Supreme Court partially allows appeal against insurance liability judgment, ordering partial payment and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court had ruled that the insurer must pay the employee 199,960 euros after the primary judgment was vacated. The Court found the appellate court erred in adjudicating the merits of the claim without the original first-instance decision and reduced the liability to 179,960 euros while keeping the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(2), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal must not adjudicate the merits of a claim after the primary judgment is vacated unless the original decision is reinstated, and any reduction in liability must be based on specific grounds rather than arbitrary discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1392 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1392/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χρήστου Πολυζόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/5/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3637/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1177/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/5/201 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 1177/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών , που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ,επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος με την από 23-5-2007 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των εταιριών με τις επωνυμίες 1) "... ΑΕ", 2) ... Α.Τ.Ε " και 3) ... Α.Α.Ε και ήδη "... ΑΕ", ισχυρίστηκε ότι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε με την πρώτη εναγόμενη το Φεβρουάριο 2005, προσελήφθη για να εργαστεί ως τεχνίτης -οικοδόμος σε έργα που αυτή αναλάμβανε.
Ότι στις 5-10-2006 εργαζόταν στο αναφερόμενο υπό κατασκευή έργο ,που είχε αναλάβει ως εργολάβος η δεύτερη εναγόμενη ,η οποία είχε αναθέσει στην πρώτη εναγόμενη ως υπεργολάβο την τοποθέτηση πανέλων (μεγάλων ορθογώνιων επίπεδων -επιφανειών ),τα οποία αντικαθιστούσαν τα καλούπια. Ότι με σύμβαση που είχε καταρτιστεί μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης εναγόμενης, η τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία (ειδική διάδοχος της οποίας κατέστη η ήδη αναιρεσείουσα), είχε ασφαλίσει το εργαζόμενο στο υπό κατασκευή έργο προσωπικό για την περίπτωση ατυχήματος, είτε αυτοί είχαν σύμβαση εργασίας με την εργολάβο δεύτερη εναγόμενη, είτε με υπεργολάβο πρώτη εναγόμενη .
Ότι κατά την εκτέλεση της εργασίας του, από υπαιτιότητα των δύο πρώτων εναγόμενων ,οι οποίες δεν τήρησαν τους κανόνες ασφάλειας ,υπέστη το εργατικό ατύχημα, που λεπτομερώς περιγράφει ,με αποτέλεσμα την απώλεια του δεξιού του οφθαλμού και την αντιμετώπιση προβλημάτων όρασης και στον αριστερό οφθαλμό.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες σε ολόκληρο η κάθε μία, να του καταβάλουν το ποσό των 360.00 ευρώ, πλην του ποσού των 40 ευρώ ,το οποίο επιφυλάσσεται να αναζητήσει ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, ήτοι 359.960 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 1868 /2008 απόφασή του, διαδικασίας εργατικών διαφορών, διέταξε, μεταξύ άλλων το χωρισμό της δίκης ως προς την τρίτη εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, για το λόγο ότι ενάγεται ως τρίτο πρόσωπο με βάση τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου και δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες, τις οποίες υποχρέωσε, εις ολόκληρον την καθεμιά να καταβάλουν στον ενάγοντα 199.960 ευρώ .
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν τρεις διαφορετικές εφέσεις από τις εναγόμενες ,επί των οποίων εκδόθηκε η 1844/2010 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών ,η οποία, μεταξύ άλλων διέταξε το χωρισμό της δίκης ως προς τις δεύτερη και τρίτη εναγόμενες και παρέπεμψε την εκδίκαση αυτών στο αρμόδιο καθ' ύλη Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά την τακτική διαδικασία ,ενώ υποχρέωσε την ...
ΑΕ, πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 179.960 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση . Κατόπιν της από 30-4-2010 κλήσης του αναιρεσίβλητου προσδιορίστηκε δικάσιμος και εκδόθηκε επί της ένδικης αγωγής η 3637/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής ως προς τη δεύτερη εναγόμενη λόγω της πτώχευσής της και απορρίφθηκε ως την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων δεν έχει ευθεία αγωγή κατ' αυτής από την ασφαλιστική σύμβαση.
Κατά τη συζήτηση της άνω αγωγής ο αναιρεσίβλητος, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του και με τις προτάσεις, περιόρισε το αιτούμενο με την αγωγή ποσό σε 179.960 ευρώ, τρέποντάς το μάλιστα σε έντοκο αναγνωριστικό. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 25-10-2016 έφεσή του ,επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης 1177/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ,με την οποία το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 25-10-2016 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας , εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, τη δέχτηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 199.960 ευρώ ,με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, ολ ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ. ΑΠ 10/2011, Ολ. ΑΠ 2/2011). Για την περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (Ολ.
ΑΠ 11/2016, ΑΠ 462/2018 ). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμούς 8 και 14 του Κ.Πολ.
Δ. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι, όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση , η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1392/2Θ17, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 992/2010).
Ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμό 8 Κ.Πολ.Δ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστανσης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 120/2018 ).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται,αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003). Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επιπλέον δε πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός(ΑΠ 421/2009).
Εξάλλου στην πρόταση του λόγου νομιμοποιείται μόνο ο διάδικος που είχε προτείνει τον ισχυρισμό και όχι ο αντίδικός του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης έννομο συμφέρον (ΑΠ 435/2009). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.Α.Π. 1/1999 ,ΑΠ 1131/2017).Τέλος , από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 του ν. 2496/1997, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση), ότι ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό άλλου (τρίτου) προσώπου, που κατονομάζεται ή δεν κατονομάζεται στη σύμβαση, το οποίο είναι ο ασφαλισμένος και ότι στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού) είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένο υ (ΑΠ 163/2017, ΑΠ 1859 /2013).
Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Αν, όμως, οι άνω ιδιότητες δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί ασφαλίσεως ξένου συμφέροντος, η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τα άρθρα 410 επ.
ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, τρίτος, δικαιούχος του ασφαλίσματος, είναι ο ασφαλισμένος που ορίσθηκε από τη σύμβαση ότι απειλείται από τον ασφαλιστικό κίνδυνο και πλήττεται από την πραγματοποίησή του. Αυτός (τρίτος) είναι ο μόνος, που μπορεί να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος απευθείας στον ίδιο. Κατά συνέπεια, ο τρίτος - ασφαλισμένος νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της σχετικής περί καταβολής του ασφαλίσματος αγωγής κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 11/2006).
Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή είναι νόμιμη και πλήρως ορισμένη, αφού αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη γέννηση της αξίωσης του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας από γνήσια σύμβαση ασφάλισης υπέρ αυτού (άρθρα 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 του ν. 2496/1997, 410-411 ΑΚ) και συγκεκριμένα ότι η αναιρεσείουσα και η εργολάβος ...
ΑΕ, κατάρτισαν σύμβαση ασφάλιση και υπέρ τρίτων ,ήτοι των εργαζόμενων στο έργο, όπως ήταν ο ενάγων ,ανεξάρτητα από το ποιος ήταν ο εργοδότης τους, για την περίπτωση εργατικού ατυχήματος ,που τυχόν συνέβαινε στο χώρο του εργοταξίου, καθώς και ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση λόγω της περιγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της πρώτης και της δεύτερης εναγόμενης, την κάλυψη της οποίας είχε αναλάβει με τη σύμβαση ασφάλισης η αναιρεσείουσα .
Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1,8 και 14 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση αυτού, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο αρκέστηκε για το ορισμένο της αγωγής σε λιγότερα από τα απαιτούμενα από τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου στοιχεία και ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω της νομικής και ποσοτικής αοριστίας της ,είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί που προβάλλει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.8,14 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του έχοντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμούς, που πρότεινε ο αναιρεσίβλητος με τις κατατεθείσες στο Πρωτοδικείο προτάσεις του και με την έφεσή του, περί εκχώρησης της απαίτησης της ...
ΑΤΕ για ασφάλισμα προς αυτόν και περί αδράνειας της τελευταίας, οι οποίοι θα είχαν ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής λόγω μεταβολής της βάσης αυτής, είναι απαράδεκτοι, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον στη προβολή του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, που αφορά τη μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του αντιδίκου της.
Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς, οι οποίοι ήταν απαράδεκτοι ,αφού οδηγούσαν στην απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (άρθρο 224 εδ. α ΚΠολΔ), με την οποία, κατά τα προαναφερθέντα, ο αναιρεσίβλητος ζητούσε την επιδίκαση ασφαλίσματος με βάση την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα :" Ο ενάγων και ήδη εκκαλών τον Φεβρουάριο του 2005 προσελήφθη από την εταιρεία με την επωνυμία ... -... Α.Ε. με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθεί σε διάφορα οικοδομικά τεχνικά έργα που αυτή θα αναλάμβανε εντός και εκτός νομού ...., ως τεχνικός οικοδόμος.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω εργάσθηκε στο οικοδομικό έργο "ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΝΕΟΥ ΚΤΙΡΙΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ ΑΜΑΞΟΣΤΑΣΙΟΥ ΗΛΕΚΤΡΟΚΙΝΗΤΩΝ ΛΕΟΦΟΡΕΙΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ...". Ανάδοχος του συγκεκριμένου έργου από το Ελληνικό Δημόσιο κατόπιν σχετικού διαγωνισμού ήταν η εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Τ.Ε". Η ανάδοχος εργολήπτρια, δυνάμει της από 21.2.2006 συμβάσεως υπεργολαβίας συμφώνησε με την ...
Α.Ε. να αναλάβει ως υπεργολάβος την εκτέλεση μέρους του έργου .Περαιτέρω η ανάδοχος ... Α.Τ.Ε. ανέλαβε την υποχρέωση να ασφαλίσει όλους τους εργαζόμενους στο έργο αυτό και όχι μόνο τους εργαζόμενους που η ίδια προσέλαβε . Την 5 Οκτωβρίου 2006 και περί ώρα 15.00 μ.μ. ο ενάγων εργαζόταν στα υπόγεια του υπό κατασκευή κτιρίου μαζί με τον Ο.
Κ. και τον Μ. Κ. με αντικείμενο το στήσιμο και την τοποθέτηση συγκεκριμένων πανέλων και ντιζών με βάση τα τεχνικά σχέδια, που τους είχαν δοθεί. Τα πανέλα είναι έτοιμες σιδεριές (μεγάλες ορθογώνιες επίπεδες επιφάνειες ύψους τριών περίπου μέτρων το καθένα) που τοποθετούνται με βάση τα σχέδια και αντικαθιστούν ουσιαστικά τα καλούπια.
Τοποθετούνται πανέλα αντί καλουπιών σε μέρη που κατασκευάζονται μεγάλες επιφάνειες, στήνονται δε το ένα απέναντι στο άλλο και συγκρατούνται μεταξύ τους με ειδικές λεπτές σιδερόβεργες, τις ντίζες, διατομής 16 χιλιοστών και μήκους ενός περίπου μέτρου, οι οποίες πρέπει να περαστούν μέσα από τις υπάρχουσες οπές από τα στημένα πανέλα και να βιδωθούν μεταξύ τους με πεταλούδες .Δηλαδή , η ντίζα κατευθύνεται εγκάρσια μέσα από συγκεκριμένες οπές που έχουν τα πανέλα, έτσι ώστε να τα συγκρατεί μεταξύ τους και να δημιουργηθεί το καλούπι για τη σκυροδέτηση.
Στα σημεία αυτά, οι οπές από όπου γίνεται η συγκράτηση των πανέλων είναι ανά ζεύγη και η μεταξύ τους απόσταση δεν είναι μεγαλύτερη των είκοσι εκατοστών. Η ντίζα ασφαλίζει και συγκρατεί τα δύο πανέλα με τη βοήθεια " πεταλούδας" που "πιάνει" σε κάθε μία άκρη της εξωτερικά. Κατά τον ως άνω χρόνο, ο έκτων εργαζομένων Θ.
Κ., βρισκόταν από την μία πλευρά ο δε ενάγων και ο Μ. Κ. από την άλλη πλευρά των πανέλων. Ο Θ. Κ. πέρναγε τις ντίζες από τη μία πλευρά μέσα από τις οπές του πανέλου και αυτές έπρεπε να περάσουν από τις αντίστοιχες του άλλου πανέλου και να βγουν από την άλλη μεριά. Στη συνέχεια, τοποθετούσαν τις "πεταλούδες" για να ασφαλίσει από κάθε πλευρά, διαδικασία η οποία ολοκληρώνεται εφόσον έχει περάσει σωστά η ντίζα.
Οι εργαζόμενοι εκατέρωθεν των πανέλων δεν είχαν μεταξύ τους οπτική επαφή αφού τα πανέλα έχουν ύψος περίπου τρία μέτρα και εκτείνονταν σε αρκετό μήκος. Κατά την εκτέλεση της ως άνω εργασίας , ο Θ. Κ. προσπαθούσε να περάσει μια ντίζα αντί να την περάσει στην οπή του πανέλου που αντιστοιχούσε την πέρασε στην διπλανή.
Την στιγμή αυτή και ενώ ο ενάγων είχε σκύψει με το κεφάλι σε κοντινή απόσταση από την οπή για να ελέγξει η ντίζα βγήκε με δύναμη από την οπή και κτύπησε τον ενάγοντα στο δεξιό ζυγωματικό και μετά στο δεξιό οφθαλμό τραυματίζοντάς τον σοβαρά. Μετά τον τραυματισμό του ο ενάγων μεταφέρθηκε στο Διαγνωστικό Θεραπευτικό Κέντρο "…", με μέριμνα και φροντίδα του εκπροσώπου της εργοδότριας του εταιρείας ...
Α.Ε., όπου διαπιστώθηκε διατριταίνον τραύμα στο δεξιό οφθαλμικό βολβό από 1η- 3η έως 4η ώρα σε 1,5 cm από το σκληροκερατοειδές όριο με απώλεια ίριδος, κρυσταλλοειδούς φακού, υαλώδους και μεγάλου τμήματος του αμφιβληστροειδούς, οπότε και κρίθηκε αναγκαίο να χειρουργηθεί αυθημερόν. Κατά τη διάρκεια της επεμβάσεως έγινε συρραφή του τραύματος, Pars - plana βιτρεκτομή και ένεση ελαίου σιλικόνης(βλ.
την από 5.10.2006 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ιατρική Βεβαίωση του χειρουργού- οφθαλμίατρου Σ. Δ. σε συνδυασμό με το από 5.10.2006 Εισιτήριο και 9.10.2006 εξιτήριο του νοσοκομείου ΥΓΕΙΑ και το με αριθμό πρωτοκόλλου ....821/30.11.06 βεβαίωση Νοσηλείας του Νοσοκομείου ...). Μετεγχειρητικά ο ενάγων ανέπτυξε βαρύτατη μορφή αποκόλλησης η οποία διαπιστώθηκε από τους αρμόδιους ιατρούς, με εγχειρητικό έλεγχο και για το λόγο αυτό δεν προχώρησαν σε άλλη επέμβαση (βλ.
την με αριθμό ....71/3.3.2008 ιατρική γνωμάτευση από το Γ.Ν....). Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν η ολοσχερής απώλεια του δεξιού οφθαλμού του ενάγοντος, ενώ επηρεάστηκε και η όραση του αριστερού του οφθαλμού, ο οποίος έχει πλέον όραση τέσσερα δέκατα περίπου, επί εδάφους μυωπίας, ενώ συστήθηκε στον ενάγοντα η τοποθέτηση πρόθεσης με λήψη εκμαγείου στο δεξιό οφθαλμό (βλ.
την από 11.3.2008 Βεβαίωση της εταιρειας ... κατασκευών επί παραγγελία τεχνητών οφθαλμών). Η εταιρεία ... Α.Τ.Ε. προέβη σε δήλωση ατυχήματος στο ΙΚΑ (βλ. επικαλούμενη και προσκομιζόμενη) υπογράφοντας αυτήν ως εργοδότης του ενάγοντος μόνο για την κάλυψη της ασφάλειάς του. Η εργοδότρια εταιρεία ... Α.Ε. ως υπεργολάβος έχει ήδη κριθεί τελεσιδίκως υπαίτια για το βαρύτατο τραυματισμό του ενάγοντος δυνάμει της υπ' αριθμ. 1844/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Παράλληλα και η ... ΑΤΕ είναι συνυπεύθυνη για τον τραυματισμό αυτό ως εργολάβος του έργου αυτού, αφού και αυτή σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία έπρεπε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων που εργάζονταν κατά το χρόνο του ατυχήματος στο υπό κατασκευή έργο κατασκευής του νέου κτιρίου συγκροτήματος αμαξοστασίου ηλεκτροκίνητων λεωφορείων, δυνάμει της από 21-2-2006 συμβάσεως.
Ο ως άνω τραυματισμός του ενάγοντα οφείλεται σε λόγους ελλείψεως μέτρων προστασίας, και πιο συγκεκριμένα από έλλειψη εποπτεύοντος μηχανικού ή εργοδηγού που θα συντόνιζε την εν λόγω εργασία, θα έπρεπε να επιβλέπει και να παρακολουθεί από ψηλά, δίνοντας τις κατάλληλες οδηγίες στους εργαζόμενους αφού δεν υπήρχε οπτική επαφή μεταξύ τους.
Από την παράλειψη αυτή δεν εκτιμήθηκαν οι κίνδυνοι που δημιουργήθηκαν κατά το χρόνο του ατυχήματος για τους εργαζόμενους κατά την παραπάνω δραστηριότητα στη θέση εργασίας, κίνδυνοι οι οποίοι θα είχαν με βεβαιότητα αποφευχθεί εάν οι εργαζόμενοι λάμβαναν οδηγίες κατά την τοποθέτηση και το πέρασμα της ντίζας από τη μία πλευρά στην άλλη, αφού όπως αναφέρθηκε οι εργαζόμενοι εκατέρωθεν των πανέλων δεν είχαν μεταξύ τους οπτική επαφή.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία θεμελιώνεται γενική αμέλεια των υπευθύνων της εργολάβου του έργου εταιρείας ... Α.Τ.Ε. του άρθρου 914 ΑΚ δεδομένου ότι η τοποθέτηση των ντιζών, επέβαλε αυξημένα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών, τα οποία έπρεπε να γίνουν αντιληπτά από οιονδήποτε, που θα κατέβαλε τη συνήθη εις τις συναλλαγές απαιτουμένη επιμέλεια.
Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ'αριθμ. πρωτοκόλλου 1636Α/2006 έκθεση έρευνας ο τεχνικός επιθεωρητής του Υπουργείου Απασχολήσεως , Δ. Μ., ο οποίος ...ήφθη του θέματος κατόπιν δηλώσεως του ατυχήματος από τον ίδιο τον παθόντα-ενάγοντα δύο περίπου μήνες μετά το συμβάν (αριθ.
Πρωτοκ. 1636Α/.14.12.06 ),ενώ κατά παράβαση του άρθρου 8 παρ.2 α του π.δ.17/1996,το περιγραφόμενο εργατικό ατύχημα δεν αναγγέλθηκε εντός 24 ωρών στις αρμόδιες υπηρεσίες από τον εργοδότη . Κατά συνέπειαν η ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος- παθόντος, άλλως συνυνυπαιτιότητας αυτού κατά 90% ,που προέβαλε η β'εφεσίβλητη πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Περαιτέρω ,η εταιρεία ... Α.Τ. Ε., σύμφωνα με την ευθύ νη ασφαλιστικής καλύψεως των εργαζομένων του εν λόγω έργου που είχε αναλάβει ως ανάδοχος και εργολάβος αυτού, είχε συνάψει με την β' εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία το υπ'αριθμ. ...23/0001 συμβόλαιο τεχνικών ασφαλίσεων με διάρκεια ασφαλίσεως από 16.12.2005 έως 6.10.2007 με το οποίο πράγματι ασφάλισε όλους τους εργαζόμενους στο εν λόγω έργο ανεξαρτήτως από ποιον έχουν προσληφθεί, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα, ο οποίος είχε προσληφθεί από την υπεργολάβο ... ...
Α.Ε. ως ανωτέρω αναφέρεται. Στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο συμβόλαιο τεχνικών ασφαλίσεων που έχει συναφθεί μεταξύ της ... ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ και της ... - ... Α.Τ.Ε. που είναι ο αντισυμβαλλόμενος και λήπτης της ασφάλισης αντίστοιχα έχουν προβλεφθεί τα εξής: ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ: καλύπτεται το έργο :
κατασκευή νέου κτιριακού συγκροτήματος αμαξοστασίου ηλεκτροκίνητων λεωφορείων στην περιοχή ..., παρακάτω διευκρινίζονται τα εξής :ότι στην έννοια της λέξης ασφαλιζόμενος εννοούνται οι: ... Α.Τ.Ε. (ΩΣ ΑΝΑΔΟΧΟΣ), ...(ΩΣ ΚΥΡΙΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ) ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΟΥ, ΟΛΟΙ ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ, ΥΠΕΡΓΟΛΑΒΟΙ, ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ, ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΕΣ, ΥΠΕΡΠΡΟΜΗΘΕΥΤΕΣ ΚΑΙ ΕΝ ΓΕΝΕΙ ΟΙ ΕΧΟΝΤΕΣ ΣΧΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ - ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΕΡΓΟ. (βλ.
σελ. 3). Στην σελ. 2 αναφέρονται οι τομείς ευθύνης :ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ,ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ προς ΤΡΙΤΟΥΣ και ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΗ ΕΥΟΥΝΗ ως προς την οποία προβλέπεται : για σωματικές βλάβες κατ1 άτομο 200.000 ευρώ ,σωματικές βλάβες ομαδικό 600.000 ευρώ και ανώτατο όριο ευθύνης για την ασφαλιστική περίοδο 1.500.000 ευρώ. Περαιτέρω στον όρο 12 σελ.5 στο κεφάλαιο :
Ειδικές πρόσθετες συμφωνίες /πρόσθετοι ειδικοί όροι, προβλέπονται τα εξής : " Η παρούσα ασφάλιση επεκτείνεται ώστε να περιλαμβάνει την εργοδοτική αστική ευθύνη του ασφαλιζόμενου για ατυχήματα που τυχόν προκληθούν στο υπαλληλικό ή/και εργατοτεχνικό προσωπικό του ασφαλιζομένου από αμέλεια δική του ή των προστηθέντων του, εντός των χώρων του εργοταξίου.
Προϋπόθεση για την ισχύ της κάλυψης είναι οι εργαζόμενοι να έχουν δηλωθεί νόμιμα στον αρμόδιο φορέα κοινωνικής ασφάλισης. Η παρεχόμενη υπό το παρόν κάλυψη εργοδοτικής ευθύνης του ασφαλιζομένου έχει ισχύ και για τους εργαζόμενους των εργολάβων ή/και υπεργολάβων που έχουν σχέση με το έργο .".
Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση έχει συναφθεί ασφάλιση για λογαριασμό άλλου αφού το ενεργούν την ασφάλιση πρόσωπο ... ασφαλίζει με το δικό του όνομα όχι μόνο το ίδιο αλλά και το συμφέρον άλλων και δη στην προκειμένη περίπτωση τους εν γένει έχοντας σχέση εργασίας με το συγκεκριμένο έργο, περίπτωση στην οποία εντάσσεται ο ενάγων εκκαλών ως εργαζόμενος στο συγκεκριμένο έργο.
Πρόκειται δηλαδή εν προκειμένω για γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου με αποτέλεσμα ο ενάγων να δύναται ευθέως να εναγάγει την β' εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία .Εξ άλλου ,η επικαλούμενη από την β' εφεσίβλητη απαλλαγή της στην περίπτωση -όπως η επίδικη - όπου κρίνεται ότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε λόγω μη τηρήσεως των ειδικών μέτρων ασφαλείας ,δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή αφού δεν συνιστά πράγματι λόγο απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως στον ενάγοντα παρά μόνο της δίνει το δικαίωμα να αξιώσει από τον λήπτη της ασφαλίσεως ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει .Κατόπιν αυτού στην προκειμένη περίπτωση εσφαλμένως το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως προς την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ...
ΑΕ ,πρώην ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ, δεχόμενο με την εκκαλουμένη ότι ο ενάγων δεν δικαιούται ευθείας αγωγής εναντίον της βασιζόμενη στην εν ισχύ ι ασφαλιστική σύμβαση που υπάρχει μεταξύ αυτής και της β'εφεσίβλητης εταιρείας ως ζημιώσασας και ότι μόνο πλαγιαστικά θα μπορούσε να στραφεί κατ1 αυτής ,ενώ η κρινόμενη αγωγή μη αναφερόμενη στην αδράνεια του οφειλέτη α' εναγομένης κατά του ασφαλιστή δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοια ούτε γινόταν επίκληση τυχόν εκχωρήσεως της αξιώσεως για λήψη του ασφαλίσματος (σύμβαση ελευθερώσεως από την α' εναγομένη στον ενάγοντα) ώστε να επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η άσκηση ευθείας αγωγής κατά της ασφαλιστικής εταιρείας.
Καλύπτονται δε εν προκειμένω όλες οι προϋποθέσεις που τάσσονται με την ασφαλιστική σύμβαση, αφού, υπάρχει ενεργής ασφαλιστική σύμβαση (ισχύς από 16.12.20Θ5 έως 6.10.2007), επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος ,υπάρχει υπαιτιότητα του εργολάβου ως ανωτέρω αναλύεται και ο παθών είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. Από το ΙΚΑ και εξ αφορμής του ανωτέρου συμβάντος με βάση την αξιολόγηση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής του ως άνω ιδρύματος ο ενάγων διαγνώσθηκε με τραυματισμό δεξιού οφθαλμού - πρακτικά τυφλός και με υποτροπιάζουσα καταθλιπτική διαταραχή ,κρίθηκε δε ότι το ποσό της αναπηρίας του ανέρχεται σε 60%(βλ.
το από 20.12.2012 πιστοποιητικό ΙΚΑ), με την υπ' αριθμ. 5728/29.2.2008 Απόφαση Διευθυντή ΙΚΑ χορηγήθηκε σ' αυτόν σύνταξη συνήθους αναπηρίας από εργατικό ατύχημα ίσο με ποσοστό 75% από 5.4.2007 έως 31.3.2008 .0 ενάγων κατά τον χρόνο του συμβάντος ήταν 35 ετών, παντρεμένος ,με δύο τέκνα ανήλικα, κατόπιν του περιγραφόμενου συμβάντος υπέστη σημαντικότατη σωματική βλάβη απώλεσε ολικώς την όρασή του από το δεξιό οφθαλμό ,και μερικώς από τον αριστερό οφθαλμό, για την αντιμετώπιση της οποίας νοσηλεύθηκε, υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση δηλαδή από απολύτως υγιής και εργασιακά ικανός κατέστη ανάπηρος.
Επίσης εξ αιτίας του αναπάντεχου αυτού συμβάντος υπέστη όχι απλά μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία αλλά σύμφωνα με τα από 4.7.2007 με αριθμό 21324, από 9.1.2008 με αριθμό 653, από 29.4.2009 με αριθμό 13022 και από 7.11.2008 δημόσια έγγραφα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου … προκύπτει ότι παρουσίασε κατάθλιψη μετατραυματικού τύπου (με συμπτώματα διαταραχών συγκεντρώσεως ,του ύπνου και της όρεξης ,δυσθυμία και ευερεθιστότητα ,ιδέες καταστροφής σ' ότι αφορά το μέλλον του ιδίου και των οικείων του ,ιδέες αναξιότητας, οδυνηρές αναμνημονεύσεις του τραυματισμού του ,έλλειψη ευχαρίστησης, παρακολουθήθηκε από ψυχίατρο και του συνεστήθη και ακολούθησε φαρμακευτική αγωγή με αντικαταθλιπτικά και ηρεμιστικά φάρμακα, ενίοτε και υπνωτικά .Επίσης περιορίσθηκε η γενικότερη ανεξαρτησία του ως προσώπου αφού πλέον εκμηδενίσθηκε η ικανότητά του προς εργασία και συνακόλουθα η δυνατότητα αυτοσυντηρήσεως και συντηρήσεως της οικογένειας του, με μόνο εισόδημα την αναπηρική σύνταξη που λαμβάνει από το ΙΚΑ.
Κατόπιν αυτών πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, μείον το ποσό των 40 ευρώ που έχει επιφυλαχθεί ο ενάγων να διεκδικήσει στο ποινικό δικαστήριο, ήτοι το ποσό των εκατόν ενενήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα (199.960)ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο σταθμίζοντας τις συνθήκες του ατυχήματος, το πταίσμα της εργολάβου εταιρείας ...
Α.Τ.Ε., το είδος και την έκταση του τραυματισμού του -σωματικής βλάβης ,την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ενάγοντος καθώς και την ψυχική ταραχή που υπέστη εξ αυτού".
Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι αυτή δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς το ότι ανωτέρω συμβληθέντες ήθελαν την κατάρτιση σύμβασης υπέρ τρίτου ώστε να υποχρεούται να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφ. α του ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης ,με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω από τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ,α) ότι στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσείουσας και της ...
ΑΕ, ως ασφαλιζόμενοι θεωρούνται, μεταξύ άλλων η ... ΑΕ, ως ανάδοχος του έργου, οι εργολάβοι, υπεργολάβοι και οι εν γένει έχοντες σχέση εργασίας-συνεργασίας με το συγκεκριμένο έργο, ανεξαρτήτως από ποιόν έχουν προσληφθεί, δηλαδή ότι καταρτίστηκε για τους εργαζόμενους στο έργο γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, β) ότι καλύπτεται, μεταξύ άλλων, η αστική εργοδοτική ευθύνη της ...
ΑΕ για σωματικές βλάβες κατ' άτομο 200.000 ευρώ ,γ) ότι με πρόσθετο ειδικό όρο της ασφαλιστικής σύμβασης , έγινε επέκταση αυτής, ώστε να καλύπτει την εργοδοτική αστική ευθύνη των ασφαλιζόμενων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι εργολάβος ... ΑΕ και η υπεργολάβος ... ΑΕ- εργοδότης του αναιρεσίβλητου) για ατυχήματα που τυχόν προκληθούν στο υπαλληλικό ή/και εργατοτεχνικό προσωπικό του ασφαλιζομένου από αμέλεια δική του ή των προστηθέντων του, εντός των χώρων του εργοταξίου, με την προϋπόθεση για την ισχύ της κάλυψης οι εργαζόμενοι να έχουν δηλωθεί νόμιμα στον αρμόδιο φορέα κοινωνικής ασφάλισης, με περαιτέρω ρητή συμφωνία ότι "η παρεχόμενη υπό το παρόν κάλυψη εργοδοτικής ευθύνης του ασφαλιζομένου έχει ισχύ και για τους εργαζόμενους των εργολάβων ή/και υπεργολάβων που έχουν σχέση με το έργο ", και δ) ότι η εργολάβος είναι συνυπεύθυνη με την εργοδότη του αναιρεσίβλητου για τον τραυματισμό του τελευταίου, προκύπτει το Εφετείο δέχτηκε αφ' ενός ότι στην ένδικη περίπτωση έχει ,συναφθεί σύμβαση για λογαριασμό άλλου και η ...
ΑΕ ασφαλίζει στο δικό της όνομα όχι μόνο το δικό της συμφέρον, αλλά και το συμφέρον των προσώπων που έχουν σχέση εργασίας με το έργο, περίπτωση στην οποία εντάσσεται και ο αναιρεσίβλητος, δηλαδή ότι καταρτίστηκε για τους εργαζόμενους γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και αφ 'ετέρου ότι υπήρξε αμελής- αδικοπρακτική συμπεριφορά της εργολάβου, η οποία, με βάση την ασφαλιστική σύμβαση, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού, ακολούθως δε έκρινε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει το ανωτέρω ποσό στον αναιρεσίβλητο , ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με βάση την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση ,με την οποία είχε αναλάβει την κάλυψη των ατυχημάτων που θα συνέβαιναν στο εργατοτεχνικό προσωπικό που θα απασχολούνταν στο έργο και που θα οφείλονταν σε αμέλεια των υπευθύνων των ασφαλιζόμενων εταιριών δηλαδή ότι η ευθύνη της αναιρεσείουσας θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 του ν. 2496/1997,410-411 ΑΚ, και σ' αυτές περί αδικοπραξιών ,τις οποίες ανέφερε στα πλαίσια της έρευνας της απαιτούμενης για την ύπαρξη ευθύνης της αναιρεσείουσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της ...
ΑΕ. Με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, (το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 του ν. 2496/1997,410-411 ΑΚ και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το ένα μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, περί αδυναμίας άσκησης απευθείας αγωγής του αναιρεσίβλητου σε βάρος της αναιρεσείουσας, για το λόγο ότι με την ένδικη σύμβαση ασφαλίστηκε μόνο η αστική εργοδοτική ευθύνη της ...
και των άλλων προσώπων που εκτελούσαν το έργο ήτοι των υπεργολάβων και περί μη ευθύνης της από αδικοπραξία, κρίνονται αβάσιμα. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της κατάρτισης γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την ορθή εφαρμογή ή μη των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, περαιτέρω δε περιλαμβάνει πλήρη ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, χωρίς να περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες .
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης ,κατά το άλλο μέρος του ,με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι οι αιτιολογίες είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές είναι αβάσιμος. Επίσης, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ , με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται, για παρά το νόμο και με ανεπαρκείς αιτιολογίες, απόρριψη της ένστασης της περί απαλλαγής από την ευθύνη της, σύμφωνα με όρο της σύμβασης, για το λόγο ότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε λόγω μη τήρησης των ειδικών μέτρων ασφαλείας από την ...
ΑΤΕ, είναι αβάσιμος και κατά τα δύο σκέλη του. Ειδικότερα, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του ν.2496/1997, ενόψει του ότι τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα (ότι με ειδικό όρο ,ο οποίος υπερισχύει των γενικών, η αναιρεσείουσα συμφώνησε για την καταβολή ασφαλίσματος και στην περίπτωση που η πρόκληση ατυχήματος οφείλεται σε αμέλεια των ασφαλιζόμενων ή των προστηθέντων τους ,στα οποία (αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά) στηρίχθηκε για την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης, με την αιτιολογία "ότι η επικαλούμενη από την β' εφεσίβλητη απαλλαγή της στην περίπτωση -όπως η επίδικη- όπου κρίνεται ότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος επήλθε λόγω μη τηρήσεως των ειδικών μέτρων ασφαλείας ,δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, αφού δεν συνιστά πράγματι λόγο απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως στον ενάγοντα", δικαιολογούν την ουσιαστική αβασιμότητα της ανωτέρω ένστασης.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της μη απαλλαγής της αναίρεσε ίου σας από την ευθύνη της για καταβολή ασφαλίσματος, , που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ορθή εφαρμογή ή μη των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, περαιτέρω δε περιλαμβάνει πλήρη ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, χωρίς να περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Υπάρχει επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος όταν το Δικαστήριο ,παρά τον περιορισμό του αιτήματος επιδίκασε όλο το ποσό ή παρά τον περιορισμό του αιτήματος σε αναγνωριστικό δέχθηκε την αγωγή ως καταψηφιστική (ΑΠ 941/2009,ΑΠ 165/2007). Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης , από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την υποχρέωσε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 199.960 ευρώ, ενώ ο τελευταίος με τις προτάσεις του είχε περιορίσει το αιτούμενο με την ένδικη αγωγή ποσό σε αυτό των 179.960 ευρώ ,τρέποντάς το επιπλέον του, σε έντοκο αναγνωριστικό. Ο αναιρεσίβλητος ομολόγησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου τους ανωτέρω ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας (άρθρο 352παρ.1 ΚΠολΔ), η ουσιαστική βασιμότητα των οποίων προκύπτει και από την παραδεκτή ,κατ' άρθρο 561 παρ 2 του ίδιου κώδικα επισκόπηση των πρακτικών της 3637/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στα οποία εμπεριέχεται και η δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου περί περιορισμού του αγωγικού αιτήματος καθώς και των προτάσεων που κατέθεσε στην ανωτέρω δίκη, στις οποίες εμπεριέχεται η ίδια δήλωση .
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, υποχρέωσε την αναιρείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 199.960 ευρώ, υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια και πρέπει, κατ' αποδοχή ως βάσιμου του έβδομου λόγου της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, δίκασε την ουσία της υπόθεσης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, να καταβάλει στον ενάγοντα ,ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 199.960 ευρώ ,με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης ,ήδη αναιρεσείουσας, να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 179.960 ευρώ ,με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατόπιν των ανωτέρω, παρέλκει η έρευνα, ως αλυσιτελούς, του έκτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη την ένστασή της περί περιορισμού της ευθύνης της στο ποσό των 200.000 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονται οι τόκοι και τα έξοδα, ενόψει του ότι πλέον το οφειλόμενο από την ίδια ποσό είναι κατά πολύ μικρότερο των 200.000 ευρώ στο οποίο ανέρχεται η ευθύνη κατά της κατά την ασφαλιστική σύμβαση.
Ο αναιρεσίβλητος, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176,183,189§1, 191§2 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1177/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που, μετά την εξαφάνιση της 3637/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Εφετείο δίκασε την ουσία της υπόθεσης και δέχθηκε εν μέρει την από 23.5.2007 αγωγή.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της ανωτέρω αγωγής του Β. Κ. του Γ.
ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.", είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εκατόν εβδομήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα (179.960) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ