Legislator Case Law & Legislation
1394/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment for lack of specific legal error in reasoning.

Case Number 1394/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued that the lower court failed to address specific procedural and substantive errors, including the exclusion of a lawyer and the rejection of a claim due to vagueness. The court rejected these claims because the lower court's reasoning was sufficiently clear and did not contain the specific legal errors required for an appeal under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 6, 8, 11, 14, 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be based on specific legal errors, and vague or general allegations without identifying the precise violation of law are inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility specific legal error code of civil procedure lack of reasoning dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1), 6, 8, 11, 14, 19 of the Code of Civil Procedure
Article 241(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1394 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1394/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα (κωλυωμένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Χ Α.Ε. - ΨΥΓΕΙΑ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης "ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον Νομ. Εκπρόσωπο Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάνο Ρούσια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30 Ιουνίου 2004 και 2 Δεκεμβρίου 2005 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατά-τέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκ-δικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5150/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4643/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 11 Νοεμβρίου 2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρουμάνος ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 559 αριθ. 1, 6, 8 περ. α, 11 περ. γ, 14 και 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αν παρά τον νόμο, και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις, ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 241 παρ.1 ΚΠολΔ (εφαρμοζομένου και στην δευτεροβάθμια δίκη, κατά το άρθρο 524 ΚΠολΔ, και έχοντος προφανή νομοθετική σκοπιμότητα την αποτροπή της παρέλκυσης των δικών), η αναβολή της συζήτησης επιτρέπεται μία μόνο φορά, αν συντρέχει προς τούτο σπουδαίος λόγος κατά την (ουσιαστική) κρίση του Δικαστηρίου, η δε σχετική απόφαση σημειώνεται απλώς στο οικείο πινάκιο (και στο τηρούμενο πρακτικό) και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Η ρύθμιση δε αυτή όχι μόνο δεν αντίκειται, αλλά απολύτως συνάδει προς το άρθρο 6 παρ.1 εδ.α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΝΔ 53/1974), κατά το οποίο: "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".

Τούτο δε, διότι - κατά το ισχύον στην Ελλάδα δικονομικό σύστημα - η δικάσιμος κάθε υπόθεσης είναι γνωστή στους διαδίκους προ ικανού χρόνου (προβλ. άρθρα 215 παρ.1, 229, 230, 498 ΚΠολΔ), που παρέχει σ' αυτούς την δυνατότητα να προετοιμάσουν την υπεράσπιση των υποθέσεων τους, αναθέτοντας αυτές σε δικηγόρους της επιλογής των (εφόσον, φυσικά, οι τελευταίοι αποδέχονται και δύνανται να αναλάβουν το σχετικό έργο για την συγκεκριμένη δικάσιμο, για την οποία οφείλουν να έχουν προετοιμασθεί τόσον οι διάδικοι όσο και το δικαστήριο).

Ενόψει τούτων, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου (εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 και 6 ΚΠολΔ, αντιστοίχως), σύμφωνα με τους οποίους το Εφετείο παρά τον νόμο δίκασε την αναιρεσείουσα ερήμην, απορρίπτοντας - κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων - το αίτημα αυτής για αναβολή της συζήτησης σε άλλη δικάσιμο.

Σημειώνεται ότι το περί αναβολής αίτημα (στην αποδοχή του οποίου αντιτάχθηκε η αναιρεσίβλητος) υπέβαλε, για λογαριασμό της αναιρεσειούσης, ο δικηγόρος, που είχε καταθέσει την έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, κατά τους ισχυρισμούς του δε συνέτρεχε σπουδαίος λόγος αναβολής, επειδή άλλος δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση βρισκόταν εκτός Αθηνών υπερασπιζόμενος ποινική υπόθεση άλλου πελάτου του.

Εξάλλου, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 5150/2007 απόφασή του - το περιεχόμενο της οποίας θεωρείται ενσωματωμένο στην προσβαλλόμενη απόφαση (απορριπτική της εφέσεως) - δέχθηκε, σχετικά με την ουσία της ένδικης διαφοράς, τα ακόλουθα, κατά λέξιν: "Με τη με αριθμ. 450/29-8-2001 ΚΥΑ Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ, προσκλήθηκαν οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στο Πρόγραμμα "Επενδύσεις στην Μεταποίηση και Εμπορία Γεωργικών Προϊόντων" που εντάσσεται στο Μέτρο 2.1 του Επιχειρησιακού Προγράμματος "Αγροτική Ανάπτυξη και Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου 2000 - 2006" του Γ' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, το οποίο συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο και το Ελληνικό Δημόσιο.

Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Χ ΨΥΓΕΙΑ - ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" έχει αντικείμενο την εκμετάλλευση ψυγείων και την επεξεργασία τροφίμων και επιθυμούσε να συμμετέχει στο παραπάνω επενδυτικό πρόγραμμα. Έτσι, το Σεπτέμβριο του 2001, απευθύνθηκε στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που είναι εταιρία συμβούλων επιχειρήσεων και της ανέθεσε την εκπόνηση της τεχνικοοικονομικής μελέτης και το σχηματισμό του φακέλου, που θα υποβάλλονταν στο Υπουργείο Γεωργίας, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί το επενδυτικό της σχέδιο.

Η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου συνάφθηκε προφορικά στις 8-9-2001 και εγγράφως στις 12-11-2001 και κατά το περιεχόμενό της, η εργολάβος εταιρία ανέλαβε την εκτέλεση του έργου σε δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο θα εκπονούσε τη μελέτη του επενδυτικού προγράμματος της εργοδότριας εταιρίας, θα σχημάτιζε τον πλήρη φάκελο και θα τον υπέβαλε στο Υπουργείο Γεωργίας, ενώ στο δεύτερο στάδιο, μετά την έγκριση του επενδυτικού σχεδίου της εργοδότριας, η εργολάβος θα παρακολουθούσε την πορεία υλοποίησης του έργου, θα υπέβαλε εκθέσεις για την πορεία του στους αρμόδιους φορείς και συμβουλευτικές υπηρεσίες στην εργοδότρια για την απορρόφηση του μέγιστου επιτρεπτού ύψους της επιχορήγησης.

Η αμοιβή της εργολάβου για την εκτέλεση της πρώτης φάσης του έργου ορίστηκε στο ποσό των 14.673,50 ευρώ. Για τη δεύτερη φάση του έργου οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η εργολάβος θα αμείβονταν με ποσοστό 6% επί του συνολικού προϋπολογισμού του επενδυτικού έργου που θα εγκρίνονταν από το Υπουργείο Γεωργίας. Σε εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων η εργολάβος εταιρία (ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ) εκτέλεσε προσηκόντως το πρώτο στάδιο του έργου και δη, δια των αρμοδίων υπαλλήλων της, μορφοποίησε το επενδυτικό πρόγραμμα της εργοδότριας με το πλέον συμφέρον για την εργοδότρια χρηματοδοτικό σχήμα, της το παρουσίασε και η εργοδότρια το ενέκρινε απολύτως, συνέλεξε (η εργολάβος) όλα τα στοιχεία για την εκπόνηση της τεχνικοοικονομικής μελέτης, τα επεξεργάστηκε και προετοίμασε το σχετικό φάκελο, εκπόνησε μελέτες οικονομικής ανάλυσης και βιωσιμότητας της επένδυσης, συμπλήρωσε το φάκελο με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα και στις 2-11-2001, κατέθεσε το φάκελο στη Διεύθυνση Προγραμματισμού και ΓΔ Τμήμα Β' του Υπουργείου Γεωργίας.

Στις 26-6-2002, κατόπιν σχετικής απόφασης της αρμόδιας Γνωμοδοτικής Επιτροπής του Υπουργείου Γεωργίας, εγκρίθηκε η υποβληθείσα μελέτη, ως πληρούσα τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, ενώ ο προϋπολογισμός του επενδυτικού της έργου ορίστηκε στο ποσό των 503.000 ευρώ. Η επένδυση θα χρηματοδοτούνταν κατά το ήμισυ με επιχορήγηση από το Ελληνικό Δημόσιο και το Γ' ΚΠΣ και κατά το ήμισυ από ίδια κεφάλαια της εργοδότριας.

Από της εγκρίσεως της επένδυσης και μέχρι τον Αύγουστο του 2003, ακολούθησαν, αλλεπάλληλες συναντήσεις και επικοινωνίες μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εργολάβου, Ψ, με το νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριας, Κ, με αντικείμενο πλέον τον τρόπο διαχείρισης και υλοποίησης του έργου. Ο Κ προσδοκούσε, όλως αβασίμως και χωρίς ποτέ τα αρμόδια όργανα της εργολάβου (ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ) να τον έχουν διαβεβαιώσει σχετικά, ότι παρότι ζητήθηκε η έγκριση του επενδυτικού έργου της επιχείρησης που εκπροσωπούσε (ΑΦΟΙ Χ) με προϋπολογισμό 526.000 ευρώ και τελικά εγκρίθηκε προϋπολογισμός 503.000 ευρώ με συμμετοχή της επιχείρησης (ΑΦΟΙ Χ) 50% (251.500 ευρώ), θα μπορούσε στη συνέχεια να ζητήσει μείωση του προϋπολογισμού στις 300.000 ευρώ και να λάβει την επιχορήγηση των 150.000 ευρώ, δηλαδή το ήμισυ του προϋπολογισμού της επένδυσης, πριν η επιχείρηση (ΑΦΟΙ Χ) καταβάλλει το δικό της ποσοστό συμμετοχής στην επένδυση, δηλαδή το έτερο ήμισυ αυτού, μέρος του οποίου (25%) σκόπευε να λάβει από επιχειρηματικό δάνειο που θα ζητούσε να της χορηγηθεί από Τράπεζα ή άλλο πιστωτικό οργανισμό.

Δηλαδή, ενώ η εταιρία ΑΦΟΙ Χ πρότεινε επενδυτικό σχέδιο της τάξεως των 526.000 ευρώ, με προοπτική να επιχορηγηθεί η επένδυση κατά το ήμισυ (263.000 ευρώ) από το Γ' ΚΠΣ και το Ελληνικό Δημόσιο και να υλοποιηθεί το επενδυτικό σχέδιο με συμμετοχή κεφαλαίων της εταιρίας ΑΦΟΙ Χ του έτερου μισού του προϋπολογισμού (263.000 ευρώ), εν συνεχεία πίστεψε, μέσω του νομίμου εκπροσώπου της, ότι η συμμετοχή της θα εξαντλούνταν με την εκ μέρους της καταβολή κεφαλαίου 75.000 ευρώ περίπου.

Μάλιστα, το εν λόγω ποσό σκόπευε να διαθέσει για την προμήθεια ενός μηχανήματος, αξίας 74.000 ευρώ (25.215.500 δραχμές), το οποίο η εταιρία ΑΦΟΙ Χ ισχυρίζεται ότι ενόψει της επιχορηγήσεως που θα λάμβανε το αγόρασε, χωρίς, όμως και να αποδεικνύει την εν λόγω αγορά. Όταν, τον Αύγουστο του 2003, η παραπάνω εταιρία διαπίστωσε μέσω του νομίμου εκπροσώπου της ότι για την υλοποίηση του επενδυτικού της σχεδίου δεν ήταν δυνατό να περιοριστεί ο εγκεκριμένος προϋπολογισμός των 503.000 ευρώ στο ποσό των 300.000 ευρώ και ότι για να λάβει την άνω επιχορήγηση θα έπρεπε να προκαταβάλει το ποσό των 251.500 ευρώ, μεταμελήθηκε δια των αρμοδίων οργάνων της, τα οποία αποφάσισαν τη μη υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου.

Η εργολάβος (ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ) ζήτησε σχετικές εξηγήσεις, εφόσον ενδιαφέρονταν να ολοκληρωθεί το αναληφθέν από αυτή έργο και να εισπράξει την αμοιβή της, η εργοδότρια (ΑΦΟΙ Χ) δε επικαλέστηκε οικονομική αδυναμία και απέρριψε κάθε περαιτέρω μεταξύ τους συνεργασία. Με τον τρόπο αυτό η εργοδότρια κατήγγειλε την μεταξύ αυτής και της εργολάβου συναφθείσα σύμβαση έργου, από λόγους που ανάγονται σε επιλογές της εργοδότριας, αντίθετες με τις συμβατικές της υποχρεώσεις και το περιεχόμενο του επενδυτικού σχεδίου που υπέβαλε στο Υπουργείο Γεωργίας και όχι λόγω εξαπάτησης της από την εργολάβο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται.

Ως εκ τούτου, δεν δικαιούται έναντι της εργολάβου σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αλλά αντίθετα, υποχρεούται να καταβάλει στην εργολάβο (ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ) το σύνολο της οφειλόμενης από τη σύμβαση έργου αμοιβής (ΑΚ 700). Η αμοιβή της τελευταίας ανέρχεται, με βάση τη συμφωνία των διαδίκων, στο ποσό των (14.673,50 + {503.000 Χ 6% = 30.180} = 44.853,50 ευρώ.

Από το ποσό αυτό η εργοδότρια κατέβαλε στην εργολάβο, ως προκαταβολή το ποσό 11.738,80 ευρώ, ενώ εξακολουθεί να της οφείλει το ποσό των 33.114,70 ευρώ, το οποίο αρνείται να καταβάλει και πρέπει να υποχρεωθεί προς τούτο δικαστικώς". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το περιεχόμενο της συμβάσεως, που οι διάδικες εταιρίες συνήψαν μεταξύ τους, και με την παροχή που δι' αυτής ανέλαβε κάθε πλευρά, καθώς και για την πρόωρη λύση της συμβάσεως, με καταγγελία αυτής από την αναιρεσείουσα εργοδότρια, και για την υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει στην αντίδικό της το οφειλόμενο υπόλοιπο του εργολαβικού ανταλλάγματος.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο όγδοος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), με τον οποίο - κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του - υποστηρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω:

1 )Προβάλλεται αορίστως ο τρίτος αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο στέρησε την αναιρεσείουσα από "το δικονομικό δικαίωμά της να παρουσιασθεί δια του νομίμου εκπροσώπου δικηγόρου της Σωτηρίου Κατσαρού και να καταθέσει προτάσεις", αφού παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ για την θεμελίωση του, δεν είναι σαφές ποιο νομικό σφάλμα προσάπτεται δι' αυτού στην προσβαλλόμενη απόφαση.

(2) Προβάλλεται απαραδέκτως ο τέταρτος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ) λόγος, με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι η αγωγή, που είχε ασκήσει κατά της αναιρεσειούσης η αντίδικος της εταιρία, έπρεπε να απορριφθεί λόγω αοριστίας του δικογράφου της. Τούτο δε, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν ο σχετικός ισχυ-ρισμός είχε προβληθεί στο πρωτοβάθμιο ουσιαστικό δικαστήριο, η απόφαση του οποίου θεωρείται - όπως προεξετέθη - ενσωματωθείσα στην απόφαση του Εφετείου (που εκδόθηκε ερήμην της εκκαλούσης - αναιρεσειούσης).

(3) Προβάλλεται αορίστως ο πέμπτος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος, σύμφωνα με τον οποίο το "Δικαστήριο δέχθηκε ψευδώς ότι η αναιρεσείουσα πρότεινε επενδυτικό σχέδιο της τάξεως των 526.000 ευρώ ... και τελικά εγκρίθηκε προϋπολογισμός 503.000 ευρώ". Τούτο δε, διότι δεν είναι σαφές ποια είναι η ουσιώδης παραδοχή του Δικαστηρίου, που φέρεται ότι δεν είχε προβληθεί από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη εταιρία με αντίστοιχο αγωγικό ισχυρισμό. Σημειώνεται ότι η αναιρεσίβλητος είχε ζητήσει να της επιδικασθεί, ως συμφωνημένη ποσοστιαία αμοιβή επί ποσού 503.000 ευρώ που αποτελούσε "το σύνολο του προϋπολογισμού του επενδυτικού έργου" (βλ.σελ.6 της αγωγής), πράγμα που το Δικαστήριο δέχθηκε ως βάσιμο.

(4) Είναι αβάσιμος ο έκτος λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψιν συγκεκριμένο έγγραφο (εξώδικη δήλωση) που η αναιρεσείουσα είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει. Τούτο δε, διότι από τη διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση του Δικαστηρίου, ότι, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψιν (και) "όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Πρωτοδικείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο.

(5) Προβάλλεται αορίστως ο έβδομος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) λόγος, σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 147, 149, 155, 157, 330, 914, 937, 361, 681, 689, 541 ΑΚ, των άρθρων 273, 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και των άρθρων 27 παρ. 1 και 386 παρ. 1 ΠΚ. Τούτο δε, διότι δεν είναι σαφές ποιο συγκεκριμένο νομικό σφάλμα αποδίδεται στην απόφαση.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Νοεμβρίου 2008 αίτηση της εταιρίας "Αφοί Χ - ΑΕ - Ψυγεία - Επεξεργασία Τροφίμων" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4643/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Σεπτεμβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ