Legislator Case Law & Legislation
1392/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor contract dismissal due to procedural defect in employer's justification.

Case Number 1392/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the University of Thessaly against a labor court decision dismissing a public employee. The employer failed to substantiate its claim of continuous teaching staff shortages or demonstrate the employee's lack of subordination, violating procedural requirements. Consequently, the court accepted the procedural defect argument and remanded the case for a substantive trial on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 580, 581, 559, 176, 180, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; A procedural defect exists when an employer fails to substantiate specific justifications for contract termination or prove the lack of subordination in a public service relationship, requiring the case to be remanded for substantive examination.

Keywords

AI generated
labor contract termination public service subordination procedural defect substantive trial remand university employment staffing shortage justification costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576, 580, 581, 559, 176, 180, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 158/2021
Case 1061/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1392 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1392/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ", που εδρεύει στο Βόλο, ως οιονεί νομίμου καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι.) Θεσσαλίας", που είχε έδρα τη Λάρισα και εκπροσωπούνταν νόμιμα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Δημηνίκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις Των αναιρεσίβλητων:1. … και 17. …, εκ των οποίων οι με α/α 12ος, 13ος,16ος και 26η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Γαβαλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 156/2005 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 456/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5-5-2010 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1106/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 134/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 24-9-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 158/2021, 1061/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσίβλητους υπ' αριθ. 3794 Ζ' και 3795 Ζ' /27.5.2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 134/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας επισπεύσθηκε με φροντίδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι προς τον σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και επικυρωμένο αντίγραφο της με αριθ.

πρωτ. 64 και από 17.5.2021 βεβαίωσης αναβολής του Αρείου Πάγου με προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά την δικάσιμο όμως αυτή όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παρέστησαν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση δωδέκατος (Χ.

Α. του Α.), δέκατος τρίτος (Ι. Ε. του Σ.), δέκατος έκτος (Ν. Μ. του Β.) και εικοστή έκτη (Χ. Β.) κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, γι` αυτό πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 24.9.2020 και αριθ. κατάθ. 37/25.9.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ.

ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 134/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε επί της ασκηθείσας από 26.9.2005 και αριθ. κατάθ. 1067/30.9.2005 έφεσης των εναγόντων κατά της υπ' αριθ. 156/2005 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή, και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ` αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής. (ΟλΑΠ 15/2011). Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ` ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 534/2015, 1708/2014). Κατά δε το άρθρο 562 παρ. I ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική (ΑΠ 387/2021,199/2012, 411/2010).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με αγωγή τους, επικαλούμενοι ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ ως καθηγητές κατά τους αναφερόμενους σ' αυτή χρόνους, παρέχοντες διδακτικό έργο στο ΤΕΙ Λάρισας δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, διαρκείας εκάστης εξ αυτών ίσης με τη διάρκεια κάθε ακαδημαϊκού έτους και ότι οι συμβάσεις τους αυτές προσχηματικά χαρακτηρίστηκαν από το εναγόμενο ως ορισμένου χρόνου για την κάλυψη δήθεν πρόσκαιρων εκπαιδευτικών αναγκών του, ενώ στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες, διαρκείς και μόνιμες διδακτικές ανάγκες του εναγομένου ΤΕΙ, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι καθένας απ' αυτούς συνδέεται με το τελευταίο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφενός μεν σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 1999/70/ΕΚ, αφετέρου δε σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί και να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους ως συνδεομένων με αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας με την υπ' αριθ. 156/2005 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή και το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την υπ' αριθ. 456/2007 απόφασή του απέρριψε τυπικά και ουσιαστικά την από 26.9.2005 και αριθ. κατάθ. 311/29.9.2005 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Οι τελευταίοι άσκησαν αναίρεση και ο Άρειος Πάγος με την 1106/2017 απόφασή του, αφού έκανε δεκτούς τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεσε την ως άνω 456/2007 απόφαση με την παραδοχή ότι : "Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση όλων των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει ως μη νόμιμη, την ίδια αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο.......ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες παραβίασε : α) με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994 και 19 παρ. 11 β' του Ν. 1404/1983, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και β) με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες...".

Ακολούθως παρέπεμψε την υπόθεση ως προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, το οποίο συμμορφούμενο προς την 1106/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 134/2020 απόφασή του, ότι : "..... Η ένδικη αγωγή, με το περιεχόμενο και αίτημα που προεκτέθηκε, όπως δεσμευτικά για το παρόν δικαστήριο έκρινε η αναιρετική απόφαση (ΑΠ 1106/2017) είναι ως προς τους εκκαλούντες........νόμιμη, ως προς το αίτημά της να αναγνωριστεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τους χρόνους που αναφέρονται σ' αυτή, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 3 του Συντάγματος.

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, αναφορικά με τους παραπάνω ενάγοντες και το συγκεκριμένο αίτημα, ως μη νόμιμη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο......". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, συμμορφώθηκε πλήρως προς την υπ' αριθ. 1106/2017 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αφού έκρινε, μέσα στα όρια που διαγράφονται από την τελευταία αυτή απόφαση (άρθρο 581 §2 ΚΠολΔ), ότι η ένδικη αγωγή ως προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ευθείας παραβίασης των άρθρων 103 του Συντάγματος, 21 του Ν. 2190/1994, 11, 15 και 19 παρ. 1 Ν. 1404/1983 είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 §1 ΚΠολΔ, διότι το ως άνω ζήτημα της νομιμότητας της ένδικης αγωγής ως προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους έχει κριθεί με την 1106/2017 αναιρετική απόφαση, κατά τρόπο δεσμευτικό, όχι μόνο για το δικαστήριο της παραπομπής (Εφετείο), που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και για τον Άρειο Πάγο, στον οποίο επανέρχεται η υπόθεση με νέα αίτηση αναίρεσης κατά της εν λόγω αποφάσεως.

Περαιτέρω, μετά την δεσμευτική ως άνω κρίση του Αρείου Πάγου ως προς τη νομιμότητα της ένδικης αγωγής αλυσιτελώς προτείνονται με τον τρίτο λόγο της αίτησης οι από τον αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και δη ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 Ν. 765/1943 έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή (νομική αοριστία) και ότι δεν κήρυξε απαράδεκτο (ποιοτική και ποσοτική αοριστία), και ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 § 1 ΑΚ και 6 Ν. 765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό" και "Δια του όρου "μισθωτός" νοούνται τα φυσικά πρόσωπα άτινα παρέχουσι εις έτερον φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οιασδήποτε φύσεως εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής.

Ως αμοιβή θεωρείται πάσα παροχή χορηγουμένη εις τον μισθωτόν (αμοιβή εις χρήμα ή εις είδος, φιλοδωρήματα κλπ) ανεξαρτήτως του τρόπου καθορισμού ταύτης (αμοιβή καθοριζομένη βάσει του αποτελέσματος της εργασίας ανεξαρτήτως χρόνου εργασίας - αμοιβή κατ` αποκοπήν)", συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία είναι η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ` αυτή εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο (Ολ.

ΑΠ 28/2005), αφορά δε κυρίως το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 §§ 1 εδ. α` και 3 Ν. 2112/1920, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον" και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου", συνάγεται ότι επί συνάψεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων υποκρυπτουσών σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (Ολ.

ΑΠ 20/2007). Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσεως, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρ. 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.

ΑΠ 13/2017, 7 & 8/2011, 6/2001). Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού, από το δικαστήριο, της έννομης σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ. ΑΠ 18/2006 και 19/2007), αφορά δε το διοικητικό και εργατοτεχνικό προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου, το οποίο εμπίπτει στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π.

Συνεπώς, επί πλειόνων καταρτισθεισών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου του εργαζομένου, για το χαρακτηρισμό αυτών ως ενιαίας σύμβασης (ή σχέσης) εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ` εφαρμογή των άνω διατάξεων των άρθρων 648 § 1 ΑΚ, 6 Ν. 765/1943 και 8 του Ν. 2112/1920, κρίσιμα εξεταστέα ζητήματα είναι, εάν οι συμβάσεις τους έχουν το χαρακτήρα της εξαρτημένης εργασίας, ήτοι, εάν ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, εάν έχουν το χαρακτήρα της διαδοχικότητας και, τέλος, εάν υπαγορεύτηκαν από αντικειμενικούς λόγους, που δικαιολογούνται από τη φύση τους, ήτοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη και ο καθορισμένος χρόνος διάρκειάς τους έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 12/2016).

Εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του σε σχέση με αυτά που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με την απασχόληση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον δέχτηκε ότι "....Η εκπαιδευτική δραστηριότητα των ως άνω εναγόντων περιελάμβανε, εκτός από την διδασκαλία και τη συμμετοχή τους σε όλες τις εξεταστικές περιόδους, την εποπτεία πτυχιακών εργασιών των σπουδαστών, καθώς επίσης συνεισέφεραν στην κατάρτιση του προγράμματος σπουδών.

Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι οι συμβάσεις των εναγόντων δεν θα μπορούσαν να είναι αορίστου χρόνου για τον λόγο ότι οι ανάγκες αυτού είναι μεταβλητές και καθορίζονται από τον αριθμό των σπουδαστών που δηλώνουν κάθε διδακτικό εξάμηνο τα μαθήματα που επιθυμούν να παρακολουθήσουν αλλά και από τον αριθμό των εισαγομένων- εγγραφομένων σπουδαστών, ο οποίος είναι κυμαινόμενος κατά έτος, καθώς και τον αριθμό των μονίμων εκπαιδευτικών που διορίζονται.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και, επομένως, απορριπτέος δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τις σχετικές συμβάσεις εργασίας, τα προγράμματα σπουδών κάθε έτος επαναλήφθηκαν και δεν προέκυψε λόγος να μην ανανεωθεί σύμβαση εργασίας λόγω έλλειψης σπουδαστών. Οι παραπάνω δε ανάγκες δεν είναι ούτε απρόβλεπτες ούτε προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς, ενώ η εργασία που προσέφεραν οι εν λόγω ενάγοντες απέβλεπε στην ικανοποίηση συνεχών αναγκών του εναγομένου, στον τομέα που απασχολείτο ο καθένας και οι οποίες (ανάγκες) δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από τους διδάσκοντες μόνιμους εκπαιδευτικούς, γιατί αυτοί δεν επαρκούσαν.

Ούτε εξάλλου μπορεί να γίνει λόγος για κάλυψη παροδικών και εκτάκτων αναγκών του εναγομένου, αφού οι συμβάσεις των εναγόντων ανανεώνονταν σταθερά, με τέτοια συχνότητα και διάρκεια, από την οποίαν προκύπτει ότι πρόκειται για ανάγκες που συνδέονται με την ομαλή και κανονική λειτουργία του εναγομένου, η δε εργασία τους ήταν πλήρως ενταγμένη στην εκπλήρωση του καταστατικού σκοπού του εναγομένου και εξυπηρετούσαν πάγιες, διαρκείς, τακτικές και προβλέψιμες ανάγκες τους στους ως άνω τομείς.

Επίσης, η ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας των ανωτέρω εναγόντων με το εναγόμενο δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας που παρείχαν ούτε από τις συνθήκες λειτουργίας του εναγομένου αλλά ούτε από κάποιον άλλο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι η προσωρινή αναπλήρωση εκπαιδευτικού- επιστημονικού- εργαστηριακού προσωπικού ή η εκτέλεση σωρρευμένης ή παροδικού χαρακτήρα εργασίας.

Αντίθετα από όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν και, ιδίως, από τις αυξημένες ανάγκες λειτουργίας του εναγομένου προκύπτει ότι η ορισμένη χρονική διάρκεια των ανωτέρω αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας των εναγόντων έγινε με πρόθεση καταστρατήγησης των διατάξεων του Ν. 2112/1920, με συνέπεια να καθίσταται άκυρος ο όρος των ως άνω συμβάσεων ως προς τον χρονικό περιορισμό της διάρκειάς τους με το εναγόμενο, να συνιστά μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για κάθε ενάγοντα, με έναρξη την ημερομηνία πρόσληψης καθενός εξ αυτών....".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1 ΑΚ και 6 Ν. 765/193 και 8 Ν. 2112/1920, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα ότι οι ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ στους τομείς που αφορούσαν οι συμβάσεις των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων δεν ήταν πρόσκαιρες και παροδικές, αλλά πάγιες, διαρκείς και προβλέψιμες, προκειμένου να αναγνωριστεί ότι οι τελευταίοι συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και έτσι στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο, από τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές του, ενώ δέχεται ότι τα προγράμματα σπουδών κάθε έτος επαναλήφθηκαν και δεν προέκυψε λόγος να μην ανανεωθεί η σύμβαση εργασίας εκάστου των αναιρεσιβλήτων με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ λόγω έλλειψης σπουδαστών, δεν αιτιολογεί πως οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, οι οποίες αφορούσαν διαφορετικό γνωστικό αντικείμενο κάθε ακαδημαϊκή περίοδο κάλυπταν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες τοιαύτες.

Ούτε επίσης, αιτιολογεί ότι οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων ήταν προβλέψιμες, αφού δεν μπορούσαν να προβλεφθούν σύμφωνα με τις προβλέψεις της προηγούμενης ακαδημαϊκής περιόδου αλλά με βάση τις μεταβλητές και διαμορφούμενες κάθε ακαδημαϊκή περίοδο ακαδημαϊκές ανάγκες, η εξυπηρέτηση των οποίων τελούσε κάθε φορά σε απόλυτη συνάρτηση με τον αριθμό των σπουδαστών, τη διαμόρφωση του ακαδημαϊκού προγράμματος με βάση την επιλογή των μαθημάτων, που επιθυμούσε καθένας σπουδαστής, αλλά και με άλλες έκτακτες και απρόβλεπτες εκπαιδευτικές ανάγκες του αναιρεσείοντος.

Επίσης, ουδόλως αιτιολογεί συγκεκριμένα ότι υπήρχαν συνεχείς ελλείψεις σε διδακτικό προσωπικό στον τομέα που απασχολείτο κάθε αναιρεσίβλητος και ότι οι ανάγκες του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από τους διδάσκοντες μόνιμους εκπαιδευτικούς, και όχι απλά ότι αυτοί δεν επαρκούσαν.

Επίσης, ουδέν διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση για την ύπαρξη ή μη εξαρτήσεως στη σχέση που συνέδεε τους αναιρεσίβλητους με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, δηλαδή της εκπλήρωσης του αντικειμένου κάθε σύμβασης εργασίας εκ μέρους καθενός απ' αυτούς υπό τον πλήρη έλεγχο και εποπτεία του αναιρεσείοντος- εργοδότη, στοιχείο άλλωστε που δεν συνάδει με το δημόσιο λειτούργημα των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, ο εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά απ` αυτά, δεκτού καθισταμένου του ως άνω λόγου πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ` ουσίαν, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.

τελευταίο του ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας εκδόθηκε μετά από αναίρεση, κατόπιν παραπομπής της υπόθεσης σ` αυτό από τον Άρειο Πάγο με την υπ' αριθ. 1106/2017 απόφασή του. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρέωσης για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση της υπόθεσης κατ` ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης ενώπιον του ίδιου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ώστε κατά τη δικάσιμο αυτή οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους.

Τέλος, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο νομίμως παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 134/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ αυτή για περαιτέρω κατ` ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο Τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση και σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο που θα προσδιοριστεί μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια ευρώ (2.300).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Αυγούστου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ