Legislator Case Law & Legislation
1393/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal due to insufficient reasoning regarding liability and foreseeability of injury.

Case Number 1393/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a First Instance Court decision that had dismissed an appeal regarding a personal injury claim. The appellant argued that the lower court failed to adequately explain why the defendant should be liable for the injury, specifically regarding the foreseeability of the plaintiff's actions and the necessity of his specific movements. The court found the lower court's reasoning insufficient and contradictory concerning the plaintiff's duty of care and the specific circumstances of the accident, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(6), 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court's decision lacks a legal basis due to insufficient, contradictory, or unclear reasoning regarding the material facts and the application of substantive law, requiring the case to be remanded for further examination.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning lack of legal basis foreseeability of injury duty of care remand for further examination contradictory reasoning Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 560(6) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1393 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1393/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου , Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Χ. Σ. του Ι., κατοίκου ... Σύρου. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μακρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου:

Ι. Ρ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαξώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04.05.2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 219/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4161/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11.01.2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 4161/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο και απέρριψε κατ` ουσία την από 22.05.2018 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 219/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 4.5.2015 αγωγή του αναιρεσίβλητου, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

[II] Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης. (ΑΠ 238/2020).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια. (ΑΠ 551/2020).

[III] Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης τελεσίδικης απόφασης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, δικάζον ως Εφετείο, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Την 19η.07.2013 ο ενάγων-εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος) επιβιβάσθηκε, δυνάμει σύμβασης θαλάσσιας μεταφοράς επιβατών, με τη σύζυγό του και την κουνιάδα του στο Λιμάνι του … στο με ελληνική σημαία επιβατηγό πλοίο «...» με αριθμό νηολογίου Πειραιά ..., εφοπλισμού της πρώτης εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία «ΣΙ ΛΙΝΚ ΦΕΡΙΣ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στον Πειραιά και κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΝΩΝΥΜΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΝΟΤΟΥ Α.Ε.», που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και του οποίου πλοίαρχος ήταν ο τρίτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών (ήδη αναιρεσείων), με προορισμό τα Μεστά Χίου.

Κατά τη διάρκεια του πλου και περί ώρα 15:30 κι ενώ το πλοίο έπλεε στη θαλάσσια περιοχή Άνδρου- Καρύστου υπό ιδιαίτερα δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ο ενάγων- εφεσίβλητος χρειάστηκε να συνοδεύσει τη σύζυγό του στις γυναικείες τουαλέτες του πλοίου, για την πρόσβαση στις οποίες ο επιβάτης χρειαζόταν να κατέβει δύο σκαλοπάτια, διότι βρίσκονταν σε χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με το κατάστρωμα.

Καθώς άνοιξε την πόρτα για να εισέλθει στις γυναικείες τουαλέτες και κατέβηκε το πρώτο σκαλοπάτι, στήριξε το δεξί του χέρι στο κάσωμα της πόρτας στην προσπάθειά του να διατηρήσει την ισορροπία του λόγω του έντονου κλυδωνισμού του πλοίου και τότε η πόρτα έκλεισε απότομα και με βιαιότητα, εξαιτίας και των έντονων κλυδωνισμών, με αποτέλεσμα να χτυπήσει και να παγιδεύσει τον αντίχειρα του δεξιού χεριού του, ο οποίος αποκόπηκε εντελώς και έπεσε στο πάτωμα.

Άμεσα κινητοποιήθηκε το πλήρωμα του πλοίου, το οποίο παρείχε στον ενάγοντα τις πρώτες βοήθειες, ενώ παράλληλα κλήθηκε ελικόπτερο «Σούπερ Πούμα» της πολεμικής αεροπορίας, το οποίο τον παρέλαβε από το πλοίο, που ήταν ακόμη εν πλω και τον μετέφερε στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας, απ’ όπου μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο νοσοκομείο του ΚΑΤ.

Εκεί, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία έγινε προσπάθεια συγκόλλησης του αντίχειρά του, η οποία ωστόσο απέβη άκαρπη, με αποτέλεσμα να εξέλθει ο ενάγων με «πλήρη ακρωτηριασμό στο ύψος της φάλαγγα- φαλαγγικής αντίχειρα δεξιά», όπως βεβαιώνεται και στο από 22.07.2013 Εξιτήριο του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής ΚΑΤ.

Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο περιγραφόμενος τραυματισμός του οφείλεται σε παραλείψεις των προστηθέντων της πρώτης εναγομένης εφοπλίστριας εταιρείας, μεταξύ των οποίων και του τρίτου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος πλοιάρχου, οι οποίοι δεν μερίμνησαν, ώστε οι πόρτες εισόδου στον προθάλαμο των τουαλετών να ανοίγουν και να κλείνουν με ασφάλεια είτε με σύστημα επιβράδυνσης κλεισίματος, είτε, σε περίπτωση που μένουν ανοιχτές, να υπάρχει κάποιος μηχανισμός, που να τις διατηρεί σταθερά ανοιχτές, ώστε να μην ανοιγοκλείνουν λόγω του κλυδωνισμού του πλοίου από κύματα και λόγω της αιφνίδιας κλίσης.

Οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (και ο ισχυρισμός αυτός επανέρχεται από τον εκκαλούντα με τον πρώτο λόγο έφεσής του), ότι δεν υφίσταται τέτοια περίπτωση, καθώς το πλοίο είχε προσφάτως, σε σχέση με το ένδικο περιστατικό, ήτοι την 26η.03.2013, υποβληθεί σε ενδελεχή έλεγχο όλων των χώρων του από τους επιθεωρητές του Κλάδου Ελέγχου Εμπορικών Πλοίων του Υπουργείου Ναυτιλίας και Αιγαίου και είχε βρεθεί ότι πληρούσε παντού, συμπεριλαμβανομένων των τουαλετών, όλες τις προβλεπόμενες προδιαγραφές ασφαλείας για τους επιβάτες του και για το λόγο αυτό ήταν εφοδιασμένο με το υπ’ αριθμ.

… Πιστοποιητικό Ασφαλείας Επιβατηγού Πλοίου με ισχύ έως 27.12.2013, δίχως τη διατύπωση της παραμικρής παρατήρησης, επιπλέον δε καθημερινά γίνονταν έλεγχοι από το πλήρωμα, αλλά και απροειδοποίητοι έλεγχοι από το Λιμενικό Σώμα. Ισχυρίσθηκαν επιπλέον, ότι ολοκληρωτικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος κατά ποσοστό 99% για την πρόκληση του τραυματισμού του ήταν ο ίδιος ο ενάγων (ισχυρισμός, ο οποίος μεταξύ άλλων αποτελεί και το περιεχόμενο του δεύτερου λόγου έφεσης), ο οποίος από βαρύτατη αμέλειά του επέλεξε να στηριχθεί εντός κλυδωνιζόμενου πλοίου και εν μέσω σφοδρής θαλασσοταραχής, όχι στις διαθέσιμες και απολύτως προσιτές σε αυτόν ειδικές χειρολαβές ασφαλείας, οι οποίες βρίσκονταν εκατέρωθεν της πόρτας εισόδου στις γυναικείες τουαλέτες.

Επ’ αυτών λεκτέα τυγχάνουν τα εξής: η πόρτα των γυναικείων τουαλετών διέθετε μεν μηχανισμό ελεγχόμενου κλεισίματος, όπως αποδεικνύεται και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, χωρίς ωστόσο να δύναται να διαπιστωθεί, εάν κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ο μηχανισμός αυτός λειτουργούσε σωστά. Γεγονός ωστόσο είναι, ότι η πόρτα έκλεισε πάνω στον αντίχειρα του ενάγοντος με ιδιαίτερη ταχύτητα και βιαιότητα, γι’ αυτό άλλωστε και ακρωτηριάσθηκε άμεσα και έπεσε στο πάτωμα του πλοίου.

Η πόρτα των γυναικείων τουαλετών διέθετε στο πλάι γάντζο, από τον οποίο θα μπορούσε να στηριχθεί και να μένει ανοιχτή κατά τη διάρκεια της θαλασσοταραχής και των έντονων κλυδωνισμών, ώστε να είναι απρόσκοπτη η είσοδος και έξοδος των επιβατών. Ο εκκαλών ισχυρίζεται, ότι μία τέτοια λύση δεν είναι η ενδεδειγμένη και ότι μάλιστα αντενδείκνυται για λόγους υγιεινής.

Ωστόσο, η πόρτα των παρακείμενων ανδρικών τουαλετών ήταν, κατά την ώρα του ένδικου ατυχήματος, συνεχώς ανοιχτή, είχε μάλιστα δεθεί το χερούλι της με σκοινί και είχε στηριχθεί σε κάποια κοντινή κολώνα, ώστε να μην κλείνει, όπως εμφαίνεται και στις προσκομιζόμενες από τον εφεσίβλητο φωτογραφίες. Τα ανωτέρω καταδεικνύουν τη γνώση του πληρώματος περί του προβλήματος που ανέκυπτε κατά την είσοδο των επιβατών στις τουαλέτες εν ώρα θαλασσοταραχής και για τον λόγο αυτό οδηγήθηκαν στην πρόχειρη αντιμετώπισή του με το δέσιμο της πόρτας με σχοινί, προκειμένου αυτή να μην κλείνει απότομα.

Καταρρίπτεται επομένως ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι απαγορεύεται οι πόρτες των τουαλετών να παραμένουν ανοιχτές κατά τη διάρκεια του πλου. Τούτων δοθέντων, συμπεραίνεται ότι το πλήρωμα γνώριζε περί της δυσλειτουργίας του μηχανισμού ελεγχόμενου κλεισίματος και για τον λόγο αυτό προέβαινε στην πρόσκαιρη έστω αντιμετώπισή του, ακόμη και με μη ενδεδειγμένες πρακτικές, τις οποίες ωστόσο δεν εφάρμοσε και στις γυναικείες τουαλέτες, γεγονός που οδήγησε στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.

Επιπλέον, από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων φωτογραφιών, προκύπτει ότι η πόρτα των γυναικείων τουαλετών έφερε στο επάνω μέρος της την ένδειξη «ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΑΣ» με κεφαλαία γράμματα και σε σημείο μάλιστα που βρίσκεται κατά πολύ ψηλότερα από το ύψος του μέσου επιβάτη, ενώ στο κάτω μέρος της έφερε την ένδειξη «ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΠΟΥ ΠΑΤΑΤΕ», με κεφαλαία γράμματα, στην ελληνική και την αγγλική γλώσσα.

Σε κανένα σημείο της πόρτας, ούτε ακόμη και στο κάσωμα αυτής ή δίπλα στους μεντεσέδες της δεν υπήρχε ένδειξη περί αποφυγής τοποθέτησης των χεριών στο σημείο αυτό. Ως εκ τούτων ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, ακόμη κι αν βρισκόταν σε ήρεμη κατάσταση, δεν θα μπορούσε να προβλέψει τις τόσο δυσμενείς συνέπειες της εντελώς μηχανικής κίνησης να στηριχθεί στην πόρτα της τουαλέτας κατά τη διάρκεια των έντονων κλυδωνισμών και στην προσπάθειά του να κρατηθεί όρθιος.

Επιπλέον δε, εφόσον ο ενάγων είχε ήδη ανοίξει την πόρτα και είχε κατεβεί το πρώτο σκαλοπάτι, προκειμένου να εισέλθει στις τουαλέτες, δεν έφτανε να πιαστεί από τις πλαϊνές της πόρτας χειρολαβές, οι οποίες βρίσκονταν στην εξωτερική μόνο μεριά της. Επομένως καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον ενάγοντα- εφεσίβλητο, ο οποίος ακόμη και υπό συνθήκες άκρας επιμέλειας, δε θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει τον ένδικο τραυματισμό του.

Εξάλλου απεδείχθη ότι ο ενάγων υπέστη ιδιαίτερη ταλαιπωρία και πόνο, τόσο κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα ο τραυματισμός του, όσο και αργότερα, στην προσπάθειά του να αναρρώσει και να καταφέρει να προσαρμόσει τη ζωή και την καθημερινότητά του στη διαμορφωθείσα για αυτόν κατάσταση. Έτσι, ενόψει των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας των εναγομένων, του είδους, της φύσης και της εκτάσεως του τραυματισμού που προκλήθηκε στον ενάγοντα, του σωματικού πόνου και της ψυχικής ταλαιπωρίας που αυτός δοκίμασε κατά τις επισκέψεις του στο Νοσοκομείο, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί σ’ αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο κατ’ άρθρο 932 ΑΚ, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής [...]|».

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, δικάζον ως Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στον τελευταίο το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

[IV] Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 932 ΑΚ, καθόσον διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής ή όχι υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος και της ύπαρξης ή όχι συντρέχουσας αμέλειας του αναιρεσιβλήτου κατά τον τραυματισμό του, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, με αποτέλεσμα να στερήσει την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, (α) ενώ αρχικώς δέχεται ότι η πόρτα εισόδου στις γυναικείες τουαλέτες του πλοίου διέθετε μηχανισμό ελεγχόμενου κλεισίματος «χωρίς ωστόσο να δύναται να διαπιστωθεί, εάν κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ο μηχανισμός αυτός λειτουργούσε σωστά», στη συνέχεια δέχεται, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι ο μηχανισμός αυτός, επίσης κατά το χρόνο του ατυχήματος, δυσλειτουργούσε και ότι το πλήρωμα του πλοίου, γνωρίζοντας το πρόβλημα αυτό, δεν προέβη σε πρόσκαιρη αντιμετώπισή του, (β) ουδόλως αιτιολογεί σε τι συνίσταται η εν λόγω δυσλειτουργία, αν δηλαδή επρόκειτο για κάποιο ελάττωμα του μηχανισμού και ποίο ήταν αυτό και, επίσης, αν το συγκεκριμένο ελάττωμα επηρέαζε την κανονική λειτουργία της πόρτας ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών, ή επρόκειτο για δυσλειτουργία μόνον σε περίπτωση δυσμενών καιρικών συνθηκών, (γ) διαλαμβάνει ότι το πλήρωμα δεν εφάρμοσε στις γυναικείες τουαλέτες το ίδιο μέτρο που εφάρμοσε και στην πόρτα των ανδρικών τουαλετών, της οποίας το χερούλι ήταν δεμένο με σκοινί και συνεχώς παρέμενε ανοικτή, χαρακτηρίζοντας ωστόσο τις εν λόγω ενέργειες ως «μη ενδεδειγμένες πρακτικές», χωρίς να αναφέρει ποια ήταν, σε περίπτωση θαλασσοταραχής, η ενδεδειγμένη και προβλεπόμενη πρακτική, πέραν της ύπαρξης του υπάρχοντος μηχανισμού, την οποία ο αναιρεσείων από έλλειψη της απαιτούμενης επιμέλειας παρέλειψε να εφαρμόσει, ώστε να επιβάλλεται ως αναγκαίο μέτρο, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη, η τήρηση της ως άνω μη ενδεδειγμένης πρακτικής, ενόψει μάλιστα και του αναφερόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι το πλοίο προσφάτως, σε σχέση με το ένδικο περιστατικό, είχε υποβληθεί στον προβλεπόμενο έλεγχο από τους αρμόδιους Επιθεωρητές και είχε βρεθεί ότι πληρούσε, συμπεριλαμβανομένων των τουαλετών, όλες τις προβλεπόμενες για τους επιβάτες προδιαγραφές ασφαλείας, για τον οποίο ισχυρισμό δεν διέλαβε επαρκή και σαφή αιτιολογία, (δ) εξ αιτίας δε της ως άνω αντιφατικής και ανεπαρκούς αιτιολογίας προκαλείται ασάφεια σχετικά και με την ύπαρξη ή μη παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος αλλά και πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας της συμπεριφοράς αυτής με το επελθόν αποτέλεσμα και, ειδικότερα, αν υπήρξε παράλειψη συγκεκριμένων κανόνων ασφαλείας ή παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας εκ μέρους του αναιρεσείοντος και αν υφίστατο υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς ενέργεια της πράξης που παραλείφθηκε, κατά την καλή πίστη και κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, (ε) ενώ δέχεται ότι υπήρχαν ήδη έντονοι κλυδωνισμοί του πλοίου λόγω των επικρατουσών δυσμενών καιρικών συνθηκών, δεν διευκρινίζει με σαφήνεια ούτε και παραθέτει στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι, με βάση και τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες του αναιρεσίβλητου, δεν ήταν εφικτή η πρόβλεψη εκ μέρους του, ότι η τοποθέτηση του χεριού του στο κάσωμα της πόρτας μπορούσε να προκαλέσει τον τραυματισμό του, και (στ) ενώ δέχεται, ακόμη, ότι υπήρχαν πλαϊνές της εξωτερικής πόρτας των γυναικείων τουαλετών χειρολαβές και, επίσης, ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ήδη ανοίξει την πόρτα, δεν εξηγεί επαρκώς την αναγκαιότητα να πιαστεί από το κάσωμα της πόρτας και όχι από τις πλαϊνές χειρολαβές, καθώς και τη συνακόλουθη κρίση του ότι και «υπό συνθήκες άκρας επιμέλειας δεν θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το ένδικο τραυματισμό του», ενόψει μάλιστα του ότι δεν διαλαμβάνει παραδοχή, αν ο συνηθισμένος επιμελής άνθρωπος, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και τον εξ αιτίας αυτών έντονο κλυδωνισμό του πλοίου, θα μπορούσε ή όχι να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση το ζημιογόνο αποτέλεσμα, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά και μόνον τις υπάρχουσες χειρολαβές.

Επομένως, ο τρίτος, από τον αρ.6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών, αντιφατικών και ασαφών αιτιολογιών, είναι βάσιμος.

[V] Κατ’ ακολουθίαν τούτων, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου λόγου, πρέπει. να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, δικάζον ως Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον δικαστή, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παράβολου που κατέθεσε (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4161/2019 απόφαση του δικάζοντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση δικαστή

Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στον καταθέσαντα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ