Legislator Case Law & Legislation
1394/2011 AI generated

1394/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1394/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1394/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την γραμματική διατύπωση και τη νομοθετική σκοπιμότητα των διατάξεων του άρθρου 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να αρχίσει η (δωδεκαήμερη) προθεσμία ασκήσεως ανακοπής κατά του πίνακος κατατάξεως, πρέπει να επιδοθεί σε κάθε αναφερόμενο πρόσκληση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, για να λάβει γνώση του πίνακος, και ότι δεν αρκεί, για την έναρξη της προθεσμίας, η υπ' αυτού γνώση του περιεχομένου του πίνακος με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

Keywords

AI generated
action challenging schedule of claims rescheduling of public debt order of seizure objection to debt enforcement banking policy constitution and composition
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1394 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1394/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαϊου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Oικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας(ΔΟΥ) Αμαρουσίου. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Ελένη Πασαμιχάλη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK-ERGASIAS Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 27-11-2000 και 7-12-2000 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος και τις από 29-11-2000 και 19-4-2001 ανακοπές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1938/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 698/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 21-1-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 11-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την γραμματική διατύπωση και τη νομοθετική σκοπιμότητα των διατάξεων του άρθρου 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να αρχίσει η (δωδεκαήμερη) προθεσμία ασκήσεως ανακοπής κατά του πίνακος κατατάξεως, πρέπει να επιδοθεί σε κάθε αναφερόμενο πρόσκληση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, για να λάβει γνώση του πίνακος, και ότι δεν αρκεί, για την έναρξη της προθεσμίας, η υπ' αυτού γνώση του περιεχομένου του πίνακος με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Την 26-7-2000 ενώπιον... συμβολαιογράφου... εκπλειστηριάσθηκε, αναγκαστικά αντί ποσού 11.504.000 δρχ. η οριζόντια ιδιοκτησία του οφειλέτη Χ. Β., που περιγράφεται στην 16861 έκθεσή της... Στον πλειστηριασμό αυτό αναγγέλθηκαν, πλην των άλλων, το Ελληνικό Δημόσιο...για ποσόν 15.018.017 δρχ.

πλέον προσαυξήσεων και η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "E.F.G. EUROBANK-ERGASIAS Α.Ε." με την από 23-5-2000 αναγγελία της για απαιτήσεις της ποσού 23.478.318 δρχ. πλέον τόκων και εξόδων από συμβάσεις πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, έχοντας εγγράψει για την εξασφάλιση τούτων προσημείωση υποθήκης στο πιο πάνω ακίνητο με βάση την 16581/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για ποσόν 16.000.000 δρχ.

Λόγω του ότι το πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση όλων των δανειστών που αναγγέλθηκαν, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον 16950/2000 πίνακα κατατάξεως δανειστών, στον οποίο αφαίρεσε αρχικά τα έξοδα εκτελέσεως συνολικού ποσού 1.444.000 δρχ., για τη νομιμότητα και βασιμότητα των οποίων έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση και μεταρρύθμισε τον εν λόγω πίνακα, κατατάσσοντας κατά ένα μέρος σ' αυτά τόσο το εκκαλούν όσο και την εφεσίβλητη, κατ' αποδοχή σχετικών λόγων των ανακοπών τους, χωρίς να υπάρχει ως προς αυτά, λόγος εφέσεως, στο απομένον δε υπόλοιπο των 10.060.000 δρχ κατέταξε την επισπεύδουσα Π.

Μ. Α., ως έχουσα απαίτηση με βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας για ολόκληρη την απαίτησή της ποσού 4.288.413 δρχ πριν τη διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, πλην όμως στο ποσόν αυτό κατατάχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η εφεσίβλητη, κατ' αποδοχή σχετικού λόγου της ανακοπής της, χωρίς να υπάρχει και ως προς τη διάταξη αυτή λόγος εφέσεως από πλευράς εκκαλούντος, στο απομένον δε υπόλοιπο των 5.771.587 δρχ.

κατέταξε το Ελληνικό Δημόσιο προς μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών του. Και την κατάταξη του Ελληνικού Δημοσίου αμφισβήτησε η εφεσίβλητη με σχετικό λόγο της από 19-4-2001 ανακοπής της, ζητώντας να διαιρεθεί το προς διανομή πλειστηριασμό σε ποσοστά, και στο 1/3 μεν του ποσού αυτού να καταταγεί το Δημόσιο, ως γενικός προνομιούχος δανειστής, στα 2/3 δε τούτου να καταταγεί η ίδια ως έχουσα προσημείωση υποθήκης στο πλειστηριαζόμενο ακίνητο.

Το εκκαλούν ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως και ισχυρίζεται εκ νέου με τον πρώτο λόγο εφέσεως, ότι η ανακοπή αυτή ήταν απορριπτέα ως εκπρόθεσμη, για το λόγο ότι ασκήθηκε μετά πάροδο πέντε (5) μηνών από την άσκηση της πρώτης ανακοπής της κατά του 16974/2000 διορθωτικού-συμπληρωματικού πίνακα, γεγονός που αποδεικνύει τη γνώση της τόσο για την ύπαρξη όσο και για το περιεχόμενο του αρχικού πίνακα κατατάξεως, αφού με την κοινοποίηση σ' αυτήν στις 20-11-2000 της 16975/2000 προσκλήσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Θέτιδας Καφαντάρη, προκειμένου να λάβει γνώση του διορθωτικού πίνακα, τον οποίο και προσέβαλε αυτή με την από 29-11-2000 ανακοπή της, έλαβε γνώση η τελευταία για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του 16950/2000 πίνακα κατατάξεως, η κοινοποίηση δε σ' αυτήν την 17-4-2001 του αρχικού πίνακα δεν κίνησε καμιά νέα προθεσμία για την προσβολή του, αφού η δυνατότητα αυτή είχε ήδη ασκηθεί με την πρώτη ανακοπή της.

Ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, η επίδοση του αρχικού πίνακα κατατάξεως δανειστών στην εφεσίβλητη έλαβε χώρα μόλις την 17-4-2001, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική σφραγίδα της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Δ. Α., που έχει τεθεί στο επικυρωμένο αντίγραφο τούτου που προσκομίζει και επικαλείται η ίδια, έκτοτε δε και μόνο άρχισε η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής κατά του πίνακα κατατάξεως, σύμφωνα με το άρθρο 979 παρ, 2 ΚΠολΔ, και όχι από την με οποιοδήποτε τρόπο γνώση του περιεχομένου του, έστω και ατελώς.

Πράγματι είναι σαφές ότι για λόγους ασφαλείας δικαίου ο νομοθέτης θέλησε με την πιο πάνω διάταξη να θέσει σαφές όριο ενάρξεως για την προθεσμία ασκήσεως της ανακοπής, προκειμένου να αποφεύγονται αμφισβητήσεις ως προς τον τρόπο γνώσεως της συντάξεως του πίνακα κατατάξεως και του περιεχομένου του. Ανεξαρτήτως τούτου, από το περιεχόμενο του 16974/2000 συμπληρωματικού-διορθωτικού πίνακα, που επιδόθηκε στην εφεσίβλητη την 20-11-2000, προκύπτει ότι σ' αυτόν γίνεται μεν μνεία για την ύπαρξη του αρχικού πίνακα, όχι όμως και για το περιεχόμενο του, πέραν του ότι από την 16951/2000 πρόσκληση δανειστών της ίδιας συμβολαιογράφου, προκύπτει ότι η εν λόγω πρόσκληση απευθυνόταν μόνο στην επισπεύδουσα, τον καθού η εκτέλεση, τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.

Αμαρουσίου και τον Υπουργό των Οικονομικών, για να λάβουν γνώση ως ενδιαφερόμενοι του αρχικού πίνακα κατατάξεως, όχι όμως και στην εφεσίβλητη, στην οποία, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η σχετική πρόσκληση επιδόθηκε μόλις την 17-4-2001. Κατά συνέπεια, εφόσον η εφεσίβλητη άσκησε την ανακοπή της κατά του 16950/2000 πίνακα κατατάξεως δανειστών δια καταθέσεως και επιδόσεως του σχετικού δικογράφου πριν την πάροδο της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, δηλαδή μέσα σε 12 εργάσιμες ημέρες από την επίδοση σ' αυτήν της προσκλήσεως, όπως τούτο προκύπτει από τις 4071 και 4073/24-4-2001 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α.

Σ. Τ., είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος για εκπρόθεσμη άσκηση της ανακοπής της. Εξάλλου, η επίδοση της προσκλήσεως αυτής στην εφεσίβλητη δεν κίνησε εκ νέου την προθεσμία του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ, λόγω επιδόσεως την 20-11-2000 της προσκλήσεως για γνώση του συμπληρωματικού πίνακα, αφού η προθεσμία αυτή αρχίζει μόνο με την επίδοση σε κάθε δανειστή που αναγγέλθηκε της σχετικής προσκλήσεως για να λάβει γνώση του πίνακα κατατάξεως, έστω και αν η επίδοση αυτή γίνει καθυστερημένα από παραδρομή του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.

Τέλος, το εκκαλούν υποστηρίζει ότι ο λόγος της από 19-4-2001 ανακοπής της εφεσίβλητης ως προς την κατάταξη του στον αρχικό πίνακα κατατάξεως είχε γεννηθεί ήδη και μπορούσε να προταθεί με την προηγούμενη ανακοπή της κατά του διορθωτικού συμπληρωματικού πίνακα κατατάξεως, έστω και αν ο λόγος αυτός της ήταν άγνωστος, και ότι κατόπιν τούτου η ανακοπή αυτή προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 935 ΚΠολΔ, που καθιερώνουν το απαράδεκτο των γεγενημένων λόγων ανακοπής, όταν προτείνονται σε μεταγενέστερη δίκη.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον η εφεσίβλητη με την ανακοπή στην οποία περιέχεται ο σχετικός λόγος ζητεί να ακυρωθεί διαφορετικός πίνακας κατατάξεως, από εκείνον που ζητούσε με την προγενέστερη ανακοπή της. Ορθά λοιπόν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε την από 19-4-2001 ανακοπή της εφεσίβλητης παραδεκτή και νόμιμη...".

Υπό τα δεδομένα αυτά και με βάση τα προεκτεθέντα είναι αβάσιμος τόσον ο πρώτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του),με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η δεύτερη ανακοπή της αναιρεσιβλήτου έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη "είτε λόγω εκπρόθεσμης άσκησης, είτε λόγω άσκησης δεύτερης ανακοπής κατά του ίδιου πίνακα", όσο και ο συναφής προς αυτόν δεύτερος λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ κατά το νοηματικό του περιεχόμενο) σύμφωνα με τον οποίο "η δεύτερη ανακοπή της αναιρεσίβλητης ελέγχεται ως απαράδεκτη, καθ' ο μέρος πλήττει την κατάταξη του Ελληνικού Δημοσίου, κατ' άρθρα 975, 933 και 953 ΚΠολΔ" διότι "η επικαλούμενη πλημμέλεια υπήρχε στο περιεχόμενο του αρχικού πίνακα και ήταν γνωστή ήδη στην αναιρεσίβλητη...". Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπει την από 21-1-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 698/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Αυγούστου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ