Legislator Case Law & Legislation
1393/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against appellate court's rejection of claim for invalidation of termination as abusive.

Case Number 1393/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had rejected the claim to invalidate a termination of employment as abusive. The appellant argued that the lower court's reasoning was insufficient and contradictory regarding the employee's conduct and the employer's alleged hostility. Consequently, the Court found the second supplementary ground of the appeal valid due to inadequate and ambiguous reasoning on the core issue of abuse.

Legislator headnote

AI generated

Articles 527(3) and 529 of the Code of Civil Procedure; Article 442 of the Civil Code: In the second instance trial, new factual circumstances may be raised for the first time if they can be proposed admissibly at any stage of the proceedings, such as the plea of set-off, provided the counter-plea is proven directly.

Keywords

AI generated
invalidation of termination abusive conduct insufficient reasoning contradictory findings second instance trial new factual circumstances employment contract

Cited Legislation

AI generated
ΚΠολΔ 564 αρ.3, 569
ΚΠολΔ 249
άρθρα 527 αριθ. 3 και 529 ΚΠολΔ
άρθρο 442 ΑΚ
ΚΠολΔ 522
ΚΠολΔ 561 παρ. 2
ΚΠολΔ 580 παρ.3
ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2
άρθρο 559 ΚΠολΔ

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1393 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1393/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Μεταξά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις Της αναιρεσίβλητης: Μ. Α. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστοτέλη Μερεκούλια , ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-9-2013 και 15-12-2013 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 1-10-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν αφού συνεκδικάσθηκαν, η 1091/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 887/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2018 αίτησή της και τους από 17-10-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Υπόκεινται προς κρίση η από 15-3-2018 αίτηση αναιρέσεως και οι από 17- 10-2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της 887/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Οι ανωτέρω ένδικη αίτηση και πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 564 αρ.3 ,569) και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν,(ΚΠολΔ 249)να ερευνηθούν περαιρέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους.

2. Από τις διατάξεις των άρθρων 527 αριθ. 3 και 529 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, συνάγεται ότι στη δευτεροβάθμια δίκη επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η προβολή για πρώτη φορά πραγματικών περιστατικών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εφόσον μπορούν να προταθούν παραδεκτά σε κάθε στάση της δίκης, όπως είναι η ένσταση του συμψηφισμού, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται άμεσα.(ΑΠ 1281/2014).

Η προβολή της ένστασης αυτής μπορεί να γίνει από τον εκκαλούντα-εναγόμενο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης(.ΚΠολΔ522). (ΑΠ 1765/2002). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικόγραφο των από 4-4-2017 προτάσεων κατά τη συζήτηση της έφεσης -της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας, αυτή ισχυρίσθηκε, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, ότι, στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης και κριθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας ,προτείνει σε συμψηφισμό την ληξιπρόθεσμη ανταπαίτησή της κατ'αυτής προερχόμενη από την καταβληθείσα σ' αυτήν (ενάγουσα) αποζημίωση απόλυσης ,ποσού 10.191,10 ευρώ.

Η ένσταση αυτή περί συμψηφισμού της άνω ανταπαίτησης της, που κατέτεινε στην εξαφάνιση της εκεί εκκαλουμένης, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές διατάξεις , μόνο με λόγο εφέσεως περιεχόμενο στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης μπορούσε να προταθεί παραδεκτώς.

Συνεπώς, η ανωτέρω ένσταση απαραδέκτως προτάθηκε με τις προτάσεις και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που την απέρριψε ως απαράδεκτη δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αληθώς από τον αρ. 14 του άρθρου 559ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

3. Κατά το άρθρο 656 Α.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 61 ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α74/20.3.2013): "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόληση του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού." Από την πιο πάνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας εργαζομένου, το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόλησή του, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, χωρίς να έχει την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτημα ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία για τη θεμελίωσή του (ΑΠ 2011/201, 654/2018).

4. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων σε σχέση με τον εδώ ερευνώμενο αναιρετικό λόγο προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την από 15-12-2013 αγωγή της η εδώ αναιρεσίβλητη- ενάγουσα επιδίωκε ,μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 31-10-2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ως καταχρηστικής και να υποχρεωθεί η εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα να την απασχολεί, με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης.

Επί της αγωγής αυτής, (και των συνεκδικασθεισών μ' αυτή δύο αγωγών) εκδόθηκε η 1091/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ,μεταξύ άλλων έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 31-10-2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και υποχρεώθηκε η εναγομένη να απασχολεί την ενάγουσα με τους ίδιους όρους εργασίας που ίσχυαν πριν την καταγγελία.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση και πρόσθετους λόγους παραπονούμενη για τους σ' αυτούς διαλαμβανόμενους λόγους. Ειδικότερα, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο η ενάγουσα έπληττε την εκεί εκκαλουμένη για την παραδοχή του αγωγικού αιτήματος να υποχρεωθεί η εναγομένη να απασχολεί την ενάγουσα ως αυτόθροη συνέπεια της ακυρότητας της από 31-10-2013 καταγγελίας, χωρίς έρευνα περιστατικών άρνησης της εναγομένης να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες εκ μέρους της ενάγουσας κάτω από περιστάσεις οι οποίες υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ ή συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της, στοιχεία απαραίτητα για τη νομική θεμελίωση συνδρομής περιστατικών καταχρηστικής συμπεριφοράς της στην άρνηση αποδοχής της εργασίας της.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τους συναφείς λόγους έφεσης με το αγωγικό κεφάλαιο αναγνώρισης της ακυρότητας της από 31-10-2013 καταγγελίας ως καταχρηστικής και σιωπηρώς το προαναφερόμενο παράπονο του πρόσθετου λόγου έφεσης της εναγομένης. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση της μη λήψης υπόψη των ανωτέρω με τον πρόσθετο λόγο επικαλούμενων νομικών ισχυρισμών αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΚΠολΔ 559 αρ.8) Όμως η ανωτέρω αποδιδόμενη παράλειψη του δικαστηρίου δεν ιδρύει τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, τούτο διότι "πράγματα " κατά την έννοια του αρ.8 του άρθρου 559ΚΠολΔ συνιστούν οι λόγοι έφεσης ή πρόσθετοι λόγοι που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι (είναι νόμιμοι δηλ.) συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν, υπό την προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής τους ,το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 446/2015), και όχι νομικοί ισχυρισμοί ή νομολογία του Δικαστηρίου τούτου ,όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον εδώ ερευνώμενο πρόσθετο λόγο.

Παρατηρείται ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα 9/2011 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου αντιμετωπίζει το ίδιο ζήτημα (υποχρέωσης εργοδότη να απασχολήσει τον μισθωτό σε περίπτωση άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και της συνεπεία αυτής υπερημερίας του εργοδότη περί την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας του μισθωτού) υπό την ισχύ της διάταξης του άρθρου 656 όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 61 του ν.4139/2013.Επομένως,ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω,με την κατά τα ανωτέρω, εκ του πράγματος απόρριψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο των στον τρίτο πρόσθετο λόγο νομικών ισχυρισμών ,μη νομίμων, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω (αρ.3), αφού κρίθηκε η ακυρότητα της από 31-10-2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας , και διατάχθηκε η πραγματική απασχόλησή της, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, χωρίς να έχει το δικαστήριο την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτημα ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία για τη θεμελίωσή του , οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί, δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης .

Συνεπώς,ο τρίτος από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως είναι αλυσιτελής. 5. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία.

Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180).

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.

Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει, αλλά ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την ακυρότητα της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η ΑΚ 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη.

Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων (ΑΠ 179/2016). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως.

Αλλά και όταν, ακόμη, αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν τίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία, θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 904/2012,ΑΠ 769/2016).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται, πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

6. Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα :Ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη,την 16.3.1999 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως γραμματέας με πενθήμερη εργασία Δευτέρα - Παρασκευή και ωράριο 8 πμ - 16.00 πμ στην επιχείρηση της τελευταίας που έχει.

ως επιχειρηματικό αντικείμενο την αποθήκευση, διαχείριση και διανομή αγαθών τρίτων (υπηρεσίες logistics). Ότι στα καθήκοντα της ενάγουσας ήσαν μεταξύ άλλων και οι συνεννοήσεις με τους οδηγούς των φορτηγών, καταχώριση παραστατικών κ.λ.π. και ο συμφωνηθείς μηνιαίος μισθός ήταν από το 2009 1.717,56 ευρώ στον οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται αμοιβή για πρόσθετη παροχή ούτε επιφύλαξη ανάκλησης για το ποσό των 561,91 ευρώ.

Ότι λόγω οικονομικών δυσκολιών της εναγομένης η ενάγουσα όπως και το λοιπό προσωπικό από 1.1.2010 έως 31.8.2011 κατά διαστήματα είχε τεθεί σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας άτυπα και απασχολείτο 4 ώρες ημερησίως (μερική απασχόληση). Ότι την 1.9.2012 ενώ η ενάγουσα ευρίσκετο σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης η εναγομένη μείωσε μονομερώς χωρίς συμφωνία τον μισθό της και της κατέβαλε ποσό 1.155,65 ΕΥΡΩ μεικτά.

Ότι η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε προς την εναγομένη εργοδότρια εταιρεία και στη συνέχεια προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας ... την 15.11.2012, και υποδείχθηκε από την εν λόγω Υπηρεσία η επαναφορά του μισθού στα αρχικά επίπεδα. Ότι η εναγομένη ενεργούσα αντισυμβατικά δεν επανέφερε τις αποδοχές της ενάγουσας στο συμβατικό επίπεδο των 1.717,56 ΕΥΡΩ και της ώφειλε το ποσό των 5.175 ευρώ (ειδικότερα για επίδομα αδείας 2012 υπόλοιπο αποδοχών αδείας 2012,αποδοχές Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2012).

Ότι η ενάγουσα με την από 10-12-1012 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε την ίδια ημέρα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης. Ότι η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος ήταν νόμιμη και δεν υπάρχει κανένα στοιχείο καταχρηστικότητας, αφού αφορούσε δεδουλευμένες αποδοχές χρονικού διαστήματος 4 μηνών και προφανώς απαραίτητες για τις ατομικές και οικογενειακές ανάγκες της (έγγαμη με σοβαρά προβλήματα υγεία ς).

Ό τι κατόπιν ανταλλαγής εξωδίκων την 8.1.2013 η εναγομένη επανέφερε τις αποδοχές της ενάγουσας στο αρχικό επίπεδο του συμφωνηθέντος μισθού των 1.717,56 ευρώ, κατέβαλε τις οφειλόμενες αποδοχές και η ενάγουσα επέστρεψε στην εργασία της προκειμένου να εργασθεί σύμφωνα με τους συμφωνηθέντες όρους. Ότι την 28.1.2013 κατόπιν προσκλήσεως της διευθύνουσας συμβούλου της εναγομένης Φ.

Χ. συνήλθε το προσωπικό πλήρους απασχόλησης της εναγομένης, Μ. Α. (ενάγουσα), Φ. Σ. αποθηκάριος και Α. Ο. χειριστής γερανοφόρου οχήματος και συντάχθηκε σχετικό πρακτικό. Ότι ειδικότερα την ημέρα αυτή, η εν λόγω διευθύνουσα σύμβουλος γνωστοποίησε στους ανωτέρω τις οικονομικές ζημίες της εναγομένης για τα έτη 2009- 2012 που αγγίζουν τα 900.000 ΕΥΡΩ, τη μείωση του κύκλου εργασιών κατά 20% και τη συρρίκνωση του αντικειμένου της ενάγουσας.

Ότι η ανωτέρω αναφέρθηκε στην αγενή στάση της ενάγουσας έναντι πελατών και στην άρνηση της να εκδίδει παραστατικά και ως έσχατη λύση την θέτει από 1.2.2013 σε εκ περιτροπής εργασία μια ημέρα την εβδομάδα, ενώ οι άλλοι δύο εργαζόμενοι τέθηκαν σε καθεστώς 4ωρης απασχόλησης. Ότι η εν λόγω απόφαση γνωστοποιήθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας ...ς την 1.2.2013 ενώ η ισχύς της ήταν έως 30.10.201 3.Ότι η ενάγουσα παραβρέθηκε στην εν λόγω συζήτηση της 28.1.2013 αρνήθηκε όμως να υπογράψει το συνταχθέν πρακτικό, υπέγραψε όμως το σχετικό ατομικό έγγραφο γνωστοποίησης των αποφασισθέντων που αφορούσαν την ίδια.

Ότι η εναγομένη δεν ενημέρωσε το σύνολο των εργαζομένων (υπόλοιποι 4) ούτε διαβουλεύθηκε με αυτούς και ότι δεν έγινε ουσιαστική ενημέρωση με την αναλυτική παρουσίαση οικονομικών στοιχείων αλλά έγινε αόριστη αναφορά για ζημίες και μείωση κύκλου εργασιών. Ότι η ενάγουσα ήταν η μόνη γραμματέας στην εναγομένη και δεν μπορούσε να τεθεί σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας αφού δεν μπορούσε να αντικατασταθεί από άλλον εργαζόμενο (σύστημα εναλλαγής).

Ότι η εναγομένη κατά τη διάρκεια επίσχεσης εργασίας της ενάγουσας είχε προσλάβει την 14.12.2012 ως υπάλληλο γραφείου με τα ίδια καθήκοντα της ενάγουσας την Ε. Λ. με πλήρες ωράριο και 5 ημέρες εργασίας αντί μηνιαίων αποδοχών 510,95 ευρώ και την απασχόλησε ως 14.2.201 3.Ότι την ίδια ημέρα (1.2. 2013) που η ενάγουσα τέθηκε σε καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης η εναγομένη συνήψε σύμβαση με την ατομική επιχείρηση του Π.

Δ. "..." σύμβαση παροχής υπηρεσιών, που κάλυπταν εν μέρει και το αντικείμενο της ενάγουσας (έκδοσης παραστατικών κ.λ.π.)με αποτέλεσμα οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας να μειωθούν στο ποσό των 204,63 ΕΥΡΩ (274,81 ΕΥΡΩ μικτές αποδοχές).Ότι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης να θέσει την ενάγουσα από 1-2-2013 σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας κρίθηκε αμετακλήτως με την αναιρεσιβαλλομένη ως καταχρηστική και ότι η ενάγουσα δικαιούται συνολικό ποσό 11.929,58 ευρώ (διαφορές αποδοχών, επίδομα αδείας, δώρο Πάσχα 2013).Ότι κατά τη διάρκεια που η ενάγουσα ήταν στο προαναφερθέν καθεστώς της εκ περιτροπής εργασίας την 1.7.2013 η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της με 4μηνη προειδοποίηση, ορισθείσα ως ημέρα λύσης της σύμβασης εργασίας η 31.10.2013.

Ότι την ημέρα αυτή της κατέβαλε την 1η δόση της αποζημίωσης απολύσεως ποσού 3.435,12 ευρώ (2 μην. Χ 1717,56). Ότι η προαναφερόμενη καταγγελία έγινε από την εναγομένη, λόγω εχθρότητας της διευθύνουσας συμβούλου Φ. Χ. έναντι της ενάγουσας λόγω του ότι αυτή (ενάγουσα) διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματα της με προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας και στη συνέχεια στη Δικαιοσύνη, όπου με την 10821/2013 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) δικαιώθηκε προσωρινά η ενάγουσα και υποχρεώθηκε η εναγομένη να την απασχολεί με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και με την συμφωνηθείσα αμοιβή της.Οτι η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία για το επίδικο διάστημα 1.11.2013 έως 23.4.2015 και οφείλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας συνολικού ποσού 30.400,81 ευρώ (17,7 μήνες Χ 1.717,56 ευρώ).Με βάση αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τους λόγους έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά το κεφάλαιο της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 31.10.2013 καταγγελίας εκ μέρους της ως καταχρηστικής και επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει ομοίως.

Με τις παραδοχές, που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη και με την υπαγωγική κρίση, που ακολούθησε, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της επιδείξεως ή μη καταχρηστικής συμπεριφοράς εκ μέρους της εναγομένης, κατά τη γενόμενη την 31.10.2013 καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας.

Και τούτο διότι, ενώ δέχεται ότι στα καθήκοντα της ενάγουσας ως γραμματέως ήταν οι συνεννοήσεις με τους οδηγούς των φορτηγών και οι καταχωρήσεις παραστατικών, περαιτέρω υιοθετεί αγενή συμπεριφορά της ενάγουσας έναντι πελατών και άρνηση αυτής (ενάγουσας) να εκδίδει παραστατικά, καταλήγει ασαφώς και αντιφατικώς προς τα ανωτέρω και ότι η καταγγελία έγινε από εχθρότητα λόγω άσκησης της ενάγουσας των νομίμων δικαιωμάτων της, χωρίς να διαλαμβάνονται σαφή περιστατικά δηλωτικά εκδικητικής διάθεσης και εχθρότητας της διευθύνουσας συμβούλου της αναιρεσείουσας προς αυτήν μέχρι το χρόνο της καταγγελίας ενώ παράλληλα προς τις παραδοχές περί εχθρότητας, διέλαβε αντιφατικώς και άλλες που δείχνουν σαφώς τη δικαιολογημένη δυσαρέσκεια και τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγόμενης και πρόβλημα συνεργασίας.

Επομένως ο δεύτερος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος .Η έρευνα του πρώτου πρόσθετου λόγου αποβαίνει περιττή.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό (ως προς το αίτημα της από 15/2/2013 αγωγής να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας ως καταχρηστικής,η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει και τα λοιπά κεφάλαια αυτής) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 15-3-2018 αίτηση αναιρέσεως και τους από 17-10- 2018 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 887/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

ΑΝΑΙΡΕΙ την 887/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση ως προς το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και

ΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ