Supreme Court dismisses appeal for vague ground failure to cite specific lower court error in labor dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn a labor dispute judgment regarding wage arrears. The court found that one of the appeal grounds was inadmissible because it failed to specify the exact error made by the Court of First Instance before the Court of Appeal. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 562, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to reference the specific error of the lower court that was the subject of the appeal to the higher court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1393 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1393/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Μ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ελευθέριου Σεραφείμ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Φιλανθρωπικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΘΗΝΩΝ-ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ-ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Στραϊτούρη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1739/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4509/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16-10-2019 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1174/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφεραν για εκ νέου συζήτηση οι αναιρεσείουσες με την από 8-10-2021 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 8.10.2021 κλήση των αναιρεσειουσών φέρεται προς συζήτηση η από 16.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 12045/12012019 αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1174/2021 αποφάσεως του Τμήματος αυτού, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, προσβάλλεται δε με την αναίρεση η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 4509/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 25.11.2017 και με αριθμ.
κατάθεσης 601951/50671/29.11.2017 έφεση των εναγουσών-εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της υπ' αριθμ. 1739/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την 1η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα Ε. Σ. και έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη ως προς την 2η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα Μ.
Μ. κατά του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου Φιλανθρωπικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ - ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ -ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ". Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, δηλαδή, δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.
Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της απαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ' αυτόν αντιπαροχής (ΑΠ 114/2017), υπόκειται δε, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.
Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 836/2019, 949/2019, 114/2017, 940/2015, 2094/2014).
Κατά πάσα περίπτωση, κατά τον έλεγχο της καταχρηστικότητας πρέπει να συναξιολογείται και η παράμετρος ότι κατά κανόνα η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως συνεπάγεται απλώς τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπληρώσεως της αξιώσεως, η οποία κατά τα λοιπά δεν θίγεται, ενώ αντιθέτως, επί συμβάσεως εργασίας ο εργαζόμενος κατά τα ανωτέρω απαλλάσσεται οριστικά της παροχής της εργασίας (ΑΠ 836/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 117/2017, 114/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί έφεσης των αναιρεσειουσών - εργαζομένων, επί της προαναφερόμενης αγωγής τους για καταβολή των αποδοχών τους από την υπερημερία του αναιρεσιβλήτου εργοδότη τους, στην οποία αυτό περιήλθε κατά το χρονικό διάστημα της επίσχεσης εργασίας τους εξ αιτίας της μη καταβολής ληξιπροθέσμων απαιτήσεών τους, δέχθηκε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ανελέγκτως τα ακόλουθα, σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη άσκησης του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας από μέρους των αναιρεσειουσών, τα εξής: "Το εναγόμενο - εφεσίβλητο, ήδη αναιρεσίβλητο με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ - ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ - ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ" είναι φιλανθρωπικό σωματείο που ιδρύθηκε το 1864 και έχει, μεταξύ άλλων, σκοπό να προσφέρει τις υπηρεσίες του προς κάθε αναξιοπαθούντα και ειδικότερα σε άτομα τρίτης ηλικίας.
Για την εξυπηρέτηση του κοινωνικού του έργου απασχολεί πολυάριθμο προσωπικό διαφόρων ειδικοτήτων. Στα πλαίσια αυτά προσέλαβε και τις ενάγουσες - εκκαλούσες, ήδη αναιρεσείουσες με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ειδικότερα τη μεν πρώτη (Ε. Σ.) στις 1.7.2007, τη δε δεύτερη (Μ.
Μ.) στις 4.5.1998 για να εργασθούν ως τραπεζοκαθαρίστρια και ως αδελφή νοσοκόμα, αντίστοιχα. Η εργασιακή τους σχέση εξελίχθηκε ομαλά μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2010, οπότε το εναγόμενο σταμάτησε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους (όπως εξάλλου και σε όλους τους εργαζομένους του) και η υπερημερία του αυτή συνεχίσθηκε μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2013, γεγονός το οποίο οδήγησε τις ενάγουσες στη δικαστική διεκδίκηση των δεδουλευμένων αποδοχών τους χρονικού διαστήματος Σεπτεμβρίου 2010 έως και Σεπτεμβρίου 2013 με την άσκηση της από 1.10.2013 αγωγής τους ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2960/2014 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου που δέχτηκε εν μέρει την αγωγή τους εκείνη και επιδίκασε στις ενάγουσες τις δεδουλευμένες αποδοχές τους μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2013.
Αποδείχθηκε στη συνέχεια ότι το εναγόμενο και το μετέπειτα χρονικό διάστημα συνέχισε να μην καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές των εναγουσών και ακολούθως η μεν πρώτη ήδη στις 26.8.2013, με σχετικό έγγραφο-επισχετήριο εργασίας, το οποίο απηύθυνε προς το εναγόμενο, η δε δεύτερη με την από 3.7.2014 σχετική εξώδικη δήλωσή της που κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο στις 4.7.2014 (...), δήλωσαν ότι ασκούν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας μέχρι την πλήρη εξόφληση των δεδουλευμένων και ληξιπρόθεσμων αποδοχών τους.(...).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο, ως φιλανθρωπικό σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, δεν χρηματοδοτείται από το κράτος, ούτε επιδοτείται από άλλη πηγή, τα δε έσοδά του προέρχονται από δωρεές, από την εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας του και από τα τροφεία που καταβάλλουν οι τρόφιμοι του.
Αυτό ήταν πάντα συνεπές στις υποχρεώσεις του από τις εργασιακές σχέσεις. Πλην, όμως, αποδείχθηκε ότι από το καλοκαίρι του έτους 2010, λόγω της επιδείνωσης της ελληνικής οικονομίας και της γενικότερης ύφεσης που προκλήθηκε από αυτήν, το εναγόμενο άρχισε να παρουσιάζει οικονομικά προβλήματα συνεπεία των οποίων άρχισε να καθίσταται υπερήμερο ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών - οικονομικών υποχρεώσεών του προς τους εργαζόμενους του αλλά και σε τρίτους.
Ειδικότερα, όπως εξάλλου συνάγεται ως δικαστικό τεκμήριο από πληθώρα προσκομιζόμενων από το εναγόμενο δικαστικών αποφάσεων που έκριναν σε ανάλογες υποθέσεις άλλων εργαζομένων του, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο σωματείο στερήθηκε άμεσα τη δυνατότητα να εισπράξει τόσο τις απαιτήσεις του από την εκμίσθωση των ακινήτων του, λόγω της οικονομικής αδυναμίας των μισθωτών να καταβάλουν τις οφειλές τους, της αύξησης της φορολογίας των μισθωμάτων, όπως και τις απαιτήσεις από τα τροφεία και παροχή υπηρεσιών που παρείχε.
Επιπλέον, διακόπηκαν οι χρηματοδοτήσεις από τα πιστωτικά ιδρύματα με αποτέλεσμα το εναγόμενο να στερείται διαθεσίμων κεφαλαίων, (σημειωτέον ότι οι ενάγουσες δεν απέδειξαν ύπαρξη άλλων πηγών εσόδων του ταμείου του εναγόμενου), ενώ ταυτόχρονα κατέβαλλε τα έξοδα για τη συντήρηση των τροφίμων και τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, ώστε να μην διακοπεί η λειτουργία του, ως γηροκομείου, με συνέπεια να υποστεί μεγάλη οικονομική ζημία.
Η κατάσταση αυτή επέφερε στο εναγόμενο αδυναμία εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών του με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην παύση εν όλω ή μερικώς της μισθοδοσίας των εργαζομένων του, (συνολικό οφειλόμενο ποσό στο προσωπικό 5.000.000,00 ευρώ), να καθυστερεί να πληρώσει τις υποχρεώσεις της και έναντι άλλων οφειλετών του, όπως τους προμηθευτές του, το ΙΚΑ και το Δημόσιο, όπου έχει μεγάλες οφειλές (ποσού 8.000.000,00 ευρώ στο ΙΚΑ, 1.000.000,00 ευρώ στην Εφορία, 450.000,00 ευρώ στους προμηθευτές), ενώ καταβάλλει προσπάθειες για την εκποίηση μέρους της ακίνητης περιουσίας του, (και δη ενός ακινήτου στη Ν.
Σμύρνη αντί του τιμήματος των 1.800.000 ευρώ...), ώστε να μπορέσει να εξοφλήσει τις εν γένει οφειλές του μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν και αυτές προς τους εργαζομένους του. Με βάση τις προαναφερόμενες συνθήκες και περιστάσεις, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η επίσχεση εργασίας, την οποία νομότυπα άσκησαν οι ενάγουσες με γνωστοποίηση της σχετικής βούλησής τους προς το εναγόμενο εργοδότη τους, ήταν μεν νόμιμη, πλην όμως υπερέβαινε τα όρια τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ.
Και τούτο, διότι με βάση τα αποδειχθέντα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά και συνεκτιμωμένου ότι το εναγόμενο δεν ασκεί επιχειρηματική - κερδοσκοπική δραστηριότητα, η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών των εναγουσών ήταν ακούσια και οφειλόταν όχι σε υπαιτιότητα ή δυστροπία του εναγόμενου, το οποίο μέχρι τότε ήταν αξιόπιστο απέναντί τους, αλλά στην προαναφερόμενη ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτού, καθόσον από δικαιολογημένη ταμειακή του δυσχέρεια, την οποία οι ενάγουσες γνώριζαν, δεν μπορούσε το εναγόμενο να είναι εμπρόθεσμο στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, όχι από κακοβουλία αλλά λόγω των οικονομικών αντιξοοτήτων που προήλθαν από την οικονομική κρίση.
Επιπρόσθετα, το μέτρο της επίσχεσης δεν ήταν πρόσφορο να οδηγήσει σε ικανοποίηση των αξιώσεων τους, αφού το εναγόμενο βρισκόταν σε οικονομική δυσχέρεια και αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους για καταβολή των δεδουλευμένων. Ενόψει των ανωτέρω, κατ' αποδοχή ως βάσιμου κατ' ουσίαν του σχετικού ισχυρισμού περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος επίσχεσης, το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας που άσκησαν οι ενάγουσες-εκκαλούσες υπερέβαινε προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού του σκοπού.
Επομένως, με την επίσχεση εργασίας των εναγουσών λόγω της καταχρηστικότητας αυτής, το εναγόμενο δεν περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας αλλά οι ενάγουσες ως προς την προσφορά της εργασίας τους και δεν δικαιούνται μισθούς υπερημερίας (επίσχεση εργασίας) από 1.10.2013 έως 31.7.2015 η πρώτη ενάγουσα και από Ιούλιο 2014 έως 31.7.2015 η δεύτερη, ούτε και τα δώρα και τα επιδόματα που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα που οι ενάγουσες τελούσαν σε επίσχεση εργασίας".
Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειουσών καθ' ο μέρος αφορά το αίτημα επιδικάσεως μισθών υπερημερίας λόγω επισχέσεως της εργασίας τους. Με την εν λόγω κρίση ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648,325,329,353 και 656 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.
Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: α) ότι η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών των αναιρεσειουσών δεν οφειλόταν σε δυστροπία ή υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, το οποίο αποτελεί φιλανθρωπικό σωματείο και όχι κερδοσκοπική επιχείρηση, αλλά στην ιδιαίτερα δυσμενή οικονομική κατάσταση, στην οποία αυτό είχε περιέλθει, λόγω του ότι, συνεπεία της οικονομικής κρίσης, στερήθηκε άμεσα και αιφνίδια τη δυνατότητα να εισπράξει τις απαιτήσεις του από την εκμίσθωση των ακινήτων του ήτοι μισθώματα καθώς και τροφεία από παροχή υπηρεσιών του σε τρόφιμους, με αποτέλεσμα την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων προς αντιμετώπιση των άμεσων αναγκών του, β) ότι η μέχρι τότε καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών της πρώτης αναιρεσείουσας που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1.10.2013 έως 31.7.2015 και της δεύτερης αναιρεσείουσας που αφορούσε το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 2014 έως 31.7.2015, δεν οφειλόταν σε δυστροπία ή υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, αλλά στην ιδιαίτερα δυσμενή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, από το έτος 2010, εξ αιτίας της γενικότερης οικονομικής κρίσης και της μη δυνατότητας αξιοποίησης μέρους της ακίνητης περιουσίας του με πώληση αυτής αντί επωφελούς τιμήματος, γ) ότι η δυσμενής οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το αναιρεσίβλητο σωματείο λόγω της μη χρηματοδοτήσεώς του από το κράτος και τις Τράπεζες ούτε επιδοτήσεώς του από άλλη πηγή και οφειλών του στα ασφαλιστικά Ταμεία και το Δημόσιο σε συνάρτηση με την επίσχεση εργασίας εκ μέρους των αναιρεσειουσών, μπορούσε να προξενήσει σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, που είχε θέσει ως προτεραιότητα την αντιμετώπιση των τρεχουσών αναγκών του, ώστε να εξακολουθήσει η λειτουργία του και να συνεχίσει να περιθάλπει ηλικιωμένα, άπορα και εγκαταλελειμμένα από τις οικογένειές τους άτομα, δ) ότι λόγω της επιδείνωσης της ελληνικής οικονομίας από το καλοκαίρι του έτους 2010 και της συνεπεία αυτής γενικότερης ύφεσης, το αναιρεσίβλητο παρ' ότι στερήθηκε άμεσα τη δυνατότητα να εισπράξει απαιτήσεις του από την εκμίσθωση ακινήτων, από τροφεία και παροχή υπηρεσιών του λόγω οικονομικής αδυναμίας των μισθωτών και τροφίμων, κατέβαλε ταυτόχρονα τα έξοδα για τη συντήρησή τους και την πληρωμή λογαριασμών κοινής ωφελείας, ώστε να μη διακοπεί η λειτουργία του, και ε) ότι εξ αιτίας της κακής οικονομικής κατάστασης το αναιρεσίβλητο περιήλθε σε αδυναμία να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις του έναντι του Δημοσίου, ΙΚΑ, Εφορίας, λοιπών οφειλετών και ολική ή μερική παύση της μισθοδοσίας των εργαζομένων του παρά τις προσπάθειές του προς εκποίηση μέρους της περιουσίας του.
Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της επισχέσεως, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η αξίωση μισθών υπερημερίας από τις αναιρεσείουσες, λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών τους εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου σωματείου, και η άσκηση επίσχεσης εκ μέρους τους, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, που αναφέρεται σε αιτιάσεις για ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων, για έλλειψη νόμιμης βάσης και της αιτίασης για ανεπαρκή, ασαφή και αντιφατική αιτιολογία, ως προς ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης από μέρους των εναγουσών - αναιρεσειουσών είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο την αποδιδόμενη στο δικαστήριο της ουσίας αναιρετικώς πλημμέλεια, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν η προσβαλλόμενη αιτίαση θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως και ποίον συγκεκριμένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους, άλλως ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ενώ συμπλήρωση της αοριστίας με παραπομπή ή αναφορά σε άλλα έγγραφα ή στοιχεία δεν είναι επιτρεπτή.
Αφ' ετέρου, από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ερείδεται επί ισχυρισμού, ο οποίος δεν έχει προταθεί νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός εάν πρόκειται για παράβαση, η οποία δεν δύναται να προβληθεί ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου ή για σφάλμα, το οποίο προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η εν λόγω διάταξη, η οποία καταλαμβάνει όλους τους λόγους αναιρέσεως, αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι κατ' αναίρεση ελέγχεται η νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας βάσει της πραγματικής και νομικής καταστάσεως, την οποία όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ως ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, την παραδεκτή πρόταση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του θεμελιώνοντος τον λόγο αναιρέσεως ισχυρισμού, έστω και αν ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπ' όψη από το δικαστήριο, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως.
Παρέπεται ότι προκειμένου να είναι κατά τα ανωτέρω ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο τρόπος προβολής ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας του θεμελιώνοντος τον λόγο αναιρέσεως ισχυρισμού. Εάν η κρινόμενη υπόθεση έχει διέλθει και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχουν δεχθεί ή απορρίψει τον ισχυρισμό, προκειμένου να είναι παραδεκτός σύμφωνα προς την ως άνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο επί της παραδοχής ή της απορρίψεως αντίστοιχα, θεμελιούμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί η σχετική πλημμέλεια του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και να γίνεται μνεία τούτου στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναιρέσεως είναι κατά τα ανωτέρω απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 88/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε το νόμο δεχόμενο ότι ορθά είχε θεωρήσει το αναιρεσίβλητο ότι οι αναιρεσείουσες, δια της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος επισχέσεως, είχαν καταγγείλει σιωπηρά τις συμβάσεις τους εργασίας.
Ο εν λόγω όμως λόγος εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι σύμφωνα προς τα ανωτέρω απαράδεκτος ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, ενώ από την επισκόπηση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προκύπτει ότι την αυτή ακριβώς παραδοχή περί καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας από τις αναιρεσείουσες δέχθηκε και το εν λόγω δικαστήριο και βάσει αυτής απέρριψε το αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας λόγω ακυρότητας της καταγγελίας, εν τούτοις δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η εν λόγω πλημμέλεια έχει προταθεί με λόγο εφέσεως ενώπιον του εκδόσαντος της αναιρεσιβαλλομένη απόφαση Εφετείου.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος των αναιρεσειουσών, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180 παρ.1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.10.2019 αίτηση των 1. Ε. Σ. και 2 Μ. Μ. για αναίρεση της 4509/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Αυγούστου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ