Supreme Court dismisses appeal for failure to consider documents, ruling the lower court properly weighed all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a professional misconduct and financial status dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific prosecutor documents and government letters proving the respondent's criminal behavior and low pension. The court held that the Second Instance Court had duly examined and weighed all submitted evidence, including the cited documents, in its reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 14 KPolD; Art. 110 no. 2 KPolD: A ground for appeal based on the failure to consider evidence is established only if the appellate court's decision renders it indisputably certain that the lower court failed to take into account and evaluate all evidence submitted, and the specific evidence must be clearly identified in the appeal petition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1393 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1393/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κακογιάννη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Ρουμελιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 9-9-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 15-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως κλπ, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό ή η αναβολή της συζήτησης ή η αναστολή της διαδικασίας επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε, όπως π.χ.
είναι η ακυρότητα της κλητεύσεως, ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως (βλ. άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) ή στην περίπτωση της παραλείψεως αναβολής της συζητήσεως κατά τα άρθρα 610 και 621 του ΚΠολΔ, κατά την οποία ο διάδικος καθίσταται έκπτωτος του δικονομικού δικαιώματος του για την παρεμπίπτουσα αμφισβήτηση της οικογενειακής σχέσεως, που αποτελεί προϋπόθεση για τη διάγνωση της διαφοράς (βλ.
σχετ. Ολ ΑΠ 12/2000). Επομένως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία λόγω εκκρεμοδικίας (222 ΚΠολΔ) μη επιβαλλόμενη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, ενδεχόμενο όμως που αντιμετωπίζεται από το νόμο με την καθιέρωση λόγου αναψηλαφήσεως για την τελευταία απόφαση (ΑΠ 588/09,207/08).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το οικείο μέρος του και τον τέταρτο λόγο, προσάπτονται αντιστοίχως στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι με το να δεχθεί, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης, μετά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος ήδη αναιρεσιβλήτου, την αγωγή αυτού εναντίον του ήδη αναιρεσείοντος, περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και δεν απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη, άλλως δεν ανέστειλε την εκδίκαση αυτής, λόγω εκκρεμοδικίας, συνεπεία ασκήσεως προγενεστέρως άλλων αγωγών του ιδίου ενάγοντος εναντίον του ιδίου εναγομένου, με την αυτή ιστορική και νομική αιτία και το αυτό αίτημα, που εκκρεμούσαν ενώπιον του Πολυμελούς και Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, παρά το νόμο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των τις διατάξεις των άρθρων 321,221 και 222 ΚΠολΔ.
Οι λόγοι αυτοί πράγματι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, ως αιτιάσεις δε από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι επίσης απαράδεκτοι, διότι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις είναι δικονομικές.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος προβολής του. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Όμως και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτή για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, εφόσον στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα που υποβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος που αυτός προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε εξυπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματος τους, δεν ιδρύουν το λόγο αυτό, αρκεί δε να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχτηκε ως διατακτικό της απόφασης του.
Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, για να είναι ορισμένος ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο, το κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, υπό τις οποίες και συντελέστηκε η αποδιδόμενη πλημμέλεια, να προσδιορίζεται επίσης στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης νόμου και συνεπώς να αναφέρεται και η συγκεκριμένη ουσιαστική διάταξη νόμου που παραβιάσθηκε, καθώς και ο ισχυρισμός προς αντιμετώπιση του οποίου το δικαστήριο δεν εφάρμοσε ενώ έπρεπε ή εφάρμοσε ενώ δεν έπρεπε ή εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο, που μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου εναντίον του αναιρεσείντος και καταδίκασε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 6.500 ευρώ νομιμοτόκως, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων από υπαίτια (με πρόθεση) προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος με συκοφαντική εις βάρος του δυσφήμηση, η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως ενώ έπρεπε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 915 ΑΚ και τη διάταξη του άρθρου 34 ΠΚ, προσέτι δε εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 59, 914 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, είναι προεχόντως αόριστος, αφενός μεν διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε κατά τρόπο παραδεκτό ισχυρισμός προς αντιμετώπιση του οποίου αυτό δεν εφάρμοσε ενώ έπρεπε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 915 ΑΚ, αφετέρου δε , διότι δεν αναφέρεται επίσης το νομικό σφάλμα του Εφετείου, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 59 και 914 ΑΚ τις οποίες εφάρμοσε το Εφετείο, ούτε επίσης αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές , έστω και συνοπτικά, πληττόμενης κατά τα λοιπά απαράδεκτος της εκτίμησης των αποδείξεων III.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για την οποία ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση τους το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, στη δε περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου έστω και συνοπτικά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης εξ αιτίας ασαφών, άλλως ανεπαρκών, άλλως αντιφατικών αιτιολογιών, συνεπεία των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και μη εφαρμογή του άρθρου 915 ΑΚ, Ο λόγος αυτός είναι αόριστος διότι δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, έστω και συνοπτικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57,59 και 914, ούτε επίσης αναφέρεται που έγκειται η αντίφαση των αιτιολογιών και ποίες αιτιολογίες είναι ασαφείς, ούτε τέλος αναφέρεται ποίο ισχυρισμό και με ποίο νόμιμο τρόπο προέβαλε ο αναιρεσείων στο Εφετείο, προς αντιμετώπιση του οποίου αυτό με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 915 ΑΚ.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για άμεση ή έμμεση, δια δικαστικών τεκμηρίων, απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητα του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο του και ο παραδεκτό της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του ήτοι α) τις υπ' αριθμ. 86/2004, 37/2005, 8.1.2006, 150/2006 διατάξεις του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Χαλκίδας και την υπ' αριθμ. 427/04 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, από τα οποία έγγραφα προκύπτει ότι η συμπεριφορά το ενάγοντος χαρακτηρίζεται ως έγκλημα απιστίας δικηγόρου β) το από 30.8.2005 ενημερωτικό σημείωμα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους από το οποίο προκύπτει ότι η καθαρή μηνιαία σύνταξη του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 388,04 ευρώ πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, φωτοαντίγραφο του δελτίου της αναπηρικής του ταυτότητας και την υπ' αριθμ. ...
βεβαίωση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από τα οποία έγγραφα, όπως επί λέξει αναφέρεται, "αποδεικνύεται η δυσμενέστατη οικονομική μου θέση". Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, στην οποία βεβαιώνεται ότι αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της, αναμφίβολα προκύπτει ότι αυτό για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα άνω έγγραφα.
Απορριπτόμενων όλων των λόγων αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του αναιρεσιβλήτου και εις βάρος του αναιρεσείοντος, διότι ο αναιρεσίβλητος που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ δεν κατέθεσε προτάσεις και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 09 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 167/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ