Supreme Court dismisses appeal against bank promotion decision, upholding internal promotion rules and employee qualifications.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to promote an employee. The court found the lower court correctly rejected the bank's claim that other colleagues had superior qualifications, noting the promotion decision was not arbitrary. Consequently, the appeal was rejected, and the bank was ordered to pay the employee's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 27, 33, 38 of the Bank of Greece Statute; The employer's internal organization and promotion rules have contractual force, and a promotion decision is arbitrary only if it exceeds logical limits regarding the employee's performance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1393 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1393/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1683/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7492/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 429/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 7865/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/12/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ.
Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από το ανωτέρω Συμβούλιο του εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκέντρωνε, κατά την συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του στον ανώτερο βαθμό και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ.1).
Καταφώρως άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν.1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.
Σημειώνεται ότι και στην περίπτωση που ο Κανονισμός Εργασίας του εργοδότη έχει ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής του υπαλλήλου με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ ελέγχεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντιθέσεως ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης με την προεκτεθείσα έννοια. Εξάλλου, ο εναγόμενος εργοδότης δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του.
Η ένσταση αυτή στην περίπτωση Κανονισμού με ισχύ νόμου, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, ενώ στην περίπτωση Κανονισμού με συμβατική ισχύ, στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του υπερέχοντος, έστω και απλώς, τούτου και επίσης παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά την συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρούμενων με τις προαγωγές κενών θέσεων του ανώτερου βαθμού.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα Τράπεζα στις 10-4-1969, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, στον οποίο προήχθη από 1-7-1994, αλλά με την 4776/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η αναιρεσείουσα υποχρεώθηκε να τον προάγει από 1-12-1992.
Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ από το έτος 1976 και γνωρίζει καλά την Αγγλική γλώσσα (κάτοχος του πτυχίου LOWER από το έτος 1976). Κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στην αναιρεσείουσα παρακολούθησε 17 σεμινάρια. Από το έτος 1983 υπηρετούσε στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεωρήσεως, αρμοδιότητα της οποίας είναι η εποπτεία του πιστωτικού συστήματος και η θητεία στην οποία προϋποθέτει γνώσεις και ικανότητα εκτέλεσης περισσότερο εξειδικευμένων καθηκόντων, που αναφέρονται σε βασικές εργασίες κεντρικής τράπεζας, από δε το έτος 1984 διετέλεσε προϊστάμενος κλιμακίων ελέγχου των Τραπεζών Εθνικής, Αγροτικής, Κεντρικής Ελλάδος, Αραβοελληνικής, Επαγγελματικής Πίστεως και ΑΒΝ-ΑΜRC.
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 23-9-1986 στο τμήμα παρακολούθησης Πιστωτικών Ελέγχων Υποκαταστημάτων, Επιθεωρητή Α' από 19-1-1990 και Τομεάρχη από 3-4-1996 στον Τομέα Εποπτείας Μεσαίων Εμπορικών Τραπεζών. Οι συγκεκριμένες αυτές θέσεις, στις οποίες ο αναιρεσίβλητος διετέλεσε Αναπληρωτής Προϊσταμένου Τμήματος και Τομεάρχης αποτελούσαν σημαντικό εποπτικό πόστο.
Η βαθμολογία του στα φύλλα επίδοσης των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας κατά τα έτη 1987-1989 (μετά το 1989 η σύνταξη των φύλλων επίδοσης καταργήθηκε και επαναλήφθηκε από το 1999) σε κλίμακα με άριστα το ένα (1) ήταν, το 1987 έξι με βαθμό (1) και δύο με βαθμό (2), το 1988 το ίδιο ακριβώς και το 1989 επτά με βαθμό (1) και ένα με βαθμό (2).
Κατά τις προαγωγικές κρίσεις που έγιναν στην 1-11-1999 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων από το βαθμό του εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου στο βαθμό του Υποδιευθυντή, το Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας παρέλειψε τον αναιρεσίβλητο, ενώ προήγαγε μεταξύ 16 συνολικά ομοιόβαθμων Εντεταλμένων Τμηματαρχών συναδέλφων του και το Α, έναντι του οποίου ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς.
Κατά τις κρινόμενες προαγωγικές κρίσεις του έτους 1999 δεν προήχθησαν οι συνάδελφοι του αναιρεσιβλήτου Β και Γ, για τους οποίους η αναιρεσείουσα είχε προτείνει διακωλυτική ένσταση και οι οποίοι έχουν τα εξής προσόντα: 1) Ο Β προσλήφθηκε την 20-6-1974 και προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου την 1-7-1994.
Είναι κάτοχος τριών πτυχίων ΑΣΟΕΕ, Διοίκησης Επιχειρήσεων και ΠΑΣΠΕ Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 12 επιμορφωτικά σεμινάρια. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 27-3-1986 στο τμήμα Ενεγγύων Πιστώσεων, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 4-2-1993 και Προϊσταμένου Τομέα στη Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών από 3-4-1996.
Η δε βαθμολογία του κατά τα έτη 1987 και 1988 ήταν επτά (1) και ένα (2) και κατά το έτος 1989 οκτώ (1). Και 2) Ο Γ προσλήφθηκε την 14-2-1972, προήχθη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου την 1-7-1994, είναι πτυχιούχος της Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο Lower, έχει παρακολουθήσει 5 σεμινάρια, μετείχε ως εισηγητής σε επιμορφωτικά σεμινάρια και προγράμματα και συμμετείχε σε ομάδα κατάρτισης σχεδίου κανονισμού λειτουργίας τμήματος ταμιακών συναλλαγών για την οποία έλαβε υπηρεσιακό έπαινο.
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος και Προϊσταμένου υπηρεσίας από 21-3-1986 και Προϊσταμένου Τμήματος από 15-3-1996. Η δε βαθμολογία του ήταν το έτος 1987 έξι (1), ένα (2) και ένα (1) και τα έτη 1988 και 1989 επτά (1) και ένα (1). Από τη σύγκριση των προσόντων των δύο αυτών συναδέλφων του αναιρεσιβλήτου με εκείνα του ίδιου το Εφετείο έκρινε ότι, δεν προκύπτει τουλάχιστον απλή υπεροχή τους έναντι του αναιρεσιβλήτου και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί η διακωλυτική ένσταση που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα και επομένως, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς του συναδέλφου του Α, έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίσθηκε ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1-11-1999.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 207 ΑΚ, αφού, με βάση τα προσόντα των παραπάνω δύο μη προαχθέντων συναδέλφων του αναιρεσιβλήτου δεν προκύπτει πράγματι απλή υπεροχή τους έναντι αυτού και αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της άνω διάταξης, ως προς την απόρριψη της διακωλυτικής ένστασης της αναιρεσείουσας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη 1759/28-12-2006 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος για αναίρεση της 7865/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ