Legislator Case Law & Legislation
1392/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against non-appealable cost allocation ruling and remands case for retrial.

Case Number 1392/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding the 73th defendant but allowed the appeal against the first ground concerning cost allocation. The court ruled that challenging the distribution of court costs does not constitute a valid appeal under Article 559(1) of the Code of Civil Procedure. Consequently, the decision on costs was annulled, and the case was remanded for further proceedings before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal against the allocation of court costs is inadmissible as it does not affect the substance of the case, and the case must be remanded for retrial by a different panel.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal court costs allocation substance of the case remand for retrial different panel of judges Code of Civil Procedure non-appealable ruling

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 124(2) of the Code of Civil Procedure
Article 126(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice No. 2 of 134423/8-12-1992

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1392 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1392/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ….. και 153. Σ. Δ. του Α., κατοίκου ... (αρ. ακιν. 82).

Ο υπό στοιχ. 42ος των αναιρεσιβλήτων (Δήμος Φλώρινας) εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Κρεμμύδα, ενώ οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2002 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 146/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας και συνεκδικάστηκε με τις διά των προτάσεων ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 256/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-9-2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 42ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Μάλαινος διάβασε την από 6-11-2020 έκθεση της ήδη αποχωρησάσης από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Άννας Αγγελάτου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναίρεσης μη εισαγομένου προς συζήτηση του δεύτερου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του τρίτου λόγου αναίρεσης. Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Α.Π. 423/2023, Α.Π. 59/2022, Α.Π. 651/2021). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 124 παρ. 2 και 126 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., η επίδοση γίνεται προσωπικώς σε εκείνον, στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο και στον τόπο όπου είναι η κατοικία του.

Ως κατοικία του παραλήπτη, στην οποία μπορεί να γίνει η επίδοση, κατά το άρθρο 128 του Κ.Πολ.Δ., θεωρείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, σύνοικοι δε θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, προς τους οποίους εγκύρως γίνεται η επίδοση του εγγράφου, αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί από το δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η έκθεση επιδόσεως που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής. Αντιθέτως, η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην έκθεση επιδόσεως ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου, είναι η κατοικία του παραλήπτη, είναι περιστατικό που δεν υποπίπτει από τη φύση του στην άμεση αντίληψή του, καθόσον την αλήθεια αυτού οφείλει να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και, συνεπώς, κατά τούτο η βεβαίωση αυτή δεν παρέχει πλήρη απόδειξη, επιδεχόμενη ανταπόδειξη (Α.Π. 1112/2020, Α.Π. 932/2020, Α.Π. 682/2019, Α.Π. 477/2019, Α.Π. 1553/2008, Α.Π. 236/2006, Α.Π. 361/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 30-9-2003 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 256/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ορισθείσα δικάσιμο προς συζήτηση της υποθέσεως (3-11-2023), κατά την οποία έλαβε χώρα η συζήτησή της, με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε ο εβδομηκοστός τρίτος των αναιρεσιβλήτων, Β. Σ., ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Το παριστάμενο αναιρεσείον προσκομίζει την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με έδρα το Πρωτοδικείο Κοζάνης, Ε. Μ., από την οποία προκύπτει ότι, μετά από παραγγελία της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρίας Βασιλείου, πληρεξουσίας αυτού, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επιχειρήθηκε να επιδοθεί στον εβδομηκοστό τρίτο των αναιρεσιβλήτων, Β. Σ., χωρίς, όμως, να επιτευχθεί τούτο, επειδή, σύμφωνα με πληροφορίες της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, ο τελευταίος αποβίωσε.

Συνεπώς, εφόσον ο τελευταίος δεν κλήθηκε νομίμως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως ως προς τον ανωτέρω εβδομηκοστό τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4, 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει την συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως, με κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Αν δε η συζήτηση αναβληθεί από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων, επομένως και του αναιρεσιβλήτου, για τη νέα αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της μετ' αναβολήν δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (Α.Π. 423/2023, Α.Π. 55/2023, Α.Π. 59/2022, Α.Π. 651/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη, από 30-9-2003 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 26/6-10-2003), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 256/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 3-4-2020, οπότε η συζήτησή της ματαιώθηκε λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID 19.

Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 74 παρ.2 του Ν.4690/2020, εκδόθηκε η από 14-7-2020 πράξη της Προέδρου του Δ'Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με την οποία ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ως νέα ημερομηνία συζητήσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως στο ακροατήριο η 20-11-2020. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο (20-11-2020) η υπόθεση επίσης δεν εκφωνήθηκε, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID 19, οπότε η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 1-4-2022.

Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. 5279Α/28-1-2022 έκθεση επιδόσεως της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας, την οποία προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, προκύπτει ότι, μετά από παραγγελία της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρίας Βασιλείου, ως πληρεξουσίας του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον Μιχαήλ Τσότσκο, δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Φλώρινας, ως αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο των με στοιχεία 1, 2, 5, 7, 9, 10, 16, 18, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 29, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 39, 40, 41, 45, 46, 47, 49, 50, 52, 59, 60, 61, 63, 64, 66, 68, 70, 71, 72, 73, 74,75, 81, 83, 84, 85 και 86 των αναιρεσιβλήτων, κατ' άρθρον 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η δικάσιμος της 1-4-2022 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστούν κατά την δικάσιμο αυτή.

Επίσης, από την υπ' αριθμ. 5277Α/28-1-2022 έκθεση επιδόσεως της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας, την οποία προσκομίζει και επικαλείται νομίμως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο επισπεύδει την συζήτηση της αναιρέσεως, προκύπτει ότι, μετά από παραγγελία της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρίας Βασιλείου, ως πληρεξουσίας του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην Δήμητρα Δημητρίου - Γεωργοπούλου, δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Φλώρινας, ως αντίκλητο πληρεξούσιο δικηγόρο των με στοιχεία 3, 4, 6, 8, 11, 12, 13, 14, 15, 17, 19, 20, 21, 28, 30, 37, 38, 43, 44, 48, 51, 53, 54, 55, 56, 57, 58, 62, 65, 67, 69, 76, 77, 78, 79, 80, 82, 87, 88, 89, 90, 91, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 10, 102, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 110, 111, 112, 113, 114, 115, 116, 117, 118, 119, 120, 121, 122, 123, 124, 125, 126, 127, 128, 129, 130, 131, 132, 133, 134, 135, 136, 137, 138, 139, 140, 141, 142, 143, 144, 145, 146, 147, 148, 149, 150, 151, 152 και 153 των αναιρεσιβλήτων, κατ' άρθρον 143 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η δικάσιμος της 1-4-2022 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστούν κατά τη δικάσιμο αυτή.

Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο (1-4-2022) η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 3-11-2023. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με την σειρά της από το οικείο πινάκιο.

Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 3ης-11-2023 δεν εμφανίσθηκαν οι προαναφερθέντες αναιρεσίβλητοι, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον το επισπεύδον τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναιρεσείον και ο με στοιχείο 42 της αιτήσεως αναιρεσίβλητος Δήμος Φλώρινας.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού η αναβολή εκ του πινακίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία των κλητευθέντων ως άνω αναιρεσιβλήτων.

Η κρινόμενη, αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 256/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρο 22 του ανωτέρω νόμου (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, η οποία έλαβε χώρα στις 30-10-2002, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώραν επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, προκύπτει ότι η, ως άνω, προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την υπ' αριθμ. 146/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, που εκδόθηκε επί της από 29-5-2001 (αριθ. εκθ. κατ. 5/2001) αιτήσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού και των στην απόφαση αναφερομένων ανταιτήσεων και παρεμβάσεων, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση εκτάσεως 678.698 τ.μ., που βρίσκεται στο Νομό Φλώρινας, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1080665/5613/0010/20-7-1998 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ τεύχος Δ' 571/3-8-1998, για την κατασκευή της νέας εθνικής οδού Χαλκηδόνας - Έδεσσας - Φλώρινας, τμήμα Βεύης - Φλώρινα χθ 14-899. 73 έως χθ 31-700. Στη συνέχεια, επί της από 6-2-2002 (αριθ. εκθ. καταθ. 9/15-2-2002) ασκηθείσας αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου και ασκηθεισών παρεμβάσεων λοιπών ενδιαφερομένων ιδιοκτητών απαλλοτριωθεισών ιδιοκτησιών και δικαιούχων της αποζημιώσεως, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 256/2002, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των επιδίκων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων.

Με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001, ορίζεται ότι "Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση, εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται δύναται να ασκήσει με τις προτάσεις, που κατατίθενται, με την ποινή του απαραδέκτου, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται με την αίτηση ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης", ενώ, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001, "Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση.

Η εμπρόθεσμη αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος, προς αύξηση ή μείωση μόνον υπέρ αυτού της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά...". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει: α) ότι, εάν ο διάδικος υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση, ζήτησε εμπροθέσμως να καθορισθεί από το Εφετείο οριστική αποζημίωση μικρότερη εκείνης που καθορίσθηκε προσωρινώς, το Εφετείο, χωρίς αίτηση ή ανταίτηση, που ασκείται παραδεκτώς με τις προτάσεις, δεν μπορεί να καθορίσει την οριστική αποζημίωση για τα ακίνητα, στα οποία αναφέρεται η αίτηση του ωφελούμενου από την απαλλοτρίωση, σε ποσό μεγαλύτερο εκείνου της αποζημιώσεως που καθορίσθηκε προσωρινώς και β) ότι, αν παρ' όλα αυτά, το Εφετείο καθορίσει στις περιπτώσεις αυτές οριστική αποζημίωση σε ποσό μεγαλύτερο της προσωρινής αποζημιώσεως, συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως μη αιτηθέντος και θεμελιώσεως λόγου αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.

α' του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 682/2019, Α.Π. 1259/2017, Α.Π. 1236/2015, Α.Π. 844/2015, Α.Π. 872/2012).

Από την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο επί της αιτήσεως του αιτούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως σε ποσά μικρότερα από εκείνα που είχαν καθορισθεί με την υπ' αριθμ. 146/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, καθόρισε, μεταξύ άλλων, οριστική τιμή μονάδας:

α) για τα μικρά δένδρα καρυδιάς της με αριθμό 179 ιδιοκτησία στο ποσό των 53 ευρώ καίτοι ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης αυτής Α. Δ. (27ος αναιρεσίβλητος) δεν παρέστη ενώπιον του Εφετείου και δεν άσκησε ανταίτηση, αλλά ούτε και αυτοτελή αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως μεγαλύτερης εκείνης, που καθόρισε προσωρινώς το Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας, ενώ η προσωρινή τιμή μονάδος για τα δένδρα αυτά είχε ορισθεί στο ποσό των 44 ευρώ και β) για περίφραξη με σιδηροπασσάλους και δικτυωτό συρματόπλεγμα στο ποσό των 7,33 ευρώ ανά τρέχον μέτρο των ιδιοκτησιών με αριθμούς 260 και 322, αν και δεν είχε υποβληθεί σχετική αίτηση ή ανταίτηση κατά τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, ούτε είχε καθοριστεί προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως, ούτε οι εικαζόμενοι ιδιοκτήτες αυτών (Δήμος Φλώρινας και Β.

Σ. αντιστοίχως) παρέστησαν ενώπιον του Εφετείου, ούτε άσκησαν ανταίτηση ή αυτοτελή αίτηση. Έτσι, το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 9 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., και, επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος.

Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 12 του Ν. 2298/1995, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με την παράγραφο 3 του άρθρου 28 του Ν. 2579/1998 και το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, αντιστοίχως και ίσχυαν κατά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως (6-10-2003), αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., του οποίου η Νομική Υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, απευθυνόμενη, πλην άλλων και προς τον Άρειο Πάγο, διαβιβάζεται σε αυτόν, μόνον εάν συνοδεύεται από εμπρόθεσμη γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία είναι θετική ως προς έναν, τουλάχιστον, λόγο αναιρέσεως, η υπόθεση δε εισάγεται προς συζήτηση μόνο ως προς τους λόγους του αναιρετηρίου, ως και τους τυχόν πρόσθετους, για τους οποίους υπάρχει θετική γνώμη του αρμοδίου Τμήματος του Ν.Σ.Κ.

Στην προκειμένη περίπτωση μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως, δημοσιεύθηκε ο Ν. 3790/7-8-2009, στο άρθρο 13 παρ. 9 του οποίου ορίσθηκε ότι: "Το άρθρο 12 του Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του Ν. 2579/1998 και 42 του Ν. 2721/1999 ... καταργούνται", ενώ στη διάταξη του άρθρου 21 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται ειδικότερα στις επί μέρους διατάξεις του...".

Όπως προκύπτει από τη διατύπωση των προαναφερθεισών διατάξεων του Ν. 3790/2009, με την διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 13 αυτού καταργείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει άλλως, από τη δημοσίευσή του, δηλαδή από 7-8-2009, η μέχρι τότε προβλεπομένη από το νόμο διαδικασία εκδόσεως γνωμοδοτήσεως από τα Τμήματα του Ν.Σ.Κ.

περί του παραδεκτού και βασίμου των ασκουμένων από το Δημόσιο αιτήσεων αναιρέσεως, διότι, όπως εκτίθεται στην συνοδεύουσα το νόμο αυτό εισηγητική έκθεση "όχι μόνον δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα ελάφρυνσης των Ανωτάτων Δικαστηρίων, αλλά αντιθέτως επιβάρυνε υπέρμετρα το έργο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους...".

Επομένως, η διάταξη της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του ανωτέρω νόμου, δεν καταλαμβάνει την υπό κρίση αίτηση, η οποία ήταν ήδη εκκρεμής κατά την δημοσίευσή του (Α.Π. 1222/2022, Α.Π. 875/2020, ΑΠ 32/2017, Α.Π. 1688/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως συνοδεύεται από την εμπροθέσμως κατατεθείσα (εντός τριμήνου από την άσκησή της - άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 2721/1999 και άρθρο 11 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 για τον Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου) υπ' αριθμ. 1337/22-12-2003 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., η οποία είναι αρνητική ως προς το δεύτερο λόγο αυτής. Κατόπιν αυτών, δεν εισάγεται προς συζήτηση ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, διότι δεν υπάρχει θετική υπέρ αυτού γνώμη του αρμοδίου Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, αφού αυτό, με την από 22-12-2003 γνωμοδότησή του, γνωμοδότησε υπέρ του παραδεκτού, αλλά αβασίμου του δευτέρου λόγου.

Κατά το άρθρο 193 του Κ.Πολ.Δ. "Δεν επιτρέπεται προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση, που προσβάλλει μόνο τη διάταξη της τελεσιδίκου αποφάσεως, η οποία αναφέρεται στα δικαστικά έξοδα και μόνον, εφόσον στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν περιλαμβάνεται και λόγος, που πλήττει την ουσία της υποθέσεως. Ως ουσία της υποθέσεως, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, νοείται καθετί, που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξαρτήτως αν αφορά σε ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα. Σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς ασκήσεως ενδίκου μέσου μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της αποφάσεως και ως προς το κεφάλαιο αυτής επί της ουσίας της υποθέσεως (Α.Π. 1004/2023, Α.Π. 226/2020, Α.Π. 207/2020, Α.Π. 1688/2017, Α.Π. 1276/2017) και η αποτροπή εξαναγκασμού του ανωτέρου Δικαστηρίου για έρευνα της ουσίας της υποθέσεως από την προσβολή και μόνο της αποφάσεως για τα έξοδα, η κρίση για την επιδίκαση των οποίων συνάπτεται με την ουσία της υποθέσεως (Α.Π. 207/2020, Α.Π. 617/2008). Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το έκτακτο ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως (Α.Π. 207/2020, Α.Π. 1276/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως υπό την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, με την οποία ορίζεται ότι, σε περίπτωση εμπροθέσμου αιτήσεως, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για την δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, της διατάξεως του άρθρου 189 του Κ.Πολ.Δ.

και των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107 παρ. 1, 110 παρ. 3 και 114 παρ. 5 του ΝΔ/τος 3026/1954 "Περί του Κώδικος των Δικηγόρων", ο οποίος ίσχυε κατά τη συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως ενώπιον του Εφετείου, το τελευταίο όρισε αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των παρόντων καθων η αίτηση - ανταιτούντων και των παρεμβαινόντων σε ποσοστό 6% και 3%, αντιστοίχως, επί του συνόλου της οριστικής αποζημιώσεως του κάθε ανταιτούντος ή παρεμβαίνοντος, μετά την αφαίρεση τριάντα ευρώ (30€) από το συνολικό ποσό που προκύπτει, μη αποφαινόμενο ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη της διαδικασίας του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, αλλά αθροιστικώς.

Ο αναιρετικός λόγος αυτός, ο οποίος αφορά όλους τους αναιρεσιβλήτους, πλην των 27ου, 42ου και 73ου αυτών, είναι απαράδεκτος, καθόσον ως προς του αναιρεσιβλήτους αυτούς (οι οποίοι συνδέονται με τους 27ο, 42ο και 73ο των αναιρεσιβλήτων, τους οποίους και μόνο αφορά ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον δεσμό της απλής ομοδικίας και ο κατ' εκείνων πρώτος αναιρετικός λόγος δεν τους αφορά), δεν υφίσταται αναιρετικός λόγος, που να πλήττει την ουσία της υποθέσεως, μόνη δε η προσβολή της διατάξεως των δικαστικών εξόδων δεν ιδρύει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, λόγο αναιρέσεως, καθόσον και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται αποκλειστικώς και μόνο η διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, ως προς την, ανέλεγκτη αναιρετικώς, κρίση της, σχετικώς με την κατανομή των δικαστικών εξόδων.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, κατά παραδοχή του πρώτου αναιρετικού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι με στοιχεία 27, 42 και 73 αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα υπέρ των λοιπών αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ερημοδίκησαν, και, ως εκ τούτου, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (Α.Π. 226/2020), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον 73ο αναιρεσίβλητο Β. Σ..

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 256/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Και

Καταδικάζει τους με στοιχεία 27, 42 και 73 αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ