Supreme Court partially allows appeal for partial failure to adjudicate full claim under Article 559(9)(c) of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially overturned the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute over unpaid wages. The appellant argued the lower court erred by adjudicating only a portion of her total claim rather than the full amount requested. The court found that by ruling on only part of the request, the appellate court failed to fully resolve the dispute, constituting a procedural violation under Article 559(9)(c) of the Civil Procedure Code. Consequently, the decision was remanded to the same court for a complete trial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331, 559(9)(c) of the Civil Procedure Code: An appellate court commits a procedural error if it adjudicates only part of a plaintiff's claim instead of the full amount, thereby failing to definitively resolve the legal dispute and violating the principle of finality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1394 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1394/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΛΑΪΚΟ", (Ν.Π.Δ.Δ.), νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2927/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 7938/1999 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1684/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 9275/2002 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/7/2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 12/2/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Μάριου-Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν απ' αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε ή Δ.Α, το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζεται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν ενόψει, της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Έτσι, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε ή Δ.Α μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ.
Α.Π. 10/2002). Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ. του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίσθηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη-εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενη αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της υπ' αριθ. 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17.663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δε μπορεί να είναι μικρότερο από τα κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).
Το νομικό καθεστώς των ως άνω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17.853/1989 και ίσχυε από 1-7-1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν με το Ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων, που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.
Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ' αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.
Α.Π. 10/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εργάζεται από 1-3-1972 στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, ως καθαρίστρια, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που τη 1-10-1972 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου και ότι με τις υπ' αριθ. 4509/1990, 8145/1993 και 6285/1997 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκαν επί προηγουμένων αγωγών της για επιδίκαση σ' αυτή μισθολογικών διαφορών των χρονικών διαστημάτων από 1-1-1985 έως 31-10-1988, από 1-11-1988 έως 30-9-1991 και από 1-1-1989 έως 31-10-1993 αντίστοιχα, κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας αυτής διέπεται από τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις και μετά τη 1-7-1988, που ίσχυσε η άνω ΕΣΣΕ και της επιδικάσθηκαν έτσι μισθολογικές διαφορές για τη συνήθη εργασία της των προαναφερομένων χρονικών διαστημάτων και για την εργασία της κατά τις Κυριακές και τις αργίες του χρονικού διαστήματος από 1-1-1989 έως 30-9-1993 με βάση τις ΔΑ 42/1981, 74/1982 και τις ισχύουσες κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα ΕΓΣΣΕ, στις οποίες παραπέμπει ο όρος 28 της πρώτης ΔΑ.
Ακολούθως, με την ένδικη από 17-6-1996 αγωγή της ζήτησε η αναιρεσείουσα να της καταβάλει το αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο μισθολογικές διαφορές για τη συνήθη εργασία της του χρονικού διαστήματος από 1-11-1993 έως 31-5-1996 και την εργασία της κατά τις Κυριακές και τις αργίες του χρονικού διαστήματος από 1-10-1993 έως 31-5-1996, καθώς και για την εργασία της κατά τη νύκτα του χρονικού διαστήματος από 1-1-1991 έως 31-5-1996, που προκύπτουν από την αυτή ως άνω ιστορική και νομική αιτία.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε κατ' αρχήν η υπ' αριθ. 7938/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την απέρριψε ως αόριστη, λόγω μη αναφοράς στο οικείο δικόγραφο των προϋποθέσεων εφαρμογής της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και ειδικότερα, του μισθολογικού κλιμακίου, στο οποίο εντάχθηκε η αναιρεσείουσα, για τον προσδιορισμό του μισθού και των σχετικών επιδομάτων, που δικαιούται βάσει αυτής και των μεταγενεστέρων ΣΣΕ για το επίδικο από 1-10-1993 έως 31-5-1996 χρονικό διάστημα.
Η εν λόγω απόφαση αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 1684/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, που έκρινε ότι η αγωγή, ανεξάρτητα από τη νομιμότητά της ή μη, έχει χαρακτήρα από το προϊσχύσαν μισθολογικό καθεστώς και γι' αυτό είναι επαρκώς ορισμένη, αφού περιέχει και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως εφαρμοστέες στην περίπτωσή της διατάξεις, που διείπαν το μισθολογικό καθεστώς του προσωπικού των νοσοκομείων πριν από την εφαρμογή της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ.
Μετά ταύτα παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού προηγουμένως έκρινε, όπως προκύπτει με σαφήνεια από το περιεχόμενό της, ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, δέχθηκε στη συνέχεια ότι το νομοθετικό καθεστώς, που κρίθηκε με τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις ότι ρύθμιζε τις αποδοχές της αναιρεσείουσας μέχρι τις 31-10-1993, παρέμεινε αναλλοίωτο μέχρι το τέλος του έτους 1993, που εξακολούθησε να ισχύει η από 9-6-1993 ΕΓΣΣΕ - με βάση την οποία υπολογίσθηκαν οι αξιώσεις αυτής από 1-1-1993 έως 31-12-1993 - ενώ από 1-1-1994 ίσχυσε η από 21-3-1994 ΕΓΣΣΕ, την οποία επικαλείται και η αναιρεσείουσα για τον προσδιορισμό των αποδοχών της μετά τη 1-1-1994 και με την οποία μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, που ίσχυε προηγουμένως.
Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο όρος 28 της Δ.Α 42/1981 παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από τις ΕΓΣΣΕ, αφού η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη με νέα ΕΓΣΣΕ μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων, που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη έννομη σχέση έννομες συνέπειες.
Συνεπώς, οι προεκδοθείσες τελεσίδικες αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις της αναιρεσείουσας του χρονικού διαστήματος από 1-1-1994 έως 31-5-1996. Αντίθετα παράγουν δεδικασμένο α)για το χρονικό διάστημα από 1-1-1991 έως 31-12-1993, καθόσον αφορά την αμοιβή της αναιρεσείουσας για την εργασία της κατά τη νύκτα και β)για το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως 31-12-1993, καθόσον αφορά την αμοιβή αυτής για τη συνήθη εργασία της και εκείνη κατά τις Κυριακές και τις αργίες.
Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 2926/2001 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της από 17-7-1998 μεταγενέστερης της κρινόμενης αγωγής της αναιρεσείουσας, με την οποία ζήτησε την επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για τη συνήθη εργασία της και εκείνη κατά τις Κυριακές και τις αργίες, τη νόμιμη υπερωριακή απασχόλησή της και την εργασία της κατά τη νύκτα του χρονικού διαστήματος από 1-6-1996 έως 30-6-1998, διότι η απόφαση αυτή αναφέρεται σε μεταγενέστερο από το επίδικο χρονικό διάστημα και σε μεταγενέστερο νομοθετικό καθεστώς.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί προς την αναιρετική 1684/2001 απόφαση και δεν δέχθηκε παρά το νόμο ότι από τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις δεν απορρέει δεδικασμένο για τις αγωγικές αξιώσεις της αναιρεσείουσας του χρονικού διαστήματος από 1-1-1994 έως 31-5-1996, αφού οι πρώτες αποφάσεις εφάρμοσαν διατάξεις του νομικού καθεστώτος που ίσχυε μέχρι τις 30-6-1988 και στο οποίο περιλαμβάνονται και εκείνες της ΔΑ 42/1981 και των ΕΓΣΣΕ, το δε νομοθετικό αυτό καθεστώς - που έγινε εσφαλμένα δεκτό ότι είχε εφαρμογή για τις αποδοχές της αναιρεσείουσας μέχρι τις 31-10-1993 - δεν μεταβλήθηκε μέχρι και τις 31-12-1993, αφού και κατά το διάστημα αυτό συνέχιζε να ισχύει η ΕΓΣΣΕ της 9-6-1993, ενώ μεταβλήθηκε αυτό από 1-1-1994, οπότε ίσχυσε η από 21-3-1994 και στη συνέχεια η από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ.
Επομένως, οι σχετικοί πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του και τρίτος, κατά το τέταρτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 16 Κ.Πολ.Δ λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι προσδιορίζεται μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, που πρότεινε νόμιμα η αναιρεσείουσα για το δεδικασμένο, το οποίο απορρέει από τις ως άνω 4509/1990, 8145/1993. 6285/1997 και 29261/2001 τελεσίδικες αποφάσεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού το εφετείο, όπως προεκτέθηκε, έλαβε υπόψη του σχετικούς ισχυρισμούς της και τους απέρριψε.
Εξάλλου, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τη μεταβολή του νομικού καθεστώτος της ΔΑ 42/1981 με τις ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 21-3-1994 και 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ, χωρίς να προταθεί τούτο από το αναιρεσίβλητο.
Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι είναι αβάσιμος, αφού το αναιρεσίβλητο πρότεινε την επελθούσα νομική μεταβολή, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η μεταβολή αυτή δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., ώστε να λαμβάνεται υπόψη μόνο κατόπιν προτάσεως αυτής από τους διαδίκους.
Τέλος, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αμείβεται με βάση το προηγούμενο της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 ΔΑ και των οικείων ως άνω από 21-3-1994 και 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, γιατί δεν πρόκειται για έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Ολ.
Α.Π. 1/1999).
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται, προεχόντως, κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, όπως είναι η αγωγή, ανταγωγή κ.λ.π.
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή της ότι οι νόμιμες αποδοχές της, κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1993 έως 31-12-1993 ανέρχονταν στο ποσό των 557.530 δραχμών μηνιαίως και συνολικώς στο ποσό των 1.785.955 δραχμών, συνυπολογιζομένων του επιδόματος των εορτών Χριστουγέννων και της αναλογίας επ' αυτού του επιδόματος άδειας.
Το Εφετείο όμως, ενώ έκρινε ότι αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δικαιούταν για το άνω χρονικό διάστημα το ποσό που προαναφέρθηκε (δηλ. 1.785.955 δρχ.) και το οποίο ζητούσε με την αγωγή της, τελικώς εδίκασε μέρος από το συνολικό αίτημα και δη μόνο τις μηνιαίες αποδοχές των 557.530 δρχ. τις οποίες δέχθηκε και από τις αφαίρεσε το ποσό των 492.531 δραχμών που το αναιρεσίβλητο είχε καταβάλλει για το άνω διάστημα, επιδικάζοντας, έτσι, στην αναιρεσείουσα για την αιτία αυτή το υπόλοιπο ποσό από 64999 δραχμές (557530-492531).
Έτσι το Εφετείο εδίκασε μέρος και όχι όλο το αίτημα αυτό της αγωγής και ως εκ τούτου, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως ο πέμπτος λόγος, μέρος πρώτο, από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, αληθώς όμως από τον αρ. 9 πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατόπιν τούτων πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που με αυτή επιδικάστηκαν στην αναιρεσείουσα, για την παροχή της συνήθους εργασίας της κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1993 μέχρι 31-12-1993, 64999 δραχμές και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, προς περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο, όμως, από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά ένα μέρος την 9275/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ