Supreme Court partially allows appeal, removing political rights deprivation and aggravated robbery circumstances.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a fifth-instance court's conviction, striking down the deprivation of political rights and the aggravated circumstance of committing robbery with a covered face. The court ruled that the statutory basis for the political rights penalty had been abolished, necessitating its removal from the judgment. Consequently, this favorable ruling was extended to the co-defendants who were convicted for the same acts but had not filed their own appeals.
Legislator headnote
AI generatedArticles 469 and 470 of the Code of Criminal Procedure; The court must remove abolished statutory penalties from the judgment, and the resulting favorable outcome extends to co-defendants who did not appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1392 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1392/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη-Εισηγητή, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Γ. του Σ., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Διαβατών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Παπαδάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 492/2016 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με πολιτικώς ενάγουσα-υποστηρίζουσα την κατηγορία ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Βασιλικού.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 3.3.2020 και με αριθ.πρωτ. .../4.3.2020 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 382/2020.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο κατά το μέρος της που αφορά στον αναιρεσείοντα Χ. Γ. ως προς την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξης της ληστείας από κοινού με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, καθώς και ως προς τις περί ποινών διατάξεις, αναφορικά με τις ως άνω πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας, από κοινού και κατά συρροή και της ληστείας από κοινού και συνακόλουθα της συνολικής ποινής, β) να απαλειφθεί από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η ως άνω επιβαρυντική περίσταση, γ) να απαλειφθεί η διάταξη της περί της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, δ) να επεκταθεί το ευεργετικό αποτέλεσμα και στους συγκαταδικασθέντες συγκατηγορούμενους, του αναιρεσείοντος, Θ. Κ. και Δ. Δ. και ε) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της για τυχόν νέα επιμέτρηση της ποινής στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από τους αυτούς δικαστές που δίκασαν προηγουμένως, εκτός εάν δεν είναι δυνατή η συγκρότηση από τους ίδιους δικαστές και στ) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 3-3-2020 και με αριθμό πρωτ: .../4-3-2020 αίτηση του Χ. Γ. του Σ. και Σ., κατοίκου ..., [ασκηθείσα νομοτύπως, με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4-3-2020], για αναίρεση της υπ' αριθμό 492/2016 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι εμπρόθεσμη και τούτο διότι η εν λόγω απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο τηρούμενο, από τη Γραμματεία του Ποινικού Τμήματος του ανωτέρω Εφετείου, ειδικό βιβλίο, στις 13-2-2020, με αριθμό 94 (άρθρο 473 παρ. 2 και 3 εδάφ. α' του Κ.Π.Δ.).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., "ουδείς δύναται να καταδικασθεί διά πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.
Ούτε και επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ, κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το νόμο 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήσαν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.
Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ., "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".
Με την αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Νόμος 4619/2019) ισχύουσα από 1-7-2019 (βλ. άρθρο 460 αυτού) ορίζεται "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".
Η διάταξη αυτή που αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ. Α.Π. 1/2014, Α.Π. 1025/2020). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος, με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Ενόψει τούτων η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο σε σχέση μ' αυτήν του προϊσχύσαντος Π.Κ.
Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο.
Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής (Α.Π. 86/2020, Α.Π. 1820/2019, Α.Π. 1616/2019).
Με το άρθρο 461 του νέου Π.Κ. (Νόμος 4619/2019) "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργείται ο Ποινικός Κώδικας που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και άλλη διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό". Από τη διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 εδαφ. α' και β' του προϊσχύσαντος Π.Κ. "όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή μερικά) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, τιμωρείται με κάθειρξη.
Η τέλεση της πράξης του προηγουμένου εδαφίου με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη συνιστά επιβαρυντική περίσταση". Με την όμοια ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, διάταξη του άρθρου 380 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ., από την οποία, όμως, απαλείφθηκε η επιβαρυντική περίσταση "της τέλεσης της πράξης με κάλυψη ή αλλοίωση των χαρακτηριστικών του προσώπου του δράστη", τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή και είναι ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επιεικέστερη, αφού το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, είναι, κατά το άρθρο 52 του ισχύοντος Π.Κ., τα δεκαπέντε (15) έτη, ενώ, με την προηγουμένη ταυτάριθμη διάταξη που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, ήταν τα είκοσι (20) έτη και επομένως, τυγχάνει εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, σε αντίθεση με την χρηματική ποινή, η οποία δεν προβλεπόταν με την προϊσχύσασα διάταξη και δεν εφαρμόζεται, κατά τούτο, ως δυσμενέστερη (Α.Π. 393/2020, Α.Π. 86/2020).
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της ληστείας είναι σύνθετο. Στοιχεία του εγκλήματος αυτού είναι αφενός μεν η κλοπή, αφετέρου δε η παράνομη βία, με την οποία ο δράστης αποβλέπει στην κάμψη της αντίστασης του θύματος, που μπορεί να επιτευχθεί και με αδράνεια αυτού. Έτσι η ληστεία συγκροτείται από την αντικειμενική υπόσταση της κλοπής (άρθρο 372 του Π.Κ.) και της παράνομης βίας (άρθρο 330 του Π.Κ.).
Το δεύτερο αυτό έγκλημα (παράνομη βία) είναι υπαλλακτικώς μικτό. Οι τρόποι πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης μπορούν να εναλλαχθούν. Δηλαδή στην περίπτωση της ληστείας η παράνομη βία μπορεί να συνίσταται είτε σε σωματική βία κατά του θύματος είτε σε απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής.
Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο, κατέχεται από άλλον και δεν υπάρχει συναίνεση εκείνου, τη θέληση να αφαιρέσει το πράγμα από την κατοχή του άλλου και να το υπαγάγει στην κατοχή του ή στην κατοχή τρίτου με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση και τη θέληση χρήσης σωματικής βίας ή απειλών προς αφαίρεση του πράγματος (Α.Π. 1662/2019).
Για την πράξη δε της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, η διάταξη του άρθρου 299 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι την 30-6-2019 παλαιού Π.Κ., προέβλεπε ποινή ισόβιας κάθειρξης, ενώ, η ίδια διάταξη του ισχύοντος από την 1-7-2019 νέου Π.Κ. για την ίδια πράξη προβλέπει ποινή ισόβιας κάθειρξης ή πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών.
Η νέα αυτή διάταξη είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του παλαιού Ποινικού Κώδικα, αφού με αυτήν, εκτός από την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, απειλείται διαζευκτικά η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών (Α.Π. 86/2020). Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου προσώπου με θετική ενέργεια ή με παράλειψη ενέργειας, που οφείλεται από το νόμο, υποκειμενικώς δε δόλος άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται ο μεν άμεσος στη γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της αφαίρεσης της ζωής του άλλου ανθρώπου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου.
Ο δόλος γενικά διαγιγνώσκεται από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση του πλήγματος, την απόσταση του δράστη και θύματος, το είδος του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, την κατεύθυνση του πλήγματος ή της βολής, τον αριθμό των πληγμάτων, την απόσταση της βολής κ.ο.κ. (Α.Π. 591/2019, Α.Π. 160/2019).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 1 και 299 του Π.Κ., προκύπτει ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, που δεν ολοκληρώθηκε, βρίσκεται σε απόπειρα, η οποία τιμωρείται με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 του Π.Κ.), όταν εκείνος που το αποφάσισε επιχειρεί πράξη, που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσής του, τέτοια δε θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας αυτού (άρθρο 15 του Π.Κ.), η οποία, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασής της, οδηγεί στην πραγμάτωση της αντικειμενικής του υπόστασης, επιφέρει δηλαδή τη θανάτωση του παθόντος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, η οποία τελεί σε τέτοια συνάφεια ή σε τέτοιο οργανικό σύνδεσμο με την ανωτέρω πράξη (ενέργεια ή παράλειψη), ώστε κατά τη φυσική αντίληψη των πραγμάτων, μπορεί να θεωρηθεί ως αναπόσπαστο τμήμα και συστατικό μέρος αυτής, ενόψει του όλου σχεδίου του δράστη.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 45 τόσο του παλαιού, όσο και του νέου Ποινικού Κώδικα, συνάγεται ότι με τον όρο "από κοινού" τέλεση μιας αξιόποινης πράξης νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος να θέλει ή να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργούν με δόλο τέλεσης του ιδίου εγκλήματος.
Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Ο κοινός δόλος ότι δηλαδή όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος αρκεί, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξειδίκευσης των επιμέρους τυπικών ενεργειών του καθενός συναυτουργού (Α.Π. 1662/2019).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Επίσης, η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης).
Όμως δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης, υπ' αριθμό 492/2016, καταδικαστικής απόφασής του, το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πλειοψηφία, τα ακόλουθα επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Στις 1-7-2010 και περί ώρα 07.55 οι κατηγορούμενοι Θ.
Κ. και Χ. Γ. (2ος και 7ος) εισέβαλαν στο κατάστημα της Ε.Τ.Ε. ... που βρίσκεται στην συμβολή των οδών .... Την ώρα εκείνη το άνω κατάστημα ήταν ακόμη κλειστό για το κοινό και η εξώθυρά του ήταν ασφαλισμένη, εντός αυτού όμως βρισκόταν οι υπάλληλοι του καταστήματος, αφού ήδη η 07.55 ώρα είναι εντός του ωραρίου λειτουργίας των τραπεζικών καταστημάτων.
Οι παραπάνω κατηγορούμενοι αφού έθραυσαν με βαριοπούλα τον υαλοπίνακα της εξώθυρας του καταστήματος έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους με μαύρες κουκούλες (full face) εισήλθαν εντός του καταστήματος κρατώντας ο μεν Κ. ένα υποπολυβόλο "...", ο δε Γ. ένα πιστόλι. Αυτοί με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής σε βάρος του διευθυντή και των αρμοδίων υπαλλήλων της τράπεζας κατάφεραν να αποσπάσουν το χρηματικό ποσό των 104.815 ευρώ.
Στους εν λόγω κατηγορουμένους παρείχε άμεση βοήθεια ο κατηγορούμενος Δ. Δ. (1ος) κατά την τέλεση της πράξης της ληστείας, που είχε φθάσει στην περιοχή όπου βρίσκεται το άνω κατάστημα οδηγώντας δίκυκλη μοτοσυκλέτα μάρκας HONDA VARADERO, η οποία δεν έφερε πινακίδες κυκλοφορίας και είχε προηγούμενα κλαπεί και δη τον Ιούνιο του έτους 2010, από το ....
Αρχικά αυτός καθόταν σε παγκάκι στο παρακείμενο πάρκο, στην συνέχεια κατά την ώρα που ελάμβανε χώρα η ληστεία από τους άνω κατηγορουμένους έχοντας και αυτός καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του με κράνος μοτοσικλετιστή και κρατώντας ένα "Καλάσνικοφ" έλαβε θέση επί της οδού ... και κατά τη διάρκεια της ληστείας έστρεφε το όπλο σε όποιον επιχειρούσε να πλησιάσει την τράπεζα, συγχρόνως δε με τις άνω ενέργειές του σταμάτησε και την κίνηση των οχημάτων που κινούντο επί της άνω οδού.
Στο μεταξύ κάτοικοι της πόλης των Φαρσάλων ειδοποίησαν την Αστυνομία για την ληστεία που λάμβανε χώρα στο κατάστημα της Ε.Τ.Ε., άνδρες της οποίας έσπευσαν εκεί με περιπολικά, ανάμεσα δε σε αυτούς ήταν οι αστυνομικοί Δ. Σ., υπαστυνόμος Β' και ο Ι. Ο., Ανθυπαστυνόμος. Οι ως άνω τρεις κατηγορούμενοι, οι οποίοι ήταν οπλισμένοι με βαρύ οπλισμό μόλις αντιλήφθηκαν την άφιξη των αστυνομικών και πριν προκληθούν από αυτούς πυροβόλησαν εναντίον τους με ανθρωποκτόνο πρόθεση και κατάφεραν να τραυματίσουν βαριά των Ανθυπαστυνόμο Ι.
Ο.. Συγκεκριμένα κατά των άνω αστυνομικών πυροβόλησε πρώτα ο κατηγορούμενος Δ. Δ., αφού αυτός αντιλήφθηκε πρώτος την παρουσία τους, γιατί βρισκόταν οπλισμένος με το "καλάσνικοφ" έξω από την τράπεζα επί της οδού ..., -όπως ήταν άλλωστε η αποστολή του-, στη συνέχεια πυροβόλησαν κατά των αστυνομικών και οι λοιποί των άνω κατηγορουμένων, δηλαδή ο Κ.
Θ. και ο Γ. Χ. (2ος και 7ος), βγαίνοντας άμεσα από το κατάστημα. Η πρόθεση των κατηγορουμένων (Δ., Κ. και Γ.) να αφαιρέσουν τη ζωή των άνω δύο αστυνομικών που είχαν πλησιάσει την τράπεζα, προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψή τους και να πετύχουν τη διαφυγή τους με τη λεία της ληστείας είναι προφανής αφού πυροβολούσαν με το βαρύ οπλισμό που διέθεταν εναντίον των αστυνομικών από απόσταση μόλις 15 έως 20 μέτρων και όχι στον αέρα όπως θα έπρατταν αν ήθελαν απλών να εκφοβίσουν τους αστυνομικούς ή απλά να τους αναγκάσουν να απομακρυνθούν.
Οι κατηγορούμενοι τόσο κατά το χρόνο που έλαβαν την απόφαση να θανατώσουν, όσο και κατά το χρόνο που πυροβολούσαν βρίσκονταν όλοι σε ήρεμη και αδιατάρακτη ψυχική κατάσταση που επέτρεπε να σκεφθούν και να σταθμίσουν τη σημασία και τις συνέπειες των πράξεών τους. Πυροβολούσαν δε, όπως καταθέτει ο αστυνομικός Ι.
Ο. και ο αυτόπτης μάρτυρας Χ. Λ., με πολλές κατά ριπές- ιδίως ο πρώτος-, με τον άνω βαρύ οπλισμό τους "καλάσνικοφ" και υποπολυβόλο "..." και επέφεραν τα βαριά πλήγματα στον τελευταίο δεν κατάφεραν όμως να ολοκληρώσουν την ανθρωποκτονία, όχι γιατί υπαναχώρησαν εκουσίας αλλά από εξωτερικά εμπόδια και συγκεκριμένα γιατί οι αστυνομικοί καλύφθηκαν για να προφυλαχθούν, οι δε σωματικές βλάβες του Αστυνομικού Ι.
Ο., αντιμετωπίσθηκαν με έγκαιρη χειρουργική επέμβαση και πολυήμερη νοσηλεία. Ειδικότερα, ο Ι. Ο. μεταφέρθηκε στο Γ.Ν. Λάρισας φέροντας "διαμπερές τραύμα από πυροβόλο όπλο με διατομή της εν τω βάσει και επιπολής μηριαίας φλέβας" υποβλήθηκε αυθημερόν σε άμεση χειρουργική επέμβαση προς αποκατάσταση των τραυμάτων του, ενώ στη συνέχεια νοσηλεύθηκε επί δωδεκαήμερο σε κρίσιμη κατάσταση στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.
Ο τελευταίος καταθέτει ότι η σφαίρα που τον τραυμάτισε προήλθε από το ένα "καλάσνικοφ", το άτομο δε που κρατούσε το όπλο αυτό φορούσε άσπρο κράνος και γυαλιά, όπως φοράει γυαλιά ο κατηγορούμενος Δ.. Ήταν δε τέτοια η έκταση και ένταση των εκ μέρους των κατηγορουμένων πυροβολισμών, που από τον τόπο της ληστείας περισυλλέγησαν 39 κάλυκες, εκ των οποίων οι 19 προήλθαν από όπλο "καλάσνικοφ", οι 15 από το υποπολυβόλο τύπου Σκόρπιον και οι 5 από όπλο διαμετρήματος 9mm, τα οποία έφεραν και χρησιμοποίησαν αντίστοιχα ο πρώτος, δεύτερος και έβδομος των κατηγορουμένων.
Μετά την αρπαγή του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού, την ανταλλαγή των πυροβολισμών και τον τραυματισμό του αστυνομικού Ι. Ο. οι παραπάνω τρεις κατηγορούμενοι κατάφεραν και επιβιβάστηκαν στην ως άνω δίκυκλη μοτοσυκλέτα την οποία οδηγούσε ο Δ. και κινήθηκαν στην Εθνική οδό ..., όπου στο 40 χιλιόμετρο αυτής εισήλθαν στο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων των εγκαταστάσεων της εταιρείας "...".
Εκεί εγκατέλειψαν τη μοτοσικλέτα και επιβιβάστηκαν σε αυτοκίνητο μάρκας OPEL CORSA, στο οποίο τους ανέμενε ο κατηγορούμενος Χ. Σ. (3ος) και τράπηκαν σε φυγή με κατεύθυνση προς Βόλο ή Λαμία. Ο υπαστυνόμος Δ. Σ. κατέθεσε στο ακροατήριο ότι η τοποθεσία στην οποία είχαν αφήσει οι δράστες το άνω αυτοκίνητο δεν ήταν ορατή από το δρόμο, υπήρχε δε δυνατότητα από εκεί για εύκολη διαφυγή, μιας και υπάρχουν τρεις δρόμοι διαφυγής προς Βόλο, προς Λαμία ή προς Λάρισα με αποτέλεσμα να είναι δύσκολος ο εντοπισμός των δραστών στην περιοχή που προφανώς σκόπιμα επιλέγηκε και μάλιστα από άτομο που γνώριζε καλά την περιοχή και τέτοιος ήταν ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ.
που κατάγεται από τα Φάρσαλα όπου διαμένουν και οι παππούδες του, όπως το γεγονός τούτο ομολογεί αναφέροντας "εγώ έδωσα τις πληροφορίες στους άλλους για τους δρόμους". Στο σπίτι των τελευταίων είχε αφήσει το άνω αυτοκίνητο OPEL CORSA, ο κατηγορούμενος Κ. (2ος) από όπου το πήρε, όταν λίγο καιρό πριν τη ληστεία επισκέφθηκε τους παππούδες του συνοδευόμενος από την Α.
Α., με την οποία διατηρούσε ερωτικές σχέσεις. Ο τρίτος κατηγορούμενος, Σ. Χ. ο οποίος τελούσε εν γνώσει του εγκληματικού σχεδίου και αποδεδειγμένα βρισκόταν την ημέρα της ληστείας στα Φάρσαλα, είχε τον ρόλο του απλού συνεργού, παρέχοντας οποιαδήποτε συνδρομή στους τρεις πρώτους κατηγορουμένους, διότι βρισκόταν με το αυτοκίνητο στο χώρο του άνω παρκινγκ για να εξασφαλίσει την έγκαιρη διαφυγή τους, ενώ συγχρόνως τους παρείχε και ψυχική συνδρομή, αφού αυτοί γνώριζαν ότι είναι εξασφαλισμένη η διαφυγή τους.
Οι άνω τρεις κατηγορούμενοι αυτουργοί της ληστείας, αναγνωρίστηκαν από τον μάρτυρα Δ. Ν., έμπειρο αστυνομικό, ο οποίος με σαφήνεια κατά την διαδικασία στο ακροατήριο, κατέθεσε ενόρκως μετά λόγου γνώσεως ότι δράστες της ληστείας είναι οι ως άνω κατηγορούμενοι, όπως τούτο προκύπτει και από την επεξεργασία του βιντεοσκοπικού υλικού της τράπεζας, από την παρακολούθηση δια ζώσης των δύο δραστών (Δ.-Κ.) καθώς και από το γεγονός ότι και οι τρεις προαναφερόμενοι και ο απλός συνεργός Χ., όπως προέκυψε από την άρση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, βρίσκονταν πρωινές ώρες της 1-7-2010 στα Φάρσαλα την ώρα της ληστείας και μάλιστα αδικαιολόγητα, αφού δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την περιοχή των Φαρσάλων, ενώ τις προηγούμενες ημέρες από την ημέρα της ληστείας ο κατηγορούμενος Κ. (2ος) έκανε κράτηση δύο δίκλινων δωματίων στο ξενοδοχείο ..." της Λάρισας.
Επιπλέον ο ίδιος ως άνω μάρτυρας αστυνομικός Δ. Ν., με τη λοιπή ομάδα 20 αστυνομικών που επεξεργάστηκαν το άνω βίντεο, αναγνώρισαν,-χωρίς να αφήσουν αμφιβολίες-τον μεν Κ. (2ο) ως το άτομο που έφερε το οπλοπολυβόλο "...", το δε Δ. ως το άτομο που έφερε το καλάσνικοφ, με την μεθοδολογία της ανάλυσης του σώματος των άνω κατηγορουμένων και συγκεκριμένα ο Κ.
είναι βραχύσωμος, γυμνασμένος με χαρακτηριστική εσωτερική κοιλότητα στα πόδια, τον τελευταίο δε παρακολουθούσε στην κατοικία του στους Θρακομακεδόνες και έτσι ήταν γνωστός στον μάρτυρα ο σωματότυπός του αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ενώ δυνατή κατέστη και η αναγνώριση του Δ. τόσο από την μεθοδολογία της ανάλυσης του σωματότυπού του, όσο και από το χαρακτηριστικό "περπάτημα της πάπιας" δοθέντος ότι τα χαρακτηριστικά αυτά είναι γνωστά στο μάρτυρα από την παρακολούθηση του κατηγορουμένου αυτού στην οικία του στο ....
Για το χαρακτηριστικό περπάτημα του 1ου κατηγορουμένου κάνει λόγο στην κατάθεσή του και ο μάρτυρας Α. Μ., αστυνομικός. Όσον αφορά την αναγνώριση του κατηγορουμένου Γ. Χ. (7ου) κατά τον άνω αστυνομικό ήταν ευχερής, γιατί αυτός πριν την είσοδό του στο κατάστημα πέρασε από το πλαϊνό μέρος της τράπεζας χωρίς να φέρει στο κεφάλι του την ολοπρόσωπη κουκούλα, με αποτέλεσμα το πρόσωπό του να είναι ακάλυπτο και να τον καταγράψει το κλειστό κύκλωμα καταγραφής της τράπεζας αλλά και από το σωματότυπό του αφού ο κατηγορούμενος αυτός είναι ψηλός και αδύνατος, χωρίς το γεγονός ότι ο μάρτυρας Ι.
Ο. δεν αναγνώρισε αυτόν κατά την παρούσα δίκη ως ένα εκ των τριών δραστών που πυροβολούσαν να κλονίζει την πεποίθηση περί συμμετοχής του στη ληστεία, αφού η αναγνώρισή του κατά το χρόνο που βαλλόταν με σφαίρες ο μάρτυρας δεν ήταν εύκολη. Εξάλλου, οι σχετικές φωτογραφίες που υπάρχουν στη δικογραφία, τον προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με τον κατηγορούμενο Γ..
Να σημειωθεί ότι οι κατηγορούμενοι Δ., Κ. και Χ. (1ος, 2ος, 3ος) γνωρίζονταν μεταξύ τους, ο πρώτος μίσθωνε οικία στο ... όπου διέμεινε όταν επισκεπτόταν την Αθήνα στην ίδια δε περιοχή διαμένουν ο Χ. και ο Κ., ο οποίος είχε επισκεφθεί το σπίτι του Δ. στο ... όπως και ο τελευταίος το σπίτι του Κ., κατά τα αναφερόμενα στις απολογίες τους........
Από τους κατηγορουμένους που εμπλέκονται στην άνω ληστεία ο πρώτος και έβδομος αρνούνται τη συμμετοχή τους στις πράξεις που τους αποδίδονται, πλην όμως η σωρεία των αστήρικτων αιτιάσεών τους, δεν μπορούν να ανατρέψουν ή να κλονίσουν το προαναφερόμενο αξιόλογο αποδεικτικό υλικό....... ενώ θα πρέπει να λεχθεί ότι όλοι οι κατηγορούμενοι φορούσαν αλεξίσφαιρα γιλέκα.
Κατ' ακολουθία όσων προεκτέθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι στις 1-7-2010 οι δεύτερος και έβδομος των κατηγορουμένων (Θ. Κ. και Χ. Γ.) τέλεσαν το αδίκημα της διακεκριμένης ληστείας κατά συναυτουργία, ο δε πρώτος κατηγορούμενος, Δ. Δ. τέλεσε το έγκλημα της άμεσης συνέργειας σε διακεκριμένη ληστεία. Ακόμη οι τρεις παραπάνω κατηγορούμενοι τέλεσαν α) το έγκλημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας από κοινού κατά συρροή, β) της παράνομης οπλοφορίας αφού έφεραν στα χέρια τους ο πρώτος αυτόματο όπλο τύπου "καλάσνικοφ", ο δεύτερος υποπολυβόλο όπλο τύπου "Σκόρπιον" και ο έβδομος πιστόλι διαμετρήματος 9mm αγνώστου τύπου, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής και γ) της παράνομης οπλοχρησίας, συνισταμένης στο ότι με τα προαναφερόμενα όπλα διέπραξαν το κακούργημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας από κοινού κατά συρροή και ως εκ τούτου πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, όπως κατηγορούνται".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε, όπως προεκτέθηκε, σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο, κατά πλειοψηφία, τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για τις αξιόποινες πράξεις: α) της ληστείας από κοινού από δράστες με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, β) της απόπειρας ανθρωποκτονίας με πρόθεση από κοινού κατά συρροή, γ) της παράνομης οπλοφορίας και δ) της οπλοχρησίας και επέβαλε σ' αυτόν τη συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι δύο (22) ετών, του ότι: "Οι 2ος και 7ος κατηγορούμενοι Θ.
Κ. και Χ. Γ., την 07.55 της 01-07-2010, στα ..., ενεργώντας από κοινού και έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής, αφαίρεσαν από άλλον ξένο κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα. Ειδικότερα κατά τον ανωτέρω χρόνο αφού έθραυσαν με βαριοπούλα τον υαλοπίνακα εξώθυρας του καταστήματος της Εθνικής Τράπεζας που ευρίσκεται στη συμβολή των οδών ...
στα ..., εισήλθαν σε αυτό φορώντας στο κεφάλι τους μαύρες κουκούλες, πλήρους κάλυψης (full face) από τις οποίες φαίνονταν μόνο τα μάτια τους, ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους και κρατώντας στα χέρια τους, ο μεν Κ. υποπολυβόλο τύπου "Σκόρπιον" διαμετρήματος 7,65 mm, ο δε Γ. πιστόλι διαμετρήματος 9 mm αγνώστων λοιπών στοιχείων, τα οποία έφεραν παράνομα, τα έστρεψαν προς του υπαλλήλους που βρίσκονταν στην τράπεζα και δη τον διευθυντή και τους υπεύθυνους των ταμείων και υπό την προφανή απειλή κατά της ζωής τους, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό κίνδυνο γι' αυτήν, τους ακινητοποίησαν κάμπτοντας κάθε βούληση για αντίσταση και αφαίρεσαν από τα ταμεία το συνολικό χρηματικό ποσό των εκατόν τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων δέκα πέντε (104.815) ευρώ, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα.
Οι 1ος, 2ος και 7ος κατηγορούμενοι, Δ. Δ., Θ. Κ. και Χ. Γ., την 01-07-2010 στα ..., έφεραν παράνομα όπλο χωρίς άδεια της αστυνομικής αρχής. Ειδικότερα, κατά την τέλεση της ανωτέρω αναφερόμενης πράξης (υπό στοιχείο Δ.1) και δη κατά την μετάβαση, την παραμονή και την αποχώρησή τους από το κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, έφεραν στα χέρια τους πυροβόλο όπλο:
α) ο Δ. Δ., αυτόματο πολεμικό τυφέκιο τύπου "Καλάσνικοφ>, διαμετρήματος 7,62 mm, β) ο Θ. Κ., υποπολυβόλο τύπου "Σκόρπιον" διαμετρήματος 7,65 mm/.32 A.C.P. και γ) ο Χ. Γ., πιστόλι διαμετρήματος 9 mm, αγνώστου τύπου, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής. Ε.1. Οι 1ος, 2ος και 7ος κατηγορούμενοι, Δ. Δ., Θ. Κ. και Χ. Γ., την 01-07-2010 στα ..., ενεργώντας από κοινού και έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, να τελέσουν κακούργημα δηλαδή να σκοτώσουν περισσότερους, επιχείρησαν πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτελέσεως του αδικήματος της ανθρωποκτονίας κατά συρροή, το οποίο δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική τους βούληση αλλά από εξωτερικά εμπόδια.
Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω χρόνο και έξω από το κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... στα ..., βρισκόμενοι σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, ο κατηγορούμενος Δ. Δ. με το αυτόματο πολεμικό τυφέκιο τύπου "Καλάσνικοφ>, διαμετρήματος 7,62 mm, ο κατηγορούμενος Θ. Κ., με το υποπολυβόλο τύπου "Σκόρπιον" διαμετρήματος 7,65 mm/.32 A.C.P. και ο κατηγορούμενος Χ.
Γ., με το άγνωστης ταυτότητας πιστόλι διαμετρήματος 9 mm, που έφεραν, άνοιξαν πυρ, βάλλοντας ομαδόν με τα ανωτέρω όπλα εγνωσμένης βαλιστικής δυναμικής, παραπάνω από 30 σφαίρες, με ευθεία και στοχευμένα πυρά από απόσταση περίπου δεκαοκτώ (18) μέτρων, κατά των Υπαστυνόμου Β' Δ. Σ. και Ανθυπαστυνόμου Ι. Ο., οι οποίοι μετά από τηλεφωνική κλήση σχετικά με τη διάπραξη της ληστείας από τους κατηγορούμενους προσέτρεξαν στον τόπο, επιδιώκοντας ευθέως να τους σκοτώσουν.
Από δε τα ανωτέρω πυρά, ο Ανθυπαστυνόμος Ι. Ο., τραυματίσθηκε βαριά και διακομίσθηκε στο Π.Ν. Λάρισας, φέροντας "διαμπερές τραύμα από πυροβόλο όπλο στον αριστερό μηρό, με διατομή της εν τω βάθει και επιπολής μηριαίας φλέβας", όπου υποβλήθηκε αυθημερόν σε άμεση χειρουργική επέμβαση προς αποκατάσταση των τραυμάτων του, ενώ στη συνέχεια νοσηλεύθηκε επί δωδεκαήμερο σε κρίσιμη κατάσταση στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.
Όπως διαπιστώθηκε έφερε "συντριπτικό κάταγμα του αριστερού ηβοϊσχιακού κλάδου της πυέλου με παρουσία αποσπασμένων οστικών τεμαχίων και εγκάρσιο ημικυλινδροειδές-ταφροειδές" τραύμα μήκους τεσσάρων και πλάτους δύο εκατοστών στο κατώτερο τμήμα της δεξιάς κνήμης πρόσθια. Η δε κοινή επιδίωξη των κατηγορουμένων, που τόσο κατά την απόφαση όσο και κατά την εκτέλεση της ανωτέρω πράξης τελούσαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και μάλιστα τέτοια που να τους επιτρέπει να εκτελούν ψύχραιμα αποφασιστικά και σκοπευμένα πυρά, ήταν να επιφέρουν το θάνατο των αστυνομικών, που όμως δεν ολοκληρώθηκε τελικά όχι από δική τους βούληση αλλά από εξωτερικά αίτια.
Και τούτο διότι αφενός μεν οι αστυνομικοί έσπευσαν έγκαιρα να αναζητήσουν κάλυψη από τα πυρά των δραστών, αφετέρου δε τα βαριά τραύματα που υπέστη ο Ανθυπαστυνόμος Ι. Ο., αντιμετωπίσθηκαν έγκαιρα και αποτελεσματικά με ειδική χειρουργική επέμβαση αλλά και πολυήμερη εντατική νοσηλεία, ώστε τελικά αποτράπηκε το ενδεχόμενο της επέλευσης του θανάτου του αστυνομικού που άλλως θα ήταν αναπόδραστο.
Ε.2. Οι 1ος, 2ος και 7ος κατηγορούμενοι, Δ. Δ., Θ. Κ. και Χ. Γ., την 01-07-2010 στα ..., με τη χρήση όπλου και δη: α) ο Δ. Δ., αυτόματου πολεμικού τυφεκίου τύπου "Καλάσνικοφ", διαμετρήματος 7,62 mm, β) ο Θ. Κ., υποπολυβόλου τύπου "Σκόρπιον" διαμετρήματος 7,65 mm/.32 A.C.P. και γ) ο Χ. Γ., πιστολιού διαμετρήματος 9 mm, που έφεραν παράνομα, χρησιμοποιώντας αυτά κατά το λειτουργικό τους προορισμό, δηλαδή την εκτόξευση βλήματος, διέπραξαν το κακούργημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας κατά συναυτουργία και κατά συρροή κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα ανωτέρω, υπό στοιχείο κατηγορίας Ε.1.".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατ' αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτουμένη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 26 παρ. 1 εδαφ.
α', 27 παρ. 1, 42, 45, 94 παρ. 1, 299 παρ. 1 και 380 παρ. 1 του Π.Κ. και άρθρου 1 παρ. 1 στοιχ. α', 10 παρ. 1 και 13 περ. α' του Νόμου 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ελλιπείς, αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες και έτσι, δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, αφού:
εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει από το καθένα από αυτά, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.
Παρά δε, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα λήφθηκε υπόψη και η κατάθεση του τραυματισθέντος αστυνομικού Ι. Ο., περί της οποίας γίνεται ειδική σκέψη στο σκεπτικό στη σελίδα 53 και η οποία παρακάτω θα αναφερθεί. Περαιτέρω, αιτιολογείται επαρκώς ο τρόπος με τον οποίον αναγνωρίσθηκε αυτός, με την αναφερόμενη στη σελίδα 53 της προσβαλλόμενης σαφή και πληρούσα την απαιτούμενη κατά νόμο αιτιολογία παραδοχή "Όσον αφορά την αναγνώριση του κατηγορουμένου Γ.
Χ. (7ου) κατά τον άνω αστυνομικό ήταν ευχερής, γιατί αυτός πριν την είσοδό του στο κατάστημα πέρασε από το πλαϊνό μέρος της τράπεζας χωρίς να φέρει στο κεφάλι του την ολοπρόσωπη κουκούλα, με αποτέλεσμα το πρόσωπό του να είναι ακάλυπτο και να τον καταγράψει το κλειστό κύκλωμα καταγραφής της τράπεζας αλλά και από το σωματότυπό του αφού ο κατηγορούμενος αυτός είναι ψηλός και αδύνατος, χωρίς το γεγονός ότι ο μάρτυρας Ι.
Ο. δεν αναγνώρισε αυτόν κατά την παρούσα δίκη ως ένα εκ των τριών δραστών που πυροβολούσαν να κλονίζει την πεποίθηση περί συμμετοχής του στη ληστεία, αφού η αναγνώρισή του κατά το χρόνο που βαλλόταν με σφαίρες ο μάρτυρας δεν ήταν εύκολη" καθώς και ο τρόπος με τον οποίον έδρασε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων μετά των συγκατηγορουμένων του στην τέλεση των ως άνω πράξεων της απόπειρας ανθρωποκτονίας από κοινού και κατά συρροή, της ληστείας από κοινού, της παράνομης οπλοφορίας και της οπλοχρησίας με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης.
Αναφέρεται στο σκεπτικό, που παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό η από κοινού με την απειλή όπλου και απειλών ενωμένων με επικείμενο κίνδυνο ζωής υπ' αυτού και του συγκατηγορουμένου του κατά των υπαλλήλων της Τράπεζας αφαίρεση του χρηματικού ποσού των 104.815 ευρώ για ιδιοποίηση, ενώ, προσέτι, αιτιολογείται επαρκώς η ανθρωποκτόνος πρόθεση, με τη χρήση όπλου, του ιδίου του αναιρεσείοντος και των συγκατηγορουμένων του σε βάρος των αστυνομικών και οι λόγοι που δεν κατόρθωσαν τα πραγματώσουν τον τελικό σκοπό τους, ήτοι τη θανάτωση αυτών.
Ακόμη, με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια το ως άνω Δικαστήριο απέρριψε τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και υπερασπιστικό επιχείρημα αυτού, ότι δεν έχει ουδεμία σχέση με τις ανωτέρω πράξεις και δεν ήταν αναγκαίο να παρατεθούν ιδιαίτερα περιστατικά από τα οποία το Δικαστήριο δεν πείσθηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος.
Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν στην επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και αποτελούν απλώς υπερασπιστικά επιχειρήματα και αμφισβήτηση των σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλομένης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που επιχειρείται να θεμελιωθούν στο άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Επίσης, η απαιτουμένη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ.
και τείνουν στην άρση του αδίκου της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Στην τελευταία περίπτωση περιλαμβάνονται και οι προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 84 του Π.Κ. ελαφρυντικές περιστάσεις. Εφόσον υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, τέτοιος ισχυρισμός περί αναγνώρισης σε αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και, αν τον απορρίψει, να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του.
Προϋπόθεση, όμως, της εξέτασης της ουσιαστικής βασιμότητας ενός τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή αυτού κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αυτή γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο, ως τέτοιο, δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του (Α.Π. 433/2020, Α.Π. 189/2020).
Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ. (όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης), θεωρούνται, μεταξύ άλλων: 1) ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ. α') και 2) ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.
ε'). Ενώ, κατά τις ισχύουσες από 1-7-2019 επιεικέστερες διατάξεις του ιδίου άρθρου με το νέο Π.Κ. (Νόμος 4619/2019), αρκεί ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, η δε μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά του υπαιτίου μπορεί να λάβει χώρα ακόμα και κατά την κράτησή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διαλαμβάνεται στη σελίδα 70 αυτών, ότι μετά την απαγγελία της απόφασης περί ενοχής των κατηγορουμένων, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος ζήτησε, κατά λέξη, "την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του 7ου κατηγορουμένου (αναιρεσείοντος) αυτών που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.
α' και ε' του Π.Κ.", δηλαδή αναφέροντας μόνο τη σχετική διάταξη, χωρίς παράθεση οιουδήποτε πραγματικού περιστατικού. Το δικαστήριο, παρά ταύτα, αν και δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει λόγω της αοριστίας των ισχυρισμών απάντησε, ως εκ περισσού, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς αυτούς και ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, με τις στην σελίδα 71 του σκεπτικού του παραδοχές.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθούν και τα εξής: Ο αναιρεσείων ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλομένη απόφασή του και στη σελίδα 74 των πρακτικών αυτής και με το να απορρίψει, κατά πλειοψηφία, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, μεταξύ των άλλων κατηγορουμένων και αυτών που αναφέρονται στο πρόσωπό του, με το, επί λέξει, περιεχόμενο, ότι: "ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά πλειοψηφία, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου και 7ου εκ των κατηγορουμένων περί αναγνώρισης στο πρόσωπο καθενός από αυτούς των παραπάνω ελαφρυντικών περιστάσεων", αδικαιολόγητα απέρριψε τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του και επικαλέσθηκε για τον λόγο αυτόν την αναιρετική πλημμέλεια της σχετικής ακυρότητας στο ακροατήριο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Β' του Κ.Π.Δ. Όμως, η αιτίαση αυτή του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη, αφού η απάντηση του Δικαστηρίου της ουσίας, επί των ισχυρισμών αυτών περιλαμβάνεται στην σελίδα 71 των πρακτικών και όχι σ' αυτήν της 74ης του διατακτικού, όπως αβάσιμα διατείνεται ο τελευταίος. Κατ' ακολουθίαν, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Β' και Δ' του Κ.Π.Δ. λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη ακρόασης καθόσον αφορά τους περί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμούς του και διότι χωρίς αιτιολογία απέρριψε αυτούς, τυγχάνουν αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 299 παρ. 1 και 380 παρ. 1 του νέου Π.Κ. για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, είναι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, επιεικέστερες έναντι των αντίστοιχων διατάξεων του προϊσχύσαντος Π.Κ., ενώ απαλείφθηκε, ως προς την πράξη της ληστείας, η επιβαρυντική περίσταση του εδαφίου β' περί "τέλεσης της πράξης με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δράστη".
Όπως, επίσης, επιεικέστερη είναι και η διάταξη του άρθρου 83 του νέου Π.Κ., στην οποία παραπέμπει το άρθρο 42 του Π.Κ., για έγκλημα τιμωρούμενο σε απόπειρα, ήτοι εν προκειμένω της απόπειρας ανθρωποκτονίας. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 περ. α' του νυν ισχύοντος Π.Κ. αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη....
Η διάταξη αυτή είναι επιεικέστερη της προϊσχύσασας, σύμφωνα με την οποία: "αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης επιβάλλεται πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης άνω των δέκα ετών επιβάλλεται κάθειρξη έως δώδεκα ετών ή φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, αφού η κρινομένη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, συντρέχει εν προκειμένω, περίπτωση εφαρμογής, αυτεπαγγέλτως, κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 του Π.Κ.
και 511 περ. δ' του Κ.Π.Δ. των επιεικέστερων ως άνω διατάξεων, που ίσχυσαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης.
Εξάλλου, με το Νόμο 4619/2019 καταργήθηκαν από την 1-7-2019 οι διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του ιδίου ως άνω Κώδικα, ως προς την επιβολή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων σε περίπτωση καταδίκης του υπαιτίου σε ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο της ουσίας, κατέγνωσε στον καταδικασθέντα, σε συνολική ποινή κάθειρξης είκοσι δύο (22) ετών, αναιρεσείοντα, αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών. Επομένως, κατ' εφαρμογή, κατά τα προεκτεθέντα, των άρθρων 2 και 61 του ισχύοντος Π.Κ., σε περίπτωση καταδίκης για τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας και της απόπειρας ανθρωποκτονίας από κοινού (άρθρο 380 παρ. 1, 299 παρ. 1, 42 και 45 του Π.Κ.) δεν επιβάλλεται αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει: 1) να αναιρεθεί, εν μέρει, η προσβαλλομένη καταδικαστική απόφαση, μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα Χ. Γ. και μόνον ως προς τις διατάξεις της: α) περί αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, διάρκειας πέντε (5) ετών, β) περί απάλειψης, ως προς την ενοχή του για την πράξη της ληστείας, της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης αυτής με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δράστη, καθώς και ως προς τις περί ποινών διατάξεις, που αφορούν στις ως άνω αξιόποινες πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας από κοινού και κατά συρροή και της ληστείας από κοινού, που τελέσθηκαν στα ...
την 1-7-2010 και συνακόλουθα περί της συνολικής ποινής και στη συνέχεια: α) να απαλειφθούν από το Δικαστήριο αυτό από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης οι διατάξεις, με την οποία καταγιγνώσκεται στον αναιρεσείοντα, η αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και η τέλεση της ληστείας με την επιβαρυντική περίσταση της κάλυψης των χαρακτηριστικών του προσώπου του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, αφού δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής τους στο Δικαστήριο της ουσίας, ελλείψει αντικειμένου έρευνας, κατά τούτα, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο, ως άνω μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, που δίκασαν και προηγουμένως, αφού πρόκειται να κριθεί μόνο το σκέλος της ποινής και της συνολικής ποινής και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους (άρθρο 522 του Κ.Π.Δ.) και 2) να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, η κρινομένη αίτηση αναίρεσης.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του Κ.Π.Δ. "αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους....".
Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις ως άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην αρμόζουν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.
Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.
Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ίδιους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος (Α.Π. 189/2020, Α.Π. 761/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι πρέπει να απαλειφθεί από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, η διάταξη περί της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, αφού η διάταξη του παλαιού Ποινικού Κώδικα που τη θέσπιζε καταργήθηκε. Με τα δεδομένα αυτά, το προαναφερθέν επωφελές αποτέλεσμα για τον αναιρεσείοντα, το οποίο δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, πρέπει να επεκταθεί, κατ' άρθρο 469 του Κ.Π.Δ. και στους συγκατηγορουμένους του Θ. Κ. του Δ. και Δ. Δ. του Β., που καταδικάσθηκαν για τις ίδιες πιο πάνω πράξεις, που τελέσθηκαν στα ..., στις 1-7-2010, και που δεν άσκησαν αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης, ως προς το αμέσως παραπάνω κεφάλαιο (Α.Π. 189/2020).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την απόφαση, με αριθμό 492/2016, του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μόνον καθόσον αφορά τον καταδικασθέντα μ' αυτήν και ήδη αναιρεσείοντα Χ. Γ. και μόνον ως προς τις διατάξεις της: α) περί αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος και περί τέλεσης της πράξης της ληστείας από κοινού με την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης αυτής με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, β) περί των επιβληθεισών ποινών για τις αξιόποινες πράξεις της ληστείας από κοινού και της απόπειρας ανθρωποκτονίας από κοινού και κατά συρροή και συνακόλουθα περί της επιβληθείσας συνολικής ποινής.
Απαλείφει από το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης τη διάταξη που αφορά την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, η διάρκεια της οποίας ορίσθηκε για πέντε (5) χρόνια και αυτήν που επίσης αφορά τη διάπραξη της πράξης της ληστείας από κοινού, με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δράστη.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, για νέα, κατά τούτο, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, αν είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, που δίκασαν προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους.
Επεκτείνει το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης και στους καταδικασθέντες συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος Θ. Κ. του Δ. και Δ. Δ. του Β. κατά τη διάταξη περί αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων, η διάρκεια της οποίας ορίσθηκε για πέντε (5) χρόνια, δι' έκαστον και ως προς την απάλειψη αυτής από τον Άρειο Πάγο από το διατακτικό της ως άνω προσβαλλομένης απόφασης.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 3-3-2020 και με αριθμό πρωτ: .../4-3-2020 αίτηση του Χ. Γ. του Σ. και Σ., κατοίκου ..., [ασκηθείσα νομοτύπως με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου], για αναίρεση της υπ' αριθμό 492/2016 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ