1394/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο και Νικόλαο Τσάκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1394/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως γεγονότα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Το ψευδές γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωσή του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1394 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1394/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο και Νικόλαο Τσάκο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαΐδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης: Σ. σύζ. Β. Τ. το γένος Κ. Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ηλιόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.24170/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγουσα την Σ. Μ. του Ε., κάτοικο ..., που δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Οκτωβρίου 2015 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1065/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες του δράστη.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι το έγκλημα της απάτης θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, συνεπεία των οποίων παραπλανάται άλλος, και προβαίνει με πράξη παράλειψη, ανοχή, σε περιουσιακή διάθεση, η οποία έχει ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα περιουσιακή βλάβη στον πλανηθέντα ή άλλον προς το σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος αντίστοιχο παράνομο όφελος, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός.
Ως γεγονότα, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Το ψευδές γεγονός πρέπει να υπήρξε στο παρελθόν ή να έχει διαμορφωθεί και υπάρχει στο παρόν όταν γίνεται η βεβαίωσή του και δεν μπορεί να ανάγεται στο μέλλον.
Όταν, όμως, εκείνα που πρόκειται να συμβούν, δηλαδή τα αναγόμενα στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις, συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης, βάσει της εμφανιζόμενης ήδη στο παρόν ψευδούς πραγματικής κατάστασης ή δυνατότητας του δράστη, που είχε από πριν ειλημμένη την απόφαση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ’ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά ούτε η αξιολογική συσχέτισή τους.
Δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.
Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 24170/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε σε δεύτερο βαθμό ένοχη απάτης κατ’ εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων στο αιτιολογικό κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά πραγματικά περιστατικά: "Το μήνα Νοέμβριο του 2007 η εγκαλούσα 1) Σ.
Μ. δέχθηκε τηλεφωνήματα από την κατηγορούμενη παριστάνοντάς της ψευδώς ότι η εταιρεία "...", στην οποία αυτή εμφανιζόταν ως διευθύντρια πωλήσεων, αν και είχε συνταξιοδοτηθεί, είχε τη δυνατότητα να εκδώσει για λογαριασμό της δάνειο 15.000 ευρώ και ότι προς εξασφάλιση της πληρωμής των δόσεων του δανείου που θα λάμβανε έπρεπε να της δώσει τον αριθμό πιστωτικής της κάρτας. 2) Η παθούσα πείστηκε στις ψευδείς αυτές παραστάσεις της ανωτέρω κατηγορουμένης και της έδωσε τους αριθμούς δύο πιστωτικών της καρτών, μία της Τράπεζας Alpha Bank και μία της Postbank. 3) ‘ Όμως αντί να της χορηγηθεί δάνειο άρχισαν να χρεώνονται οι πιστωτικές κάρτες με τις δόσεις του δήθεν δανείου που περίμενε να λάβει.
‘ Ετσι από το Δεκέμβριο του 2007 έως και τον Απρίλιο του 2008 χρεώθηκε στις πιστωτικές της κάρτες από 27,77 ευρώ σε κάθε μία κάθε μήνα, ήτοι συνολικό ποσό 277,70 ευρώ. Επειδή όμως δεν της εκταμιεύτηκε το δάνειο, που της είχε υποσχεθεί η κατηγορούμενη, στις 23-4-2008, μετέβη στα γραφεία της εταιρείας για να διαμαρτυρηθεί.
Εκεί απευθύνθηκε στο Δ. Τ., ο οποίος την παρέπεμψε στην κατηγορουμένη. 4) Η τελευταία της παράστησε ψευδώς ότι για να λάβει το δάνειο που επιθυμούσε, τώρα ποσού 30.000 ευρώ, έπρεπε να υπογράψει αίτηση έκδοσης δανείου. Προς τούτο την παρέπεμψε στην υφισταμένη της Α. Α., όπου η παθούσα, πεισθείσα στις ως άνω ψευδείς παραστάσεις της κατηγορουμένης, υπέγραψε την από 23-4-2008 εντολή διαβίβασης αιτήσεως έκδοσης δανείου πιστωτικής κάρτας.
Σημειωτέον ότι για να πειστεί να υπογράψει την παραπάνω εντολή διαβίβασης αίτησης δανείου της αναφέρθηκε πως, σε αντιστάθμισμα των χρεώσεων που είχαν γίνει στις πιστωτικές της κάρτες θα της παρέδιδε κάποια δώρα (δωροεπιταγή ένδυσης 1.250 ευρώ, επώνυμα ιταλικά παπούτσια και μια συλλεκτική φανέλα της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου του 2004, με τις υπογραφές των ποδοσφαιριστών). 5)’ Ομως, πάλι η παθούσα όχι μόνο δεν έλαβε το δάνειο των 30.000 ευρώ αλλά συνέχισαν να χρεώνονται οι πιστωτικές της κάρτες και συνολικά χρεώθηκαν από το Δεκέμβριο του 2007 έως και τον Ιανουάριο του 2011 (α) η πιστωτική κάρτα της Alpha Bank με 36 δόσεις των 27,77 ευρώ η δόση, τρεις συναλλαγές των 24 δόσεων επί 41,66 ευρώ η κάθε δόση και δύο δόσεις των 500 ευρώ, ήτοι συνολικά 4.997,24 ευρώ και (β) αυτή της Postbank με 36 δόσεις των 27,77 ευρώ η δόση και άλλη μία συναλλαγή των 24 δόσεων επί 41,66 ευρώ η κάθε δόση, ήτοι συνολικά 1.999,56 ευρώ, ποσά ως προς τα οποία (4.997,24+1.999,56=6.996,80 ευρώ) η παθούσα ζημιώθηκε, με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της εταιρείας "...".
Σημειωτέον ότι η εγκαλούσα δεν έλαβε ούτε δώρα που της είχαν υποσχεθεί πλην της φανέλας της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου, ενώ η δωροεπιταγή που της στάλθηκε στις 6-8-2008 δεν είχε αντίκρισμα. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη". Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη του ότι "Στην Αθήνα Αττικής, στους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών.
Ειδικότερα, ενεργώντας με την ιδιότητα της ως εργαζόμενη στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....", έχοντας τον παραπάνω σκοπό, έβλαψε την περιουσία της εγκαλούσας Σ. Μ. του Ε., και πλέον συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο: α) περί μήνα Νοέμβριο του έτους 2007, προσέγγισε την εγκαλούσα, και ισχυριζόμενη ότι φέρει την ιδιότητα της διευθύντριας πωλήσεων, εταιρείας που ασχολείτο δήθεν με τα οικονομικά, επανειλημμένως της παρέστησε ψευδώς ότι είχε την δυνατότητα να πετύχει υπέρ της την έκδοση δανείου ποσού 15.000 ευρώ και μάλιστα εντός δυο - τριών ήμερων και χωρίς πολλές διατυπώσεις, ζητώντας από αυτήν να της δώσει προς τούτο αριθμούς πιστωτικών καρτών που τυχόν διέθετε, προκειμένου να πιστωθούν και αποπληρωθούν μέσω αυτών οι 36 δόσεις του παραπάνω δανείου για την έκδοση του οποίου θα επιμελείτο και έτσι έπεισε την εγκαλούσα να δώσει σ’ αυτήν τους αριθμούς των πιστωτικών της καρτών και δη της υπ’ αριθ. ...
πιστωτικής κάρτας τύπου visa της τράπεζας Alpha Bank και της υπ’ αριθμ. ... πιστωτικής κάρτας της τράπεζας Postbank, τις οποίες (πιστωτικές κάρτες) η κατηγορούμενη ήδη από τον επόμενο μήνα, ήτοι τον Δεκέμβριο του έτους 2007 άρχισε να χρεώνει με διάφορα ποσά με τη μορφή δόσεων, χωρίς ουδέποτε να ενεργήσει προς έκδοση δανείου υπέρ της εγκαλούσας, με αποτέλεσμα να ζημιώσει την περιουσία της κατά το ποσό των "277,70" € με αντίστοιχο παράνομο όφελος της ιδίας, αφού η εγκαλούσα έως τον μήνα Απρίλιο του έτους 2008 υποχρεώθηκε να πληρώσει 10 δόσεις, ποσού "27,77" έκαστη, στις παραπάνω τράπεζες για υποτιθέμενες συναλλαγές οι οποίες είχαν χρεωθεί στις προμνησθείσες πιστωτικές της κάρτες και τις οποίες ουδέποτε είχε πραγματοποιήσει.
β) Περί μήνα Απρίλιο του έτους 2008, όταν η εγκαλούσα μετέβη στα γραφεία της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...." που βρίσκονται στο Νέο Κόσμο - Αθήνας και επί της οδού ..., προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για τις παραπάνω (υπό στοιχείο "α") χρεώσεις των πιστωτικών της καρτών, η κατηγορούμενη παρέστησε σε αυτήν ψευδώς ότι για αντιστάθμισμα των ανωτέρω χρεώσεων θα της έδινε α) μια "δωροεπιταγή ένδυσης" της παραπάνω εταιρείας αξίας "1.250" ευρώ, την οποία θα εξαργύρωνε λαμβάνοντας ενδύματα και β) ως δώρα ένα ζευγάρι επώνυμα ιταλικά παπούτσια αξίας 150€ και μια συλλεκτική φανέλα μάρκας Adidas της Εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου Euro 2004 με τις υπογραφές των ποδοσφαιριστών αξίας 100€, υπό την προϋπόθεση ότι θα κατέβαλε στην εταιρεία "...." το ποσό των "1.000" ευρώ, καταβλητέο σε 36 μηνιαίες άτοκες δόσεις, τις οποίες όμως, όπως την διαβεβαίωσε, δεν απαιτείτο να καταβάλει εν νέου αφού οι παραπάνω πιστωτικές της κάρτες είχαν ήδη αναίτια χρεωθεί και έτσι έπεισε την εγκαλούσα να υπογράψει την 23η/4/2008 εντολή διαβίβασης αιτήσεως έκδοσης δανείου/πιστωτικής κάρτας και εξουσιοδότηση χρέωσης πιστωτικής κάρτας και δη της υπ’ αριθμ. ...
πιστωτικής κάρτας, τύπου Visa, με συνέπεια η κατηγορούμενη να συνεχίσει να χρεώνει διάφορα ποσά στις παραπάνω πιστωτικές κάρτες της εγκαλούσας, και ειδικότερα, από μήνα Δεκέμβριο του έτους 2007 έως μήνα Ιανουάριο του έτους 2011, χρέωσε: i) στην υπ’ αριθμ. λογαριασμού ... πιστωτική κάρτα τύπου visa της τράπεζας Alpha Bank 36 δόσεις επί ποσό 27,77€ η κάθε δόση και τρεις συναλλαγές των 24 δόσεων επί 41,66€ για κάθε μια από αυτές τις δόσεις, καθώς και 2 δόσεις των 500€ η καθεμία, ήτοι το συνολικό ποσό των "4.997,24"€ και ii) στην υπ’ αριθμ.
λογαριασμού ... πιστωτική κάρτα της τράπεζας Postbank μια συναλλαγή 36 δόσεων επί ποσό 27,77€ για κάθε δόση και μια δεύτερη συναλλαγή 24 δόσεων επί 41,66€ για κάθε επί μέρους δόση, ήτοι το συνολικό ποσό των "1.999,56"€, με αποτέλεσμα να ζημιώσει την περιουσία της εγκαλούσας κατά το συνολικό χρηματικό ποσό των "6.996,80"€ (ήτοι "4.997,24"€ συν "1.999,56"€), αφού αυτή κλήθηκε από τις ανωτέρω τράπεζες να αποπληρώσει τα παραπάνω ποσά και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος της ιδίας, ενώ παράλληλα ούτε δώρα εισέπραξε η εγκαλούσα, παρά μόνο την μπλούζα της Εθνικής ομάδος ποδοσφαίρου, η δε υπ’ αριθμ. "..." δωροεπιταγή, η οποία της απεστάλη την 6η/8/2008 δεν είχε αντίκρισμα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στο αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνονται και συνιστούν ένα ενιαίο σύνολο, την από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, κατά τα ανωτέρω, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της απάτης, για την οποία καταδικάστηκε αυτή, εκθέτει τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 98, 386 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως η εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρεται στην απόφαση: α) η εν γνώσει της αναιρεσείουσας παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών στην παθούσα ήτοι ότι αυτή ήταν διευθύντρια πωλήσεων στην οικονομική εταιρεία με την επωνυμία "..." και ότι υπό την ανωτέρω ιδιότητά της είχε τη δυνατότητα να εκδώσει υπέρ αυτής δάνειο αρχικά ύψους 15.000 ευρώ και μεταγενέστερα ποσού 30.000 ευρώ, ενώ η αλήθεια ήταν ότι αυτή είχε αποχωρήσει από την εταιρεία λόγω συνταξιοδότησης και ως εκ τούτου δεν είχε τέτοια δυνατότητα, β) ότι συνεπεία της ως άνω ψευδούς παράστασης η παθούσα πείσθηκε και έδωσε σ’ αυτήν τους αριθμούς δύο πιστωτικών καρτών, τις οποίες η κατηγορουμένη, χρέωσε με το ποσό των 277,70 ευρώ, ενώ υπέγραψε και την από 23-4-2008 εντολή διαβίβαση αίτησης έκδοσης δανείου πιστωτικής κάρτας και εξουσιοδότηση χρέωσης πιστωτικής κάρτας με συνέπεια η κατηγορουμένη να χρεώσει τις πιστωτικές κάρτες με τα ποσά των 4.997,24 ευρώ και 1999,56 ευρώ χωρίς να προβεί στην έκδοση του δανείου, αφού δεν είχε τέτοια δυνατότητα, γ) η περιουσιακή βλάβη, της παθούσας, η οποία ανέρχεται στα ως άνω ποσά, δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και των παραπλανητικών ενεργειών της αναιρεσείουσας και δ) ο σκοπός της αναιρεσείουσας να περιποιήσει στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος.
Η ειδικότερη αιτίαση ότι υπάρχει ασάφεια και αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού ως το ποίος επωφελήθηκε τα παραπάνω χρηματικά ποσά είναι αβάσιμη, αφού από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού σαφώς προκύπτει, ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος περιήλθε στην αναιρεσείουσα και όχι στην εταιρεία, όπως τούτο επισημαίνεται και στο διατακτικό, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης η κατηγορουμένη είχε ήδη αποχωρήσει από την εταιρεία λόγω συνταξιοδότησης, ως εκ τούτου ενεργούσε για δικό της λογαριασμό και όχι για λογαριασμό της εταιρείας και συνεπώς η αναγραφή στο σκεπτικό ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος περιήλθε στην εταιρεία οφείλεται σε προφανή παραδρομή.
Ωσαύτως και η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απάτης, διότι η δήλωσή της περί της δυνατότητας εκδόσεως δανείου αναφέρεται στο μέλλον είναι αβάσιμη, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης, η διαβεβαίωση ης αναιρεσείουσας στην παθούσα ότι έχει τη δυνατότητα εκδόσεως δανείου συνοδευόταν με ταυτόχρονη ψευδή διαβεβαίωση άλλου γεγονότος και δη της δυνατότητας εκδόσεως δανείου λόγω της ιδιότητάς της ως διευθύντριας πωλήσεων της ανωτέρω οικονομικής εταιρείας, γεγονός που αναφέρεται στο παρόν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργεί την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης βάσει της εμφανιζόμενης ήδη στο παρόν ψευδούς πραγματικής κατάστασης.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αβάσιμοι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 364 και 369 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.
δ του ΚΠοινΔ, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις παρατηρήσεις του για το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρ. 358 ΚΠοινΔ) καθώς και παραβίαση των περί προφορικότητας της συζητήσεως στο ακροατήριο και κατ’ αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης αρχών, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, εκ της οποίας δημιουργείται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Γ ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Τα ανωτέρω όμως δεν ισχύουν εάν τα έγγραφα αυτά αποτελούν τη βάση, το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος για το οποίο έλαβε χώρα η καταδίκη του κατηγορουμένου και στοιχείο του σε βάρος του κατηγορητηρίου ή είναι έγγραφο διαδικαστικό, ή το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά στοιχεία.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεώς της η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της περί ενοχής κρίσεώς του έγγραφα τα οποία δεν αναγνώσθηκαν και ειδικότερα: α) την από 23-4-2008 εντολή διαβίβασης αιτήσεως έκδοσης δανείου/πιστωτικής κάρτας και εξουσιοδότηση χρέωσης πιστωτικής κάρτας και β) την από 23-4-2008 εντολή διαβίβασης αιτήσεως έκδοσης δανείου/πιστωτικής κάρτας, δημιουργουμένης απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας.
Από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και των ενσωματωμένων στην προσβαλλομένη απόφαση πρακτικών δημοσίας συνεδρίασης του δικαστηρίου, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει ότι πρόκειται περί ενός και του αυτού εγγράφου ήτοι της από 23-4-2008 εντολής διαβίβασης αιτήσεως έκδοσης δανείου/πιστωτικής κάρτας και εξουσιοδότηση χρέωσης πιστωτικής κάρτας, το οποίο δεν φέρεται ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όμως το έγγραφο αυτό δεν ήταν αναγκαίο να αναγνωρισθεί, διότι αποτελεί στοιχείο της αποδοθείσης εις βάρος της κατηγορουμένης κατηγορίας, η οποία έτσι, αφού γνώριζε την κατηγορία, μπορούσε να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματά της, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Ανεξαρτήτως, όμως, των ανωτέρω από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι έγινε ανάγνωση της υπ’ αριθμ. 36951/2014 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, πρωτοβαθμίου απόφασης, από την επισκόπηση των οποίων προκύπτει ότι αναγνώσθηκε το ανωτέρω έγγραφο με αριθμό 2 των αναγνωστέων εγγράφων.
Επομένως, μέσω της αναγνώσεως των πρακτικών της πρωτοβαθμίου δίκης αναγνώσθηκε και το έγγραφο αυτό και συνεπώς ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Γ ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως περί ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο με την πιο πάνω αιτίαση είναι αβάσιμος. Ενόψει όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. 71/2-10-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας Σ. Τ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 24170/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ