Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment on liability and damages in a workplace accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company and individuals against a labor court judgment awarding damages to a former employee. The court found the appellant's arguments regarding the employee's lack of training and the excessive compensation amount to be legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 932 of the Civil Code; Article 176 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a labor court judgment on liability and damages is dismissed if the appellate court finds the lower court's assessment of facts and the amount of compensation within its discretionary limits and not arbitrary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1393 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1393/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Mαΐου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "S. B. Α. Α..Ε..", που εδρεύει στο ….και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., και 3) Γ. Β. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Τ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αμπατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2016 του ίδιου Δικαστηρίου, 190/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 834/2019 του Δικαστηρίου τούτου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 385/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8-11-2021 και με αριθ. κατ. 47/9-11-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 385/6-9-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, ως δικαστηρίου της παραπομπής, μετά την έκδοση της με αριθ. 834/12-7-2019 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προηγουμένως εκδοθείσα με αριθ. 190/2018 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου από 17-11-2014 και με αριθ. κατ. 531-3421/17-11-2014 αγωγή ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας προσλήφθηκε το Σεπτέμβριο 1999 από την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, προκειμένου να εργασθεί ως βοηθός χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, ενώ από το έτος 2010 εργαζόταν καθ' υπόδειξη του δευτέρου εναγομένου, ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, ως χειριστής αντλίας μπετόν και οδηγός βαρέλας έχοντας αποκτήσει άδεια χειριστή μηχανημάτων κατηγορίας Γ'.
Ότι στις 22-7-2011 εργαζόταν στο εργοτάξιο παραγωγής σκυροδέματος της πρώτης εναγομένης και χειριζόταν, κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο, ένα ελαστιχοφόρο φορτωτή μάρκας CATERPILLAR τύπου 950 c, κατόπιν εντολής του δευτέρου εναγομένου, καθώς και του τρίτου εναγομένου, ήδη τρίτου αναιρεσείοντος, που εκτελούσε καθήκοντα υπεύθυνου του εργοταξίου, παρότι οι τελευταίοι γνώριζαν ότι δεν διέθετε τη σχετική άδεια χειριστή για τη συγκεκριμένη κατηγορία μηχανημάτων.
Ότι κατά την εκτέλεση της εργασίας του, από υπαιτιότητα των εναγομένων-αναιρεσειόντων, που δεν είχαν λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας, συνέβη το περιγραφόμενο στην αγωγή εργατικό ατύχημα, που είχε ως αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του, εξαιτίας του οποίου υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση.
Ζήτησε δε, κατόπιν παραδεκτού μερικού περιορισμού του αιτήματός του, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, για την παραπάνω αιτία, εις ολόκληρον ο καθένας, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 50.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να του καταβάλουν, για την ίδια αιτία, το ποσό των 99.955 ευρώ.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου, με τη με αριθ. 169/30-12-2016 οριστική απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον ενάγοντα το ποσό των 49.955 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν την από 21-2-2017 και με αριθ.
κατ. 5/23-2-2017 έφεση, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με τη με αριθ. 190/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν την από 18-6-2018 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 834/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή αναιρέθηκε η, ως άνω, απόφαση για τον από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο και, ειδικότερα, διότι από την (εκεί) προσβαλλόμενη απόφαση δεν καθίστατο αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τη με αριθ. 502/2017 αθωωτική απόφαση του Μονομελούς πλημμελειοδικείου Αιγίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Με την προσβαλλόμενη με αριθ. 385/2021 απόφαση το Μονομελές Εφετείο Πατρών, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την, ως άνω, από 21-2-2017 έφεση κατά της με αριθ. 169/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16§1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι` αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης ο εργαζόμενος που υπέστη βλάβη της υγείας του σε ατύχημα που επήλθε κατά την παροχή της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του ή των προστηθέντων απ` αυτόν προσώπων (άρθρ. 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης, συνεπεία της οποίας επήλθε αιτιωδώς η ζημία (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 88/2018).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.
Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα το οποίο και επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση από το δικαστήριο της ουσίας περί της συνδρομής ή μη του στοιχείου της αιτιώδους συνάφειας, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος, ειδικότερα, κρίνει αν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1385/2015, ΑΠ 81/2013).
Αντίθετα η κρίση από το δικαστήριο της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη πράγματι αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 1787/2014). Περαιτέρω, πταίσμα κατά τα ανωτέρω θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την υποχρέωση προστασίας της ασφάλειας των εργαζομένων.
Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη θεμελιώνεται τόσο στη γενική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ, που καθιερώνει τη γενική υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας, όσο και κυρίως στις διατάξεις της ειδικής εργατικής νομοθεσίας (ΑΠ 139/2014). Σε αυτές περιλαμβάνονται οι διατάξεις του ΠΔ 31/1990 [ΦΕΚ Α11] (όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 14 παρ 3 του ΠΔ 113/2012), σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του οποίου (δικαιούχοι επίβλεψης-συντήρησης-χειρισμού) "Κανείς δεν μπορεί να ασκεί υπεύθυνη επίβλεψη λειτουργίας, ούτε να χειρίζεται ή να ενεργεί τη συντήρηση κάθε κινητού ή μεταθετού μηχανήματος ή μηχανήματος επί αυτοκινήτου με κινητήρια θερμική μηχανή ισχύος από (17) ίππους και πάνω και συνολική ισχύ των ηλεκτροκινήτων από (15) ίππους και πάνω εάν δεν είναι εφοδιασμένος με αντίστοιχη άδεια μηχανοδηγού-χειριστού που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Διατάγματος".
Περαιτέρω, στις προαναφερόμενες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας εντάσσονται ο ν. 1568/1985 "περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων" (ΦΕΚ Α 117) και το ΠΔ 17/1996 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391/ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ" (ΦΕΚ Α 11), όπου προβλέπεται ότι ο εργοδότης πρέπει να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παρευρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα (άρθρο 32 περ.
Α' παρ. 1 του Ν. 1568/1985), να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας (άρθρο 32 περ. Α' παρ. 3 του Ν. 1568/1985 και άρθρο 7 παρ. 6γ του Π.Δ. 17/1996) και να καθορίζει τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ληφθούν (άρθρο 8 παρ. 1β του Π.Δ.17/1996). Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθ. 3 παρ. 1 και 2 ΠΔ 105/1995 (ΦΕΚ Α 67) ο εργοδότης πρέπει να προβλέπει και να εξασφαλίζει την ύπαρξη σήμανσης ασφαλείας, σε κάθε περίπτωση, όμως, η σηματοδότηση ασφαλείας στον χώρο εργασίας δεν υποκαθιστά ή περιορίζει την λήψη των αναγκαίων κάθε φορά μέτρων προστασίας των εργαζομένων (ΑΠ 874/2015 ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία. Κατά το άρθρο 926 εδ. α ΑΚ " αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις άδικες πράξεις του προστηθέντος, εις ολόκληρον με αυτόν, εφόσον τελέσθηκαν είτε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί βάσει σύμβασης (μίσθωσης εργασίας, εντολής κλπ) είτε επ' ευκαιρία ή εξ' αφορμής της υπηρεσίας, ακόμη δε και κατά κατάχρηση αυτής γενόμενες, εφόσον μεταξύ ζημιογόνου ενέργειας και υπηρεσίας υπάρχει αιτιώδης συνάφεια.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 71 ΑΚ, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον".
Περαιτέρω με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία ωστόσο και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).
Εξ άλλου η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 412/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της διάταξης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, λόγω δε των ελλείψεων στην εκτίμηση των αποδείξεων προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1480/2021, ΑΠ 491/2019).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 1420/2013). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 343/2017).
Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010), ενώ το γεγονός ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε σε συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι τούτο έχει και η μη ρητή αξιολόγηση και σύγκρισή του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 855/2022). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Για τη βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για τη μη λήψη υπόψη ή τη συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία αυτό έπρεπε να λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 836/2019, ΑΠ 720/2019). Όταν πρόκειται ειδικά για αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό αδίκημα, υποχρεούται, χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο και να συνεκτιμήσει την αθωωτική απόφαση, υποπίπτοντας σε αντίθετη περίπτωση, στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, δεν υποχρεούται όμως να καταλήξει στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα με την αθωωτική ποινική απόφαση και, κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος αποφεύγοντας μόνο λέξεις ή εκφράσεις με τις οποίες τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 1350/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων και με τη βεβαίωση ότι έλαβε υπόψη και "όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους μετ' επικλήσεως έγγραφα, για κάποια από τα οποία γίνεται ειδική μνεία κατωτέρω χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά......τα έγγραφα της σχηματισθείσας οικείας ποινικής δικογραφίας και των σχετικών ποινικών αποφάσεων...", δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων ήδη εφεσίβλητος προσλήφθηκε αρχικά το έτος 1999 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την πρώτη εναγομένη ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο δεύτερος εναγόμενος ήδη δεύτερος εφεσίβλητος, η οποία έχει αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή έτοιμου σκυροδέματος και απασχολήθηκε ως βοηθός χειριστή αντλίας έως το 2001.
Το έτος 2004 ο ενάγων επαναπροσλήφθηκε από την ως άνω ανώνυμη εταιρία, με την ίδια ειδικότητα και στις 18-3-2010 απέκτησε την υπ' αριθ. ….άδεια μηχανοδηγού χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων με κινητήρια θερμική μηχανή, η οποία εκδόθηκε από τη Ν.Α. Αχαϊας/Διεύθυνση Βιομηχανίας με αριθ. αδείας ... για μηχανήματα Γ' ομάδας......Α'τάξης (από 301 ΗΡ και άνω), όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2 του π.δ. 22/1976 "Περί επιβλέψεως της λειτουργίας και συντηρήσεως μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων (ΦΕΚ 6/12-1-1976), όπως αντικ.
από το π.δ. 31/1990 (ΦΕΚ 11Α/5-2-1990). Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τον από 5-5-2011 πίνακα προσωπικού και ωρών εργασίας (ο οποίος είναι συνημμένος στην υπ' αριθ. πρωτ. 2367/112/21-10-2011 έκθεση αυτοψίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας-Περιφερειακού Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου Δ. Ελλάδος) ο ενάγων εργαζόταν ως βοηθός χειριστή Μ.Ε.
Η εταιρία μεταξύ των λοιπών μηχανημάτων διέθετε το με αριθ. κυκλοφ. ... μηχάνημα-φορτωτή, τύπου CATERPILLAR 950, το οποίο κατά την επίδικη περίοδο δεν ήταν ασφαλισμένο. Ο συγκεκριμένος φορτωτής, όπως αποδεικνύεται από την άδεια κυκλοφορίας του, ανήκει στην ομάδα Ε' μηχανημάτων του ως άνω ΠΔ. Ως εκ τούτων ο ενάγων, ο οποίος είχε προσληφθεί για την ως άνω ειδικότητα και διέθετε την προαναφερόμενη άδεια χειριστή άλλης κατηγορίας μηχανημάτων, δεν είχε τη νόμιμη δυνατότητα να χειρίζεται τον συγκεκριμένο φορτωτή και σε περίπτωση χειρισμού του έπρεπε να επιβλέπεται και να παρακολουθείται για κάθε ενέργειά του, πολλώ δε μάλλον για την παραγωγή έργου στην εταιρία, από αδειούχο χειριστή αντίστοιχης κατηγορίας, τάξης και ομάδας (Ε') στην οποία ανήκει ο ως άνω φορτωτής.
Υπάλληλος της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, ο οποίος διέθετε την αντίστοιχη άδεια χειρισμού του συγκεκριμένου μηχανήματος-φορτωτή, ήταν ο N. G. του T., ο οποίος ήταν ο μόνος ο οποίος σύμφωνα με τις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις νομιμοποιούνταν να το χειρίζεται. Παρά ταύτα όμως ο δεύτερος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης εταιρίας και εργοδότης του ενάγοντος, όταν έλειπε ο N. G.
από την εταιρία και προκειμένου να μην σταματά η παραγωγή σκυροδέματος, υποχρέωνε τον ενάγοντα να εκτελεί έργο (τροφοδοσία χοάνης της μονάδας παραγωγής σκυροδέματος με αδρανή υλικά) χρησιμοποιώντας το ως άνω μηχάνημα-φορτωτή. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων και συνομολογούνται από τους εναγόμενους, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι δεδομένου ότι ο ενάγων διέθετε την προαναφερόμενη άδεια μηχανοδηγού χειριστή μηχανημάτων Γ ομάδας, ήταν απόλυτα ικανός να χειρίζεται και το επίδικο μηχάνημα - φορτωτή, το οποίο ανήκε στην Ε' ομάδα (φορτωτές, μπολτόζες, και τορνατόζες παντός τύπου) και του οποίου τον χειρισμό γνώριζε πολύ καλά λόγω της τακτικής εκτέλεσης του ανωτέρω έργου με αυτό.
Χρέη υπεύθυνου επιβλέποντος του εργοταξίου, όταν απουσίαζε το δεύτερος εναγόμενος, εκτελούσε πάντοτε ο τρίτος εναγόμενος. Έτσι, στις 22.7.2011 και ώρα 10.00 π.μ. περίπου, ο ενάγων εργαζόταν στο εργοτάξιο παραγωγής σκυροδέματος της εναγόμενης εργοδότριας εταιρείας. Δεδομένου ότι κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα έλειπε από το εργοτάξιο ο N. G., γεγονός το οποίο συνομολογεί τόσο ο ίδιος, όσο και οι εναγόμενοι και οι μάρτυρες ανταπόδειξης, και κατόπιν εντολής του τρίτου των εναγόμενων, ως υπεύθυνου του εργοταξίου την ημέρα εκείνη για την ανάθεση των εργασιών σε αυτό (καθώς απουσίαζε από το εργοτάξιο ο δεύτερος εναγόμενος), ο ενάγων χειριζόταν τον ως άνω φορτωτή, ιδιοκτησίας της πρώτης των εναγομένων, προκειμένου να εκτελεί το προαναφερόμενο έργο για την τροφοδοσία της χοάνης.
Ο φορτωτής είχε πλάτος 2,65 μ., μήκος 6,70 μ., ύψος 3,10 μ. και βάρος 22 τόνων. Παρά δε το γεγονός ότι αμφότεροι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων γνώριζαν ότι ο ενάγων δεν διέθετε την προαναφερόμενη απαιτούμενη για τον χειρισμό του φορτωτή νόμιμη άδεια και εργαζόταν στην εταιρεία ως βοηθός χειριστή αντλίας, με διαφορετικά δηλαδή καθήκοντα, του ανέθεταν τακτικά τον χειρισμό του συγκεκριμένου μηχανήματος, γεγονός το οποίο έλαβε χώρα και εκείνη την ημέρα, και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε εποπτεία ή καθοδήγηση, καθόσον κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν βρισκόταν και δεν εργαζόταν στο εργοτάξιο, εν γνώσει του τρίτου εναγομένου, ο ως άνω νόμιμος χειριστής του φορτωτή, ενώ, επίσης, δεν συνέδραμε άλλος τον ενάγοντα στην ανωτέρω εργασία που του ανατέθηκε τη συγκεκριμένη ημερομηνία.
Ειδικότερα, ο ενάγων κατά την εν λόγω εργασία φόρτωνε αδρανή υλικά στον φορτωτή, διένυε με αυτόν 150 περίπου μέτρα και εναπόθετε τα υλικά στη χοάνη τροφοδοσίας του συγκροτήματος παραγωγής σκυροδέματος της πρώτης εναγομένης, στη συνέχεια επέστρεφε στο σημείο φόρτωσης με τον φορτωτή για να πραγματοποιήσει εκ νέου την ίδια διαδικασία.
Το υλικό ήταν αποθηκευμένο σε σωρούς, σε απόσταση περίπου 150 μέτρων (σε ευθεία διαδρομή) με ελαφρά ανηφορική κλίση από τη χοάνη τροφοδοσίας. Μέρος της διαδρομής προς τη χοάνη, μήκους περίπου 40 μέτρων, διανυόταν σε δρόμο με πλάτος 7 έως 8 μέτρα. Αποτέλεσμα της ανηφορικής κλίσης ήταν να δημιουργείται εκατέρωθεν του δρόμου πρανές που έφτανε σε ύψος τα 2.30 μ.
στο σημείο της χοάνης. Ελλείψει επαρκούς για την αναστροφή του φορτωτή χώρου στο σημείο της εκφόρτωσης, ο φορτωτής, αφού εναπόθετε τα υλικά στη χοάνη, κατερχόταν στον επικλινή δρόμο με οπισθοπορεία, έως το σημείο που έσβηνε η κλίση και υπήρχε πλάτωμα για ελιγμούς. Σε μία από τις διαδρομές του ενάγοντος τη συγκεκριμένη ημέρα, κατά την επιχείρηση της οπισθοπορείας, κενός φορτίου, ο φορτωτής που οδηγούσε ο ενάγων εξετράπη της πορείας του και έπεσε από ύψος περίπου 2 μέτρων στο βάθος του πρανούς που βρισκόταν στο αριστερό άκρο του δρόμου, όπως ευκρινώς αποτυπώνεται στις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στην προαναφερόμενη έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν οι υπάλληλοι του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
Με την πτώση του φορτωτή, ο ενάγων έπεσε από τη θέση του χειρισμού στο έδαφος και έχασε τις αισθήσεις του. Διακομίστηκε αναίσθητος στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "Ο Άγιος Ανδρέας" και εισήχθη διασωληνωμένος στη μονάδα της εντατικής θεραπείας ως πολυτραυματίας. Σύμφωνα με τη διάγνωση των θεραπόντων ιατρών, από τη πτώση ο εναγών υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με υποσκληρίδιο αιμάτωμα αριστερά και σύνοδο αιμορραγική θλάση βρεγματικά, θλάση ήπατος, κάταγμα βραχιονϊου και κάταγμα λαβής στέρνου.
Παρέμεινε διασωληνωμένος μέχρι τις 4.8.2011. Η νοσηλεία του συνεχίστηκε μέχρι τις 16.8.2011, οπότε διακομίσθηκε στη Νευροχειρουργική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών, όπου και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι της 18.8.2011. Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στη χειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Αίγιου, από όπου εξήλθε στις 20.8.2011.
Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, ο ενάγων παρέμεινε κλινήρης για διάστημα πέντε μηνών, ενώ και μετά το διάστημα αυτό συνέχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας με αποτέλεσμα να παραμείνει εκτός εργασίας συνολικά για διάστημα έντεκα μηνών έως τον Ιούλιο του 2012. Σύμφωνα με τα ευρήματα της αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, στην οποία υποβλήθηκε τρία περίπου έτη μετά τον τραυματισμό του, ήτοι στις 27.6.2014, στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "Ο Άγιος Ανδρέας", αναγνωρίζεται υπόπυκνη αλλοίωση στον αριστερό κροταφικό λοβό (άνω κροταφική έλικα), σε περιφερική υποφλοιώδη θέση με διαστάσεις περίπου 2X1 εκ., που δύναται να αποδοθεί στην κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη κατά τον τραυματισμό του.
Για τον ως άνω τραυματισμό του ενάγοντος, που οφείλεται σε βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας και αποτελεί εργατικό ατύχημα, υπαίτιοι από αμέλεια είναι τόσο ο δεύτερος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, η οποία συνακόλουθα ευθύνεται και η ίδια για τις πράξεις του (άρθρο 71 ΑΚ), όσο και ο τρίτος εναγόμενος, ως υπεύθυνος του εργοταξίου για την ανάθεση των εργασιών κατά την ημέρα του ατυχήματος, λόγω απουσίας του δεύτερου εναγομένου, και προστηθείς της πρώτης εναγομένης εργοδότριας εταιρίας (922 ΑΚ), για τις πράξεις του οποίου επίσης αυτή ευθύνεται παράλληλα, καθόσον ανέθεσαν στον ενάγοντα να αναλάβει τον χειρισμό του φορτωτή και να εκτελέσει τη μεταφορά αδρανών υλικών στη χοάνη τροφοδοσίας, ενώ γνώριζαν άτι δεν διέθετε την απαιτούμενη άδεια χειρισμού του μηχανήματος αυτού, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4 του ως άνω ΠΔ.
Ταυτόχρονα, παρέλειψαν να εξασφαλίσουν ότι ο ενάγων επιβλεπόταν κατά τον χειρισμό του φορτωτή και παρακολουθούταν κατά την εκτέλεση οποιοσδήποτε εργασίας με αυτόν (τον φορτωτή) από αδειούχο χειριστή αντίστοιχης κατηγορίας, τάξης και ομάδας στην οποία ανήκει το εν λόγω μηχάνημα (άρθρο 4 του ως άνω ΠΔ), όπως επισημαίνεται και στην προμνησθείσα έκθεση αυτοψίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας.
Ως εκ του αντικειμένου, δε, των εργασιών της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας παραγωγής σκυροδέματος συνάγεται, ότι η καθημερινή τροφοδοσία της χοάνης παραγωγής με αδρανή υλικά συνιστά βασική λειτουργία του εργοταξίου της με σκοπό την εξυπηρέτηση των πελατών της επιχείρησης.
Συνεπώς, δεν ευσταθεί στη βάσανο της λογικής ότι ο ενάγων, μόνος του, χωρίς σχετική εντολή ανάθεσης της συγκεκριμένης εργασίας από τον επιβλέποντα το εργοτάξιο κατά τον επίδικο χρόνο, ανέλαβε την φόρτωση και εκφόρτωση υλικών στη χοάνη τροφοδοσίας με τη χρήση του συγκεκριμένου φορτωτή. Ο ισχυρισμός δε των εναγομένων ότι ο ενάγων έπραξε αυτό μόνος του, χωρίς να ενημερώσει κανέναν, προκειμένου να εκπαιδευτεί στον χειρισμό του συγκεκριμένου μηχανήματος, ώστε μελλοντικά να λάβει τη σχετική άδεια γι' αυτό, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τον ισχυρισμό τους ότι γνώριζε πολύ καλά τη χρήση του καθώς γΓ αυτόν η εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας ήταν καθημερινή ρουτίνα.
Το γεγονός δε ότι το τελευταίο (τη γνώση χρήσης του μηχανήματος) συνομολογεί ο ίδιος ο ενάγων δεν αναιρεί την ευθύνη (αμέλεια) των εναγομένων ως προς την ανάθεση σε αυτόν της συγκεκριμένης εργασίας και την κατ' αποτέλεσμα πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, καθώς ο ενάγων, ως εργαζόμενος, και μάλιστα σε εταιρία η οποία κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα είχε προβεί σε περικοπή του χρόνου εργασιών των εργαζομένων της, και σε μείωση του προσωπικού της, δεν είχε την δυνατότητα να αρνηθεί την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, και μάλιστα για τυπικό λόγο (έλλειψη άδειας ικανότητας χειρισμού του επίδικου μηχανήματος), γιατί αυτό, όπως είναι αυτονόητο κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα είχε ως αποτέλεσμα τη δυσμενή του θέση στην εταιρία και την πιθανή απώλεια της εργασίας του.
Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, αποβλέποντας και άλλες φορές κατά το χρόνο απουσίας του, στην υποκατάσταση του εφοδιασμένου με την απαιτούμενη άδεια χειριστή φορτωτή της επιχείρησης N. G., ανέθεταν τακτικά στον ενάγοντα την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, γεγονός το οποίο έλαβε χώρα και τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων περί αυτόβουλης ενέργειας (οικείο πταίσμα) του ενάγοντος και μάλιστα χωρίς τη σχετική έγκρισή τους.
Επίσης, από την ίδια ως άνω έκθεση αυτοψίας αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι από αμέλεια παρέλειψαν να εξασφαλίσουν τη διαμόρφωση διαθέσιμου χώρου στο σημείο εκφόρτωσης που θα επέτρεπε στον φορτωτή να πραγματοποιεί αναστροφή, έτσι ώστε να μην υποχρεούται να επιστρέφει στο σημείο φόρτωσης με οπισθοπορεία, που καθιστά πιο δύσκολο το χειρισμό του εν λόγω μηχανήματος και μάλιστα από άτομο που δεν διέθετε και τη σχετική άδεια, όπως ο ενάγων.
Επιπλέον, δεν είχαν τοποθετήσει ούτε σχετική σηματοδότηση, ούτε κιγκλιδώματα ασφαλείας στο πρανές ώστε να αποτραπεί τυχόν πτώση οποιουδήποτε εργαζόμενου στο εργοτάξιο από ύψος 2 μέτρων περίπου. Από την επισκόπηση δε του σχεδιαγράμματος που προσαρτάται στην ως άνω έκθεση αυτοψίας προκύπτει η απώλεια ελέγχου του μηχανήματος από τον χειριστή του, καθώς παρά το πλάτος του δρόμου και τη δυνατότητα κίνησης οπισθοπορείας με ελαφρά καμπύλη στο μέσο αυτού, ο τελευταίος κινήθηκε ευθεία, έπεσε στο πρανές από την αριστερή πλευρά του, καθώς δεν υπήρχε κάποιο προστατευτικό εμπόδιο που θα ανέκοπτε την πορεία του, και ο ενάγων εκτινάχθηκε από τη θέση του καθίσματος του με αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του.
Η ως άνω λανθασμένη κίνηση του μηχανήματος θα είχε αποφευχθεί μετά βεβαιότητος αν ο ενάγων είχε εκπαιδευθεί στον χειρισμό του συγκεκριμένου φορτωτή και διέθετε την σχετική άδεια, καθώς κάθε μηχάνημα έχει διαφορετικές διαστάσεις, κανόνες και τρόπο χειρισμού. Ως εκ τούτων, ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο ενάγων γνώριζε και μπορούσε να χειρίζεται μεγαλύτερα μηχανήματα, καθώς διέθετε την προαναφερόμενη άδεια μηχανημάτων ομάδας Γ', πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς η συγκεκριμένη άδεια δεν προσδίδει άνευ ετέρου ικανότητα χειρισμού οποιουδήποτε μηχανήματος άλλης κατηγορίας, ούτε καλύπτει την ως άνω τυπική έλλειψη νομίμων παραστατικών για τον νόμιμο χειρισμό του συγκεκριμένου φορτωτή.
Συνεπώς, εάν οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων [ενν. δεύτερο και τρίτο των εναγομένων] για την αμελή συμπεριφορά των οποίων έχει αντικειμενική ευθύνη (άρθρα 922, 932 ΑΚ) η πρώτη εναγόμενη εργοδότρια εταιρία, είχαν επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια και δεν είχαν προβεί στις ανωτέρω ενέργειες και παραλείψεις, δεν θα είχε επέλθει το επίδικο εργατικό ατύχημα.
Αντιθέτως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι για τον επίδικο τραυματισμό του ευθύνεται αποκλειστικά ή σε ποσοστό 95% ο ίδιος ο ενάγων, και ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων (ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς το γεγονός ότι ο ίδιος δεν διέθετε την απαιτούμενη ως άνω άδεια ικανότητας χειρισμού του επίδικου μηχανήματος ήταν γνωστό στους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων (ενν.
δεύτερο και τρίτο των εναγομένων) νόμιμο εκπρόσωπο και προστηθέντα της πρώτης εναγομένης εργοδότριας εταιρίας) και από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε η αυθαίρετη εκ μέρους του χρήση του φορτωτή, ώστε να συμβάλει και αυτός με δική του υπαιτιότητα στον σοβαρό τραυματισμό του. Την ως άνω δικανική άποψη του παρόντος Δικαστηρίου δεν αναιρεί η επικληθείσα νομίμως και προσκομισθείσα από τους εναγόμενους υπ' αριθ. 502/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αγίου (ήδη τελεσίδικης δυνάμει της υπ' αριθ. 336/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου), με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι οι δεύτερος και τρίτος αυτών της αποδιδομένης σε αυτούς πράξεως της σωματικής βλάβης σε βάρος του ενάγοντος, και με την οποία κρίθηκε ότι ο τραυματισμός αυτού οφείλεται σε δική του αμέλεια κατά την οδήγηση του φορτωτή.
Και αυτό γιατί η έλλειψη της απαιτούμενης εκ του νόμου άδειας μηχανοδηγού χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων για μηχανήματα Ε' ομάδας, στην οποία περιλαμβάνεται ο επίδικος φορτωτής, κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο δεν δεσμεύεται από τις ως άνω ποινικές αποφάσεις, δεν δύναται να καλυφθεί από την άδεια μηχανοδηγού χειριστή μηχανημάτων Γ' ομάδας, την οποία διέθετε ο ενάγων, γεγονός το οποίο γνώριζαν αμφότεροι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων (νόμιμος εκπρόσωπος και προστηθείς, αντίστοιχα, της πρώτης εναγομένης εργοδότριας εταιρίας).
Παρά δε την ως άνω γνώση τους ανέθεταν κατ' επανάληψη την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου στον ενάγοντα, για την εκτέλεση του οποίου απαιτούνταν ο χειρισμός του επίδικου φορτωτή, για τον οποίο αυτός εν γνώση τους δεν διέθετε τη σχετική άδεια, κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας για την λειτουργία και τον χειρισμό των μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, με αποτέλεσμα εκ της αμελούς αυτής συμπεριφοράς τους να προκληθεί ο επίδικος σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος.
Η άποψη αυτή του παρόντος Δικαστηρίου επιρρωνύεται από την προαναφερόμενη έκθεση αυτοψίας των υπαλλήλων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, όπου σύμφωνα με το συμπέρασμά της το επίδικο ατύχημα οφείλεται είτε στην ξαφνική βλάβη των συστημάτων πέδησης ή κίνησης (γεγονός το οποίο κατόπιν της διενέργειας σχετικού τεχνικού ελέγχου δεν ευσταθεί καθώς το μηχάνημα ήταν σε καλή κατάσταση και πρόσφατα συντηρημένο, βλ.
την από 18.6.2011 έκθεση ελέγχου- πιστοποίηση του επίδικου μηχανήματος της ΕΣΥΔ-NOVA), είτε στην αστοχία κατά τον χειρισμό του σε συνδυασμό με το κατηφορικό τμήμα του δρόμου και την τυχόν μεγάλη ταχύτητα οδήγησης, στα οποία πρέπει να συνεκτιμηθεί η αδυναμία αντιμετώπισης των η-αραμέτρων από τον ενάγοντα - παθόντα, αφού δεν διαθέτει τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται καθώς και την απαιτούμενη εμπειρία για την χωρίς εποπτεία λειτουργία του μηχανήματος.
Το ως άνω συμπέρασμα της προαναφερόμενης έκθεσης αυτοψίας δεν αναιρείται ούτε από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Μηχανολόγου Γ. Κ., τεχνικού συμβούλου των εναγομένων, ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε απροσεξία του ενάγοντος, και δεν θα είχε αποτραπεί ακόμα και με την παρουσία του διαθέτοντος νόμιμη άδεια χειριστή του, χωρίς ο ως άνω τεχνικός σύμβουλος να διατυπώνει κάποια ειδικότερη αιτιολογία και παραβλέποντας το γεγονός ότι αν ο τελευταίος (νόμιμος χειριστής) ήταν παρών θα χειριζόταν ο ίδιος τον επίδικο φορτωτή και όχι ο ενάγων-παθών.
Σε κάθε δε περίπτωση, η παραπάνω ποινική αθωωτική απόφαση του Πλημμελειοδικείου Αιγίου δεν αποτελεί δεδικασμένο για την παρούσα δίκη, εκτιμάται όμως ως δικαστικό τεκμήριο [...].
Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις ως άνω συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ατύχημα, το είδος και τη σοβαρότητα της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε από αυτό, το γεγονός ότι για ικανό χρονικό διάστημα δεν ήταν ασφαλής η πορεία της υγείας του, την ηλικία του ενάγοντος κατά το χρόνο του ατυχήματος, τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία που υπέστη, το βαθμό του πταίσματος των εναγομένων, την κοινωνική θέση και περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων το ποσό των 50.000 ευρώ (το οποίο περιορίζεται κατά το ποσό των 45 ευρώ για την παράσταση του ενάγοντος ως πολιτικώς ενάγοντος στις ανοιγείσες ποινικές δίκες).....".
Με τον πρώτο από τον αριθμό 11 εδ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη του ισχυρισμού τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως περί συνυπαιτιότητας κατά ποσοστό 95% του ενάγοντος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και συγκεκριμένα: α) τη με αριθ. 502/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου (ήδη τελεσίδικη με τη με αριθ. 336/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών), με την οποία οι δεύτερος και τρίτος από αυτούς κηρύχθηκαν αθώοι της αποδοθείσας σ' αυτούς αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης σε βάρος του ενάγοντος, β) τη με αριθ. πρωτ. ..-2011 έκθεση αυτοψίας των Τεχνικών Επιθεωρητών της Διεύθυνσης του ΚΕΠΕΚ Δυτικής Ελλάδος, Ηπείρου και Ιονίων Νήσων και γ) τη με αριθ. πρωτ. …απάντηση της Προϊσταμένης του Τμήματος Επιθεώρησης Ασφάλειας και Υγείας στη Εργασία Αχαϊας.
Από το προεκτεθέν περιεχόμενο, τις παραδοχές και αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με όλες τις λοιπές αποδείξεις τα, ως άνω, έγγραφα και μάλιστα τόσο τη με αριθ. 502/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου και τη με αριθ.
πρωτ. 2367/21-10-2011 έκθεση αυτοψίας, των οποίων γίνεται ειδική μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά την αξιολόγηση των αποδείξεων, όσο και τη με αριθ. πρωτ. 30470/14-2-2017, ως άνω, απάντηση, ο οποία δεν μνημονεύεται ειδικά, ελήφθη όμως υπόψη, όπως προκύπτει από τη σχετική διαβεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι "δεν παραλείπεται κανένα (έγγραφο) κατά την εκτίμηση της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά", σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της απόφασης.
Σύμφωνα δε με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης από το γεγονός ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφενός μεν κατέληξε, ως προς την υπαιτιότητα, με πλήρη και σαφή αιτιολογία, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο του ποινικού δικαστηρίου, αφού υποχρεούτο να συνεκτιμήσει την ποινική απόφαση και όχι να εναρμονισθεί με αυτήν, αφετέρου δε εκτιμώντας ελεύθερα το περιεχόμενό τους, ορθώς, δεν προσέδωσε στα, ως άνω, υπό στοιχεία β' και γ' έγγραφα την αποδεικτική βαρύτητα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι τούτα έχουν.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με το δεύτερο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι έχει ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα της υπαιτιότητας αυτών και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους και του τραυματισμού του ενάγοντος.
Με την προεκτεθείσα κρίση του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, διότι με τις, ως άνω, παραδοχές θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων. Ειδικότερα, η παράνομη και υπαίτια, από αμέλεια, συμπεριφορά των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων και συγκεκριμένα του μεν δεύτερου από αυτούς ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, του δε τρίτου ως υπευθύνου του εργοταξίου και προστηθέντος αυτής, για την οποία ευθύνεται και η πρώτη εναγομένη (άρθρα 71 ΑΚ και 922 ΑΚ, αντίστοιχα), θεμελιώνεται:
α) στην εκ μέρους τους ανάθεση στον ενάγοντα του χειρισμού του φορτωτή, αν και γνώριζαν ότι δεν διέθετε την απαιτούμενη άδεια για το χειρισμό του, β) στην παράλειψη της επίβλεψης του ενάγοντος, κατά το χειρισμό του φορτωτή, από χειριστή που διέθετε την απαιτούμενη σχετική άδεια, γ) στην παράλειψη να εξασφαλίσουν στο σημείο εκφόρτωσης διαθέσιμο χώρο για την αναστροφή του φορτωτή και δ) στην παράλειψη τοποθέτησης σηματοδότησης και κιγκλιδωμάτων ασφαλείας στο πρανές του εργοταξίου.
Θεμελιώνεται, δηλαδή, στην υπαίτια παράβαση από τους εναγομένους, τόσο των υποχρεώσεων τους που απορρέουν από τις οικείες διατάξεις για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, (άρθρο 32 παρ. Α παρ. 1 και 3 ν. 1568/1985, άρθρο 7 παρ. 6 εδ. γ' π.δ. 17/1996 και άρθρο 3 παρ. 1 και 2 π.δ. 105/1995), όσο και της απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 662 και 288 ΑΚ γενικής υποχρέωσης πρόνοιας αυτών για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας.
Η αιτιώδης δε συνάφεια μεταξύ της, κατά τα, ως άνω, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος (τραυματισμός του ενάγοντος) θεμελιώνεται στο ότι οι, ως άνω, κυριαρχικώς διαπιστωθείσες από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραλείψεις των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων ήταν αντικειμενικά, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανές να προκαλέσουν το ένδικο ατύχημα και, συνεπεία αυτού, τον τραυματισμό του ενάγοντος, τον οποίο πράγματι προκάλεσαν.
Η κρίση δε του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι οι εν λόγω παραλείψεις αποτέλεσαν πράγματι και την αιτία του τραυματισμού του ενάγοντος, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν, δεν ελέγχεται αναιρετικά. Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στην αίτηση αναίρεσης αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει:
α) πώς η παρουσία χειριστή εφοδιασμένου με την κατάλληλη άδεια χειρισμού του φορτωτή θα οδηγούσε σε αποτροπή του ατυχήματος, β) ποιο πλάτος απαιτείτο να έχει ο δρόμος, όπου εκινείτο ο φορτωτής, για να είναι δυνατή η αναστροφή του και γ) γιατί απαιτείτο η σηματοδότηση και η ύπαρξη κιγκλιδωμάτων ασφαλείας για να αποτραπεί η πτώση του ενάγοντος, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το πόρισμα στης προσβαλλόμενης απόφασης και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για ανεπάρκεια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων των αναιρεσειόντων.
Τέλος, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων ανέθεταν στον ενάγοντα τακτικά την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, αποβλέποντας στην υποκατάσταση, κατά την απουσία του, του εφοδιασμένου με την απαιτούμενη άδεια του εν λόγω φορτωτή χειριστή της επιχείρησης N. G., δεν συγκρούεται, ούτε αναιρείται, ώστε να τίθεται ζήτημα αντιφατικής αιτιολογίας, από την κρίση του δικαστηρίου ότι το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί αν ο ενάγων είχε εκπαιδευθεί στο χειρισμό του συγκεκριμένου φορτωτή και διέθετε την απαιτούμενη άδεια για το χειρισμό του, καθόσον η, και κατά το παρελθόν, τακτική ανάθεση σ' αυτόν της εκτέλεσης του εν λόγω έργου δεν συνεπάγεται την πλήρη εκπαίδευση και ικανότητά του για το χειρισμό του φορτωτή, ούτε υποκαθιστά την έλλειψη της απαιτούμενης άδειας.
Κατόπιν των παραπάνω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, με τον τρίτο και τελευταίο, από τους αριθμούς 1 και 19 λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιδικάζοντας στον ενάγοντα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 50.000 ευρώ, υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ και παραβίασε την καθιερούμενη με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του και αφού έλαβε υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ατύχημα, το είδος και τη σοβαρότητα της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε από αυτό στον ενάγοντα, το γεγονός ότι για ικανό χρονικό διάστημα δεν ήταν ασφαλής η πορεία της υγείας του, την ηλικία του ενάγοντος κατά το χρόνο του ατυχήματος, τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία που υπέστη, το βαθμό του πταίσματος των εναγομένων, την κοινωνική θέση και περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, δεν υπερέβη, κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ και, ειδικότερα, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, αφού το, ως άνω, ποσό των 50.000 ευρώ, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν υπερτερεί (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζομένου ποσού σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Οι προβαλλόμενες με τον ίδιο λόγο αναίρεσης λοιπές αιτιάσεις, που αφορούν τη βαρύτητα και τις συνέπειες του τραυματισμού του ενάγοντος και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με αυτές οι αναιρεσείοντες, υπό την επίφαση της νομικής πλημμέλειας, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΑΠ 176/2019).
Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-11-2021 και με αριθ. κατ. 47/9-11-2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 385/6-9-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ