Legislator Case Law & Legislation
1393/2014 AI generated

1393/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1393/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Της εκκαλούσας-καλούσας: Χ. συζύγου Ρ. Σ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνο Γεωργάτο και κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

1393/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η καλούσα Χ. συζ. Ρ. Σ. , το γένος Α. Π. άσκησε κατά των καθών η κλήση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από .5-11-1996 αγωγή της με την οποία ιστορούσε ότι ο αποβιώσας στις 8-12-1992, χωρίς διαθήκη, θείος της Σ. Μ., του οποίου είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος κατά ποσοστό 4/24 εξ αδιαιρέτου, με το υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του Συμφ/φου Αναβύσσου Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1393 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1393/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της εκκαλούσας-καλούσας: Χ. συζύγου Ρ. Σ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνο Γεωργάτο και κατέθεσε προτάσεις.

Των εφεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1.Χ. συζ. Δ. Μ. το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., 2. Μ. συζ. Ν. Χ. το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., 3. Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Βασιλόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/1996 αγωγή της ήδη εκκαλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7244/1997 μη οριστική, 6020/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5123/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1130/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 5123/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε.

Εκδόθηκε η 2286/21011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη εφεσίβλητες με την από 7/9/2011 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 503/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναιρεί την 2286/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο Δ' Τμήμα του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση στο Δ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, η ήδη εκκαλούσα με την από 22-5-2013 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της εκκαλούσας ζήτησε την παραδοχή της εφέσεως, ο πληρεξούσιος των εφεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 22-5-2013 κλήση της ηττηθείσας πρωτοδίκως ενάγουσας-εκκαλούσας Χ. συζ. Ρ. Σ. , το γένος Α. Π., κατά των εναγομένων-εφεσιβλήτων1) Χ., συζύγου Δ. Μ., το γένος Σ. και Α. Γ. Σ., 2) Μ., συζύγου Ν. Χ., το γένος Δ. και Χ. Μ., 3) Α. Μ. του Δ. και της Χ., νόμιμα φέρεται προς ουσιαστική εκδίκαση η κρινόμενη υπόθεση επί της παρακάτω αναφερόμενης από 12-1-2002 έφεσης της εκκαλούσας, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 503/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφ'ενός μεν αναιρέθηκε κατά τα κατωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα, η υπ' αριθμ. 2286/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που είχε δικάσει μετά από αναίρεση της υπ' αριθμ. 5123/2006 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αφ' ετέρου δε παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση, κατ' άρθρο.580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως αντικ.

με το άρθρο 12 παρ.4 του Ν.4055/2012, ενόψει του ότι επρόκειτο για παραδοχή δεύτερης αναίρεσης, στο παρόν Δ'Τμήμα του Αρείου Πάγου που ορίζεται ως αρμόδιο από το άρθρο 3 παρ.4 του Π Δ 376/1997 "Κανονισμός Λειτουργίας του Αρείου Πάγου", όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 91/2000 και 95/2012. Ειδικότερα: Η αναιρεθείσα με την υπ' αριθμ. 503/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπ' αριθμ. 2286/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :

Η καλούσα Χ. συζ. Ρ. Σ. , το γένος Α. Π. άσκησε κατά των καθών η κλήση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από .5-11-1996 αγωγή της με την οποία ιστορούσε ότι ο αποβιώσας στις 8-12-1992, χωρίς διαθήκη, θείος της Σ. Μ., του οποίου είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος κατά ποσοστό 4/24 εξ αδιαιρέτου, με το υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του Συμφ/φου Αναβύσσου Δ.

Μήτρου, νομίμως μεταγραφέντος, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως προς τις εναγόμενες -καθών η κλήση εξ αδιαιρέτου και κατά ισομοιρία ένα κληροτεμάχιο στη θέση "Θυμάρι" της κτηματικής περιφέρειας Π. Φώκαιας Αττικής, όπως περιγράφεται στην αγωγή' ότι η μεταβίβαση αυτή προς τις εναγόμενες, έγινε κατά το παραπάνω σχετικό συμβόλαιο αντί τιμήματος ποσού 12.000.000 δρχ., το οποίο έλαβε ο πωλητής τοις μετρητοίς προκαταβολικώς εκτός του γραφείου του Συμ/φου• ότι η με το ως άνω συμβόλαιο καταρτισθείσα πώληση είναι εικονική, διότι δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, καθόσον καμία συμφωνία για τίμημα δεν έγινε, ούτε κατεβλήθη οποιοδήποτε τίμημα, ούτε οι συμβαλλόμενοι ήθελαν την καταβολή τιμήματος και επομένως ως σύμβαση πωλήσεως είναι άκυρη• ότι η άκυρη, αυτή πώληση υπέκρυπτε δωρεά υπό τον όρο να περιποιηθούν οι εναγόμενες το Σ.

Μ., εφόρου ζωής, πλην, όμως και η δωρεά αυτή είναι άκυρη, διότι ο δωρητής, κατά το χρόνο της δήλωσης του , δεν είχε συνείδηση των πράξεών του και ακόμη, δεν είχε την χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια με συνέπεια τον αποφασιστικό περιορισμό της ακριβούς επίγνωσης του εξωτερικού κόσμου και του ελεύθερου προσδιορισμού της βούλησής του, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα περιστατικά' ότι κι αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι η με το παραπάνω συμβόλαιο πώληση δεν είναι άκυρη ως εικονική, υποκρύπτουσα άκυρη δωρεά κατ' άρθρο 131 ΑΚ και ότι καταβλήθηκε πράγματι το προαναφερόμενο τίμημα των 12.000.000 δραχμών, τότε, άλλως, η εν λόγω σύμβαση πωλήσεως είναι απολύτως άκυρη για τους παρακάτω κατά σειρά επικουρικότητας αναφερόμενους λόγους , και δη κατ' άρθρο 131 ΑΚ και 1695 περ. 3 του ΑΚ , διότι κατά το χρόνο της δήλωσης βούλησης του για πώληση προς τις εναγόμενες του ως άνω ακινήτου, ο κληρονομηθείς απ' αυτήν μεταβιβάζων έπασχε από πνευματική ασθένεια , συνεπεία της οποίας δεν είχε τη χρήση του λογικού ,άλλως δε, σύμφωνα με τα άρθρο 179 και 178 ΑΚ, ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη, και δη ως καταπλεονεκτική, καθόσον οι εναγόμενες εκμεταλλεύθηκαν την ανάγκη του για περιποίηση και φροντίδα και την κουφότητά του, λόγω της παραπάνω κατάστασής του και πέτυχαν να λάβουν, λόγω πωλήσεως προς αυτές, ακίνητο αξίας 75.000,000 δραχμών αντί του ποσού των 12.000.000 δρχ, το οποίο τελεί σε προφανή δυσαναλογία προς την πραγματική αξία αυτού.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε η ενάγουσα κυρίως μεν, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της πώλησης, που καταρτίστηκε με το ως άνω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο, λόγω εικονικότητας (άρθρο 138 ΑΚ) και της υποκρυπτόμενης σ' αυτήν δωρεάς κατ' άρθρο 131 ΑΚ, επικουρικώς δε , να αναγνωριστεί ακυρότητα της πώλησης κατ' άρθρο 131 ΑΚ σε συνδ.

με άρθρο 1695 ΑΚ, και όλως επικουρικώς κατά τα άρθρα 178-179 ΑΚ. , καθώς και να αναγνωριστεί ότι αυτή είναι συννομέας, κατά ποσοστό κατά ποσοστό 4/24 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ. 7244/1997 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική και 6020/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την πρώτη των οποίων το εν λόγω Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως ως εικονικής, καθώς και ως προς την επικουρική βάση της , κατά το δεύτερο σκέλος της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως , ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη ( αισχροκερδούς ) και αφού έκρινε, ως νόμιμη, την επικουρική βάση της αγωγής κατά το πρώτο σκέλος της , της αναγνώρισης της ακυρότητας της σύμβασης πώλησης, λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεων του πωλητή, έταξε στη συνέχεια αποδείξεις περί της πνευματικής κατάστασης του πωλητή Σ.

Μ., κατά το χρόνο κατάρτισης του πωλητηρίου συμβολαίου, με τη δε δεύτερη. απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή κατά την κριθείσα νόμιμη βάση της . Κατά των αποφάσεων αυτών του πρωτοβάθμιου Δικάστηρίου ασκήθηκε η από 12 -1- 2002 και με αριθμό εκθ. καταθ. 360/2002 έφεση από την ενάγουσα -καλούσα , επί της οποίας εκδόθηκαν :

α) η 8695/2002 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία το εν λόγω Δικαστήριο, αφού δέχτηκε τυπικά την έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας, ακολούθως, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμου του σχετικού λόγου της, με τον οποίο παραπονείτο η ενάγουσα για την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της επικουρικής βάσης της αγωγής κατά το πρώτο σκέλος της , της αναγνώρισης της ακυρότητας της σύμβασης πώλησης, λόγω έλλειψης συνείδησης των πράξεων του πωλητή , σχετικά με την οποία έκρινε ότι αυτή έπρεπε να είχε απορριφθεί ως αόριστη, δεδομένου ότι η σύμβαση πωλήσεως είναι μη χαριστική και η ακυρότητα αυτής από την ενάγουσα ως κληρονόμου του συμβληθέντος πωλητή μπορούσε να ζητηθεί μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου1695 ΑΚ (ήδη παρ. 2 άρθρου 131 παρ. 2 ΑΚ) ουδεμία των οποίων επικαλείτο η ενάγουσα στην αγωγή, εξαφάνισε τις εκκαλούμενες αποφάσεις , με την πρώτη των οποίων είχε κριθεί ως νόμιμη η ως άνω βάση της αγωγής και διατάχθηκαν σχετικές αποδείξεις , με τη δε δεύτερη είχε απορριφθεί η αγωγή κατά την ως άνω βάση της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και στη συνέχεια αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής, αφ' ενός μεν απέρριψε ως αόριστη τη βάση της αγωγής περί ακυρότητας της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως κατ' άρθρο 131 ΑΚ, αφ' ετέρου δε έκρινε ως νόμιμες την κύρια βάση αυτής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως ως εικονικής, καθώς και την επικουρική βάση αυτής , κατά το δεύτερο σκέλος της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως , ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη ( αισχροκερδούς ) και στη συνέχεια ανέβαλε την οριστική του απόφαση κατά τα λοιπά και διέταξε τη διεξαγωγή εμμαρτύρων αποδείξεων αναφορικά τις κριθείσες νόμιμες βάσεις της (από το άρθρο 138 ΑΚ και 179 ΑΚ, αντίστοιχα), καθώς και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προς διάγνωση της πνευματικής κατάστασης του Σ.

Μ., κατά τον κρίσιμο χρόνο και β) μετά τη διεξαγωγή των ως άνω αποδείξεων, η υπ' αριθμ. 5123/2006 οριστική απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της περί εικονικότητας και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της εν λόγω συμβάσεως πωλήσεως ως εικονικής καθώς και η ακυρότητα της καλυπτόμενης απ' αυτή δωρεάς , κατ' άρθρο 131 ΑΚ , χωρίς να ερευνηθεί, ενόψει της παραδοχής της αγωγής ως προς την ως άνω κύρια βάση της , η κριθείσα επίσης ως νόμιμη και για την οποία, επίσης, είχαν διαταχθεί αποδείξεις, βάση της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ίδιας συμβάσεως ως αισχροκερδούς , ως επικουρική.

Κατά των αποφάσεων αυτών (υπ' αριθμ. 8695/2002 εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής και 5123/2006 οριστικής ) ασκήθηκε από τις εναγόμενες -εφεσίβλητες η από 6-12-2006 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1130/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία, αναιρέθηκε ( μόνο ) η ως άνω υπ' αριθμ 5123/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών για την από το άρθρο 559 αριθμ 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, στο οποίο και εισήχθη η υπόθεση προς συζήτηση, εκδοθείσας σχετικώς , μετά την αναίρεση της ως άνω οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 2286/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ειδικότερα: Με την τελευταία αυτή, μετ' αναίρεση, υπ' αριθμ. 2286/2011 απόφασή του, το Εφετείο Αθηνών, αφού ανακάλεσε την προεκδοθείσα της ως άνω αναιρεθείσας υπ' αριθμ. 8695/2002 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφαση του, ως προς τη μη οριστική διάταξή της με την οποία έκρινε ως νόμιμη και διέταξε απόδειξη για την ουσιαστική βασιμότητά της την κύρια βάση της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως ως εικονικής, και της υποκρυπτόμενης σ' αυτήν δωρεάς κατ' άρθρο 131 ΑΚ, ακολούθως, δικάζοντας επί της από 5-11-1996 αγωγής, απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη κατά την ως άνω κύρια βάση της, ενώ δέχτηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την επικουρική βάση της από το άρθρο 179 ΑΚ και αναγνώρισε για το λόγο αυτό την ακυρότητα της καταρτισθείσας με το υπ' αριθμ ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Ανάβύσσου Δ. Μήτρου συμβάσεως πωλήσεως ,καθώς και την ενάγουσα ως συννομέα κατά ποσοστό 4/24 εξ αδιαιρέτου του ως άνω ακινήτου. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από τις εναγόμενες -εφεσίβλητες η από 7-9-2011 αίτηση αναίρεσης , επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 503/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αναιρέθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 2286/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για την από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα επειδή << στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν υπάρχει βεβαίωση κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν από όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα τα έγγραφα τα οποία επικαλέστηκαν και νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, από το όλο δε περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο αλλά αντίθετα κατελείπονται αμφιβολίες για το αν το πιο πάνω δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος και τα ως άνω έγγραφα που επικαλέσθηκαν και νόμιμα προσκόμισαν οι αναιρεσείουσες >> και παραπέμφθηκε υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παρόν Δ'Τμήμα του Αρείου Πάγου .

Επομένως, αναιρέθηκε η απόφαση αυτή μόνο κατά το μέρος της που είχε δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την επικουρική βάση της αγωγής από το άρθρο 179ΑΚ και το σωρευόμενο σ' αυτή αίτημα περί αναγνώρισης της συννομής της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο. Κατόπιν τούτου, επανερχομένων των διαδίκων στην προ της αναιρεθείσας απόφασης, κατάσταση [άρθρο 579 παρ 1 ΚπολΔ], και δη στο στάδιο της κατ' ουσίαν έρευνας της αγωγής από το Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την αναιρεθείσα υπ' αριθμ. 2286/2011 απόφαση κατά την ως άνω επικουρική βάση και αίτημά της , μετά την τυπική και ουσιαστική παραδοχή της από 12 Ιανουαρίου 2002 και με αριθμό εκθ.

Καταθ. 360/2002 έφεσης της ενάγουσας με την προεκδοθείσα αυτής υπ' αριθμ. 8695/2002 εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών και τη διεξαγωγή των αποδείξεων που είχαν διαταχθεί με αυτή, πρέπει να ερευνηθεί κατά την ίδια διαδικασία [άρθρο 533 παρ 1 ΚπολΔ] εκ νέου η υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την ως άνω αναιρετική απόφαση (άρθρα 579 παρ 1,580 παρ 3, 581 ΚΠολΔ).

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον Εισηγητή δικαστή σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 7244/1997 προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και περιέχονται στη με επίκληση προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 286/1998 εισηγητική έκθεση και αυτών που εξετάστηκαν ενώπιον εντεταλμένου δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών σε εκτέλεση της παραπάνω υπ' αριθμ. 8695/2002 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών και περιέχονται στην επίσης με επίκληση προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 98/2003 εισηγητική έκθεση, οι οποίες εκτιμώνται κάθε μια χωριστά και σε σχέση με τις άλλες, ανάλογα με το λόγο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε από το διορισθέντα με την ίδια ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών νευρολόγο-ψυχίατρο X.

Α. Β., η οποία περιέχεται στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 10-6-2005 έκθεσή του, την από 29-1-2002 ιατρική γνωμοδότηση του γιατρού Β. Γ., που συντάχθηκε μετά από αίτηση της ενάγουσας, η οποία την προσκομίζει (άρθρ. 390 ΚΠολΔ), καθώς και απ' όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και όλα τα ιατρικά έγγραφα και πιστοποιητικά το Νοσοκομείου Ασκληπιείο Βούλας , το από 31-1-1996 έγγραφο της Δ.Ο.Υ.

Λαυρίου και οι προσκομιζόμενες Αποφάσεις και Πρακτικό Συνεδριάσεως του Κοινοτικού Συμβουλίου της τότε Κοινότητας Παλαιάς Φώκαιας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Στις 8-12-1992 απεβίωσε στην Παλαιά Φώκαια Αττικής, σε ηλικία 77 ετών(γεννήθηκε το έτος 1915) ο Σ. Μ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο οποίος, όντας άγαμος, χωρίς τέκνα, και στερούμενος άλλων εγγυτέρων συγγενών, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της προαποβιώσασας αδελφής του Δ.

και συγκεκριμένα από την ενάγουσα Χ. σύζ. Ρ. Σ., την Κ. συζ. I. Μ. το γένος Α. Π. και τον Α. Π. κατά ποσοστό 4/24 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα και από τα τέκνα της προαποβιώσασας, δεύτερης αδελφής του Μ. συζ. Φ. Α., Σ. Α., Ε. Α. και Ε. συζ. I. Δ. το γένος Φ. Α., κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, οι οποίοι (όλοι) αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομία, με την άπρακτη παρέλευση της τασσόμενης από το άρθρο 1847 ΑΚ τετράμηνης προθεσμίας αποποίησης αυτής.

Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβ/φου Αναβύσσου Δ. Μήτρου που μεταγράφηκε νόμιμα, ο παραπάνω αποβιώσας, μεταβίβασε και παρέδωσε κατά κυριότητα νομή και κατοχή , αιτία πωλήσεως, στις εναγόμενες, μητέρα και θυγατέρες, αντίστοιχα, κοινώς, αδιαιρέτως και κατ'ισομοιρίαν ένα ακίνητο (κληροτεμάχιο), εμβαδού 6.375,60 τμ.

που βρίσκεται στην θέση "ΘΥΜΑΡΙ" της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Παλαιός Φώκαιας Αττικής, το οποίο εμφαίνεται στους κτηματολογικούς καταλόγους και τα σχετικά σχεδιαγράμματα της τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας με τον αριθμό 89 της κατηγορίας Έψιλον (Ε) κεφαλαίο, καθώς και στο από 14 Ιουλίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Β.

Δ. Γ., νόμιμα προσαρτημένου στο ως άνω άνω συμβόλαιο και συνορεύει βόρεια επί πλευράς μήκους μέτρων 69 με το υπ' αριθμ. 88 κληροτεμάχιο της ίδιας κατηγορίας, νότια"επί πλευράς μήκους 69 με το υπ' αριθμ. 90 κληροτεμάχιο της ίδιας κατηγορίας, ανατολικά επί πλευράς μήκους 92, 40 μ. με αγροτική οδό διανομής πλάτους 5 μέτρων και δυτικά επί πλευράς μήκους 92,40 μ.

εν μέρει με το υπ' αριθμ. 87 κληροτεμάχιο της ίδιας κατηγορίας και εν μέρει το υπ' αριθμ. 86 κληροτεμάχιο της ίδιας κατηγορίας, είχε δε περιέλθει στην άμεση αποκλειστική και αδιαφιλονίκητη κυριότητα, νομή και κατοχή του από παραχώρηση του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει του υπ' αριθμ. 76320/25-1-1956 τίτλου κυριότητας του Υπουργείου Γεωργίας, που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κερατέας (τόμο 53, α.α. 66).

Σε σχέση με την πολεοδομική κατάσταση του ακινήτου αυτού, στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ότι σύμφωνα με τη δήλωση του Ν. 651/1977 της ως άνω μηχανικού, που βρίσκεται πάνω στο προαναφερόμενο τοπογραφικό, το ως άνω κληροτεμάχο βρίσκεται εκτός σχεδίου αλλά εντός ζώνης <<Γ>> Δ/τος Παραλιακής Λεωφόρου Βουλιαγμένης -Σουνίου και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και δεν αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης.

Ως τίμημα της ως άνω πωλήσεως και μεταβιβάσεως του παραπάνω ακινήτου στις συμβαλλόμενες αγοράστριες συμφωνήθηκε το αναγραφόμενο στο ως άνω συμβόλαιο ποσό των 12.000.000 δραχμών, το οποίο κατά δήλωση των συμβαλλομένων, που διαλαμβάνεται στο ως άνω συμβόλαιο, ο αγοραστής έλαβε από τις εναγόμενες τοις μετρητοίς, προκαταβολικώς και χωρίς την παρουσία του συντάξαντος το συμβόλαιο Συμβολαιογράφου.

Περαιτέρω, όμως , όπως αποδείχτηκε, το συνομολογηθέν με το ως άνω συμβόλαιο τίμημα της συμβάσεως αυτής, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αγοραία αξία του ως άνω ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο καταρτίσεως του επίμαχου συμβολαίου , η οποία ενόψει της θέσης του στην παραθαλάσσια και διαρκώς αναβαθμιζόμενη παραθεριστική περιοχή <<Θυμάρι>> της Κοινότητας Παλαιάς Φώκαιας Αττικής, της αναφερόμενης στο συμβόλαιο πολεοδομικής του καταστασης (εκτός σχεδίου αλλά ενός ζώνης Γ Δ/τος Παραλιακής Λεωφόρου Βουλιαγμένης -Σουνίου , άρτιο και οικοδομήσιμο), της απόστασής του από την ως άνω παραλιακή λεωφόρο (1500 μ.

περίπου) και της αυξημένης ζήτησης κατά τον κρίσιμο χρόνο ακινήτων σε παραθαλάσσιες περιοχές εντός της Αττικής, ήταν προφανώς κατά πολύ ανώτερη αυτού, ανερχόμενη τουλάχιστον στο ποσό των 35.000.000 δραχμών. Το ότι το ποσό του τιμήματος των 12.000.000 δραχμών δεν ανταποκρίνεται στην τότε αγοραία αξία του, η οποία είναι πολλαπλάσια αυτού , ανερχόμενη στο ως άνω ποσό, αποδεικνύεται από την εκτίμηση του συνόλου των προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την αξία του ακινήτου, ιδίως δε από την εκτίμηση της αγοραίας αξίας του, δεδομένου ότι η περιοχή του ήταν εκτός αντικειμενικού προσδιορισμού, από την αρμόδια ΔΟΥ Λαυρίου, η οποία, όπως αναγράφεται στην επικεφαλίδα του ως άνω συμβολαίου << ΠΩΛΗΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΟΎ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΝΤΙ ΔΡΧ. 12.000.000 ΕΚΤΙΜΗΣΗ Δ.Ο.Υ ΔΡΧ 28.000.000 >>, αλλά και στην τελευταία σελίδα της κατατεθείσας στη Δ.Ο.Υ Λαυρίου από 17-1-1992 σχετικής Δήλωσης Φόρου Μεταβίβασης Ακινήτων, υπό την την οικεία στήλη <<ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΦΟΡΟΥ >>που συμπληρώθηκε από τον αρμόδιο υπάλληλο της ως άνω Δ.Ο.Υ , εκτίμησε αυτό στο ποσό των 28.000.000 δραχμών ,το οποίο είναι υπερδιπλάσιο του συμφωνηθέντος τιμήματος, γεγονός το οποίο αν ληφθεί υπόψη , όπως είναι κοινώς γνωστό ότι κατά τον ως άνω χρόνο η εκτίμηση της Εφορίας υπολειπόταν ουσιωδώς της πραγματικής εμπορικής αξίας των ακινήτων , όπως αυτή διαμορφωνόταν στην κτηματαγορά ακινήτων, υπό συνθήκες προσφοράς και ζήτησης, σε συνδυασμό με την κατά τα ανωτέρω, παρατηρούμενη κατά τον κρίσιμο χρόνο αυξημένη ζήτηση ακινήτων σε παραθαλάσσιες περιοχές της Αττικής , οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η πραγματική αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου ανερχόταν πράγματι σε πολύ μεγαλύτερο ποσό , καθώς και απ'αυτήν ακόμη την κατάθεση του ίδιου του μάρτυρος των εναγομένων Ν.

Ρ. , ο οποίος διατηρούσε εξοχική κατοικία στην περιοχή του πωληθέντος ακινήτου και ήταν δημότης της Κοινότητας Παλαιάς Φώκαιας από το 1972, ο οποίος κατέθεσε ότι την εποχή εκείνη τα ακίνητα στην ως άνω περιοχή επωλούντο από 5.000.000 έως 7.000.000 δραχμές το στρέμμα. Και ναι μεν οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι το συνομολογηθέν τίμημα, ύψους 12.000.000 δραχμών, ήταν αληθές, προσήκον και ανταποκρινόμενο στη φύση και τη θέση του εκτός σχεδίου ευρισκομένου και απρόσοδου αγροτικού ακινήτου, επικαλούμενες προς τούτο ανταποδεικτικώς: 1) το από 31.1.1996 έγγραφο ΔΟΥ Λαυρίου, Κτηματικής περιοχής Κοινότητας Παλαιάς Φωκαίας, στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρονται μεταβιβάσεις ακινήτων στην ίδια με το επίδικο θέση <<Θυμάρι>> οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 18-4-1983 (6.375 τ.μ.Χ 74ο/οο ) , 10-11-1983 (426 τ.μ.) , 13-2-1987(7250Χ 251ο/οο) και 19-4-1989 (273,9 τ.μ. ) , δηλ.

σε χρόνο προγενέστερο από τον κρίσιμο κατά 9 έτη καθόσον αφορά στις δύο πρώτες, 5 έτη, καθόσον αφορά στην τρίτη και 3 έτη καθόσον αφορά στην τέταρτη, με εκτίμηση της αξίας των μεταβιβασθέντων ακινήτων, αντίστοιχα, προς 1.400, 1400, 1700 και 2.200 δρχ. το τ.μ., και από το οποίο, όπως διατείνονται αποδεικνύεται ότι το επιτευχθέν τίμημα των 12.000.000 δραχμών ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματική αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο πώλησης και μεταβίβασης αυτού (1992) και 2) τις υπ' αριθμ. 58/1987 και 24/1989 Αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου της τότε Κοινότητας Παλαιάς Φώκαιας, καθώς και το υπ'αριθμ. 5/1989 απόσπασμα Γενικής Συνεδριάσεως του Κοιν.

Συμβουλίου Παλαιάς Φώκαιας που αφορούν έγκριση από το ως άνω Κοινοτικό Συμβούλιο απευθείας εκποιήσεων από την Κοινότητα κληροτεμαχίων , με καθοριζόμενα απ' αυτήν αντίστοιχα τιμήματα, στις οποίες (απευθείας εκποιήσεις ) αναφέρθηκε κατά την κατάθεσή του ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή και ο εξετασθείς με επιμέλειά τους μάρτυρας Δ.

Φιλίππου, πρώην Πρόεδρος της ως άνω Κοινότητας, κάνοντας λόγο για τιμήματα 700.000 δραχμών με 1.500.000 δραχμες το στρέμμα , πλην, όμως , οι αναφερόμενες στο ως άνω έγγραφο της Δ Ο.Υ Λαυρίου μεταβιβάσεις, καθώς και οι απευθείας εκποιήσεις που αναφέρονται στα λοιπά έγγραφα, δεν αποτελούν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, αφού αναφέρονται σε χρόνους κατά πολύ προγενέστερους από τον κρίσιμο, επί πλέον δε οι ως άνω απευθείας εκποιήσεις δεν πραγματοποιήθηκαν υπό συνθήκες ελεύθερης αγοράς και στα πλαίσια του κανόνα της προσφοράς και της ζήτησης, πέραν του ότι η ως άνω βεβαίωση καταρρίπτεται από την εκτίμηση του ίδιου του επίδικου ακινήτου από την αρμόδια Δ.Ο.Υ Λαυρίου που αναγράφεται στο συμβόλαιο, αλλά και απ' αυτή την κατάθεση του μάρτυρος των εναγομένων Ν.

Ρ.. Με τα δεδομένα αυτά, αποδεικνύεται ότι υπήρχε προφανής δυσαναλογία, κατά το χρόνο καταρτίσεως του ως άνω συμβολαίου μεταξύ της παροχής του κληρονομηθένος και από την ενάγουσα Σ. Μ., της μεταβίβασης δηλαδή της κυριότητας του ως άνω κληροτεμαχίου , και της παροχής των εναγομένων , της καταβολής δηλ. του ποσού των 12.000.000 δραχμών, η οποία γίνεται αμέσως αντιληπτή από το μέσο λογικό άνθρωπο με σχετική πείρα σε τέτοιου είδους συναλλαγές.

Περαιτέρω,από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν, αποδείχτηκε ότι ο προαναφερόμενος Σ. Μ. ο οποίος κατά το χρόνο σύνταξης του παραπάνω συμβολαίου διήγε το 77ο έτος της ηλικίας του, όταν κατά το μήνα Ιανουάριο του έτους 1992 συμφώνησε να μεταβιβάσει στις εναγόμενες την κυριότητα του προαναφερθέντος ακινήτου του, λόγω πωλήσεως, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας , έχοντας άμεση και επιτακτική ανάγκη για περιποίηση και φροντίδα από άλλο πρόσωπο, προς διαφύλαξη της υγείας του, και προστασία της ζωής του, ενόψει του ότι , όπως προαναφέρθηκε ήταν άγαμος και χωρίς τέκνα και έμενε μόνος του σε ιδιόκτητο σπίτι στην Παλαιά Φώκαια , Ειδικότερα, από το σύνολο των με επίκληση προσκομιζόμενων ιατρικών εγγράφων του Νοσοκομείου Ασκληπιείο Βούλας, μεταξύ των οποίων: 1) το από 24-2-1992 ενημερωτικό σημείωμα νοσηλευθέντος, 2) το από 3-9-1991 όμοιο σημείωμα, 3) το υπ' αριθμ.

πρωτ. 2114/Α/6-3-92 πιστοποιητικό νοσηλείας, 4) το από 13-2-1992 δελτίο εισαγωγής ασθενούς, 5) την από 18-2-92 έκθεση συμπερασμάτων ψυχιατρικής αξιολόγησης, 6) το φύλλο νοσηλείας με ημερομηνία εισόδου 13-2-92 και εξόδου 24-2-92, 7)την από 18-2-92 και 25-2-92 νευρολογική εξέταση και ψυχιατρική εξέταση, αντίστοιχα, 8) το υπ' αριθμ. 179/γ'/31-1-2002 πιστοποιητικό νοσηλείας, 9) το υπ' αριθμ. 8031.β/21-12-01 πιστοποιητικό νοσηλείας και 10) την από 20-8-91 συνταγολόγηση φαρμάκων, των εξωτερικών ιατρείων του νοσοκομείου, που αναφέρονται όλα στο Σ.

Μ., την παραπάνω έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, και την από 29-1-2002 ιατρική γνωμοδότηση του ιατρού Β. Γ. , αποδεικνύεται ότι ο Σ. Μ., κατά τα δύο τελευταία τουλάχιστον χρόνια της ζωής του έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη,στεφανιαία νόσο, υπέρταση, αρτηριοσκληρυντική εγκεφαλοπάθεια, έχοντας υποστεί εγκεφαλικό αγγειακό επεισόδιο στις 20-1-1991 και από οργανικό ψυχοσύνδρομο, εξ αιτίας των οποίων νοσηλεύτηκε στο πιο πάνω νοσοκομείο κατά τα χρονικά διαστήματα :α) από 20-1-1991 έως 25-1-1991 για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και σακχαρώδη διαβήτη, β)από 20-8-1991 έως 3-9-1991 για απορύθμιση σακχαρώδους διαβήτη, καρδιακή ανεπάρκεια και ουρολοιμώξεις και γ) από 13-2-1992 έως 24-2- 1992 λόγω οργανικού εγκεφαλικού ψυχοσυνδρόμου επί εδάφους αρτηριοσκληρυντικής εγκεφαλοπάθειας και απορρύθμισης σακχαρώδους διαβήτη(βλ.

το υπ' αριθμ. 2114/6-3-1992 πιστοποιητικό νοσηλείας του Ασκληπιείου νοσοκομείου Βούλας). Από νευρολογική εξέταση του Σ. Μ. που διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της τρίτης νοσηλείας του, διαπιστώθηκε ότι στις 18-2-1992, δηλ. ένα μήνα μετά τη σύνταξη του επίμαχου συμβολαίου, αυτός παρουσίαζε <<Διαλείπουσες εκδηλώσεις οργανικού εγκεφαλικού συνδρόμου (ψυχοσύνδρομο)) επί εδάφους αρτηριοσκληρυντικής εγκεφαλοπάθειας και διαταραχών του εγκεφαλικού μεταβολισμού και της απορρύθμισης>>και του χορηγήθηκε το φάρμακο Melleril που ενδείκνυται για ανοϊκές εκδηλώσεις, ενώ από την ψυχιατρική εξέταση που διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της ίδιας νοσηλείας του, στις 25/2/2092, διαπιστώθηκε ότι <<ο ασθενής παρουσιάζει σήμερα ελαφρά διαταραχή σε τόπο και χρόνο.

Η συμπεριφορά του είναι συμβατή με την ηλικία του και τη σωματική του κατάσταση>>(βλ. την Κλινική εξέταση - από 18-2-1992 νευρολογική και από 25-2- 1992 ψυχιατρική εξέταση -του ως άνω ασθενούς). Επίσης, στα συμπεράσματα ψυχιατρικής αξιολόγησης που περιλαμβάνονται στη με ίδια ημερομηνία (18-2-1992) πρόσκληση για ψυχιατρική εξέταση εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ως άνω συμπτωματολογία που παρουσιάζει ο ασθενής είναι συμβατή με την ηλικία του και ότι η συμπεριφορά του λόγω του οργανικού ψυχοσυνδρόμου του που παρουσιάζει οφείλεται στην αρτηριοσκλήρυνση και την εγκεφαλοπάθειά του, και περαιτέρω <<συνιστάται η παραμονή του στο γνώριμο περιβάλλον του σπίτι του, γιατί κάθε μεταβολή του περιβάλλοντος θα τον αποδιοργανώσει>> και γίνεται λόγος ότι <<Παρουσιάζει διαταραχές προσανατολισμού σε τόπο και χρόνο,>>, οι ίδιες δε διαπιστώσεις περί διαταραχών προσανατολισμού σε τόπο και χρόνο και συμπεριφοράς συμβατής με την ηλικία του, επαναλαμβάνονται με ημερομηνία 26-2-1992, στα συμπεράσματα ψυχιατρικής αξιολόγησης στο ίδιο έγγραφο>>.

Εξάλλου, αναφορικά με την επίδραση των ως άνω ασθενειών στη ψυχοδιανοητική του κατάσταση, στα παραπάνω 179/γι/31 -1 -2002 και 8031 β/21-12-2001 δύο πιστοποιητικά νοσηλείας του παραπάνω νοσοκομείου, που εκδόθηκαν με αίτηση της ενάγουσας και υπογράφονται από τον Αναπληρωτή Διευθυντή του ψυχιατρικού τμήματος Γ. Γ. το πρώτο και από τον Δ/ντή της παθολογικής κλινικής Α.

Κ. το δεύτερο, περιέχονται οι διαπιστώσεις, στο πρώτο, ότι ο Σ. Μ. "δεν ήταν σε θέση να παίρνει σημαντικές αποφάσεις που αφορούν με ασφάλεια το συμφέρον του, όπως διαχείριση πολλών χρημάτων, μεταβίβαση ακινήτων όπως πριν την πάθηση" και στο δεύτερο ότι "ο ασθενής παρουσιάζει διαταραχές μνήμης και προσανατολισμού καθώς και συγχυτικοδιεργετικές καταστάσεις λόγω της αρτηριοσκληρυντικής εγκεφαλοπάθειας και του οργανικού ψυχοσυνδρόμου".Περαιτέρω, σύμφωνα με την από 29-1-2002 ιατρική γνωμοδότηση του γιατρού Β.

Γ., στηριζόμενη επίσης στη μελέτη τω ως άνω εγγράφων , ο αποβιώσας Σ. Μ. δεν ήταν σε θέση να συνάψει το επίμαχο συμβόλαιο αφού σύμφωνα με αυτή, ο ασθενής που πάσχει από οργανικό ψυχοσύνδρομο και λαμβάνει φάρμακα όπως το Melleril κλπ. δεν είναι σε θέση να συνάψει συμβόλαια. Τέλος, ο διορισθείς από το Δικαστήριο πραγματογνώμονας Χ.

Β., αφού μελέτησε τις καταχωρήσεις των ιατρών κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του αποβιώσαντος, καθώς και τα περιεχόμενα πιστοποιητικών νοσηλείας που εξεδόθησαν μεταγενέστερα (21.12.01, 31.1.02 και 17.2.04) και υπογράφονται πλέον από τους αναπληρωτές διευθυντές της παθολογικής και ψυχιατρικής κλινικής του ως άνω νοσοκομείου, στη συνταχθείσα απ' αυτόν από 17/3/04έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης κατέληξε στο συμπέρασμα αναφορικά με την ψυχοδιανοητική κατάσταση του αποβιώσαντος : << Α) 1) Ο Σ.

Μ., πλήν των άλλων παθήσεων έπασχε από οργανική εγκεφαλοπάθεια (αρτηριοσκληρυντική) και οργανικό ψυχοσύνδρομο. 2) Οι πρώτες καταγεγραμμένες εκδηλώσεις των παθήσεων αυτών καταχωρούνται τον Ιανουάριο του 1991, με αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, σύγχυση του νοός και δυσαρθρία, 3) τον Αύγουστο του 1991 έχομεν έμμεσες ενδείξεις επεκτάσεως της εγκεφαλοπαθείας (φάρμακο Madopar για νόσος του Πάρκινσον) και της χρονιότητος του οργανικού ψυχοσυνδρόμου (φάρμακο ΝΟΟΤΡΟΠ για την άνοια).

Το Φεβρουάριο του 1992 (27 ημέρες μετά τον επίδικο χρόνο) η ψυχοδιανοητική έκπτωσις του αρρώστου περιγράφεται ως αρκετά βαρεία (διαταραχές χωροχρονικού προσανατολισμού, διαταραχές μνήμης, συγχυτικοδιεγερτικές καταστάσεις, αδυναμία, αυτοεξυπηρετήσεως, αδυναμία για δικαιοπραξίες κ.λ.π.) Β) Επί τη βάσει του περιεχομένου όλων των ιατρικών εγγράφων και ιδία αυτών που αναφέρονται στην τρίτη και τελευταία νοσηλεία του αρρώστου σφόδρα πιθανολογώ ότι την δικαιοπρακτικήν του ικανότητα είχε απωλέσει ο Σ.

Μ. και κατά την επίδικην ημερομηνία. Η κατάσταση του αρρώστου που περιγράφεται 27 ημέρες μετά την επίδικη ημερομηνία είναι τόσο προχωρημένη, ώστε είναι απίθανο ο άρρωστος να ήταν διαυγής, με ακέραιες τις πνευματικές (ψυχοδιανοητικές) λειτουργίες (μεταξύ των οποίων και η βούλησις) κατά τον επίδικον χρόνον.>> Από την εκτίμηση όλων των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων, αποδεικνύεται ότι ο ως άνω αποβιώσας κατά το χρόνο καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως έπασχε από χρόνιο οργανικό ψυχοσύνδρομο επί εδάφους αρτηριοσκληρυντικής εγκεφαλοπάθειας τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του 1991, οπότε καταγράφηκαν οι πρώτες εκδηλώσεις του, το οποίο εξελίσσετο προοδευτικά, είχε δε επεκταθεί τον Αύγουστο του 1991 , με συνέπεια να καταστεί αναγκαίο να του χορηγηθεί το φάρμακο ΝΟΟΤΡΟΠ, το οποίο ενδείκνυται για οργανικό ψυχοσύνδρομο (άνοια) και τις συνέπειές του (διαταραχές νοητικών λειτουργιών) , ενώ το Φεβρουάριο του 2002, δηλ. 27 περίπου ημέρες μετά τη σύνταξη του επίμαχου συμβολαίου ήταν σε προχωρημένο στάδιο, με αποτέλεσμα η ψυχοδιανοητική έκπτωση των νοητικών λειτουργιών του ασθενούς να θεωρείται ως <<αρκετά βαρεία>>.

Η παραπάνω ιατρικά διαπιστωμένη νοητική κατάσταση του Σ. Μ., δεν μπορεί να αναιρεθεί και μάλιστα σοβαρώς και σπουδαίως από τις αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, που τον παρουσιάζουν υγιή κατά τον κρίσιμο χρόνο (Ιανουάριο 2002), να εξέρχεται του σπιτιού, να συμμετέχει σε γεύματα και να παίζει τάβλι στο καφενείο, οι οποίες και δεν κρίνονται πειστικές, σε αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, οι οποίοι βεβαιώνουν ότι ο Μ.

είχε υποστεί εγκεφαλικό και, τον τελευταίο χρόνο πριν το θάνατό του, δεν έβγαινε έξω από το σπίτι, όπως το τελευταίο άλλωστε ενισχύεται και από το γεγονός ότι το παραπάνω συμβόλαιο δεν συντάχθηκε στο γραφείο του Συμ/φου Δημ. Μήτρου στην Ανάβυσσο, αλλά στο σπίτι του Μ.. Περαιτέρω, λόγω του οργανικού συνδρόμου από το οποίο έπασχε, το οποίο είχε ως συνέπεια την προοδευτική έκπτωσητων νοητικών του λειτουργιών, ο παραπάνω εμφάνιζε (διαταραχές προσανατολισμού στο χώρο και στο χρόνο, διαταραχές μνήμης, συγχυτικοδιεγεερτικές καταστάσεις, αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως, οι οποίες είχαν ήδη επιδεινωθεί κατά το χρόνο καταρτίσεως της επίμαχης δικαιοπραξίας, σε σχέση με τον αρχικό χρόνο εμφανίσεώς τους, σε σημείο ώστε, αυτός, χωρίς μεν να έχει περιοριστεί αποφασιστικά στη λειτουργία της βούλησής του, να έχει περιέλθει σε κατάσταση κουφότητας και δη αμεριμνησίας και αδιαφορίας για τις υποθέσεις του και τις επιχειρούμενες απ' αυτόν πράξεις, εξ αιτίας της οποίας δεν μπορούσε να εκτιμήσει τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεών του , όπως η επιχειρηθείσα απ' αυτόν εκποιητική δικαιοπραξία, αλλά και σε κατάσταση απειρίας, ως επακόλουθο επίσης της ως άνω ψυχοδιανοητικής του καταστάσεως, εξ αιτίας της οποίας είχε απωλέσει οποιεσδήποτε σχετικές εμπειρίες είχε προηγουμένως συγκεντρώσει, στερούμενος της συνήθους πείρας ως προς τις συναλλαγές.

Έτσι, προχώρησε στην κατάρτιση του επίμαχου συμβολαίου, χωρίς να δώσει σημασία στα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη της επιχειρηθείσας απ' αυτόν δικαιοπραξίας και ιδίως στην αντιπαροχή που θα λάμβανε για την εκποίηση του ακινήτου του, αλλά και χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζει και να σταθμίζει αυτά,ώστε να επιχειρήσει την ως άνω δικαιοπραξία και προς το συμφέρον του.

Εξάλλου, αποδείχηκε ότι οι εναγόμενες γνωρίζοντας τη ψυχοδιανοητική κατάσταση του ως άνω ασθενούς αλλά και την άμεση και επιτακτική ανάγκη του για περιποίηση, φροντίδα και περίθαλψη, ενόψει των κοινωνικών σχέσεων που διατηρούσαν με αυτόν, στα πλαίσια των οποίων, η πρώτη ενάγουσα και ο σύζυγός της, γονείς των λοιπών εναγομένων, τον επισκέπτονταν και τον φρόντιζαν κατά τη διάρκεια της ως άνω ασθένειάς του στην οικία του στην Παλαιά Φώκαια, όπου κατοικούσαν και οι ίδιοι και διατηρούσαν παντοπωλείο ταβέρνα, αποβλέποντας να αποκομίσουν οι ίδιοι και τα ως άνω τέκνα τους οικονομικά οφέλη από την περιουσία του, εκμεταλλεύτηκαν την παραπάνω κατάστασή του αλλά και την άμεση και επιτακτική ανάγκη του για φροντίδα και περίθαλψη, προκειμένου να επιτύχουν την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως, αντί του ως άνω καταφανώς υπολειπόμενου της πραγματικής αγοραίας αξίας του και δυσανάλογου σε σχέση με την αξία της παροχής του τιμήματος, πράγμα το οποίο και πέτυχαν με την κατάρτιση του επίμαχου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, το οποίο, λόγω της αδυναμίας του να μετακινηθεί εξ αιτίας των παραπάνω προβλημάτων της υγείας του, συντάχθηκε κατά τα προαναφερόμενα στην οικία του.

Με τα δεδομένα αυτά, η καταρτισθείσα με το προαναφερόμενο υπ' αριθμ ... πωλητήριο συμβόλαιο σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως του περιγραφόμενου σ' αυτή ακινήτου από τον ως άνω αποβιώσαντα στις εναγόμενες, είναι άκυρη ως καταπλεονεκτική και αντίθετη στα χρηστά ήθη. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς την επικουρική της βάση κατά το δεύτερο σκέλος της περί της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως, ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη ( αισχροκερδούς ) και να αναγνωρισθεί για το λόγο αυτό ως άκυρη, η καταρτισθείσα με το ως άνω συμβόλαιο σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως του ως άνω ακινήτου στις εναγόμενες.

Εξάλλου, λαμβανομένου υπόψη, ότι η πλασματική κτήση της νομής από τον κληρονόμο του νομέα, κατ' άρθρο 983 ΑΚ, δεν απαλλάσσει τον κληρονόμο που την επικαλείται από την υποχρέωση να αποδείξει ότι ο κληρονομούμενος ασκούσε αυτήν, κατά το χρονικό σημείο του θανάτου του (ΑΠ 875/2001 ) και ενόψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων και ιδίως από το προαναφερόμενο περιεχόμενο του υπ' αριθμ ...

πωλητηρίου συμβολαίου, στο οποίο αναφέρεται ότι ο πωλητής Σ. Μ. μεταβίβασε και παρέδωσε το πωληθέν ακίνητο κατά νομή και κατοχή στις εναγόμενες αγοράστριες κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρίαν, αποδείχτηκε ότι ο προαναφερόμενος κληρονομηθείς από την ενάγουσα δεν ήταν νομέας του ακινήτου αυτού κατά το χρόνο θανάτου του, ώστε να μεταβιβαστεί η νομή αυτού, πλάσματι δικαίου (άρθρο 983 ΑΚ) στους κληρονόμους του , μεταξύ των οποίων και η τελευταία, η σωρευόμενη αξίωση της ενάγουσας για αναγνώριση της συννομής της επί του παραπάνω ακινήτου κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου μερίδας της στην κληρονομία του Σ.

Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του τελευταίου στην νομή του ακινήτου (άρθρο 983 ΑΚ), πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τέλος , πρέπει να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία συμψηφίζονται κατά τα λοιπά λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 και 183 ΚπολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ότι κρίθηκε απορριπτέο Δέχεται εν μέρει την από 5-11-1996 αγωγή ως προς την επικουρική βάση της περί ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως ακινήτου , που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αναβύσσου Δ. Μήτρου, ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη ( αισχροκερδούς ) . Αναγνωρίζει ως άκυρη την σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως ακινήτου, που καταρτίσθηκε με το υπ' αριθμ ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αναβύσσου Δ. Μήτρου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαυρίου, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …

Καταδικάζει τις εναγόμενες στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ