Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to inadmissibility and lack of grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased's family against a lower court ruling on a traffic accident. The appellant argued the trial court failed to properly evaluate evidence regarding darkness and speed, but the court declared these grounds inadmissible as they challenged the final analysis of evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 559, 183 of the Code of Civil Procedure: Appeals challenging the final assessment of evidence or the factual findings of the trial court are inadmissible if they seek to overturn the court's discretionary evaluation of the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1394 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1394/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. E. A. C. του F., χήρα Κ. Α., κατοίκου ..., γι' αυτή ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των δύο ανηλίκων τέκνων της: α) Δ.- Κ. Α. και β) Ε. Α. 2. Ε. συζ. Ε. Α. το γένος Α., κατοίκου ..., 3. Ε. Α. του Κ., κατοίκου ..., 4.Ι. Α. του Ε., κατοίκου ..., 5. Μ. Α. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. 6.Τ. Α., συζ. Κ. Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 7. Ε. Γ. του Γ., συζ. Ι. Α., 8. Π. Β. του Ν., συζ. Μ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. 9. F. C. του S., κατοίκου ..., 10.E. συζ. F. C., κατοίκου ..., 11. C. C. του F., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ε. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μαραζάκη και κατέθεσε προτάσεις και 2.Της Ανώνυμης Εταιρίας Ασφαλίσεων "INTERAMERICAN", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Καταφυγιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 723/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-5-2010 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 78/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση της υπόθεσης απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2013 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 10-11-2011 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Μαρίας Βασιλάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Με το άρθρο 62 του ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγου πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α)στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β)στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.
Α.Π. 7/2008, 39/2005, 9/2003) και γ)εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους.
Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β' εδαφίου της παραγράφου 3, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις (άρθρο 98 του ν. 4139/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (9-5-2014) μετά την εκφώνηση με τη σειρά της από το πινάκιο, παρέστησαν οι πρώτη (για τον εαυτό της και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανήλικων τέκνων της), δεύτερη, τρίτος, τέταρτος, πέμπτη, έβδομη και όγδοος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., και οι αναιρεσοίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν, ο μεν πρώτος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μαζαράκη, η δε δεύτερη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Καταφυγιώτη.
Αντιθέτως, δεν εμφανίσθηκαν οι υπ' αριθμ. 6, 9, 10 και 11 των αναιρεσειόντων, Τ. Α., F. C., E. C. και C. C.. Δεν αποδεικνύεται δε, ότι οι 6η, 9ος, 10η και 11ος των αναιρεσειόντων έχουν διορίσει νομίμως κατά το άρθρο 96 παρ. 1 τον υπογράφοντα την κλήση, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η ένδικη αίτηση αναίρεσης, δικηγόρο, ο οποίος άλλωστε δεν τους εκπροσώπησε με την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών με την εντολή να παρίσταται και να τους εκπροσωπεί, ούτε ότι αυτοί έχουν κλητευθεί από τους αντιδίκους τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση ομόδικούς τους.
Επομένως, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στη μείζονα πρόταση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς, δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων που επισκοπούνται παραδεκτώς, περί των οποίων θα γίνει λόγος κατωτέρω, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας.
Με την κρινόμενη 44/28-5-2010 αίτηση αναίρεσης, που επαναφέρεται προς νέα συζήτηση με την από 10-10-2013 κλήση των αναιρεσειόντων, προσβάλλεται η 74/2013 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Με την από 12-2-2006 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου οι αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι στις 12-5-2005, εξ αιτίας της παράσυρσης του συγγενούς τους Κ. Α. από το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ. ημιφορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγομένων - ήδη αναιρεσιβλήτων, που οδηγούσε ο ίδιος και το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη τούτων ασφαλιστική εταιρεία, επήλθε ο θάνατος αυτού από αποκλειστική αμέλεια του α' εναγομένου. Ζήτησαν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα στο δικόγραφο αυτής ποσά, όπως ειδικότερα περιορίσθηκαν τα αιτήματα αυτών μερικώς από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, για τις διαλαμβανόμενες στην αγωγή αιτίες, ήτοι ως αποζημίωση για στέρηση διατροφής, έξοδα κηδείας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 723/2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία αυτό απέρριψε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησαν έφεση οι ενάγοντες.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής περιστατικά: "Στις 12-10-2005, περί ώρα 4.30', δηλαδή νύχτα, ο Κ. Α., οδηγούσε την μισθωμένη με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας PIAGGIO τύπου ΤΠΗ80, η οποία έβαινε στην Εθνική οδό Χανίων-Σητείας, που έχει πλάτος 8 μέτρα, είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο ρεύματα κυκλοφορίας, τα οποία διαχωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας σε μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.
Το οδόστρωμα της παραπάνω οδού διαχωρίζεται από το έρεισμα αυτής, που έχει πλάτος 0,60 μ. με συνεχή λευκή γραμμή (οριογραμμή) παράλληλη με τον άξονα της οδού. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων στο σημείο που έβαινε το ως άνω όχημα καθορίζεται από το άρθρο 20 παρ. 2 Ν. 2696/1999 στα 80 χλμ/ώρα για το Ι.Χ.Φ.(που θα αναφερθεί παρακάτω) και στα 70 χλμ/ώρα για τη δίκυκλη μοτοσικλέτα.
Όταν το παραπάνω όχημα έφθασε στο 171ο χλμ. της παραπάνω οδού, ο οδηγός αυτής έχασε τον έλεγχο αυτού, εκτράπηκε δεξιά ως προς την πορεία του, βγήκε από την οριογραμμή του ρεύματος στο οποίο έβαινε και εκτός του ερείσματος, όπου προσέκρουσε σε εκεί υπάρχον σταθερό αντικείμενο και ανατράπηκε. Κατόπιν η μοτοσικλέτα σύρθηκε με το δεξιό της τμήμα για 29,50 μέτρα περίπου μαζί με τον αναβάτη της, εισήλθε στο οδόστρωμα και ο αναβάτης της μετά την πτώση του από αυτή παρέμεινε στο οδόστρωμα στο αρχικό ρεύμα πορείας του, σε απόσταση 1,90 μ.
από το έρεισμα του ρεύματός του, ενώ η μοτοσικλέτα συνέχισε να σέρνεται, χωρίς τον αναβάτη της, για 18 μ. περίπου μέσα στην Εθνική οδό και σταμάτησε στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού, σε απόσταση 0,40 μ. από τη διπλή διαχωριστική των δύο ρευμάτων γραμμή. Ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ... ...
ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο, εργοστασίου NISSAN τύπου PICK-UP ιδιοκτησίας του, το οποίο είχε ασφαλίσει για την απέναντι στους τρίτους αστική ευθύνη η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, έβαινε στην παραπάνω Εθνική οδό, με κατεύθυνση προς Αγ. Νικόλαο και ταχύτητα περί τα 60 χλμ. δηλαδή κάτω από το επιτρεπόμενο όριο. Όταν το δεύτερο όχημα πλησίασε στο σημείο της παραπάνω οδού στο οποίο βρισκόταν πεσμένος ο Κ.
Α., ο πρώτος εναγόμενος αντιλήφθηκε στο εμπρός αυτού ορατό σημείο της οδού και στο αντίθετο σε σχέση με την πορεία του ρεύμα πορείας το φως της δίκυκλης μοτοσικλέτας που εξακολουθούσε να είναι αναμμένο, εφόσον αυτή δεν είχε υποστεί μεγάλες βλάβες στα μηχανικά της μέρη αλλά μόνο φθορές στα πλαστικά αυτής και στα εξωτερικά δεξιά τμήματα αυτής, στα οποία έφερε ίχνη τριβής και θεώρησε ότι κάποιο όχημα κινείται στο αντίθετο ρεύμα πορείας με συνέπεια να χαμηλώσει τα δικά του φώτα πορείας για να μην εμποδίζει τον οδηγό του αντιθέτως κινουμένου οχήματος.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον Κ. Α., που ήταν πεσμένος στο οδόστρωμα της παραπάνω οδού και να μην προλάβει να τροχοπεδήσει και να ακινητοποιήσει το όχημά του ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό με συνέπεια να τον παρασύρει σε απόσταση 16μ. περίπου, να τον τραυματίσει θανάσιμα στο κεφάλι και στο σώμα και να τον εγκαταλείψει.
Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην με αριθ. πρωτ. 17/2006 ιατροδικαστική έκθεση, ο θάνατος αυτού προήλθε από κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και κακώσεις σπλάχνων του θώρακα και της κοιλίας, που είχαν ως αποτέλεσμα τη μεγάλη απώλεια αίματος. Επίσης, αποδείχτηκε ότι ο θανών βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος (ποσοστό αιθανόλης στο αίμα του 2,4 g/1, όπως αναφέρεται στην με αριθ.
πρωτ. 298/2005 τοξικολογική έκθεση) και ότι η πτώση του από τη δίκυκλη μοτοσικλέτα δεν οφείλεται σε σύγκρουση αυτής με το όχημα του πρώτου εναγομένου εφόσον δεν βρέθηκε σημείο επαφής ή σύγκρουσης αυτής με το ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο, ούτε διαπιστώθηκε μηχανική βλάβη των παραπάνω οχημάτων η οποία να προϋπήρχε ή να προκλήθηκε αιφνίδια πριν το χρόνο του ατυχήματος και η οποία να προκάλεσε αυτό ή να συντέλεσε στην πρόσκλησή του, ενώ οι φθορές και οι τριβές που διαπιστώθηκαν στη μοτοσικλέτα οφείλονται στην πτώση και στο σύρσιμο αυτής, όπως αναφέρεται στην από 12-10-2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ.
Μ., μηχανολόγου-μηχανικού ΤΕ, Προϊσταμένου της Δ/νσης Κ.Τ.Ε.Ο Ηρακλείου, που έλαβε εντολή εξέτασης των παραπάνω οχημάτων από το Τμήμα Τροχαίας Ηρακλείου. Από τα παραπάνω περιστατικά προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι το ένδικο ατύχημα δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου εφόσον αυτός κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις.
Ειδικότερα το όχημα αυτού έβαινε σε κανονική ταχύτητα, κάτω από το επιτρεπόμενο όριο στην παραπάνω Εθνική οδό, μέσα στο ρεύμα πορείας του, κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες (σκότος) και αυτός δεν μπόρεσε δε να αντιληφθεί τον Κ. Α. λόγω του ότι αντιλήφθηκε το φως της μοτοσικλέτας που βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα πορείας το οποίο θεώρησε ως αντιθέτως κινούμενο όχημα με συνέπεια να χαμηλώσει τα φώτα πορείας του δικού του οχήματος για να μην εμποδίσει την ορατότητα του οδηγού του αντιθέτως κινουμένου οχήματος και να περιορίσει την εμβέλεια των δικών του φώτων πορείας, με συνέπεια όταν αυτός (πρώτος εναγόμενος) αντιλήφθηκε τον Κ.
Α. πεσμένο στο οδόστρωμα λόγω της μικρής απόστασης του οχήματός του (ΙΧΦ) από αυτόν και του ελαχίστου χρόνου που διέθετε για αντίδραση, να μην έχει δυνατότητα αποφυγής του και να τον παρασύρει με το όχημά του. Στις παραπάνω κινήσεις που θα προέβαινε και οποιοσδήποτε άλλος συνετός οδηγός κάτω από τις ίδιες περιστάσεις.
Το γεγονός ότι επικρατούσε σκότος κατά τον παραπάνω χρόνο αναφέρεται στην από 12-10-2005 έκθεση αυτοψίας που συνέταξε η αρμόδια Τροχαία Ηρακλείου, Κρήτης. Στην παραπάνω έκθεση αυτοψίας, όμως, δεν αναφέρεται ότι υπήρχε ή ήταν σε λειτουργία φωτισμός κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, ούτε αν ήταν επαρκής ενόψει των περιστάσεων.
Στο με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο του Δήμου Μαλλίων που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος Ι. Α., μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης και μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος πάνω από δύο έτη από το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, αναφέρεται ότι στο βόρειο παράλληλο της Ε.Ο Χανίων-Σητείας και συγκεκριμένα στο 171 χλμ.
όπως φαίνεται στις συνημμένες φωτογραφίες υπάρχει συνεχής δημοτικός φωτισμός ο οποίος είναι σε λειτουργία πριν τον Οκτώβριο του 2005. Δεν αναφέρεται, όμως, αν ο παραπάνω φωτισμός λειτουργούσε κατά το χρόνο του ατυχήματος και συνεπώς το ως άνω έγγραφο δεν μπορεί να οδηγήσει σε αντίθετη κρίση. Επίσης, οι προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των εναγόντων, Ν.
Β. αστυνομικού που υπηρετούσε στο Αστυνομικό Τμήμα Χερσονήσου κατά το χρόνο του ατυχήματος και Γ. Κ., οδηγού τουριστικού λεωφορείου, ο οποίος είχε εξεταστεί ως μάρτυρας από την Τροχαία Ηρακλείου αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα, στις οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) αναφέρουν ότι το φως της δίκυκλης μοτοσικλέτας ήταν σβησμένο και ότι υπήρχε επαρκής δημοτικός φωτισμός, δεν κρίνονται πειστικές, εφόσον ο Γ.
Κ. στις από 12-10-2005 ένορκες καταθέσεις του, και ο Τ. Ν., αστυνομικός που μετέβη στον τόπο του ατυχήματος και εξετάστηκε αμέσως μετά από αυτό, δεν αναφέρουν οτιδήποτε σχετικό με το φωτισμό της Ε.Ο. και το φως της δίκυκλης μοτοσικλέτας (βλ. και από 12-10-2005 έκθεση ένορκης εξέτασης του Ν. Τ.). Επομένως, για το παραπάνω ατύχημα αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο θανών, ο οποίος βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, όπως προαναφέρθηκε, ενώ δεν προέκυψε ότι έφερε προστατευτικό κράνος, εφόσον το όχημα που οδηγούσε αυτός για άγνωστη αιτία, κινούμενο σε ευθεία οδό, εκτράπηκε της πορείας του, βγήκε από το οδόστρωμα, κτύπησε σε σταθερό σημείο εκτός οδοστρώματος, αλλά παρά την εκτροπή και την πρόσκρουση αυτού στο ως άνω σημείο, πιθανώς και λόγω της ταχύτητας με την οποίαν έβαινε αυτό, συνέχισε την πορεία του, σύρθηκε και σταμάτησε σε μεγάλη απόσταση από το σημείο πρόσκρουσης του, μετά την πτώση του οδηγού του στο οδόστρωμα σε διαφορετικό σημείο της οδού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος και να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340, 591 παρ. 1 και 681 Α' του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και περιέχονται στην αγωγή ή ένσταση ή χρησιμεύουν προς αντίκρουση της αγωγής.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. Γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1413/2010, 1763/2007). Για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε ή όχι υπόψη του τέτοια αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1622/2010, Α.Π. 1869/2007).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν έλαβε υπόψη το από 10-9-2006 κατηγορητήριο του Εισαγγελέα Πλημ/κών Ηρακλείου, το οποίο επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, τόσο πρωτοδίκως όσο και στο Εφετείο, και το οποίο ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού με βάση αυτό ο πρώτος αναιρεσίβλητος κρίθηκε ένοχος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του Κ.
Α. με την 188/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Ηρακλείου.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη την χωρίς όρκο εξέταση του τέταρτου ενάγοντος την ένορκη εξέταση του μάρτυρα ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού και τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου με επίκληση καθώς και την 38/30-1-2008 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων των εναγόντων ενώπιον της Ειρηνοδίκου Ηρακλείου, που λήφθηκαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης.
Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το ότι το Δικαστήριο της ουσίας μνημονεύει ειδικώς τις προανακριτικές καταθέσεις των βασικών μαρτύρων κατηγορίας, Γ. Κ. και Ν. Τ., με βάση και τις οποίες συντάχθηκε το εν λόγω κατηγορητήριο, επισημαίνοντας σε κάποιο σημείο ανακολουθία μεταξύ αυτών και της ένορκης βεβαίωσης του πρώτου τούτων ενώπιον της Ειρηνοδίκου, προκύπτει ανενδοίαστα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.) με τις λοιπές αποδείξεις όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το προαναφερθέν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι για την άσκηση ποινικής διώξεως αρκούν ενδείξεις για την τέλεση του αποδιδόμενου δι' αυτής εγκλήματος και με την έννοια αυτή το συντασσόμενο προς τούτο κατηγορητήριο δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο στο οποίο ασφαλώς το Δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την περί πραγμάτων κρίση του στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως.
Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.
Α.Π. 1/2013). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ο ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένηw πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 εδ. β' του ΚΟΚ, οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΟΚ, "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε ... την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας ... κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.
Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει ... και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
Α.Π. 24/1992, Ολ. Α.Π. 1/1999, Α.Π. 9/2013).
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος, Κ. Α., διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας, την οποία επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Δ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με τα ζημιογόνα αποτελέσματα.
Επίσης απέκλεισε με σαφή αιτιολογία, κάθε περίπτωση αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, προέκυψε ότι οδηγούσε με ταχύτητα πολύ κατώτερη της επιτρεπομένης των 80 χ/ω, ήτοι με εκείνη των 60 χ/ω περίπου, η οποία ήταν ενδεδειγμένη ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν (σκότους), ώστε να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, χαμήλωσε τα φώτα του, όταν αντιλήφθηκε αναμμένο το φως της μοτ/τας, υπολαμβάνοντας εύλογα αυτή ως αντιθέτως κινούμενο όχημα, για να μην εμποδίσει την ορατότητα του οδηγού του αντιθέτως κινουμένου οχήματος και γενικά κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ο μέσος συνετός οδηγός υπό τις αυτές συνθήκες.
Η ως άνω συμπεριφορά δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει συνυπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου οδηγού για το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των αναιρεσειόντων, που προκλήθηκε από την παράσυρσή του, από το Ι.Χ.Φ., την οποία ο εν λόγω οδηγός του δεν ήταν δυνατό να αποφύγει, αφού, λόγω των συνθηκών που προαναφέρθηκαν, περιορίσθηκε η εμβέλεια των δικών του φώτων πορείας και αντιλήφθηκε το πεσμένο σώμα του τραυματισμένου οδηγού της μοτ/τας από ελάχιστη απόσταση, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε αποφευτκική ενέργεια.
Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Όμως, ως προς τις αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναίρεσης, ότι το Δικαστήριο της ουσίας ανεπαρκώς αιτιολογεί την κρίση του ότι υπήρχε σκότος στον τόπο του ατυχήματος, ότι δεν αξιολογεί ορθώς τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, όπως προκύπτει από την έκταση των τραυμάτων του θανόντος, για να οδηγηθεί σε συμπεράσματα, ως προς την ταχύτητα του ζημιογόνου οχήματος, και ότι δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί θεωρεί μη πειστική την ένορκη βεβαίωση του Ν.
Β., ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν χωριστές προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητο (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ως προς του αναιρεσείοντες Τ. Α., G. C., E. C. και C. C..
Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. Κατάθεσης 44/2010 αίτηση για αναίρεση της 74/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε αναιρεσίβλητο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ