Legislator Case Law & Legislation
1393/2013 AI generated

Supreme Court dismisses university's appeal on public service salary claims and prescription issues.

Case Number 1393/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the University of Patras's appeal against a lower court ruling regarding public service salary claims. The court found the lower court correctly applied laws distinguishing between specific hospital allowances and general salary supplements, rejecting the university's argument that they were identical. Consequently, the appeal was rejected as the lower court's interpretation of statutory provisions and prescription periods was deemed legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 14 of Law 3016/2002; Article 28 of Law 3205/2003; Article 2 of Law 3336/2005; Article 48 of Law 496/1974; Article 560(1) of the Code of Civil Procedure: The court distinguishes between specific allowances and general salary supplements, ruling that specific allowances remain payable as personal differences even after legislative changes, while applying prescription periods strictly to specific claim years.

Keywords

AI generated
public service salary hospital allowance prescription period statutory interpretation university appeal civil procedure personal difference

Cited Legislation

AI generated
Article 14 of Law 3016/2002
Article 28 of Law 3205/2003
Article 2, paragraph 3 of Law 3336/2005
Article 48 of Law 496/1974
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1393 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1393/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γατέα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 2) Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 3) Α. Β. του Γ., 4) Μ. Κ. του Δ., 5) Μ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., 6) Λ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 7) Σ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., 8) Μ. Ε. του Γ., 9) Ε. Σ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 634/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/1/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/3/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 20/1/2011 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ" κατά των Χριστίνας Αδαμοπούλου κλπ., περί αναιρέσεως της 634/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. 10690 β/18/1 72013, 10691 β/18/1 72013, 10692 β/18/1/2013, 10693 β/18/1 72013, 10694 β/18/1 72013, 10695 β 718/1/2013, 10696 β/21/1 72013, 10697 β/21/1 72013 και 10718 β/28/1/2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ..., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 14/11/2012 κλήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες, μετά τη ματαίωση της συζητήσεως της από 20/1/2011 αιτήσεως αναιρέσεως κατά την ορισθείσα δικάσιμο για την οποία επίσης είχαν κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα οι αναιρεσίβλητες (βλ. υπ' αριθμ. 10117 β/12/9/2011, 10118β/12/9/2011, 10119 β/12/9 2011, 10120β/12/9/2011, 10121 β/12/9/2011, 10122β/12/9/2011, 10123 β/14/9/2011, 10124β/20/9/2011 και 10132 β/12/9/2011 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή). Αυτές όμως δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με τη διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη του οποίου ελέγχουν τα δικαστήρια, μπορεί όμως ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της ισότητας (Ολ.Α.Π. 3/2009).

Κατά συνέπεια αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από το άρθρο 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμεινε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.

Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη Ν. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2738/1999 (που εισήγαγε το θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού .Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ, 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης.

Γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους ... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1/1/2002".

Με βάση την προαναφερόμενη εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές (71) κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) με τις οποίες χορηγήθηκε η ως άνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1/1/2002 και 176 ευρώ από 1/7/2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.

Όλες οι προαναφερόμενες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο. Σ' αυτές αναφέρονται οι διατάξεις των άρθρων 14 ν. 3016/2002, και 1 ν. 3029/2002, καθορίζεται το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1/1/2001 και σε 176 ευρώ από 1/7/2002, ορίζεται ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κύησης κ.λ.π.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συν-εντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους την παροχή αυτή όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγηση τους ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς, ενώ και κατ' άρθρο 1 και 13 ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στη βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχόμενων από την υπηρεσία.

Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις εκδοθείσες στη συνέχεια υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους συγκεκριμένη αναφορά ότι αυτοί δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Έτσι με τη χορήγηση της παροχής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου της Δημόσιας Διοίκησης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν με το άρθρο 28 παρ. 4 ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1/1/2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), το άρθρο 14 ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του για τη χορήγηση των ως άνω ειδικών παροχών, ορίσθηκε όμως, με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003 ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 ν. 3016 72002, ως ειδική παροχή .διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης, του άρθρου 12 ν. 3205/2003, ενώ με το άρθρο 2 παρ. 3 ν. 3336/2005, η ισχύς της οποίας άρχισε από 1/1/2005, δικαιούχοι της παροχής αυτής είναι και όσοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν αυτή ως προσωπική διαφορά, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπάλληλοι των υπηρεσιών αυτών.

Εφόσον δε η ειδική ως άνω παροχή, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005, χορηγείται και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν η παροχή αυτή, ως προσωπική διαφορά, κατά μείζονα λόγο δικαιούχοι της παροχής αυτής είναι και όσοι εργάζονταν, κατά το χρόνο που ίσχυε το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (μέχρι την 31/12/2003) έως και την έναρξη ισχύος του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005 (1/1/2005), σε υπηρεσίες στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν η παροχή αυτή.

Επομένως η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.

Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από 1/1/2004 (έναρξη ισχύος ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.

Λόγω της προαναφερθείσας πλήρους αποδέσμευσης και αυτονόμησης της παροχής αυτής, που αποτελεί πλέον γενική μισθολογική παροχή, από το είδος, τη φύση και τις συνθήκες της παρεχόμενη εργασίας, αυτή είναι ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 ν. 3016/2002, με τυχόν άλλες παροχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας και αποτελούν αποζημίωση ή αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση, οι οποίες, δεν εμποδίζουν τη γέννηση της αξίωσης για την καταβολή της παροχής αυτής.

Έτσι από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι στις απολαβές που συμψηφίζονται με την ως άνω ειδική παροχή περιλαμβάνονται οι πρόσθετες μισθολογικές παροχές (εκτός αυτών που χορηγούνται για υπερωριακή εργασία κ.λ.π.) που λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι συγκεκριμένης κατηγορίας έναντι της συνήθους απασχόλησης τους, εντός του νομίμου ωραρίου εργασίας τους, με οποιανδήποτε ονομασία και αν τους χορηγούνται, όχι όμως και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρο 8 του ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του ν. 3205/2003).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 2470/1997 και το άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 3205/2003, χορηγήθηκε στο προσωπικό των νοσοκομείων τακτικό επίδομα (νοσοκομειακό επίδομα). Το επίδομα αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες απασχόλησης του προσωπικού των νοσοκομείων ενώ η επίδικη ειδική παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002, που δεν συναρτάται, κατά τα προεκτεθέντα με ειδικές συνθήκες εργασίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση του μισθού, η οποία χορηγείται σε όλους τους υπαλλήλους, με τις παραπάνω προϋποθέσεις, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους και μη και ως εκ τούτου οι δύο αυτές παροχές είναι ανεπίδεκτες συμψηφισμού και αλληλοκάλυψης και επομένως δεν είναι νόμιμη η μη καταβολή της παροχής του άρθρου 14 ν. 30167-2002 ή η καταβολή αυτής μειωμένης κατά το μέρος που καλύπτεται από το νοσοκομειακό επίδομα.

Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Οι ενάγουσες απασχολούνται στο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ" και συγκεκριμένο στο Πανεπιστημιακό Περιφερειακό Νοσοκομείο Πατρών ως διοικητικό προσωπικό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η πέμπτη και η έκτη από 20/8/2001, η τρίτη από 15/3/2002 και οι λοιπές από 1/6/2006, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους μέχρι σήμερα.

Υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου τομέα, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως αυτό ίσχυσε από 1/1/1997 με το ν. 2470/1997 και από 1/1/2004 μέχρι σήμερα με το ν. 3205/2003, δικαιούμενες όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες από το νόμο παροχές. Οι ενάγουσες δικαιούνται να λαμβάνουν πρόσθετη μηνιαία αμοιβή 176 ευρώ, η οποία χορηγήθηκε στους διοικητικούς υπαλλήλους των A.E.I., με την υπ' αριθμ. 32172/0022/4/7/2002 ΚΥΑ, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου Η παρ. 2 του ν. 3016/2002 σωρευτικά με το νοσοκομειακό επίδομα που χορηγείται στο προσωπικό των νοσοκομείων, κατ' άρθρο 8 του ν. 2470/1997 και ήδη 8 ν. 3205/2003, αφού η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αδιακρίτως του φορέα, της φύσης, του είδους και των συνθηκών εργασίας αυτού, χωρίς να γίνεται μνεία τόσο στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 όσο και στην ανωτέρω ΚΥΑ για ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της επίδικης πρόσθετης παροχής, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού, ενώ το νοσοκομειακό επίδομα χορηγήθηκε από το νομοθέτη για σκοπό άλλο από αυτόν της αύξησης των αποδοχών των συγκεκριμένων υπαλλήλων και ειδικότερα για το σκοπό της ελάφρυνσης των εξαιρετικά επιβαρυντικών συνθηκών, υπό τις οποίες η κατηγορία αυτή τελεί λόγω του είδους της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας στο περιβάλλον του νοσοκομείου, ενώ υπολογίζεται μάλιστα με αποκλειστικό κριτήριο το βαθμό του κινδύνου στον οποίο εκτίθενται οι διάφορες κατηγορίες εργαζομένων στα νοσοκομεία .

Συνεπώς, συνεχίζει το Εφετείο, λόγω της διαφορετικής φύσης του νοσοκομειακού επιδόματος, αυτό δεν είναι δεκτικό συμψηφισμού με την παροχή των 176 ευρώ, η οποία χορηγείται πλέον αδιακρίτως σε διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ. Η χορήγηση της ειδικής αυτής παροχής των 176 ευρώ διατηρήθηκε και μετά την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 με το άρθρο 28 του ν. 3205/-2003 ως προσωπική διαφορά καταβαλλόμενη σωρευτικά και μετά την 1/-1/2004 με το νοσοκομειακό επίδομα, αφού δεν ήταν επιδεκτική συμψηφισμού ούτε υπό το καθεστώς του ν. 3016/2002.

Δέχθηκε, τέλος, το Εφετείο, ότι οι ένδικες αξιώσεις της πέμπτης και έκτης των εναγουσών για τα έτη 2002, 2003 και 2004, περί καταβολής της ειδικής μηνιαίας παροχής των 176 ευρώ έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 του ν. δ. 496/1974, η οποία ξεκίνησε από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη τους.

Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου, κατά το μέρος που αφορά τις πέμπτες και έκτες των εναγουσών, απέρριψε την αγωγή ως προς αυτές ως παραγεγραμμένη για τα έτη 2002, 2003 και 2004 και την έκανε δεκτή για το από 1/1/2005 έως 31/12/2007 χρονικό διάστημα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002, 28 ν. 3205/2003 και 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005, οι δε αντίθετες αιτιάσεις που διαλαμβάνονται και στους τρεις (3) λόγους αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

όπως συμπληρώθηκαν και εξειδικεύτηκαν με την αυτεπάγγελτη πρόταση του εισηγητή, είναι αβάσιμοι. Το γεγονός ότι έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή οι αξιώσεις των ετών 2002, 2003 και 2004, των πέμπτης και έκτης των αναιρεσιβλήτων, ουδόλως επηρεάζει το αγώγιμο των αξιώσεων αυτών για τα έτη 2005, 2006 και 2007, αφού την ειδική ως άνω παροχή των 176 ευρώ δικαιούνται να λαμβάνουν όχι μόνον οι εργαζόμενοι στο αναιρεσείον μέχρι 31/12/2003, όπως είναι οι πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων, οπότε καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και η ως άνω παροχή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, αλλά και όσοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σ' αυτό από 1/1/2005 κι' εντεύθεν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/1/2011 αίτηση για αναίρεση της 634/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2013

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ