Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of annulment due to procedural error in calculating statute of limitations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an annulment action. The lower court incorrectly declared the annulment time-barred by applying a statute of limitations period that did not fit the specific circumstances of a collective enforcement procedure involving a company in special liquidation. The Court found this a legal error because the annulment was properly filed within the 90-day period following the publication of the auction notice, not the earlier deadline for pre-contractual acts. Consequently, the appeal was allowed regarding the other parties, and the case was remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 934, 576, 559, 580 of the Code of Civil Procedure: In collective enforcement proceedings lacking a specific title or prior payment order, the 90-day limitation period for annulment runs from the publication of the auction notice, not from the date of the underlying contract, and failure to meet an earlier deadline does not render the annulment inadmissible if the correct period is observed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1393 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1393/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία " Ανώνυμος εταιρία Γεωργικής Βιομηχανίας" που εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ...του Θ1, κατοίκου ... και 3. ... του Θ1, κατοίκου .... αμφοτέρων ως κληρονόμων του Θ1. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Λεκέα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδική εκκαθαρίστρια της υπό εκκαθάριση τελούσης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ" που εδρεύει στην Καλαμάτα, 2. Της "ΑΕ ΓΕΩΡΓΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ" που εδρεύει στην Καλαμάτα, τελούσα υπό ειδική εκκαθάριση, εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ και ΠΑΘΗΤΙΚΟ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Ν.Π.Δ.Δ Δήμου Καλαμάτας που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο Καλαμάτας. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Βαβουγιού-Κεφαλάκη, η 2η δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και το 3ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Τσοπελάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-1998 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 70/2006 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-6-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 24-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τους 2ο και 3ο αναιρεσείοντες και την 2η αναιρεσίβλητη, και την παραδοχή της κατά τα λοιπά. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο αντίγραφο της αίτησης αναιρέσεως μετά της το τέλος αυτού εντολής επιδόσεως και τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας ... προκύπτει ότι επιδόθηκε την 9-1-09 η κρινόμενη αίτηση, με κλήση για συζήτηση αυτής στη σημερινή δικάσιμο, προς την 2η των αναιρεσιβλήτων με επιμέλεια της 1ης εξ αυτών, η οποία (δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) δεν εμφανίσθηκε.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρούσα η διάδικος αυτή. (άρθρο 576§1 Κ.Πολ.Δ.). Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνου από αυτούς, ως προς τον οποίο επιδιώκεται, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεσή της. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη καθόσον στρέφεται κατ' εκείνων από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντα τους οποίους δεν αφορά η, αποδιδόμενη με αυτήν στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνεπώς, δε είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση έστω και αν ευδοκιμήσει ο σχετικός λόγος.
Εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για την 2η εφεσίβλητη για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, καθόσον πρόκειται περί του αυτού προσώπου με την 1η εκκαλούσα. Κατά της απόφασης αυτής οι ανακόπτοντες (εκκαλούντες) άσκησαν την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στην οποία όμως δεν περιέχεται καμία αιτίαση για την απόρριψη της έφεσης ως προς την 2η εφεσίβλητη. Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω εκτιθέμενα, η αίτηση αναιρέσεως ως προς την 2η των αναιρεσιβλήτων εταιρία (τότε 2η των εφεσιβλήτων), ως προς την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί ακόμη και αν ευδοκιμήσει κάποιος από τους περιεχόμενους σε αυτή λόγους, είναι απαράδεκτη.
Επειδή από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΕμπΝ, 2, 8Α', 8Β', 13 και 14 του κ.ν. 2190/1920 προκύπτει ότι ο μέτοχος της ΑΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί δανειστής της εταιρίας εκ μόνης της ιδιότητας του αυτής και ως εκ τούτου δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή εκτέλεσης κατ' άρθρο 933 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ ή να ενεργήσει στο όνομα του νομικού προσώπου της οφειλέτριας κατ' άρθρο 72 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου ο εγγυητής, πριν από τη πληρωμή του χρέους κατ' άρθρο 858 ΑΚ, δεν έχει δικαίωμα προσβολής των πράξεων εκτέλεσης που επισπεύδεται κατά του πρωτοφειλέτη, λόγω ελλείψεως νομιμοποιήσεως, καθόσον πριν από την πληρωμή του χρέους, δεν αποκτά την ιδιότητα του δανειστή.
Εν προκειμένω οι δεύτερος και τρίτος των ανακοπτόντων (αναιρεσειόντων) ισχυρίσθηκαν ότι ασκούν την ανακοπή κατά της εκτελέσεως ως τέκνα και κληρονόμοι του θανόντος Θ1, ο οποίος είχε εγγυηθεί τα χρέη της πρωτοφειλέτριας Ανώνυμης Εταιρίας Γεωργικής Βιομηχανίας (1ης των ανακοπτόντων) προς τις πιστώτριες Τράπεζες, και ως εκ τούτου ενέχονται οι ίδιοι εις ολόκληρον για τα εν λόγω χρέη και έχουν συμφέρον η πώληση των ακινήτων της άνω υπό εκκαθάριση εταιρίας να γίνει έναντι του μεγαλυτέρου δυνατού τιμήματος, επιπλέον δε ότι ασκούν την ανακοπή και ως μέτοχοι της ίδιας εταιρίας.
Το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή ως προς τους εν λόγω ανακόπτοντες για έλλείψη ενεργητικής νομιμοποιήσεώς τους, καθόσον δεν ισχυρίζονται ότι έχουν πληρώσει τα χρέη της πρωτοφειλέτριας προς τις πιστώτριες τράπεζες και έτσι δεν απέκτησαν την ιδιότητα των δανειστών, ενώ ως μέτοχοι της άνω εταιρίας δεν είναι δανειστές αυτής και δεν έχουν δικαίωμα να ασκήσουν την προβλεπόμενη στο άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ., ανακοπή κατά της εκτελέσεως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο κατ' εκτίμηση υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Ως προς την αιτίαση, ότι η απόρριψη της ανακοπής έναντι των ανωτέρω δύο ανακοπτόντων έγινε με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ο ίδιος λόγος, υπαγόμενος στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι επίσης αβάσιμος, διότι η ανακοπή απερρίφθη συναφώς όχι ως κατ' ουσίαν αβάσιμη αλλά ως απαράδεκτη (για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως), γεγονός που αποκλείει την ίδρυση αυτού του αναιρετικού λόγου.
Επειδή στο άρθρο 46α πα. 1 του Ν. 1892/90 "Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις" που προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991 προβλέπεται η θέση σε ειδική εκκαθάριση της επιχείρησης η οποία έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της.
Η θέση σε ειδική εκκαθάριση των επιχειρήσεων αυτών διατάσσεται με απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, μετά από αίτηση πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον του συνόλου των κατά της επιχειρήσεως απαιτήσεων. Εκκαθαριστής διορίζεται υποχρεωτικώς τράπεζα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή θυγατρική επιχείρηση τέτοιας τράπεζας που υποχρεούνται να υποδείξουν οι αιτούντες πιστωτές συνυποβάλλοντας στο εφετείο δήλωσή της ότι αποδέχεται την υπόδειξή της ως εκκαθαριστή.
Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στην λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου είτε η επιχείρηση βρίσκεται σε λειτουργία είτε όχι.
Στην παρ. 7του ίδιου άρθρου ορίζεται σχετικά με τη διαδικασία μεταβίβασης του ενεργητικού, ότι ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη, ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμ/φου, τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης, βάσει των όρων της προσφοράς και των τυχόν άλλων επί τα βελτίω όρων που υποδείχθηκαν από τους παραπάνω πιστωτές.
Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. ΚΠολΔ. Η παρ. 8 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι το συνολικό ποσό, το οποίο πρέπει να καταβάλει σύμφωνα με τη σύμβαση στον εκκαθαριστή ο πλειοδότης, επέχει θέση πλειστηριάσματος του άρθρου 1004 επ. ΚΠολΔ. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού και εφόσον τηρήθηκαν στην τελευταία περίπτωση οι συμφωνηθέντες όροι διασφάλισης πληρωμής του υπολοίπου, ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελητί ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμ/φου, αντιστοίχως, είτε πράξη εξόφλησης είτε πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη.
Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 ΚΠολΔ και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 9 παρ.3 του Ν. 2244/94, ορίζει ότι η κατ' άρθρο 46α παρ.8 του Ν. 1882/90 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει, κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 ΚΠολΔ και έχει ως άμεση συνέπεια, μετά την μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφισταμένων υπέρ τρίτων βαρών που έχουν εγγραφεί πριν από θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση.
Τέλος στην παρ. 9 του ίδιου άρθρου 46α του ν. 1882/90 ορίζεται ότι από της καταβολής όλου του πλειστηριάσματος επέρχονται όλες οι έννομες συνέπειες της καταβολής όλου του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή που ορίζονται στο άρθρο 1005 ΚΠολΔ. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ.
Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 46α του Ν.1882/90 προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτές δημόσιος πλειοδοτικός διαγωνισμός, με τον οποίο γίνεται η πώληση της επιχείρησης που έχει τεθεί στη ρυθμιζόμενη από το ίδιο άρθρο ειδική εκκαθάριση, δεν αποτελεί περίπτωση σύμβασης πώλησης του αστικού δικαίου που καταρτίζεται απλώς με βάση ορισμένες προϋποθέσεις που τάσσονται στο νόμο και με την επιτήρηση της δημόσιας αρχής, αλλά έχει το χαρακτήρα δημοσίου πλειστηριασμού και μάλιστα αναγκαστικού, αφού αποβλέπει όπως και ο αναγκαστικός πλειστηριασμός στην εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεων των αναγγελόμενων προς τούτο πιστωτών του, με μία συλλογική διαδικασία, η οποία είναι συντομότερη από εκείνη που προβλέπεται στον ΚΠολΔ.
Τούτο όμως συνάγεται από τους προπαρατεθέντες ορισμούς αυτού του νόμου, όπου ορίζεται ρητά ότι το "τίμημα" εξομοιώνεται με το "πλειστηρίασμα" του αναγκαστικού πλειστηριασμού "η πράξη εξόφλησής του" ή κατά περίπτωση "μη πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των αναληφθεισών υποχρεώσεων" με την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η "σύμβαση μεταβίβασης" με την έκθεση κατακύρωσης του αναγκαστικού πλειστηριασμού και ο "αποκτών πλειοδότης" με υπερθεματιστή που έχει τα δικαιώματα και τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 1005 ΚΠολΔ, με απόσβεση έτσι και των εμπραγμάτων βαρών που έχουν εγγραφεί στα περιουσιακά αντικείμενα της αποκτώμενης από αυτόν επιχείρησης, όπως συμβαίνει και στον δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό.
Σύμφωνα με τα αμέσως προεκτεθέντα, που προσδίδουν στην ανωτέρω ειδική εκκαθάριση τη νομική φύση του δημόσιου αναγκαστικού διαγωνισμού, η προσβολή τούτου και των επί μέρους πράξεων εκ μέρους της οφειλέτριας επιχείρησης ή και δανειστή της, όταν προβάλλει κάποιο ιδιαίτερο έννομο συμφέρον, μπορεί να γίνει μόνο με την ανακοπή (αντιρρήσεις) του άρθρου 933 ΚΠολΔ.
Ως προς την προθεσμία άσκησης της ανακοπής θα εφαρμοσθεί μεν το άρθρο 934 ΚΠολΔ, ακατάλληλα όμως προσαρμοζόμενο στην ιδιομορφία της προκειμένης συλλογικής εκτελεστικής διαδικασίας, στην οποία ούτε εκτελούμενος τίτλος, ούτε προδικασία μέσω επίδοσης επιταγής προς πληρωμή υπάρχει, ώστε να ισχύσει η προθεσμία της παρ. 1 στοιχ.
α' του άρθρου αυτού, ούτε η διαδικασία αυτή επισπεύδεται προς ικανοποίηση μιας ορισμένης απαίτησης ενός συγκεκριμένου δανειστή, αλλ' ούτε και πράξεις εκτέλεσης προγενέστερες του δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού παρεμβάλλονται, ιδίως διότι δεν μεσολαβεί αναγκαστική κατάσχεση, ώστε να εφαρμόζεται η προθεσμία της παρ.1 στοιχ.
β' του ίδιου άρθρου. Επομένως, η ανακοπή κατά της σύμβασης μεταβίβασης, η οποία όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, εξομοιώνεται με την έκθεση κατακύρωσης του αναγκαστικού πλειστηριασμού που αποτελεί την τελευταία πράξη εκτέλεσης κατά το άρθρο 934 παρ.2ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή εφόσον έχει ασκηθεί μέσα στην προθεσμία της παρ. 1 στοιχ.
γ' του άρθρου αυτού, που ορίζεται σε ενενήντα (90) ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, έστω και αν με τους λόγους της ανακοπής προβάλλονται ελαττώματα της προηγηθείσης διαδικασίας (Ολ Απ 10/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε απορριπτέα ως απαράδεκτη την από 16-4-98 ανακοπή των αναιρεσειόντων, κατά τον πρώτο λόγο αυτής, περί ακυρώσεως της σύμβασης μεταβίβασης του συνόλου του ενεργητικού της έχουσας τεθεί υπό ειδική εκκαθάριση πρώτης εξ αυτών (αναιρεσειόντων), δεχθέν ότι η ανακοπή, ενώ έπρεπε να είχε ασκηθεί μέσα στην προθεσμία της παρ.1 στοιχ.
β' του ίδιου άρθρου, δηλαδή μέχρι την κατάρτιση στις 20-9-1996 του υπ' αριθμ. ...μεταβιβαστικού συμβολαίου, ως αφορώσα σε πράξεις προηγηθείσες του εν λόγω συμβολαίου ωστόσο κατατέθηκε στις 22-4-98 και κοινοποιήθηκε στις 23-4-98, ότι δηλαδή έχει ασκηθεί εκπροθέσμως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, στον οποίο υπάγεται κατ' εκτίμηση και η αιτίαση του τρίτου λόγου, αναφορικώς με την απόρριψη του διαλαμβανόμενου στον πρώτο λόγο της ανακοπής ισχυρισμού περί καταχρηστικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων και με τον οποίο, συμπληρωθέντα από τον εισηγητή, καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς την 2η των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους λοιπούς διαδίκους και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580§3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρία "Α.Ε. ΓΕΩΡΓΙΚΗΣ" ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 70/2006 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει του παραστάντες εκ των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ