Supreme Court dismisses appeal on indefinite employment contract formed by successive fixed-term renewals.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the City of Veria's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The Court of Appeal found that successive fixed-term contracts renewed until 2005 constituted a single indefinite-term employment relationship due to continuous needs. The Supreme Court agreed, ruling that the parties had implicitly agreed to an indefinite duration despite the initial fixed terms.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; An employment contract is deemed to be of indefinite duration when the parties have not agreed on a specific term, nor can such a term be derived from the nature and purpose of the work, whereas successive fixed-term contracts renewed to cover continuous needs transform into a single indefinite-term relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1394 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1394/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Δήμου Βέροιας, που εδρεύει στην Βέροια και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ζυγούρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ'ών η κλήση: 1) Κ. Α. του Ν., έως και 25) Σ. Α. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Συγγενιώτου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1030/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4411/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 30/11/2009 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 583/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 2/11/2012 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 7/1/2011 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ως προς το πρώτο μέρος και το πρώτο σκέλος του δευτέρου μέρους και την απόρριψη του πρώτου λόγου, καθώς και του δευτέρου σκέλους του δευτέρου μέρους.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της συμβάσεως εργασίας. Χαρακτηριστικό της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύσει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Περαιτέρω ο χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία .προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσεως, ως συμβάσεως εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.Α.Π. 18/2006). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρο 48 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεση της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως.
Περαιτέρω η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10/7/1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10/7/2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων .συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το π.δ. 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2/4/2003 και 197/2004 αντίστοιχα).
Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της συμβάσεως έργου ή εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με το άρθρο 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις των συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως.
Η διάταξη αυτή ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, κατά την προαναφερθείσα έννοια, αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από την εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσεως ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.ΑΠ 7 και 8/2011), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχολήσεως από ορισμένου χρόνου σε αορίστου (Ολ.ΑΠ 18/2006).
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι επί διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πριν από την έναρξη ισχύος, α) της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18/4/2001 (ΦΕΚ Α'85/2001) και απαγορεύουν την, ακόμη και από το νόμο, μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και γ) των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 64/2004, που άρχισε να ισχύει από 19/7/2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη ισχύος του, ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, συνεχίζουν και είναι ενεργές κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος τους και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις, διότι οι συμβάσεις αυτές (έργου ή εργασίας) είχαν ήδη προσλάβει, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλαδή και πριν από την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, το χαρακτήρα της συμβάσεως αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεως τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις ;αορίστου χρόνου.
Εξάλλου, με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, με το οποίο έγινε η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας "όσον αφορά στο προσωπικό του δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 199/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που είχε συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα" προβλέπονται μεταξύ άλλων τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του παρόντος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος (19 Π/2004) του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' να έχει διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, όπως αναφέρεται στην αρχική σύμβαση, γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά, που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση ... ".
Η πρόβλεψη, εξ άλλου ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στο δικαστήριο, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου .
Ενόψει όλων των προσκτηθέντων, αν η πρόσληψη του προσωπικού του αναιρεσείοντος Δήμου Βέροιας, με διαδοχικές συμβάσεις, διαρκώς ανανεωμένες, που καταρτίσθηκαν πριν την ισχύ των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, έγινε προσχηματικά στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, η άσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, ως εργοδότη, εκ μέρους των οργάνων του γίνεται προς καταστρατήγηση των από το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 δικαιωμάτων των εργαζομένων, που απορρέουν από τις διατάξεις για την υποχρεωτική καταγγελία της συμβάσεως εργασίας (με την έννοια που προεκτέθηκε), ακόμη και αν, κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων, παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που προβλέπει την πρόσληψη ή την κατάρτιση της συμβάσεως, των ΠΥΣ 236/1994, (ΦΕΚ 115 Α') και 55/1998 (ΦΕΚ 292 Α.), καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του ν. 2527/1997.
Στην προκείμενη περίπτωση επί αγωγής των τώρα αναιρεσιβλήτων κατά του ήδη αναιρεσείοντος και κατά του Ελληνικού Δημοσίου, της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδος (Κ.Ε.Δ, Κ.Ε.), της " Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε. " (Ε.Ε.Τ.Α.Α. Α.Ε.), του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψαν με την τρίτη και τον πέμπτο των εναγομένων στις 19/2/2001 οι είκοσι πρώτοι και 2/3/2001 οι τέσσερις τελευταίοι εξ αυτών, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως φύλακες σχολικών κτιρίων του Δήμου Βέροιας (πέμπτου εναγομένου) και οι οποίες παρατάθηκαν διαδοχικά μέχρι 31 73/2005, ήταν στην πραγματικότητα συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και από τη φύση των συμβάσεων τους δεν δικαιολογείται η ορισμένη διάρκεια αυτών και καταρτίστηκαν ως ορισμένου χρόνου προς καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 1 και 8 του ν. 2112/1920 και 671 ΑΚ και ότι οι εναγόμενοι όφειλαν να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα σ' αυτή (αγωγή) ποσά για τις ειδικότερα εκτιθέμενες αιτίες, το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή .
Κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άσκησαν έφεση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Στις 19/2/2001 και 2/3/2001 καταρτίσθηκαν μεταξύ των 145 δικαιούχων Ο.Τ.Α. στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο Δήμος Βέροιας, και των δικαιούχων ανέργων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ενάγοντες συμβάσεις συνεργασίας για 11 μήνες.
Με τις συμβάσεις αυτές οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να παρακολουθήσουν μία επιμορφωτική συνάντηση για θέματα φύλαξης σχολικών κτιρίων και στη συνέχεια να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία απασχολούμενοι ως φύλακες σε βάρδιες, οκτώ (8) ώρες την ημέρα και για είκοσι δύο (22) ημέρες το μήνα, που μπορεί να εμπίπτουν σε αργίες και Σαββατοκύριακα.
Οι παραπάνω συμβάσεις μετά τη λήξη τους την 30 12/2002, ανανεώθηκαν διαδοχικά, με συμφωνητικά συνεργασίας επίσης ορισμένου χρόνου, έως 31/3/2005. Φορέας της εργασιακής σχέσεως είναι ο Δήμος Βέροιας, ο οποίος και αποτελεί τον αντισυμβαλλόμενο κάθε συγκεκριμένου φύλακα, τόσο κατά τη σύσταση όσο και την καθεαυτή λειτουργία της συμβάσεως εργασίας τους.
Επομένως ο τελευταίος είναι ο εργοδότης των εναγόντων, δηλαδή η σχέση που συνδέει τους παραπάνω διαδίκους είναι η της εξαρτημένης εργασίας, αφού σ' αυτόν προσέφεραν πραγματικά τις υπηρεσίες τους καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχολήσεως τους ως φυλάκων στα σχολικά κτίρια της πόλης της Βέροιας, στα οποία τοποθετήθηκαν από τον ίδιο το Δήμο, απασχολούμενοι οκτώ (8) ώρες σε μία από τις τρεις βάρδιες κάθε ημέρα, υπό τις εντολές και την εποπτεία των ορισθέντων από το Δήμο οργάνων για το συντονισμό και την παρακολούθηση της εργασίας τους και στα οποία όργανα αναφέρονταν για οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε, τελούντες έτσι υπό την άμεση εξάρτηση και εποπτεία του πέμπτου εναγομένου (αναιρεσείοντος), ως προς την τακτικά και αδιάλειπτα παρεχόμενη εργασία τους.
Οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Δήμου, αφού ο σκοπός της δημιουργίας των παραπάνω θέσεων εργασίας ήταν να επιλυθεί μόνιμα το πρόβλημα της φύλαξης και της προστασίας των σχολικών κτιρίων και όχι να αντιμετωπισθεί αυτό με προσωρινά μέτρα, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες κάλυπταν πρόσκαιρες και εποχιακές ανάγκες του Δήμου και η σχέση που συνδέει τους ενάγοντες με τον εναγόμενο είναι αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι οι συμβάσεις των εναγόντων που συνήφθησαν υπό την ισχύ του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, ούτε είναι δυνατή η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και του άρθρου 671 ΑΚ., όπως αυτοί (ενάγοντες) αναφέρουν για τη θεμελίωση της κύριας βάσης της αγωγής τους.
Κατά το χρόνο όμως δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως ήταν εφαρμοστέο το π.δ. 164/2004, τα δε πραγματικά περιστατικά υπαγωγής τους σ' αυτό εκτίθενται στην αγωγή και αποδεικνύεται ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις της μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 11 του εν λόγω π.δ. για το χαρακτηρισμό των συμβάσεων τους ως αορίστου χρόνου, η συνδρομή των οποίων ερευνάται παρεμπιπτόντως από το Δικαστήριο για διαπίστωση της εγκυρότητας ή μη των συμβάσεων τους.
Ειδικότερα οι ενάγοντες είχαν, α) ενεργό σύμβαση που έληγε στις 30/6/2004, β) 24 μήνες συνολική διάρκεια πραγματικής απασχόλησης με μία τουλάχιστον ανανέωση ή 18 μήνες πραγματικής απασχόλησης με τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις, μέσα σε συνολικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, γ) συνολικό χρόνο απασχόλησης στον ίδιο φορέα με την ίδια ειδικότητα και δ) κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Δήμου.
Τα ίδια άλλωστε αποφάνθηκε και το ΑΣΕΠ με την 6/2005 απόφαση της Ολομέλειας του, κρίνοντας ότι οι προσληφθέντες από τους ΟΤΑ βάσει προγραμματικών συμβάσεων, στις οποίες μετείχε η ΕΕΤΑΑ και απασχολήθηκαν ως σχολικοί φύλακες, εφόσον παρείχαν πράγματι εξαρτημένη εργασία έναντι αμοιβής, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των παραπάνω φορέων και συνέτρεχαν στο πρόσωπο τους και οι καθοριζόμενες λοιπές προϋποθέσεις (όπως εν προκειμένω).
Ήδη δε έχει ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία ενώπιον του ΑΣΕΠ και οι ενάγοντες απασχολούνται πλέον στον εναγόμενο Δήμο Βέροιας με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου . Επομένως οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας των εναγόντων συνιστούν εφεξής, βάσει του π.δ. 164/2004 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Δέχεται ακόμη το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν από τον εναγόμενο Δήμο Βέροιας κατά το χρονικό διάστημα από 13/2/2001 έως και 31/12/2003 επί είκοσι δύο (22) ημέρες μηνιαίως, το δε ωράριο εργασίας αυτών ήταν σε τρεις βάρδιες ημερησίως των οκτώ (8) ωρών καθεμία και συγκεκριμένα η πρώτη βάρδια (πρωινή) από 07.00 έως 15.00, η δεύτερη βάρδια (απογευματινή) από 15.00 έως 23.00 και η Τρίτη βάρδια (βραδινή) από 23.00 έως 07.00.
Έτσι, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας τους εργάζονταν καθένας επί 8 ημέρες κάθε μήνα από την 23.00 έως την 07.00 συμπληρώνοντας 7 ώρες νυκτερινής εργασίας κάθε ημέρα και 8 ημέρες κάθε μήνα από την 15.00 έως την 23.00 ώρα, συμπληρώνοντας 1 ώρα νυκτερινής εργασίας κάθε ημέρα και συνεπώς κάθε μήνα συμπλήρωναν 64 ώρες (56 + 8) ώρες νυκτερινής εργασίας, ενώ ακόμη εργάζονταν επί δύο (2) ή τρεις (3) Κυριακές κάθε μήνα (ανάλογα με το συνολικό αριθμό των 4 ή 5 Κυριακών κάθε μήνα) .
καθ' όλη δε τη διάρκεια της απασχόλησης τους οι ενάγοντες ελάμβαναν μόνο ημερήσια αμοιβή ύψους 35.22 ευρώ, ουδέποτε δε καταβλήθηκαν σ' αυτούς αποδοχές και επιδόματα αδείας, ούτε επιδόματα εορτών, ούτε προσαύξηση για παροχή νυκτερινής εργασίας, καθώς και για την απασχόληση τους κατά τις Κυριακές. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή, την απέρριψε ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των εναγομένων, τη δέχθηκε ως προς τον πέμπτο εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Βέροιας) κατά ένα μέρος, αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες συνδέονται με τον Δήμο Βέροιας με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και αναγνώρισε ότι ο ως άνω εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες τα εις αυτή αναλυτικά αναφερόμενα χρηματικά ποσά, για διαφορές αποδοχών (εργασία κατά τις Κυριακές, νυκτερινή εργασία, επιδόματα εορτών και αδείας).
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα δεν υπήγαγε την ένδικη υπόθεση στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και του άρθρου 671 ΑΚ., όπως ζητούσαν οι ενάγοντες με την κύρια βάση της αγωγής τους καθόσον, οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου των εναγόντων με τον εναγόμενο Δήμο καταρτίσθηκαν στις 19/2/2001 και 20 73/2001, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10/7/2001) των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (18/4/2001) και του π.δ. 164/2004 (19/7/2004) και είχαν προσλάβει ήδη πριν την έναρξη ισχύος των Συνταγματικών και άλλων διατάξεων το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της συνάψεως τέτοιων συμβάσεων (αορίστου χρόνου) τον οποίο και διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου, ενόψει των παραδοχών, ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες ανανεώθηκαν διαδοχικά μέχρι τις 31/3/2005 και κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου για τη φύλαξη των σχολικών κτιρίων του ως άνω Δήμου.
Όμως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε ορθό αποτέλεσμα (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.), αφού αναγνώρισε, ότι οι ενάγοντες συνδέονται με τον εναγόμενο με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι ο εναγόμενος οφείλει να τους καταβάλει τα εις αυτή χρηματικά ποσά για εργασία κατά τις Κυριακές, νυκτερινή εργασία, επιδόματα αδείας και εορτών, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Επομένως, και οι δύο λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30/11/2009 αίτηση για αναίρεση της 4411/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2013
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ