Legislator Case Law & Legislation
1394/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding civil procedure appeal reasons.

Case Number 1394/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Almyros's appeal against the First Instance Court's decision. The Municipality argued the lower court's ruling was flawed, but the Court held that the specific ground cited did not fall within the limited list of permissible appeal reasons for judgments following civil court appeals. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the original judgment was upheld.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 559 of the Code of Civil Procedure; The appeal against judgments of First Instance Courts issued on appeals from Civil Courts is limited to specific grounds, excluding general procedural defects not listed therein.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal inadmissibility limited grounds civil court appeal procedural defect Supreme Court jurisdictional limits

Cited Legislation

AI generated
Article 226 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 573 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 4 § 4 of the Constitution
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1394 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1394/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης "ΔΗΜΟΥ ΑΛΜΥΡΟΥ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κοσμά, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Χ. Γ., 2)Χ. Κ., 3)Π. Μ., 4)Η. Π. και 5)Κ. Σ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμυρού. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 27/6/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 12/2/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις με αριθ..../3-12-2014 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Βόλου Α. Σ. σε κάθε έναν αναιρεσίβλητο είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού της αρχικής δικασίμου της 24-2-2014 και κλήση προς παράσταση κατ’ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο, απόντων αυτών, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου δεν παρέστησαν καθοιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατ’ αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το πινάκιο και για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσής του, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθ.226§4, 576§2, 573§1 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η διάταξη του άρθ.4§4 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών ενώπιον του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας και κάνοντας διακρίσεις, εκτός εάν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτήν, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική ρύθμιση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό, στην περίπτωση δε αυτή που διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που εξαιρούνται αδικαιολόγητα. Η παροχή, όμως, αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγουμένης εξουσιοδότησης προς την Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στην διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα σχετικά με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας, καταρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσής της, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστήριο κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτήν υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξάλλου, κατά το άρθ. 13§1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την §2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ : (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν’ αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής : "§1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001.

§2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

§3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.

§4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους....§6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ’ απλά διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες να επεκτείνουν ενόλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από ΚΥΑ εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παρ.1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ.

που δεν συμμετείχαν στην σύναψη συλλογικών συμβάσεων, σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων οι ως άνω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των 176€.

Προϋπόθεση, δηλαδή, για την χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στο άρθ.14§3 ν.3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στην σχετική αιτιολογική ρύθμιση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μην λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό, σε περίπτωση δε υπάλληλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό των 176€, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω ΚΥΑ, μόνον η διαφορά έως το ως άνω ποσό.

Ενόψει των ανωτέρω, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπομένη απ’ αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των 176€ (ΠλΟλΑΠ16/2015).

Η τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθ.14§§3 και 4 ν.3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση ΚΥΑ για την χορήγηση της ειδικής αυτής παροχής σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ν.π.δ.δ.. συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει την φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτήν, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, την διακριτική ευχέρεια, υπό τις εκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για την χορήγησή της.

Ακολούθως, με το άρθ.28§4 ν.3205/2003 καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθ.56 αυτού), εκτός των άλλων, το άρθ.14 του ν.3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή του. Με το άρθ.24§3 του ίδιου ως άνω νόμου ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παρ.2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ.14 του ν.3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειουμένη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου...Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν.3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθ.14 ν.3016/2002 καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μην χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176€, με βάση ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176€, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτήν, μειουμένη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης (ΠλΟλΑΠ 16/2015), η ρύθμιση δε αυτή έχει την έννοια της διατήρησης του ποσού των ως άνω καταβαλλομένων μέχρι την μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομοθετικού καθεστώτος (ΑΠ 699/2014).

Τέλος, από την διάταξη του άρθ.2§3 ν.3336/2005 που ορίζει ότι Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 14 του Ν.3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς της ειδικής παροχής των 176€ σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 10-1-2004 σε υπηρεσίες όπου διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή αυτή, είναι να την λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της σ’ αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μην λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176€, που συμψηφίζονταν με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν νοείται ισότητα στην παρανομία (ΠλΟλΑΠ 16/2015).

Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ.14 ν.3016/2002, όσο ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντιστοίχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88€ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 178€ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν.2470/1997, και γενικά του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου των υπαλλήλων της Δημόσιας Διοίκησης, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετουμένους από άλλα υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από την μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών.

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου κρίνοντας ύστερ’ από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Αλμυρού επί αγωγής των τώρα αναιρεσιβλήτων κατ’ αυτού, με αντικείμενο την επιδίκαση της ως άνω παροχής των 176€, με την προσβαλλομένη 19/2014 απόφασή του και όπως αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι υπηρετούν ως υπάλληλοι του εναγομένου Δήμου με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, όπως αυτό καθιερώθηκε με τους ν.1505/1984, 2470/1997 και στην συνέχεια 3205/2003, δικαιούμενοι, συνεπώς, όλες τις παροχές που προβλέπονται και χορηγούνται με αυτούς, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης του άρθ.14§2 ν.3016/2002, ανεξάρτητα αφενός από το δικαίωμά τους προς απόληψη άλλων ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών, που δικαιολογημένα καταβάλλονται σε αυτούς ως εργαζομένους στον εναγόμενο ΟΤΑ, ενόψει των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους, αφετέρου δε του εάν οι δυνατότητες προϋπολογισμού του τελευταίου επέτρεπαν την χορήγησή της, ότι παρά ταύτα οι ενάγοντες καθόλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους στον εναγόμενο από 1-1-2010 έως 30-8-2011 δεν έλαβαν την ένδικη μισθολογική παροχή, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο και ως εκ τούτου η μη χορήγησή της συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθ. 4 και 22 του Συντάγματος), δεδομένου ότι έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, υπηρετούντες σε πλείστες κατηγορίες υπηρεσιών της Δημόσιας Διοίκησης και ν.π.δ.δ., χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχομένης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει, λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισής της εξαρχής χαρακτήρα επιμισθίου εργασίας, δηλ.

γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων, σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του ν.2470/1997, αλλά και την αντίστοιχη του ν.3205/2003, και κατά συνέπεια η εξαίρεση των εναγόντων από την απόληψη της παροχής αυτής, ενώ τελούν υπό τις ίδιες μισθολογικές συνθήκες συνιστά, ως στερουμένη αιτιολογικού ερείσματος, αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητά κατονομαζομένων στις ΥΑ ως δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθ.4§1 του Συντάγματος) σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρ.22§1 του Συντάγματος), για την αποκατάσταση δε των ως άνω συνταγματικών αρχών πρέπει να εφαρμοσθεί και για τους ενάγοντες, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες των εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίσθηκε η ένδικη ειδική παροχή, εφόσον αποδεικνύεται, εν προκειμένω, ότι συντρέχει στο πρόσωπό τους η μοναδική προϋπόθεση που θέτει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο για την καταβολή της, δηλ.

υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς του ν.2470/1997 και στην συνέχεια του ν.3205/2003, ενόψει του ότι δεν γίνεται μνεία ούτε στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ.14§2 ν.3016/2002, ούτε στις εκδοθείσες σχετικά ΚΥΑ, περί ειδικής αιτιολόγησης της καταβολής της, συναρτωμένης με το είδος, την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές ιδιαιτερότητες των ρητά κατονομαζομένων ως δικαιούχων αυτής, ενώ εξάλλου με τις 195/2009 και 107/2012 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι οι ενάγοντες δικαιούνται την επίδικη παροχή για τα χρονικά διαστήματα από 24-7-2005 έως 31-12-2007 και 1-1-2008 έως 31-12-2009, αντίστοιχα, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον περί του αντιθέτου σχετικό λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος Δήμου (και την έφεσή του στο σύνολό της) κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλμυρού, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχαν επιδικασθεί σ’ αυτούς, για την ως άνω αιτία, τα αναφερόμενα εκεί ποσά.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφόσον μάλιστα δεν δέχθηκε ειδικότερα ότι η παροχή αυτή είχε διατηρηθεί και καταβαλλόταν ως προσωπική διαφορά στο προσωπικό της υπηρεσίας, στην οποία εργάζονταν οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο 1ος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης από το άρθ.560 αριθ.1 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν 1) παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κλπ. 2) το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου έγινε δεκτή η εξαίρεση 3) το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο και 4) παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ’ αποφάσεων των ειρηνοδικείων απαριθμούνται περιοριστικά σ’ αυτές (ΟλΑΠ 45/1987), οι οποίες είναι ειδικές ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων και ως τούτου άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 2009/2014, 937/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου προβάλλεται ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, είναι αόριστη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης (κατ’ ορθή εκτίμηση από τον αριθ.14 του άρθ.559ΚΠολΔ), στον οποίο μάλιστα γίνεται ρητή αναφορά στο άρθ.559 ΚΠολΔ, πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η ως άνω αποδιδομένη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια δεν εμπίπτει στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ’ αποφάσεων ειρηνοδικείων.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει ν’ αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να κρατηθεί και δικασθεί η υπόθεση, που δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, από το Δικαστήριο αυτό (άρθ.580§3 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί η αγωγή, η οποία ως προς την γενομένη δεκτή κύρια βάση της από τις προαναφερθείσες διατάξεις ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη σημεία της ιστορικής της βάσης με τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, ν’ απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη κατά την βάση αυτή, αλλά και ως προς την επικουρική από την αδικοπραξία, αφού η άρνηση των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου να χορηγήσουν την παροχή αυτή χωρίς την ύπαρξη σχετικής ΚΥΑ δεν ήταν παράνομη, και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δεύτερου βαθμού, καθώς και της αναιρετικής αυτής δίκης, σύμφωνα με το άρθ.179 περ. τελευταία ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 19/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την 29/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλμυρού.

Δικάζει την 21-12-2011 (και με αριθ.έκθ. κατ.133/2011) αγωγή.

Απορρίπτει αυτήν.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα των πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, καθώς και της αναιρετικής αυτής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ