Legislator Case Law & Legislation
1393/2018 AI generated

1393/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1393/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1393/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β. Σ., πλην, όμως δεν προσκόμισε πληρεξούσιο για χορήγηση πληρεξουσιότητας σ' αυτόν από την ως άνω αναιρεσίβλητη, λόγος για τον οποίο άλλωστε με τις κατατεθείσες στις 6-12-2017, μετά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης από 1-1-2017 προτάσεις που κατέθεσε για τους αναιρεσίβλητους, δήλωσε ότι δεν παρίσταται για την αναιρεσίβλητη Ζ.

Keywords

AI generated
dangerous overtaking excessive speed accident insurance matter fitness to drive extreme speeding offence cessation of accident benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1393 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1393/2018

TO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ TOY ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Κ., χας Χ. Κ., 2) Κ. Κ. του Χ., κατοίκων ... 3) α. Ο. Σ. Κ., Γ. Σ. Κ., Μ. συζ. Α. Ζ., το γένος Σ. Κ., Ζ. Σ. Κ., Σ. συζ. Σ. Χ., το γένος Σ. Κ., κατοίκων ... ως κληρονόμων της αρχικώς ενάγουσας και αποβιωσάσης στις 22-4-2012 Σ. χας Σ. Κ., 4) Κ. Α. Κ., κατοίκου ... και 5) Θ. Κ. Κ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πλάτωνα Τσουλούφα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο. Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκε με την από 11-6-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη άναιρεσείουσάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2016 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-6-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 2-6-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ) υπ' αριθμ. 45/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, το οποίο, αφού συνεκδίκασε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και την αντέφεση της κυρίως εναγομένης παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 113/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, αφ' ενός μεν απέρριψε την αντέφεση, αφ' ετέρου δε δέχτηκε την έφεση ως προς την 1η εκκαλούσα ατομικά και ως προς τους 12ο, 13ο και 14η εκκαλούντες ως ουσιαστικά βάσιμη, και απέρριψε αυτή ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες, και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς την 1η εκκαλούσα ατομικά και ως προς τους 12ο, 13ο και 14η εκκαλούντες και συνεκδίκασε τις από 29-7-2011 και 11-6-2012 κύρια και παρεμπίπτουσα αγωγές, αντίστοιχα, δέχτηκε εν μέρει την κύρια αγωγή των εκκαλούντων - αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της κυρίως εναγομένης - παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας.

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά δε το άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και κατά το άρθρο 97 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα και η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε έτη από τη χορήγησή της.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας. Περαιτέρω κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο παριστάμενος κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ως μη παριστάμενος και για να είναι παραδεκτή ως προς τον εν λόγω διάδικο η συζήτηση της αναίρεσης που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα θα πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσίβλητος αυτός κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔικ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του, καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος, δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή διά του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νομίμου παραστάσεώς του κατ' αυτήν (ΑΠ 900/2014, πρβλ.

επίσης, ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/ 2015, ΑΠ 241/2014). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 135 παρ. 1 και 134 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, αυτή γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη και συγχρόνως δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια πρέπει να εκδίδεται στην Αθήνα και η άλλη στην έδρα του δικαστηρίου, διαφορετικά και η άλλη να εκδίδεται στην Αθήνα, ύστερα από υπόδειξη του Εισαγγελέα στον οποίο γίνεται η επίδοση, περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε, η οποία συντάσσεται και υπογράφεται από εκείνον που ενεργεί την επίδοση και έχει το οριζόμενο από την πρώτη των άνω διατάξεων περιεχόμενο.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε με εκφώνησή της στη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας μετ' αναβολή δικάσιμο της 1-12-2017, η υπ' αριθμ. 3δ αναιρεσίβλητη Ζ. Σ. Κ., εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πλάτωνα Τσουλούφα, ο οποίος, εκπροσώπησε νομίμως τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../30-11-2017 πληρεξουσίου της συβ/φου Μεσολογγίου Μ.

Β. Σ., πλην, όμως δεν προσκόμισε πληρεξούσιο για χορήγηση πληρεξουσιότητας σ' αυτόν από την ως άνω αναιρεσίβλητη, λόγος για τον οποίο άλλωστε με τις κατατεθείσες στις 6-12-2017, μετά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης από 1-1-2017 προτάσεις που κατέθεσε για τους αναιρεσίβλητους, δήλωσε ότι δεν παρίσταται για την αναιρεσίβλητη Ζ.

Κ. ελλείψει πληρεξουσιότητας, και επομένως η εν λόγω αναιρεσίβλητη Ζ. Κ. δεν παραστάθηκε νόμιμα κατά τή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (1-12-2017). Η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, προς απόδειξη της νόμιμης κλήτευσης της προαναφερόμενης αναιρεσίβλητης Ζ. Κ., επικαλείται με τις προτάσεις της και προσκομίζει την με αριθμό .../28- 12-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δυτ.

Στερεάς Ελλάδας, με έδρα το Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, Σ. Δ. Σ., από την οποία προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του νομίμως παριστάμενου πληρεξουσίου δικηγόρου της, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως δικασίμου της αρχικώς ορισθείσας δικασίμου της 7-4-2017, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο επιδόθηκε για την υπ' αριθμ. 3δ αναιρεσίβλητη Ζ.

Κ. του Σ., ως αγνώστου διαμονής, στην Εισαγγελέα Πρωτοδικών Μεσολογγίου, συγχρόνως δε δημοσιεύτηκε περίληψη του δικογράφου που επιδόθηκε σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των ..., αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με αριθμούς ... από 29 Δεκεμβρίου 2016 φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων "..." και "...", αντίστοιχα, σύμφωνα προς τα συνδυασμένα άρθρα 134 παρ. 1, 135 παρ. 1 και 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας.

Η διά του τρόπου αυτού, όμως, κλήτευση της ως άνω αναιρεσίβλητης, η οποία, επίσης δεν παραστάθηκε νόμιμα κατά την αρχική δικάσιμο της 7ης Απριλίου 2017, αφού εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Κ. Π., ως συνεργάτη του φερόμενου ως πληρεξούσιου δικηγόρου αυτής Σ. Α., χωρίς να αποδεικνύεται, όμως, η χορήγηση πληρεξουσιότητας στους ως άνω δικηγόρους, δεν είναι νόμιμη (βλ.

τα από 7.4.2017 πρακτικά της δικασίμου 7.4.2017 του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου). Και τούτο, γιατί, η επίδοση αυτή δεν έγινε στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη και συγκεκριμένα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ώστε να είναι νόμιμη η κλήτευσή της κατά τους ορισμούς του άρθρου 135 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αλλά στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.

Επομένως, εφόσον η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν κλητεύθηκε νόμιμα κατά την αρχική δικάσιμο της 7ης Απριλίου 2017, ούτε παραστάθηκε νόμιμα κατ' αυτήν, πρέπει, ενόψει του ότι η σχέση μεταξύ των περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων ανάγεται σε απλή ομοδικία, κατ' επιταγήν της διατάξεως του άρθρου 576 § 3 εδ. β' ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης από 2-6-2016 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 45/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, ως προς την ως άνω αναιρεσίβλητη, να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς την εν λόγω διάδικο και η πρόοδος αυτής ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Κατά τις διατάξεις δε των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος, κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/Ι) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (παρ. 1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες..." (παρ. 3).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6β παρ. 1 περ. β' του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/ 2007 και που σύμφωνα με το άρθρο 18 του τελευταίου αυτού νόμου άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (:ΦΕΚ 100 τ.

Α' 14.5.2007), "εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)..., β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος" (ΑΠ 103/2013).

Εξάλλου, λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (ΑΠ 103/2013 και ΑΠ 1107/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το κεφάλαιό της που αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως αβάσιμη για έλλειψη αιτιώδους συνάφειας, την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανατωθέντος κατά το ένδικο ατύχημα, ασφαλισμένου σ' αυτή για την αστική ευθύνη του από την κυκλοφορία του υπ' αριθμ. ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του ..., ο οποίος τελών υπό την επήρεια οινοπνεύματος, έγινε πρόξενος, με αποκλειστική υπαιτιότητά του, θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, στο οποίο έχασε τη ζωή του ο ίδιος και ο υιός του, Σ. ..., ενώ τραυματίστηκε ελαφρά ο υιός του, δεύτερος αναιρεσίβλητος, Κ. ..., δεχόμενο ότι η οδηγική συμπεριφορά του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο οποίος παραβίασε σειρά προειδοποιητικών πινακίδων στην πορεία του και συγκεκριμένα των πινακίδων ...

οι οποίες είχαν τοποθετηθεί στο σημείο που η οδός παρουσιάζει παραμόρφωση (σαμαράκια), μερικά ύψους μέχρι και 50 εκατοστών, προκειμένου οι κινούμενοι οδηγοί να ανακόπτουν την ταχύτητά τους και να διέλθουν του συγκεκριμένου σημείου με μεγίστη ταχύτητα 30 χιλιομέτρων ανά ώρα δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την οδήγηση του αυτοκινήτου υπό μέθη, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η υπό μέθη οδήγηση αυτοκινήτου οχήματος επηρεάζει την οδηγική ικανότητα του οδηγού, δηλαδή οδηγεί σε υπερεκτίμηση των οδηγικών του δυνατοτήτων, σε υποβάθμιση ή υποτίμηση των κινδύνων ή του εμποδίου, σε καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου και σε αδυναμία αντίδρασης.

Το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγών δέχτηκε, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού τα ακόλουθα: "Στις 4-7-2010 και περί ώρα 17.50 ο Χ. ... του Σ. οδηγούσε το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο του, το οποίο κατά το χρόνο αυτό ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους κατά την κυκλοφορία του προκαλούμενες ζημίες στην εναγομένη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία και εκινείτο επί της Εθνικής οδού ... (περιμετρικής Ναυπάκτου), με κατεύθυνση προς Αντίρριο, προσεγγίζοντας στο 6,600 χλμ.

αυτής. Στη θέση του συνοδηγού επέβαινε η σύζυγός του, πρώτη ενάγουσα, όπισθεν αυτής ο ανήλικος (17,5 ετών) υιός τους Σ. και όπισθεν του οδηγού επέβαινε ο ανήλικος (15 ετών) τότε ενάγων υιός τους ... Στο παραπάνω σημείο η εν λόγω οδός είχε πλάτος οδοστρώματος 8 μ., πλάτος ερείσματος εκατέρωθεν των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας 1,40 μ., ήταν διπλής κατεύθυνσης, με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, είχε διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, ήταν ευθεία με κατωφέρεια με μικρή κλίση και το οδόστρωμα ήταν σε κακή κατάσταση και συγκεκριμένα παρουσίαζε παραμόρφωση (σαμαράκια) σε μεγάλη συχνότητα, για το λόγο δε αυτό υπήρχαν στην πορεία του παραπάνω αυτοκινήτου σε μήκος 300 μ.

πριν το ανωτέρω σημείο επαναλαμβανόμενες ..., που προειδοποιούσαν για επικίνδυνο σε κακή κατάσταση οδόστρωμα και άλλους κίνδυνους και περιόριζαν την ταχύτητα στα 30 χλμ/ώρα. Εξάλλου κατά τον ανωτέρω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, φως ημέρας, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, η κυκλοφορία οχημάτων μικρή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν (βλ.

την από 4-7-2010 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει). Όταν ο οδηγός Χ. ... έφθασε στο παραπάνω σημείο της οδού, κατά τη διέλευσή του από την υπάρχουσα παραμόρφωση, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά και πλαγιολισθαίνοντας διήλθε τη διπλή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, διέσχισε διαγωνίως το ρεύμα κυκλοφορίας που προοριζόταν για τα αντιθέτως του δικού του κινούμενα οχήματα, το παραπλεύρως αυτού έρεισμα και τον ευρισκόμενο σε επαφή με αυτό αύλακα πλάτους 1,50 μ.

και εισήλθε στο παρακείμενο οικόπεδο, όπου προσέκρουσε με το αριστερό μέρος του σε υπάρχουσα εκεί βυτίο - δεξαμενή, όπου και ακινητοποιήθηκε, αφού διέγραψε ολική πλαγιολίσθηση 45 μ. Αποτέλεσμα της πρόσκρουσης αυτής ήταν να τραυματισθούν θανάσιμα ο οδηγός του αυτοκινήτου και ο συνεπιβαίνων σ' αυτό υιός του Σ., ο οποίο υπέστη κακώσεις κεφαλής και αυχένος, εκ των οποίων ως μόνης ενεργού αιτίας προκλήθηκε ο θάνατός του (βλ.

την ...-9-2010 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομίας του Ιατροδικαστή Α. Γ.) και να τραυματισθεί ο συνεπιβαίνων ενάγων Κ. .... Με βάση τα παραπάνω, το ένδικο ατύχημα και τα αποτελέσματά του οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου. Ειδικότερα η αμέλεια αυτού συνίσταται στο ότι κατά την οδήγηση του οχήματός του δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλε ο κάθε μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες συνθήκες (330 εδ.

β' ΑΚ). Συγκεκριμένα αυτός, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 2 και 3, 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 και 2 του ν. 2696/99, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία, ώστε να είναι σε θέση κάθε στιγμή να προβαίνει στους απαραίτητους χειρισμούς και δεν ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες της οδού και συγκεκριμένα ότι αυτή εμφάνιζε παραμόρφωση του οδοστρώματος, για την οποία υπήρχε σειρά προειδοποιητικών πινακίδων, τόσο του κινδύνου, όσο και του ανωτάτου ορίου ταχύτητας στα 30 χλμ/ώρα.

Αντίθετα οδηγούσε με την πολύ μεγάλη για τις συγκεκριμένες περιστάσεις ταχύτητα των 80 χλμ/ώρα, με αποτέλεσμα, κατά τη διέλευση του από το σημείο της οδού με την παραμόρφωση, να χάσει τον έλεγχο του οχήματος του και να συμβεί το ένδικο ατύχημα, έτσι όπως περιγράφηκε παραπάνω. Να σημειωθεί ότι στον οργανισμό του εν λόγω οδηγού ανιχνεύθηκε η ύπαρξη αιθυλικής αλκοόλης σε ποσοστό 0,53 g/l αίματος, δεν αποδείχθηκε όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι αυτό επηρέασε την οδηγική του ικανότητα και συνετέλεσε στην ως άνω αμελή συμπεριφορά του κατά την οδήγηση.

Και τούτο διότι, αφενός η συγκεκριμένη ποσότητα αλκοόλ δεν απέχει σημαντικά από το ανώτατο επιτρεπόμενο από το νόμο ποσοστό (0,50 g/l αίματος), με συνέπεια, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να μην επιδρά ουσιωδώς στη φυσιολογική συμπεριφορά κάθε ανθρώπου και ειδικότερα στην οδηγική συμπεριφορά ενός οδηγού, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες που προαναφέρθηκαν (φως ημέρας, καλοκαιρία, ξηρό οδόστρωμα, κυκλοφορία οχημάτων μικρή) και αφετέρου η εκτροπή του παραπάνω οχήματος οφείλεται στην απώλεια ελέγχου του, λόγω αυξημένης ταχύτητας στο συγκεκριμένο τμήμα της οδού, όπου υπήρχε παραμόρφωση στο οδόστρωμα, όπως προαναφέρθηκε, όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί στον οποιοδήποτε οδηγό που θα οδηγούσε με τον ίδιο τρόπο και υπό τις αυτές συνθήκες, χωρίς να έχει καταναλώσει αλκοόλ...

Σχετικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης ως παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται στο γεγονός ότι ο ασφαλισμένος της οδηγός οδηγούσε υπό την επίδραση αλκοόλ, λεκτέα τα εξής: όπως προαναφέρθηκε, η ύπαρξη αλκοόλ στο παραπάνω ποσοστό (0,53 g/l αίματος), δεν συνετέλεσε στην ως άνω αμελή συμπεριφορά του ασφαλισμένου κατά την οδήγηση και επομένως δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό.

Κατόπιν όλων αυτών δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που υπέστησαν οι ενάγοντες της κυρίας αγωγής, εφόσον η παράβαση του άρθρου 42 του ΚΟΚ εκ μέρους του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος και τις συνέπειες αυτού, όπως απαιτείται πλέον με το άρθρο 6β περ.

β' του π.δ. 237/1986, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007 και ισχύει από 14.5.2007 (ΦΕΚ 100Α714.5.07) (Κρητικός: Αποζημίωση από αυτοκινητικά ατυχήματα: 2008, §28 αρ. 48 και 57 επ.). Εξάλλου όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επίμαχης 101090500 ασφαλιστικής σύμβασης σ' αυτή αναφέρεται σχετικά ότι "ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΛΥΨΗΣ Από την ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης του παρόντος ασφαλιστηρίου εξαιρούνται οι περιπτώσεις ζημιών που αναφέρονται στο άρθρο 6Β του Νόμου 3557 όπως αυτός ισχύει".

Αποδεικνύεται συνεπώς από την εν λόγω σύμβαση ότι με αυτή είχε προβλεφθεί η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη μόνο για την περίπτωση που η μέθη του ασφαλισμένου θα τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3557/2007 με το οποίο προστέθηκε άρθρο 6β στο Ν. 237/1986 (όπως προφανώς εννοείται στην ασφαλιστική σύμβαση, αφού άρθρο 6β του Ν. 3557/2007 δεν υπάρχει) και όχι σε κάθε περίπτωση που ο ασφαλισμένος θα οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, ανεξάρτητα δηλαδή αιτιώδους συνάφειας με το προκαλούμενο ατύχημα, όπως ισχυρίζεται η παρεμπιπτόντως ενάγουσα.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε ότι η παραπάνω ποσότητα αλκοόλ που ανιχνεύθηκε στον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και ακολούθως δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, έσφαλε στην κρίση του αυτή, γενομένου δεκτού και ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού τέταρτου λόγου της έφεσης.."..

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, μεταξύ άλλων, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου της έφεσης, που αφορούσε στην πρώτη αναιρεσίβλητη Μ. Κ., χήρα ..., ατομικά και με την ιδιότητά της ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του τέκνου της Κ. Κ., ως προς το οποίο, όμως, απορρίφθηκε η έφεση με την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της ως απαράδεκτη, ενόψει του ότι αυτό, μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, είχε ήδη ενηλικιωθεί και συνεπώς απαραδέκτως ασκήθηκε η έφεση για λογαριασμό του από την πρώτη αναιρεσίβλητη μητέρα του, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα τούτου και όχι από το ίδιο ατομικά, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά το μέρος της με το οποίο είχε γίνει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση ως προς την αγωγή αυτή απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως προς την ως άνω παρεμπιπτόντως εναγομένη ατομικά και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη.

Όπως προκύπτει από τις παραπάνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατέληξε στην κρίση ότι η ανίχνευση στον οργανισμό του θανατωθέντος κατά το ατύχημα ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οδηγού αιθυλικής αλκοόλης σε ποσοστό 0,53 g/l αίματος δεν επέδρασε στην αμελή οδηγική του συμπεριφορά και στην πρόκληση του ατυχήματος, και συνεπώς δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 6β του Ν. 237/1986, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007, για την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, σε περίπτωση μέθης του ασφαλισμένου οδηγού, αφού έλαβε αυτεπαγγέλτως υπόψη για την υπαγωγή των γενόμενων απ' αυτό ως αποδειχθέντων παραπάνω πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ και ειδικότερα στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας που συνάγεται απ' αυτές ως προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η διαπιστωθείσα απ' αυτό συγκεκριμένη ποσότητα αλκοόλ, που δεν απέχει σημαντικά από το ανώτατο επιτρεπόμενο από το νόμο ποσοστό (0,50 9/l αίματος), γενικώς, δεν επιδρά ουσιωδώς στη φυσιολογική συμπεριφορά κάθε ανθρώπου και ειδικότερα στην οδηγική συμπεριφορά ενός οδηγού, υπό κανονικές συνθήκες κυκλοφορίας, όπως οι συγκεκριμένες που επικρατούσαν τη στιγμή του ατυχήματος (φως ημέρας, καλοκαιρία, ξηρό οδόστρωμα, κυκλοφορία οχημάτων μικρή), και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκαλέσει θανατηφόρο ατύχημα, ούτε επέδρασε στη συγκεκριμένη περίπτωση στην αμελή οδηγική συμπεριφορά του ως άνω οδηγού, αφού όπως ανελέγκτως περαιτέρω δέχτηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση η εκτροπή του οχήματος του ως άνω οδηγού οφείλεται στην απώλεια ελέγχου του, λόγω αυξημένης ταχύτητας στο συγκεκριμένο τμήμα της οδού, όπου υπήρχε παραμόρφωση στο οδόστρωμα, κατά τα προαναφερόμενα, όπως θα μπορούσε να έχει συμβεί στον οποιοδήποτε οδηγό που θα οδηγούσε με τον ίδιο τρόπο και υπό τις αυτές συνθήκες, χωρίς να έχει καταναλώσει αλκοόλ.

Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, δεν παραβίασε κατά την εφαρμογή των ως άνω κανόνων δικαίου τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού δεν δέχτηκε, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα γενικώς και αφηρημένα ότι η υπό μέθη οδήγηση αυτοκινήτου οχήματος δεν επηρεάζει την οδηγική ικανότητα του οδηγού, δηλαδή δεν οδηγεί σε υπερεκτίμηση των οδηγικών του δυνατοτήτων, σε υποβάθμιση ή υποτίμηση των κινδύνων ή του εμποδίου, σε καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου και σε αδυναμία αντίδρασης, αλλά όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, τα οποία δεν αναιρούν αλλά συνάδουν με τα επικαλούμενα απ' αυτόν διδάγματα της κοινής πείρας.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το άρθρ. 932 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται με αυτή δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, επί θανατώσεως τον βαθμό συγγενείας, την ηλικία του θύματος), με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λ.π.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.

το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα τόυ πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Θλ.ΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καθορίσει το ύψος της δικαιούμενης από την πρώτη αναιρεσίβλητη, μητέρα του θανατωθέντος κατά το ένδικο ατύχημα ανηλίκου Σ. Κ. και από τους τρίτη, τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, γιαγιά, παππού και γιαγιά αντίστοιχα του ως άνω ανηλίκου, χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, για το θάνατο του ως άνω ανηλίκου τέκνου και εγγονού τους, αντίστοιχα, στα ποσά των 80.000 ευρώ για τη μητέρα και των 10.000 ευρώ για τον παππού και για καθεμιά από τις γιαγιάδες, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που επιδίκασε 55.000 € στην πρώτη και 5.000 € σε καθένα από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους τελείως να αναφέρει, ούτε καν να λάβει υπόψη την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων - μερών), παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας του άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρ. 932 ΑΚ, αφού τα ως άνω ποσά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, υπερβαίνουν σημαντικά αυτά που θα ήταν δίκαια και εύλογα για την ηθική παρηγοριά και ανακούφιση των αναιρεσιβλήτων, με αποτέλεσμα η επιδίκασή τους να προκαλεί υπέρμετρο πλουτισμό των αναιρεσιβλήτων και αντίστοιχα οικονομική εξουθένωσή της (αναιρεσείουσας).

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 45/2016 απόφασή του, καθόσον αφορά στα προσβληθέντα με την ως άνω έφεση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων και την αντέφεση της αναιρεσείουσσας - εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αντίστοιχα, κεφάλαια χρηματικής ικανοποίησης δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι 1η, 12η, 13ος και 14η ενάγοντες της κυρίας αγωγής, ήτοι μητέρα, γιαγιά, παππούς και γιαγιά αντίστοιχα του θανόντος Σ.

Κ., συνδέονταν μαζί του με αισθήματα αγάπης και στοργής, ο δε βίαιος και αιφνίδιος θάνατός του προκάλεσε στους ενάγοντες αυτούς οδύνη και ψυχικό πόνο, για το λόγο. αυτό δε πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτούς χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ύψος της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου και της ηλικίας του θανόντος (17,5 ετών), πρέπει να καθοριστεί για τη μητέρα του σε 80.000 ευρώ και για καθεμιά των γιαγιάδων και του παππού του σε 10.000 ευρώ.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που επιδίκασε στην μητέρα 55.000 ευρώ και σε καθεμιά των γιαγιάδων και του παππού 5.000 ευρώ, έσφαλε στην κρίση του αυτή, γενομένου εν μέρει δεκτού ως βάσιμου του σχετικού δεύτερου λόγου της έφεσης και απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού λόγου της αντέφεσης...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, καθόρισε, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης ως εύλογη χρηματική αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι από το θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο ατύχημα, του υιού και εγγονού τους, αντίστοιχα, Σ.

Κ., το ποσό των 80.000 ευρώ για τη μητέρα, και των 10.000 ευρώ για καθεμιά των γιαγιάδων και του παππού του. Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνουν (και μάλιστα καταφανώς) τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις, με δεδομένη την καταγνωσθείσα αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη - αναιρεσείουσα αυτοκινήτου και τη νεαρή ηλικία του θανατωθέντος κατά το ατύχημα στενού συγγενούς των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέους.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 2-6-2016 αίτησης αναίρεσης, ως προς την υπ' αριθμ. 3δ αναιρεσίβλητη Ζ. Σ. Κ..

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς την αμέσως παραπάνω αναιρεσίβλητη και την πρόοδο αυτής ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Απορρίπτει την από 2-6-2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 45/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ