει ότι: "Η από 10-3-2002 ιδιόγραφος απλή διαθήκη της Μ. Α. Β., η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθ. ...-11-2003 Πρακτικά Συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ήτοι το σημανθέν ως :
Α-1 υπό κρίσιν έγγραφο είχε γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί δια της ιδίας αυτής χειρός της Μ. Α. Β., η οποία εχάραξε αυτό άνευ υπάρξεως σημείων δισταγμού ή τρόμου ή επηρεασμού της γραφής της απ’ οιονδήποτε εξωγενή παράγοντα και εν πλήρη νηφαλιότητα και ηρεμία έχουσα σώας τας φρένας, πιθανότατα μεταχρονολογημένα, δοθέντος ότι εν συνεχεία ακολούθησαν σοβαρότατα προβλήματα με την υγεία της και ετέθη σε δικαστική συμπαράσταση Εν προκειμένω δε, θα πρέπει να αξιολογηθεί δεόντως παρ’ Υμών το γεγονός ότι ο Δ.
I. Μ. δεν έθεσε ουδένα γνήσιο έγγραφο αντιπαραβολής υπ’ όψιν μου εν πρωτοτύπω και ο Α. Γ. δεν έθεσε υπ’ όψιν μου το πρωτότυπο της από 23-5-2002 εξουσιοδοτήσεως με άμεσο επόμενο αποτέλεσμα να οδηγηθώ εις εσφαλμένο πόρισμα. Τονίζω δε, ότι ο Δ. Μ. μου είχε δηλώσει, ότι δεν υπάρχουν πρωτότυπα αντιπαραβολής και ευρέθην αντιμέτωπη με πληθώρα πρωτοτύπων γνήσιων εγγράφων αντιπαραβολής, όταν συναντήθηκα με τον κ.
Φ. Γ., εις την Γ.Α.Δ.Α. ...... Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός κρίνεται πειστικός, καθώς σε όλες τις ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις των γραφολόγων Μ., Θ. και Δ. που έγιναν στο παρελθόν με εντολή του δεύτερου ενάγοντος αναφέρεται ότι τα προς αντιπαραβολή συγκριτικά έγγραφα ήταν σε φωτοαντίγραφα. Γεννώνται βέβαια κάποια εύλογα ερωτήματα ως προς τις ακολουθούμενες από την εναγομένη μεθόδους γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, καθώς αυτή στην πρώτη της γραφολογική γνωμοδότηση, καίτοι είχε επιφυλάξεις για το εάν η διαθήκη ήταν γνήσια ή πλαστή λόγω έλλειψης πρωτότυπων γνήσιων εγγράφων, όχι μόνο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η διαθήκη ήταν πλαστή αλλά και απέδωσε την πλαστογραφία στην Α.
Λ.. Όπως επίσης και ως προς την αξιοπιστία της εφαρμοσθείσας στη δεύτερη γνωμοδότησή της γραφομετρικής μεθόδου σύγκρισης γνησίων εγγράφων της Μ. Β. και της Α. Λ. που οδήγησαν την εναγομένη στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα. Όμως δεν αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως ότι στο πόρισμα της υπ’ αριθ. ...2-2007 τεχνικής έκθεσής της περί γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης η εναγομένη οδηγήθηκε γιατί προσχώρησε σε κύκλωμα ιδιοποίησης της κληρονομιάς των αδελφών της πρώτης ενάγουσας Μ.
Β. και Α. Λ., το οποίο φέρεται ότι αποτελείται από τα "Παιδικά χωριά SOS Ελλάδος", το δικηγόρο Αθηνών Α. Γ., Ά. Λ., τους πραγματογνώμονες Τ. και Γ. και από τους φερόμενους ως ψευδομάρτυρες Α. Β. βοηθό του ως άνω δικηγόρου και έτερο πρόσωπο ονόματι Κ., υπάλληλο του σωματείου. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι δεν προέκυψε ότι η εναγομένη είχε υλικό ή άλλο όφελος να υποστηρίζει τα "Παιδικά Χωριά SOS Ελλάδος" και τον πραγματογνώμονα Γ..
Ο τελευταίος διορίστηκε από το δικαστήριο κατά τα προβλεπόμενα από το νόμο (από το κατάλογο των πραγματογνωμόνων), χρησιμοποίησε δε τόσο πρωτότυπα έγγραφα όσο και φωτοτυπίες εγγράφων, που παραθέτει αναλυτικά στην έκθεσή του, η οποία είναι αναλυτική και πλήρως εμπεριστατωμένη, όπως κρίθηκε και με την υπ’ αριθ. 871/2008 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, το οποίο δικάζοντας κατ’ έφεση επί της προαναφερόμενης από 18-5- 2004 (αριθ.
κατάθ. .../2004) αγωγής της πρώτης ενάγουσας απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεσή της κατά της υπ’ αριθ. 982/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την παραπάνω αγωγή της. Ενόψει αυτών η μεταβολή της επιστημονικής άποψης της εναγομένης δεν προέκυψε ότι έγινε με σκοπό να πλήξει αυτή τα νόμιμα κληρονομικά δικαιώματα της πρώτης ενάγουσας επί αντικειμένου κληρονομιάς ύψους 2.000.000 Ευρώ και να πετύχει έτσι παράνομη αποκλήρωση της πρώτης ενάγουσας και να εγκαταστήσει κληρονόμους τους αντιδίκους της πρώτης ενάγουσας, όπως αναφέρεται στην αγωγή.
Επίσης τα όσα διαλαμβάνει στην έκθεσή της η εναγομένη για το δεύτερο ενάγοντα, ήτοι ότι δεν της είχε προσκομίσει εξαρχής πρωτότυπα γνήσια έγγραφα της Μ. Β., με αποτέλεσμα αυτή (εναγομένη) να οδηγηθεί αρχικά σε εσφαλμένο γραφολογικό πόρισμα ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αφού σε όλες τις γραφολογικές γνωμοδοτήσεις που είχαν προηγηθεί της πραγματογνωμοσύνης Γ., ως προς την επίμαχη διαθήκη και είχαν πραγματοποιηθεί κατόπιν εντολής του δεύτερου ενάγοντος, είχαν χρησιμοποιηθεί από τους γραφολόγους φωτοαντίγραφα και όχι πρωτότυπα έγγραφα.
Ως εκ τούτου τα παραπάνω διαληφθέντα στην τεχνική έκθεση δεν είναι ψευδή ούτε συκοφαντικά για το δεύτερο ενάγοντα, πλην όμως έστω και αληθή ήταν ικανά να τον δυσφημήσουν σε τρίτους (άρθρο 362 Π.Κ.), όπως και έγινε, ότι, μη παρέχοντας στην εναγομένη πρωτότυπα έγγραφα της Μ. Β. προς αντιπαραβολή με την αμφισβητούμενη διαθήκη, ενεργούσε δολίως για να οδηγήσει την εναγομένη σε εσφαλμένο γραφολογικό πόρισμα.
Σημειώνεται εδώ ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αντιμωλία των διαδίκων, η εναγομένη δεν διετύπωσε κατά της αγωγής ένσταση κατ’ άρθρο 367 §1 ΠΚ. Δεδομένου ότι είχε ανακληθεί ο διορισμός της εναγομένης ως τεχνικής συμβούλου, αυτή δεν νομιμοποιείτο να εκθέτει τις παραπάνω απόψεις της για το δεύτερο ενάγοντα σε τεχνική έκθεση που κοινοποίησε σε τρίτους και η οποία (έκθεση) αφορούσε υπόθεση της πρώτης ενάγουσας.
Με τον τρόπο αυτό προσέβαλε παράνομα την τιμή και την υπόληψη του δεύτερου ενάγοντος ως δικηγόρου, ο οποίος υπέστη ηθική βλάβη. Όσον αφορά δε την πρώτη ενάγουσα, η μετά την ανάκληση της εναγομένης από τη θέση τεχνικής συμβούλου κατάθεση στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά αποσπάσματος της από 6-2-2007 τεχνικής εκθέσεως στις 7-2-2007 και ολόκληρου του σώματος της έκθεσης στις 12-2-2007, καθώς και η συσχέτιση της τεχνικής έκθεσης σε ποινικές δικογραφίες που αφορούσαν και την πρώτη ενάγουσα και η κοινοποίηση της έκθεσης στον Πρόεδρο του Τριμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με αρνητικό για την πρώτη ενάγουσα πόρισμα, έγιναν παράνομα κατά παράβαση της υποχρέωσης πίστης της εναγομένης (ακόμη και μετά την παύση της από τα καθήκοντά της), να μην κοινοποιεί το περιεχόμενο εμπιστευτικής για την πρώτη ενάγουσα έκθεσης σε τρίτους και μάλιστα με τέτοιο τρόπο, ώστε να λάβουν οι αντίδικοι της ενάγουσας γνώση της έκθεσης αυτής και να μπορούν να την αξιοποιήσουν προς ίδιο όφελος.
Τα στοιχεία τα οποία έδωσε η πρώτη ενάγουσα στην εναγομένη και τα οποία η τελευταία αξιοποίησε για να συντάξει την παραπάνω τεχνική της έκθεση αφορούσαν την υπεράσπιση υπόθεση της πρώτης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε βάρος της χωρίς την άδειά της.
Εξάλλου η ανακληθείσα τεχνική σύμβουλος δεν είναι παράγων της πολιτικής δίκης, ώστε να δικαιούται να καταθέσει την έκθεσή της στη γραμματεία του Πρωτοδικείου για να λάβουν γνώση οι διάδικοι. Παραβιάζοντας την υποχρέωση πίστεως κατ’ άρθρο 288 ΑΚ έναντι της πρώτης ενάγουσας και δημοσιοποιώντας την αρνητική γι’ αυτή γνωμοδότηση, η εναγομένη παρείχε συνδρομή στους αντιδίκους της ενάγουσας στην από 18-5-2004 (αριθ.
κατάθ. .../2004) αγωγή, οι οποίοι έλαβαν αντίγραφο της τεχνικής έκθεσης από τη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εν γνώσει της εναγομένης ότι οι τελευταίοι θα αξιοποιούσαν την έκθεση αυτή. Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη ζημίωσε παράνομα και υπαίτια την πρώτη ενάγουσα, η οποία λόγω της τελεσθείσας σε βάρος της αδικοπραξίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη από τις παραπάνω αδικοπρακτικές σε βάρος τους συμπεριφορές της εναγομένης, δεν έσφαλε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα εναγομένη με την έφεσή της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τέλος, λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω περιστατικών, του είδους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της υπαιτιότητας της εναγομένης, της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων, το δικαστήριο κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν οι ενάγοντες από την προαναφερόμενη αδικοπρακτική σε βάρος τους συμπεριφοράς της εναγομένης, πρέπει να ανέλθει στο ποσό των 20.000 Ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και στο ποσό των 15.000 Ευρώ για το δεύτερο εναγόμενο.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του προσδιόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στο ποσό των 3.000 Ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και στο ποσό των 1.000 Ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα, έσφαλε κατά το σχετικό βάσιμο λόγο των εναγόντων. Αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος της έφεσης της εναγομένης με τον οποίο αυτή παραπονείται ότι δεν έπρεπε να επιδικαστεί κανένα χρηματικό ποσό".
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση της εναγομένης αναιρεσείουσας ως αβάσιμη κατ’ ουσία και, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης των εναγόντων αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε την έφεσή τους ως βάσιμη και κατ’ ουσία, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης με αυτή απόφασης, δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, δέχτηκε αυτή ως εν μέρει βάσιμη και κατ’ ουσία, αναγνωρίζοντας ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στην μεν πρώτη ενάγουσα το ποσό των 20.000 Ευρώ, στο δε δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 15.000 Ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της, αγωγής έως την εξόφληση.
‘ Ετσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 932 και 281 του ΑΚ, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η πρώτη από αυτές αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.
Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, που ανάγονται στην περιγραφόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσείουσας σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, συντρέχουν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ και συνακόλουθα και εκείνης του άρθρου 932 του ίδιου κώδικα.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος δε τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι παραβιάστηκαν οι ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα απαραίτητα για τη διάγνωση της επικαλούμενης πλημμέλειας ιστορικά στοιχεία, κατά τα εκτιθέμενα στην νομική σκέψη της παρούσας.
Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, τον αναιρετικό έλεγχο, κάλυψε όλα τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, περί της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες εξαιτίας της περιγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της σε βάρος τους.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, καθώς και με πληρότητα και σαφήνεια και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των κανόνων δικαίου, που κατά τα εκτεθέντα εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, τις οποίες άλλωστε ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται.
Επομένως, ο τρίτος, κατά το οικείο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της αίτησής της, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νομό διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 1072/2005) θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011), γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ ΑΠ 2/2001).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το αρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1/1994, 1446/2003, 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 885/1994, 539/2003, 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του αρθρ 562§2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ’ αυτήν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 354/2011).
Αντίθετα, δεν είναι πράγματα την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, τάσης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009, ΑΠ 6/2009).
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ) λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008).
Οφείλει πάντως το δικαστήριο της ουσίας, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 270 παρ.2, εδ.α, β, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν.2915/2001, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση δε του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010).
Για την πληρότητα, όμως, του ιδίου λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995, ΑΠ 567/1996 ΑΠ 374/2012, ΑΠ 1051/2012).
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ’ ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το οικείο σκέλος του, λόγους της αίτησης αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση, για την απόδειξη των ισχυρισμών της, ενώπιον του, αλλά και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έγγραφα, μεταξύ των οποίων α) η αποδοχή του διορισμού της, που έγινε υπό την προϋπόθεση ότι, σε περίπτωση κατά την οποία, κατόπιν ερευνών της, διαπιστώσει την αλήθεια, αντιτιθέμενη των ισχυρισμών του, εντολέως της ..., να καταθέσει ένορκα αυτή, αλλά και δια σχετικής πραγματογνωμοσύνης της ενώπιον κάθε αρμόδιας δικαστικής αρχής, όρο τον οποίο ουδέποτε εξαίρεσε σε καμία εντολή του, και β) οι υπ’ αριθμ. 982/2008 και 871/2008 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου Πειραιά αντίστοιχα, που εκδόθηκαν σε δίκη μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και των Παιδικών Χωριών SOS Ελλάδος.
Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή ρητή βεβαίωση ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων και "τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, όπου γίνεται ρητή αναφορά στις ως άνω αποφάσεις, καθώς και στις ...
και ... τεχνικές εκθέσεις της αναιρεσείουσας, στην παράγραφο 4 των οποίων αναγράφεται κατά τους ισχυρισμούς της, η επικαλούμενη προϋπόθεση αποδοχής του διορισμού της, δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.
Το γεγονός δε, ότι οι παραδοχές του είναι αντίθετες προς τις απόψεις της αναιρεσείουσας αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου. Συνακόλουθα τούτων οι προαναφερόμενοι δεύτερος και τρίτος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Επίσης.
με τον ίδιο ως άνω τρίτο λόγο της αίτησης, κατά το οικείο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ειδικότερα, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το βασικό αυτοτελή υπερασπιστικό ισχυρισμό της περί της ανωτέρω προϋπόθεσης αποδοχής του διορισμού της, όπως αποδείχθηκε από τα προαναφερόμενα έγγραφα, κατά τα οποία είχε συμπεφωνημένο δικαίωμα και αντίστοιχη υποχρέωση των αντιδίκων της, αν κατέληγε σε αρνητικό συμπέρασμα, να συντάξει σχετική πραγματογνωμοσύνη και να την καταθέσει ενώπιον κάθε αρμόδιας δικαστικής αρχής.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο τρόπος προβολής του επικαλούμενου ισχυρισμού της αναιρεσείουσας στο Δικαστήριο της ουσίας, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με το περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης, ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκε, αλλά προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα ως επιχείρημα, συναγόμενο από τις αποδείξεις, για την άρση των αγωγικών ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα της υπαιτιότητάς της στην περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της σε βάρος τους.
Ανεξαρτήτως όμως των εκτεθέντων, σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, το Εφετείο έλαβε ασφαλώς υπόψη αυτόν και τον απέρριψε "εκ των πραγμάτων", ως αβάσιμο, αφού δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωσή του και επομένως ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Τέλος, η περιεχόμενη στο αναιρετήριο αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη αναιρετέα, κατ’ άρθρο 59 αρ. 17 και 20 του ΚΠολΔ, χωρίς άλλα στοιχεία για τη θεμελίωσή της, είναι απορριπτέα ως αόριστη, ενώ όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στην υπό κρίση αίτηση, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου της ουσίας, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Τέτοια αποτελεί και ο ισχυρισμός, ως προς το ύψος του ποσού της ηθικής βλάβης, χωρίς περαιτέρω νομική εξειδίκευση αλλά με επιχειρήματα που αφορούν την ουσία, όπως "η συμπεριφορά μου ούτε παράνομη ήταν, ούτε υπαίτια". Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 16-6-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 194/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2010 αίτηση της Ι. Δ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 194/2010 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου