Legislator Case Law & Legislation
1392/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against two intervenors but allows it against the insurance company regarding lost income damages.

Case Number 1392/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding two intervenors who did not appear in court, declaring their hearing inadmissible. Conversely, the court allowed the appeal against the insurance company, annulling the lower court's decision on the claim for future lost income compensation. The court ruled that the insurance company must pay specific lump sums and monthly amounts to the plaintiff for the period between 2005 and 2014.

Legislator headnote

AI generated

Articles 178 and 183 of the Code of Civil Procedure; The court must dismiss an appeal against absent parties while allowing it against present parties regarding specific claims for future lost income damages.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure future lost income damages appeal admissibility insurance company liability intervenor absence annulment of judgment monthly compensation

Cited Legislation

AI generated
Articles 178 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1392 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1392/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της καλούσας - εφεσίβλητης - παρεμπιπτόντως ενάγουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "`...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπουτσή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του καθ' ου η κλήση - καλούντος - εκκαλούντος - ενάγοντος: Τ. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μασούρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των καθ' ων η κλήση - εφεσιβλήτων - παρεμπιπτόντως εναγομένων: 1) Κ. Π. του Χ. και 2) Φ. Ι. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2007 αγωγή του Τ. Π. του Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γιαννιτσών και συνεκδικάστηκε με την από 4-5-2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας "...", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος η ήδη καλούσα "...". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/495-1020/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2711/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο Τ. Π. με την από 10-3-2010 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 994/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση κατά το εις το σκεπτικό κεφάλαιό της και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως εκδόθηκαν οι 448/2013 μη οριστική και 2626/2013 οριστική αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη καλούσα "..." με την από 18-2-2014 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1140/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αναίρεση ως προς τους Κ. Π. και Φ. Ι., δέχτηκε την αναίρεση ως προς τον Τ. Π., αναίρεσε την 2626/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κράτησε επί της ουσίας την υπόθεση και ανέβαλλε την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υποθέσεως προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 23-12-2016 κλήση της καλούσας "...". Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ειρήνη Καλού, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 23-12-2016 κλήση της εφεσίβλητης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία, δυνάμει οιονεί καθολικής διαδοχής είχε υπεισέλθει στη θέση της αρχικώς εναγομένης - παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", νόμιμα φέρεται προς ουσιαστική εκδίκαση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η κρινόμενη υπόθεση επί της παρακάτω αναφερόμενης από 10.4.2008 (αριθμ.

κατάθεσης 35/2008) έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος Τ. Π., κατά της υπ' αριθμ. 105/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, ως προς τον εν λόγω διάδικο, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1140/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφ' ενός μεν απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 18-2-2014 αίτηση αναίρεσης της καλούσας ασφαλιστικής εταιρίας ως προς τους τότε δεύτερο και τρίτη αναιρεσίβλητους και ήδη δεύτερο και τρίτη των καθών η κλήση Κ.

Π. και Φ. Ι. κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ' αριθμ. 2626/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που είχε δικάσει μετά από αναίρεση με την υπ' αριθμ. 994/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου της υπ' αριθμ. 2711/2009 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αφ' ετέρου δε αναιρέθηκε εν μέρει και μόνο ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και ήδη πρώτο των καθών η κλήση Τ.

Π. κατά τα κατωτέρω ειδικότερα εκτιθέμενα, η ως άνω εφετειακή απόφαση και αφού κρατήθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση επί της ουσίας, στο παρόν Δ' Τμήμα του Αρείου Πάγου, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικ. με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012, ενόψει του ότι επρόκειτο για παραδοχή δεύτερης αναίρεσης, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επί της ουσίας της υποθέσεως προκειμένου με επιμέλεια των διαδίκων να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, κατά την οποία θα επαναφερόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, όπως και έγινε.

Η ως άνω, όμως, από 23-12-2016 κλήση προς συζήτηση επί της ουσίας της υπόθεσης, απαραδέκτως στρέφεται κατά των δεύτερου και τρίτης των καθών η κλήση Κ. Π. και Φ. Ι., εφόσον η από 18-2-2014 αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς αυτούς και συνεπώς η υπ' αριθμ. 2626/2013 απόφαση δεν αναιρέθηκε, κατά το μέρος που τους αφορά.

Επομένως, η από 23-12-2016 κλήση προς συζήτηση επί της ουσίας της υπόθεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τους δεύτερο και τρίτη των καθών η κλήση και ερήμην των τελευταίων, οι οποίοι αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 141Β/3-6-2017 και 126Β/26-6-2017 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, διορισμένου στο Πρωτοδικείο Γιαννιτσών Κ.

Χ. Σ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η εφεσίβλητη - καλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "....", δεν παραστάθηκαν. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεθείσα με την υπ' αριθμ. 1140/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπ' αριθμ. 2626/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Ο καθού η κλήση Τ. Π. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών την από 19-3-2007 και με αριθμό κατάθεσης 495/20-3-2007 αγωγή αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα, κατά της αρχικώς εναγομένης - παρεμπιπτόντως ενάγουσας, εδρεύουσας στη Νυρεμβέργη Γερμανίας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", νομίμως εκπροσωπούμενης στην Ελλάδα από την εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

A.E", η οποία ήδη υπεισήλθε στη θέση της ως άνω αρχικώς εναγομένης αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας, δυνάμει οιονεί καθολικής διαδοχής, με την οποία ιστορούσε ότι από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου Κ. Π., κατά την οδήγηση του ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, συγκυριότητας του ίδιου και της δεύτερης εναγομένης Φ. Ι.

και ασφαλισμένου στην τρίτη εναγομένη, ασφαλιστική εταιρία "...", προκλήθηκε το αναφερόμενο σ' αυτήν (αγωγή) αυτοκινητικό ατύχημα, με αποτέλεσμα τον βαρύτατο τραυματισμό του, εξ αιτίας του οποίου κρίθηκε μονίμως και διά βίου ανάπηρος σε ποσοστό 67% και ανίκανος προς εργασία, περιστατικά τα οποία, ήτοι η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, η βαρύτατη καταληφθείσα σ' αυτόν αναπηρία σε ποσοστό 67% και η διά βίου ανικανότητά του προς εργασία κρίθηκαν τελεσιδίκως με την υπ' αριθμ. 374/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της προγενέστερης υπ' αριθμ.

καταθ. 1273.53/2004 αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, και καλύπτονται από το δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω απόφαση. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε ο ενάγων, μεταξύ άλλων, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αρχικά εν όλω καταψηφιστικού κύριου αιτήματος της αγωγής, σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη εφεσίβλητοι για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2009 και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 - 31.12.2046, να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά εφάπαξ, επικαλούμενος προς τούτο σπουδαίο λόγο άλλως σε ετήσιες δόσεις, για διαφυγόντα κέρδη από τη μη εκμετάλλευση του αναφερόμενου σ' αυτή εστιατορίου (ταβέρνας -πατσατζίδικου) του πατέρα του, στο οποίο ήδη εργαζόταν ως σερβιτόρος κατά το χρόνο του ατυχήματος, το οποίο θα του μεταβίβαζε ο τελευταίος την 1-1-2005 και θα το εκμεταλλευόταν μέχρι την 31-12-2045, οπότε θα συνταξιοδοτείτο, πράγμα το οποίο δεν έγινε λόγω της προκληθείσας αναπηρίας του από το πιο πάνω ατύχημα και της εντεύθεν ανικανότητάς του προς εργασία.

Επικουρικώς δε, ζήτησε, μετά από επίσης παραδεκτό περιορισμό του αρχικά εν όλω καταψηφιστικού επικουρικού αιτήματος της αγωγής, σε εν μέρει αναγνωριστικό και εν μέρει καταψηφιστικό, να υποχρεωθουν οι εναγόμενοι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2009 και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-12-2046 να του καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, ως αποζημίωση, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά εφάπαξ, επικαλούμενος σπουδαίο λόγο άλλως σε ετήσιες δόσεις, για διαφυγόντα κέρδη (νόμιμα ημερομίσθια) από την εργασία του ανειδίκευτου εργάτη, την οποία θα ασκούσε κατά το ένδικο χρονικό διάστημα αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και η εντεύθεν ανικανότητά του για εργασία, όλα δε τα αιτούμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προγενέστερης με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1273.53/2004 αγωγής, η οποία απορρίφθηκε, ως αόριστη, άλλως από την καθυστέρηση καταβολής κάθε ετήσιας δόσης, μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση κατά την ειδική διαδικασία επίλυσης των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρου 681Α' του Κ.Πολ.Δ.), με την οποία απορρίφθηκε αυτή (αγωγή) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς το προαναφερόμενο αίτημα της αποζημίωσης λόγω αποθετικής ζημίας (διαφυγόντα κέρδη), τόσο κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση και αίτημά της.

Κατά της οριστικής αυτής απόφασης, καθόσον αφορά στις παραπάνω απορριπτικές διατάξεις της, ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση έφεση και εκδόθηκε κατ' αρχήν η υπ' αριθμ. 2711/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αυτή (έφεση) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Στη συνέχεια και ύστερα από άσκηση αίτησης αναίρεσης από τον ενάγοντα - εκκαλούντα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 994/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 2711/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον αφορά στην απόρριψη των λόγων της έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος και τότε αναιρεσείοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) με τους οποίους παραπονείτο για την κατ' ουσίαν απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των αγωγικών κονδυλίων αποθετικής ζημίας του ενάγοντος - εκκαλούντος του χρονικού διαστήματος από 1/1/2005 έως το τέλος 2046 που έχουν σχέση με την μελλοντική απασχόληση του αναιρεσείοντος ως εστιάτορα και επικουρικά ως ανειδίκευτου εργάτη υδραυλικού και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (συγκροτούμενο από άλλους δικαστές), στο οποίο και εισήχθη η υπόθεση προς συζήτηση, εκδοθείσας σχετικώς, μετά την αναίρεση της ως άνω οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αρχικά της υπ' αριθμ. 448/2013 μη οριστικής απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου, με την οποία αυτό ανέβαλε να αποφασίσει οριστικά για την υπόθεση μέχρι να προσκομισθεί από τον επιμελέστερο διάδικο βεβαίωση της αρμόδιας αρχής του ΙΚΑ από την οποία να προκύπτει, αν ο παθών, συνεπεία του ως άνω αυτοκινητικού ατυχήματος, έλαβε ή δικαιούται να απαιτήσει παροχές από το ΙΚΑ, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 και εντεύθεν, σε ποιά έκταση, για ποιό λόγο και για πόσο χρονικό διάστημα και στη συνέχεια, μετά τη νέα, κατόπιν κλήσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, συζήτηση της υποθέσεως και την προσκομιδή ενώπιον του Εφετείου της υπ' αριθμ.

πρωτ. 7429/ 2013 Βεβαίωσης του Διευθυντή του Ι.Κ.Α. (Υπ/μα Γιαννιτσών), με την οποία, όπως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, βεβαιώνεται ότι ο ενάγων δικαιούται σύνταξη αναπηρίας μέχρι την 30-11-2014, και ότι αυτός έλαβε ή δικαιούται να λάβει ως σύνταξη αναπηρίας για μεν το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2009 το ποσό των 28.235,92 ευρώ, για δε το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 30-11-2014, το ποσό των 33.063,60 ευρώ, της υπ' αριθμ. 2626/2013 οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.

Ειδικότερα: Με την τελευταία αυτή, μετ' αναίρεση, υπ' αριθμ. 2626/2013 απόφασή του, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου προσκομίστηκε η ανωτέρω βεβαίωση του Διευθυντή του ΙΚΑ, αφού έκρινε ως αβάσιμο το αιτούμενο, κυρίως, από τον ενάγοντα κονδύλιο μελλοντικής απώλειας εισοδημάτων από την εκμετάλλευση της ταβέρνας του πατέρα του, και απέρριψε κατ' ουσίαν τους σχετικούς λόγους της έφεσης του ενάγοντος, που αφορούσαν την απόρριψη του σχετικού με το κονδύλιο αυτό αιτήματος της αγωγής, έκρινε ως βάσιμους τους λόγους της έφεσης που αφορούσαν το επικουρικά αιτούμενο κονδύλιο μελλοντικής απώλειας εισοδημάτων από την ανικανότητά του για εργασία ως ανειδίκευτου εργάτη, και αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη με την έφεση πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο απέρριψε το εν λόγω επικουρικό κονδύλιο, του επιδίκασε, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση για μελλοντική απώλεια εισοδημάτων λόγω της ανικανότητάς του να εργαστεί ως ανειδίκευτος εργάτης, Α) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2009, το οποίο αφορούσε το καταψηφιστικό σκέλος του επικουρικού αιτήματος, ποσά: 1) 13.027,00 ευρώ για το έτος 2005, 2) 14.280,00 ευρώ για το έτος 2006, 3) 14.875 ευρώ για καθένα από τα έτη 2007, 2008 και 2009, ήτοι σύνολο 71.932,00 ευρώ μείον τη σύνταξη αναπηρίας που λάμβανε ο παθών από το ΙΚΑ, συνολικού ποσού για το παραπάνω χρονικό διάστημα 28.235,92 ευρώ, ήτοι ποσό 43.696,08 ευρώ και Β) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-11-2014, το οποίο αφορούσε το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, ποσό 73.312,50 ευρώ (42,50 ευρώ χ 25 ημ/σθια χ 69 μήνες), μείον την σύνταξη αναπηρίας από το ΙΚΑ συνολικού ποσού 33.063,60 ευρώ, που έλαβε ή δικαιούτο να λάβει από το ΙΚΑ, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ήτοι ποσό 40.248,90 ευρώ, ενώ για το επόμενο κρίσιμο χρονικό διάστημα (από 1-12-2014 έως την 31-12-2046), τα αιτούμενα για την ίδια αιτία σχετικά κονδύλια κρίθηκαν απορριπτέα ως προώρως ασκηθέντα, καθόσον με την προαναφερθείσα βεβαίωση του Ι.Κ.Α.

δεν προσδιορίζονται τα δικαιούμενα από τον ενάγοντα ποσά ως σύνταξη αναπηρίας. Κατά της απόφασης αυτής, η εναγομένη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "... AEΓA" άσκησε την από 18-2-2014 αίτηση αναίρεσης, επί της οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1140/2015 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αναίρεση κατά το μέρος της που απευθύνεται κατά των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων, Κ.

Π. και Φ. Ι., αντίστοιχα, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας να στραφεί κατ' αυτών, επειδή αυτοί στην κατ' έφεση δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2626/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν ήταν αντίδικοι της αναιρεσείουσας, αλλά ομόδικοί της, έγινε δε δεκτή αυτή ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο - εκκαλούντα - ενάγοντα Τ.

Π. και αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον εν λόγω διάδικο για τους παρακάτω λόγους και συγκεκριμένα: Α) για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο και ειδικότερα επειδή, όπως δέχτηκε το παρόν Δικαστήριο (Άρειος Πάγος) με την υπ' αριθμ. 1140/2015 αναιρετική απόφασή του, με το να δεχτεί το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, ότι από 1-1-2005 μέχρι και τις 31-12-2007 "το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη, βάσει της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ανερχόταν στα αναγραφόμενα στην αγωγή...

ποσά των 37,22 ευρώ για το έτος 2005, των 40,80 ευρώ για το έτος 2006 και των 42,50 ευρώ για το έτος 2007" και με βάση τα ποσά αυτά, δεχόμενη απλώς και μόνον ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ενάγων εργαζόταν ως ανειδίκευτος εργάτης κατά το χρόνο του ατυχήματος (11-1-2003) και θα συνέχιζε να εργάζεται ως ανειδίκευτος εργάτης και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να αναφέρει αν αυτός ήταν άγαμος ή έγγαμος και πόση προϋπηρεσία είχε ως ανειδίκευτος εργάτης, υπολόγισε την αποθετική ζημία του πρώτου αναιρεσιβλήτου και ενάγοντος από διαφυγόντα κέρδη ένεκα απώλειας των αποδοχών του ανειδίκευτου εργάτη εξαιτίας της αναπηρίας του και της ανικανότητάς του προς εργασία, αφ' ενός μεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το αν ήταν έγγαμος ή άγαμος ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ενάγων και ως προς το πόσες τριετίες είχε προϋπηρεσία, αφ' ετέρου δε παραβίασε και ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ΕΓΣΣΕ που προαναφέρθηκαν, αφού δέχθηκε ως ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη που προβλέπονται απ' αυτές ποσά ανώτερα απ' αυτά που ορίζουν οι εν λόγω ΕΓΣΣΕ, Β) Για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 9 περ.

β' του ΚΠολΔ λόγο και ειδικότερα, επειδή, όπως δέχτηκε το παρόν Δικαστήριο (Άρειος Πάγος) με την υπ' αριθμ. 1140/2015 αναιρετική απόφασή του, με το να επιδικάσει στον ενάγοντα το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, τόκους για τις ετήσιες δόσεις που αφορούσαν τα έτη 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014 (τα οποία ανάγονται σε χρόνο μεταγενέστερο της άσκησης της αγωγής) όχι για κάθε ετήσια δόση από τότε που ζητούσε αυτός, δηλαδή από την αρχή κάθε έτους, αλλά για όλες τις ετήσιες δόσεις που αφορούσαν όλα τα ως άνω έτη, από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής του που έγινε στις 27-3-2007, δηλαδή του επιδίκασε τόκους υπερημερίας περισσότερους από όσους είχε ζητήσει με την αγωγή του, κατά παράβαση της από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ θεμελιώδους δικονομικής αρχής της διάθεσης και συζήτησης στα πολιτικά δικαστήρια, που ενεργούν με βάση τις αιτήσεις των διαδίκων και όχι πλέον αυτών, υποπίπτοντας έτσι στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια και Γ) Για τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο και ειδικότερα επειδή όπως δέχτηκε το παρόν Δικαστήριο (Άρειος Πάγος) με την υπ' αριθμ. 1140/2015 αναιρετική απόφασή του, με το να επιδικάσει το Εφετείο Θεσσαλονίκης στον πρώτο αναιρεσίβλητο (καταψηφιστικά και αναγνωριστικά) ως αποζημίωση που αναφέρεται στο μέλλον, για το χρονικό διάστημα από το έτος 2008 μέχρι και το έτος 2014 (που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της άσκησης της ένδικης αγωγής) κεφάλαια εφάπαξ, έντοκα από την επίδοση της αγωγής που έγινε στις 27-3-2007 και όχι χρηματικές δόσεις κατά μήνα, έντοκα από της καθυστερήσεως κάθε μηνιαίας χρηματικής δόσεως παραβίασε, λαμβανομένου υπόψη ότι η ως άνω αποζημίωση είναι εκείνη που προβλέπεται και στηρίζεται στο άρθρο 929 του Α.Κ., την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 930 του Α.Κ. (ΑΠ 1811/ 1998) με την επιδίκαση σε κεφάλαιο εφάπαξ και εντόκως από την επίδοση της αγωγής της παραπάνω αποζημίωσης που αναφερόταν στο μέλλον χωρίς να δέχεται η απόφαση ότι συνέτρεχε προς τούτο σπουδαίος λόγος, και όχι τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 του Α.Κ.

που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού δεν μπορούσε κατά το νόμο να καταβληθεί η αποζημίωση που αναφερόταν στο μέλλον σε ετήσιες χρηματικές δόσεις και μάλιστα προκαταβολικά, για να πρέπει να υπολογισθούν οι τόκοι από της καθυστερήσεως κάθε ετήσιας χρηματικής δόσης κατ' εφαρμογή των άρθρων 345 και 346 του Α.Κ.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι διάδικοι, καθόσον αφορά στο παραπάνω επικουρικό αγωγικό αίτημα, ως προς το οποίο αναιρέθηκε η υπ' αριθμ 2626/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επανήλθαν στην υφιστάμενη πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και δη στο στάδιο της μετά την τυπική παραδοχή της από 10.4.2008 (αριθμ.

κατάθεσης 35/2008) έφεσης του εκκαλούντος - ενάγοντος Τ. Π., κατά της 105/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών κατ' ουσίαν έρευνας των σχετικών λόγων της που αναφέρονται σε εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, του επικουρικά αιτούμενου κονδύλιου της αγωγής μελλοντικής απώλειας εισοδημάτων από την ανικανότητα του ενάγοντος για εργασία ως ανειδίκευτου εργάτη - υδραυλικού και πρέπει η νομίμως και εμπροθέσμως ασκηθείσα, σύμφωνα με τα άρθρα 495 παρ. 1 και 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ως άνω έφεση να εξεταστεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της, στα όρια που διαγράφονται από την ως άνω αναιρετική απόφαση, ήτοι μόνο ως προς το κεφάλαιο που αφορά απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντα - τότε πρώτου αναιρεσίβλητου από την ανικανότητά του για εργασία ως ανειδίκευτου εργάτη για τα έτη από το 2005 έως το 2014, καθώς και ως προς το κεφάλαιο τοκοδοσίας του αγωγικού κονδυλίου αποζημίωσης, καθόσον αφορά στο μεταγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής χρονικό διάστημα και δη από το έτος 2008 έως 2014.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση όλων, ανεξαιρέτως των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (εκκαλών και πρώτη εφεσίβλητη), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. 374/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων της παρούσας δίκης, που παρίσταντο με την ίδια ιδιότητα, και αφορά αξιώσεις του εκκαλούντος από το παρακάτω αναφερόμενο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, οι οποίες ασκήθηκαν με την προηγούμενη της ένδικης, υπ' αριθμ.

καταθ. 127353/11-11-2004 αγωγή του ενάγοντος - εκκαλούντος κατά των εναγομένων - εφεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, επί της οποίας εκδόθηκε πρωτοδίκως η υπ' αριθμ. 375/2005 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου και μετά από άσκηση εφέσεως κατ' αυτής η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία του επιδικάστηκαν τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά αποζημίωσης:

α) για την ολοσχερή καταστροφή του υπό στοιχεία ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου του, β) για λήψη βελτιωμένης τροφής λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, γ) για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη, λόγω του τραυματισμού του και της εξ αιτίας αυτού καταληφθείσας αναπηρίας του, δ) για πρόσθετη παροχή του άρθρου 931 ΑΚ, και ε) για απολεσθέντα εισοδήματά του από τις εργασίες του ως εργάτη εργαζόμενου στη Δημοτική επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης του Δήμου Γιαννιτσών και παράλληλα ως σερβιτόρου, απασχολούμενου κατά τις βραδινές ώρες, σε κατάστημα - εστιατόριο που διατηρούσε ο πατέρας του στα Γιαννιτσά, ενώ απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα λόγω αοριστίας τα αιτούμενα ποσά για διαφυγόντα κέρδη του λόγω της καταληφθείσας αναπηρίας του και της εντεύθεν ανικανότητάς του προς εργασία, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα στις 11.1.2003 στη διασταύρωση της ΝΕΟ Μελισσίου - Μαυροβουνίου και της Επαρχιακής Οδού Τριφυλλίου - Γυψοχωρίου, κατά το οποίο συγκρούστηκε το οδηγούμενο από τον εκκαλούντα -ενάγοντα Τ.

Π. υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, με το ... ΙΧΕ αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον πρώτο εφεσίβλητο - πρώτο εναγόμενο Κ. Π., συνιδιοκτησίας αυτού και της δεύτερης εφεσίβλητης - δεύτερης εναγομένης Φ. Ι., κατά ποσοστό 50%, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τότε εφεσίβλητη ...

αλλοδαπή ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "..." νομίμως εκπροσωπούμενη στην Ελλάδα από την εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε." νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία ήδη υπεισήλθε στη θέση της ως άνω αρχικώς εναγομένης αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας, δυνάμει οιονεί καθολικής διαδοχής, ήταν ο πρώτος εφεσίβλητος οδηγός του ασφαλισμένου στην τρίτη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου και ότι λόγω του παραπάνω ατυχήματος ο ενάγων - εκκαλών, τραυματίστηκε βαρύτατα αφού υπέστη βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις (ΚΕΚ) και κάκωση οφθαλμού με συνοδό κάκωση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, πολλαπλά κατάγματα σπλαχνικού κρανίου, κατάγματα οδόντων, κατάγματα σπονδύλων από Α2 έως και Α7, κατάγματα δεξιάς περόνης ως και σφυρών δεξιού άκρου ποδός ως και πολλαπλά τραύματα προσώπου και ρινόρροιας, τα οποία του κατέλιπαν χωλότητα, μυϊκή αδυναμία και δυσκαμψία του αυχένα, μόνιμη βλάβη του οισοφάγου, δυσκολία κατάποσης και ημιπληγικά φαινόμενα, εξ αιτίας των οποίων κατέστη ανάπηρος σε ποσοστό 67% και ως εκ τούτου ανίκανος για εργασία.

Περαιτέρω, αναφορικά με το επικουρικό αίτημα της αγωγής, ως προς το οποίο ερευνάται η ουσία της υπόθεσης καθόσον αφορά στην τρίτη εφεσίβλητη - τρίτη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, εφόσον η υπ' αριθμ. 2626/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης αναιρέθηκε μόνο κατά το μέρος της αυτό, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 22 ετών (γεννήθηκε το έτος 1981), και δεν είχε ακόμη στρατευθεί, εργαζόταν δε έως τότε στη Δημοτική επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης του Δήμου Γιαννιτσών ως εργάτης με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας τεσσάρων ετών και δη από 12-7-2000 έως και 12-7-2004 λαμβάνοντας μηνιαίο μισθό 876,75 ευρώ μικτά, και καθαρά το ποσό των 737,43 ευρώ, πλέον Δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα ως και επιδόματος αδείας, θα συνέχιζε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να εργάζεται ως ανειδίκευτος εργάτης σε άλλο εργοδότη και στο μέλλον, μετά τη λήξη της σύμβασης αυτής και οπωσδήποτε από την 1-1-2005 μέχρι τις 30-11-2014, τουλάχιστον, αν δεν συνέβαινε το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός του, αποκομίζοντας ως εισόδημα από την εργασία του αυτή κατά το χρονικό αυτό διάστημα τα παρακάτω αναφερόμενα ποσά.

Εξαιτίας του τραυματισμού του, όμως, κατέστη ανίκανος τουλάχιστον κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα να μετέλθει την παραπάνω εργασία του ανειδίκευτου εργάτη που μετήρχετο κατά το χρόνο του ατυχήματος, την οποία (εργασία) κατά βάσιμη πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ενόψει και της καλής καταστάσεως της υγείας του θα συνέχιζε αυτός, ελλείψει άλλων προσόντων, να εξασκεί κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, αν δεν συνέβαινε η προελθούσα από το ατύχημα βαριά σωματική του αναπηρία, με αποτέλεσμα να απωλέσει τα εισοδήματα που θα αποκόμιζε εργαζόμενος με την παραπάνω ιδιότητά του κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 30-11-2014.

Με βάση τις καθοριζόμενες από τις οικείες Εθνικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και το νόμο, νόμιμες ελάχιστες αποδοχές του ανειδίκευτου εργάτη, όπως προσδιορίζονται με βάση τις οριζόμενες περιπτώσεις και ανάλογα με την προϋπηρεσία (τριετίες) και την οικογενειακή κατάσταση του εργαζόμενου (έγγαμος/άγαμος με τις κατηγορίες που υπάρχουν), το ημερομίσθιο του ενάγοντος ως ανειδίκευτου εργάτη, λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής κατάστασής του ως άγαμου (όπως τούτο προκύπτει από τη συνολική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, στην οποία ουδεμία αναφορά γίνεται στην τέλεση γάμου απ' αυτόν και σε δικαιούμενες για το λόγο αυτό προσαυξήσεις των αποδοχών του ως έγγαμου), καθώς και της προϋπηρεσίας (τριετίες) αυτού, ο οποίος είχε προσληφθεί από τη Δ.Ε.Υ.Α Γιαννιτσών, στην οποία παρείχε την εργασία του ως εργάτης στις 12-7-2000, θα ανερχόταν:

Με βάση την ΕΓΣΣΕ ετών 2004-2005 στο ποσό των 26,51 ευρώ (άγαμος με προϋπηρεσία μία τριετία) από 1-1-2005 μέχρι 30-8-2005, στο ποσό των 27,38 ευρώ από 1-9-2005 έως 31-12-2005 (άγαμος με προϋπηρεσία μία τριετία). Με βάση την ΕΓΣΣΕ ετών 2006 - 2007 στο ποσό των 28,17 ευρώ από 1-1-2006 μέχρι 11-7-2006 (άγαμος με προϋπηρεσία μία τριετία), στο ποσό των 29,52 ευρώ από 12-7-2006 έως 30-8-2006 (άγαμος με προϋπηρεσία δύο τριετίες), στο ποσό των 30,38 ευρώ από 1-9-2006 έως 31-12-2006 (άγαμος με προϋπηρεσία δύο τριετίες), στο ποσό των 30,38 ευρώ από 1-1-2007 έως 1-5-2007 (άγαμος με προϋπηρεσία δύο τριετίες), στο ποσό των 31,93 ευρώ από 1-5-2007 έως 31-12-2007 (άγαμος με προϋπηρεσία δύο τριετίες).

Με βάση την ΕΓΣΣΕ Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας των ετών 2008-2009 στο ποσό των 33,03 ευρώ από 1-1-2008 (άγαμος με προϋπηρεσία δύο τριετίες), στο ποσό των 34,02 ευρώ από 1-9-2008 (άγαμος με προϋπηρεσία δύο τριετίες), στο ποσό των 35,89 ευρώ από 1-5-2009 έως 11-7-2009 (άγαμος με προϋπηρεσία δύο τριετίες), στο ποσό των 37,51 ευρώ από 12-7-2009 έως 1-7-2011 (άγαμος με προϋπηρεσία τρεις τριετίες).

Με βάση την ΕΓΣΣΕ των ετών 2010, 2011 και 2012 (με το άρθρο 3 της οποίας, τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων των εργαζομένων της χώρας, όπως έχουν διαμορφωθεί την 31η-12-2009 με βάση την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. των ετών 2008-2009 αυξάνονται από 1ης Ιουλίου 2011 κατά ποσοστό ίσο με το ποσοστό της ετήσιας μεταβολής του ευρωπαϊκού πληθωρισμού για το έτος 2010), στο ποσό των 38,11 ευρώ από 1-7-2011 (άγαμος με προϋπηρεσία τρεις τριετίες), στο ποσό των 30,11 ευρώ από 14-2-2012 (ημερομηνία από την οποία (από 14-2-2012), και μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, τα κατώτατα διαμορφωμένα όρια μισθών και ημερομισθίων της από 15?7?2010 ισχύουσας Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, όπως αυτά προβλέπονταν και ίσχυαν κατά την 1-1-2012, μειώθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 1 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου αρ. 6 της 28.2.2012 Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 κατά 22% και καθόσον αφορά στους νέους ηλικίας κάτω τω 25 ετών κατά 32%) έως 11-7-2012 (άνω των 25 ετών άγαμος με προϋπηρεσία τρεις τριετίες), στο ποσό των 31,42 ευρώ από 12-7-2012 έως 12-11-2012 (άνω των 25 ετών, άγαμος, με προϋπηρεσία τέσσερις τριετίες).

Από 12-11-2012 έως 1-4-2013 (οπότε τέθηκε σε ισχύ, κατά τα παρακάτω εκτιθέμενα το θεσπισθέν με το ν. 4093/2012 νέο σύστημα καθορισμού νόμιμου κατωτάτου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνιτών) στο ποσό των 31,42 ευρώ (άνω των 25 ετών, άγαμος, με προϋπηρεσία τέσσερις τριετίες). Τέλος, ενόψει του ότι βάσει του Ν. 4093/2012, με τις περιπτώσεις 1 και 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.11 του οποίου, με τίτλο "ΝΕΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΝΟΜΙΜΟΥ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ ΚΑΙ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ (ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΛΑΙΣΙΟ), ΚΑΤΩΤΑΤΟΣ ΝΟΜΙΜΟΣ ΜΙΣΘΟΣ ΚΑΙ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ", ορίστηκε μεταξύ άλλων, ότι: 1.

Με την παρούσα διάταξη θεσπίζεται νέο σύστημα καθορισμού νόμιμου κατωτάτου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνιτών, το οποίο τίθεται σε ισχύ την 1.4.2013... 3. Μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν. 4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών α) για τους εργατοτεχνίτες άνω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 26,18 ευρώ. (β)..., (γ)...

το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως έξι τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 18 ετών και άνω)..., το ημερομίσθιο του ενάγοντος ως ανειδίκευτου εργάτη, θα ανερχόταν από 1-4-2013 έως 30-11-2014 στο ποσό των 31,42 ευρώ (Βασικό ημερομίσθιο 26,18 συν επίδομα τριετιών 5,24).

Επομένως, οι αποδοχές που απώλεσε ο ενάγων και η αποζημίωση αντίστοιχα που δικαιούται, συμπεριλαμβανομένων των δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας για το κρίσιμο χρονικό διάστημα ανέρχονται: Α) Για το έτος 2005: 1) Από 1-1-2005 έως 30-8-2005 στο ποσό των 5.302 ευρώ (26,51 χ 25 χ 8 = 5.302 ευρώ) και από 1-9-2005 έως 31-12-2005 στο ποσό των 2.738 ευρώ (27,38 χ 25 χ 4 = 2.738 ευρώ) και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2005 στο ποσό των 8.040 ευρώ πλέον 1.340 ευρώ (8.040 χ 2/12 = 1.340) για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας.

Ήτοι οι συνολικές αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2005, συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας έτους 2005, ανέρχονται στο ποσό των 9.380 ευρώ (8.040 + 1.340 = 9380), οι δε μηνιαίες αποδοχές του, συνυπολογιζομένης επίσης της αναλογίας δώρων εορτών και επιδόματος αδείας έτους 2005 σε 781,66 ευρώ. Β) Για το έτος 2006:

Από 1-1-2006 έως 11-7-2006 στο ποσό των 4.483 ευρώ [(28,17 χ 25 = 704,25 χ 6 μήνες = 4.225,50 + 258,225 (704,25 χ 11/30) = 4.483 ευρώ]. Από 12-7-2006 έως 11-8-2006 στο ποσό των 738 ευρώ (29,52 χ 25 ημέρες = 738). Από 12-8-2006 έως 30-8-2006 στο ποσό των 442,80 ευρώ (738 χ 18/30 = 442,80). Από 1-9-2006 έως 31-12-2006 στο ποσό των 3.038 ευρώ (30,38 χ 25 χ 4 μήνες = 3.038) και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2006 στο ποσό των 8.701,80 ευρώ, πλέον 1.450 ευρώ (8.701,80 χ 2/12 = 1.450) για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας.

Ήτοι οι συνολικές αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2006, συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας έτους 2006, ανέρχονται στο ποσό των 10.151,80 ευρώ (8.701,80 + 1.450 = 10.151,80), οι δε μηνιαίες αποδοχές του, συνυπολογιζομένης επίσης της αναλογίας δώρων εορτών και επιδόματος αδείας έτους 2006 σε 845,98 ευρώ (10.151,80 : 12).

Γ) Για το έτος 2007: Από 1-1-2007 έως 30-4-2007 στο ποσό των 3.038 ευρώ (30,38 χ 25 χ 4 μην. = 3.038). Από 1-5-2007 έως 31-12-2007 στο ποσό των 6.386 ευρώ (31,93 χ 25 χ 8 μήν. = 6.386) και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2007 στο ποσό των 9.424 ευρώ (3.038 + 6.386) πλέον 1.570,66 ευρώ (9.424 χ 2/12) για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας έτους 2007.

Ήτοι, οι συνολικές αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2007, συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας έτους 2007, ανέρχονται στο ποσό των 10.874 (9.424 ευρώ + 1.450 ευρώ), οι δε μηνιαίες αποδοχές του, συνυπολογιζομένης επίσης της αναλογίας δώρων εορτών και επιδόματος αδείας έτους 2007 σε 906,16 ευρώ (10.874 : 12).

Δ) Για το έτος 2008: Από 1-1-2008 έως 30-8-2008 στο ποσό των 6.386 ευρώ (31,93 ευρώ χ 25 χ 8) ευρώ και από 1-9-2008 έως 31-12-2008 στο ποσό των 3.420 ευρώ (34,2 χ 25 χ 4) και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2008 στο ποσό των 9.806 ευρώ (6.386 ευρώ + 3.420 ευρώ) πλέον 1.634,33 ευρώ (9.806 ευρώ χ 2/12) για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας έτους 2008.

Ήτοι, οι συνολικές αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2008, συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας έτους 2008, ανέρχονται στο ποσό των 11.440,33 (9.806 ευρώ + 1.634,33 ευρώ), οι δε μηνιαίες αποδοχές του, συνυπολογιζομένης επίσης της αναλογίας δώρων εορτών και επιδόματος αδείας έτους 2008 σε 953,36 ευρώ (11.440,33 : 12).

Ε) Για το έτος 2009: Από 1-1-2009 έως 30-4-2009 στο ποσό των 3.420 (34,02 ευρώ χ 25 χ 4). Από 1-5-2009 έως 11-7-2009 στο ποσό των 2.123,49 [(35,89 χ 25 χ 2 = 1.794,50) + (35,89 χ 25 χ 11/30 = 328,99). Από 12-7-2009 έως 31-12-2009 στο ποσό των 5.251,40 [(37,51 ευρώ χ 25 χ 5 = 4.688,75) + (37,51 ευρώ χ 25 χ 18/30 = 562,65)] και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12-2009 στο ποσό των 10.794,89 ευρώ (3.420 + 2.123,49 + 5.251,40) πλέον 1.788,14 ευρώ (10.794,89 ευρώ χ 2/12) για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας έτους 2009.

Ήτοι, οι συνολικές αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2009, συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας έτους 2009, ανέρχονται στο ποσό των 12.583,03 (10.794,89 ευρώ + 1.788,14 ευρώ), οι δε μηνιαίες αποδοχές του, συνυπολογιζομένης επίσης της αναλογίας δώρων εορτών και επιδόματος αδείας έτους 2009 σε 1.048,58 ευρώ (12.583,03 : 12).

ΣΤ) Για το έτος 2010: Από 1-1-2010 έως 31-12-2010 στο ποσό των 11.253 ευρώ (37,51 χ 25 χ 12) πλέον 1.875,50 ευρώ (11.253 χ 2/12) για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας έτους 2010. Ήτοι, οι συνολικές αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2010, συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας έτους 2010, ανέρχονται στο ποσό των 13.128,50 (11.253 ευρώ + 1.875,50 ευρώ), οι δε μηνιαίες αποδοχές του, συνυπολογιζομένης επίσης της αναλογίας δώρων εορτών και επιδόματος αδείας έτους 2010 σε 1.094,04 ευρώ (13.128,50 : 12).

Ζ) Για το έτος 2011: Από 1-1-2011 έως 30-6-2011 στο ποσό των 5.626,50 ευρώ (37,51 χ 25 χ 6). Από 1-7-2011 έως 31-12-2011 στο ποσό των 5.716,50 ευρώ (38,11 χ 25 χ 6) και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-12-2011 στο ποσό των 11.343 ευρώ (5.626,50 ευρώ + των 5.716,50 ευρώ) πλέον 1.890,50 ευρώ (11.343 χ 2/12) για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας έτους 2011.

Ήτοι, οι συνολικές αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2011, συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας έτους 2011, ανέρχονται στο ποσό των 13.233,50 (11.343 ευρώ + 1.890,50 ευρώ), οι δε μηνιαίες αποδοχές του, συνυπολογιζομένης επίσης της αναλογίας δώρων εορτών και επιδόματος αδείας έτους 2011 σε 1.102,79 ευρώ (13.233,50 : 12).

Η) Για το έτος 2012: Από 1-1-2012 έως 13-2-2012 στο ποσό των 1.365,60 ευρώ (38,11 χ 25 = 952,75) + (38,11 χ 25 χ 13/30 = 412,85 ). Από 14-2-2012 έως 11-7-2012 στο ποσό των 3.688,47 (30,11 ευρώ χ 25 χ 4 = 3.011) + (30,11 χ 25 χ 27/30 = 677,475). Από 12-7-2012 έως 31-12-2012 στο ποσό των 4.398,30 [(31,42 χ 25 χ 5 = 3.927) + (31,42 χ 25 χ 18/30 = 471,30)] και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 31-12-2012 στο ποσό των 9.452,37 ευρώ (13.65,60 + 3.688,47 + 4.398,30) πλέον 1.575,39 ευρώ (9.452,37 χ 2/12) για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας έτους 2012.

Ήτοι, οι συνολικές αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2012, συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας έτους 2012, ανέρχονται στο ποσό των 11.027,76 (9.452,37 ευρώ + 1.575,39 ευρώ), οι δε μηνιαίες αποδοχές του, συνυπολογιζομένης επίσης της αναλογίας δώρων εορτών και επιδόματος αδείας έτους 2012 σε 918,98 ευρώ (11.027,76 : 12).

Θ) Για το έτος 2013: Από 1-1-2013 έως 31-12-2013 στο ποσό των 9.426 (31,42 χ 25 χ 12) ευρώ, πλέον 1.571 ευρώ (9.426 χ 2/12) για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας έτους 2013. Ήτοι, οι συνολικές αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2013, συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας έτους 2013, ανέρχονται στο ποσό των 10.997 (9.426 ευρώ + 1.571 ευρώ), οι δε μηνιαίες αποδοχές του, συνυπολογιζομένης επίσης της αναλογίας δώρων εορτών και επιδόματος αδείας έτους 2013 σε 916,41 ευρώ (10.997 : 12).

Ι) Για το έτος 2014: Από 1-1-2014 έως 30-11-2014 στο ποσό των 8.640, 50 (31,42 χ 25 χ 11) ευρώ πλέον 1.440,08 ευρώ (8.640,50 χ 2/12) για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας έτους 2014. Ήτοι, οι συνολικές αποδοχές του ενάγοντος για το έτος 2014, συνυπολογιζομένων των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας έτους 2014, ανέρχονται στο ποσό των 10.080,58 ευρώ (8.640,50 ευρώ + 1.440,08 ευρώ), οι δε μηνιαίες αποδοχές του, συνυπολογιζομένης επίσης της αναλογίας δώρων εορτών και επιδόματος αδείας έτους 2014 σε 916,41 ευρώ (10.080,58 : 11).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ΝΔ 4104/1960, όπως η παρ. 5 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 18 του Ν. 4476/1965, το δε τελευταίο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 18 του Ν. 1654/1986, ορίζονται τα εξής: "Επιφυλασσόμενης της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, εφ' όσον ο ησφαλισμένος ή τα μέλη της οικογένειάς του, δύνανται ν' αξιώσουν κατ' άλλους νόμους αποζημίωσιν διά ζημίαν προσγενομένην αυτοίς συνεπεία ασθενείας, αναπηρίας ή θανάτου του εις διατροφήν αυτών υποχρέου, η αξίωσις αυτή μεταβιβάζεται εις το ΙΚΑ, δι ο ποσόν τούτο οφείλει ασφαλιστικώς παροχάς εις τον δικαιούχον της αποζημιώσεως, καθ' α ειδικώτερον θέλει ρυθμισθεί διά Β.Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Δ.Σ.

του ΙΚΑ". "Η παραπάνω μεταβίβαση επέρχεται αυτοδικαίως από τότε που γεννήθηκε η αξίωση. Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσής του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές". Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι ο ενάγων Τ.

Π., λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, έλαβε από το Ι.Κ.Α., στο οποίο ήταν ασφαλισμένος, ως σύνταξη αναπηρίας, τα παρακάτω ποσά, τα οποία δικαιούται να αξιώσει, όχι ο ίδιος, αλλά ο παραπάνω ασφαλιστικός οργανισμός, στον οποίο μεταβιβάστηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 1654/1986 η αξίωση αποζημιώσεώς του για την παραπάνω αιτία κατά το μέρος αυτό και συγκεκριμένα:

α) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2009 το ποσό των 28.235,92 ευρώ, ήτοι ποσό 450,59 ευρώ το μήνα (28.235,92 ευρώ διά 60 μήνες) και συνεπώς δικαιούται ως αποζημίωση για την παραπάνω αιτία τη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών του, του ίδιου χρονικού διαστήματος που προκύπτουν μετά από το συνυπολογισμό σ' αυτές και της αναλογίας δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, αφ' ενός και του ποσού των 450,59 ευρώ μηνιαίως, αφ' ετέρου, που έλαβε ως σύνταξη αναπηρίας κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 30-11-2014, το ποσό των 33.063,60 ευρώ, ήτοι ποσό 560,40 ευρώ το μήνα (33.063,60 ευρώ διά 59 μήνες) και συνεπώς δικαιούται ως αποζημίωση για την απώλεια των εισοδημάτων του από την εργασία του, εξ αιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα και της εντεύθεν ανικανότητάς του προς εργασία τη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων αποδοχών του, του ίδιου χρονικού διαστήματος, που προκύπτουν μετά από το συνυπολογισμό σ' αυτές και της αναλογίας δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, τις οποίες θα λάμβανε εργαζόμενος με την ιδιότητα του ανειδίκευτου εργάτη εάν δε συνέβαινε το ένδικο ατύχημα και του ποσού των 560,40 ευρώ μηνιαίως που έλαβε ως σύνταξη αναπηρίας κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων δικαιούται, μετά από αφαίρεση των ποσών που έλαβε ως σύνταξη αναπηρίας από το ΙΚΑ τις ακόλουθες διαφορές: Α) Για το έτος 2005: το ποσό των 331,07 ευρώ (781,66 ευρώ μείον 450,59 ευρώ = 331,07 ευρώ) μηνιαίως και συνολικά για το έτος 2005 το ποσό των 3.972,84 (331,07 χ 12) ευρώ. Β) Για το έτος 2006: το ποσό των 395,39 ευρώ (845,98 ευρώ μείον 450,59 ευρώ = 395,39 ευρώ) μηνιαίως και συνολικά για το έτος 2006 το ποσό των 4.744,68 (395,39 χ 12) ευρώ.

Γ) Για το έτος 2007: το ποσό των 455,57 ευρώ (906,16 ευρώ μείον 450,59 ευρώ = 455,57 ευρώ) μηνιαίως και συνολικά για το έτος 2007 το ποσό των 5.466,84 (455,57 χ 12) ευρώ. Δ) Για το έτος 2008 το ποσό των 502,77 ευρώ (953,36 ευρώ μείον 450,59) μηνιαίως και συνολικά για το έτος 2008 το ποσό των 6.033,24 (502,77 χ 12) ευρώ. Ε) Για το έτος 2009, το ποσό των 597,99 ευρώ (1.048,58 μείον 450,59) μηνιαίως και συνολικά για το έτος 2009 το ποσό των 7.175,88 (597,99 χ 12) ευρώ.

ΣΤ) Για το έτος 2010, το ποσό των 533,64 ευρώ (1.094,04 μείον 560,40) μηνιαίως και συνολικά για το έτος 2010 το ποσό των 6.403,68 (533,64 χ 12) ευρώ. Ζ) Για το έτος 2011, το ποσό των 542,39 ευρώ (1.102,79 μείον 560,40) μηνιαίως και συνολικά για το έτος 2011 το ποσό των 6.508,68 (542,39 χ 12) ευρώ. Η) Για το έτος 2012, το ποσό των 358,58 ευρώ (918,98 μείον 560,40) μηνιαίως και συνολικά για το έτος 2012 το ποσό των 4.302,96 (358,58 χ 12) ευρώ.

Θ) Για το έτος 2013, το ποσό των 356,01 ευρώ (916,41 μείον 560,40) μηνιαίως και συνολικά για το έτος 2013 το ποσό των 4.272,12 (356,01 χ 12) ευρώ. Ι) Για το έτος 2014, το ποσό των 279,64 (840,04 μείον 560,40) ευρώ μηνιαίως και συνολικά για το έτος 2014 το ποσό των 3.076,04 (279,64 χ 11) ευρώ.

Ο ενάγων με την ένδικη αγωγή ζητεί αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων από την παραπάνω εργασία του, λόγω της ανικανότητητάς του για εργασία, εξ αιτίας του σοβαρότατου τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, από το οποίο, όπως επικαλείται, κατελήφθη σ' αυτόν μόνιμη αναπηρία, μέχρι και το έτος 2046, οπότε, θα συμπλήρωνε το 65ο ηλικίας του και θα συνταξιοδοτείτο.

Για το μετέπειτα, όμως, από 1-12-2014 μέχρι το έτος 2046 χρονικό διάστημα, η πιθανολόγηση της ζημίας του και ειδικότερα η έκταση αυτής παρίσταται αβέβαιη, αφού με την προαναφερθείσα βεβαίωση του ΙΚΑ βεβαιώνεται ότι ο ενάγων δικαιούται σύνταξη αναπηρίας μέχρι την 30-11-2014, και δεν προσδιορίζονται τα δικαιούμενα από τον ενάγοντα ποσά ως σύνταξη αναπηρίας από 1-1-2015 έως το τέλος του 2046, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο προσδιορισμός της τελικής ζημίας του ενάγοντος σε σχέση με τα αγωγικά κονδύλια των διαφυγόντων κερδών και ο συσχετισμός των ασφαλιστικών αυτών παροχών με τις ασκούμενες με την κρινόμενη αγωγή απαιτήσεις αποζημιώσεως για το πέραν του χρόνου αυτού μεταγενέστερο επίδικο χρονικό διάστημα από 1-12-2014 έως 31-12-2046, πέραν του ότι η πραγμάτωση της αντίστοιχης μέλλουσας ζημίας εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, όπως είναι η ενδεχόμενη δυνατότητα ασκήσεως εκ μέρους του ενάγοντος άλλου ελαφρότερου επαγγέλματος, η ύπαρξη θέσεως εργασίας στον τομέα δραστηριότητας του ενάγοντος, ενόψει και της οικονομικής κρίσης που πλήττει τη χώρα και των υψηλών ποσοστών ανεργίας, κ.λπ.

και συνεπώς το ίδιο αίτημα αποζημίωσης, καθόσον αφορά στο χρονικό αυτό διάστημα πρέπει να απορριφθεί ως προώρως ασκηθέν.

Μετά, απ' αυτά πρέπει, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά παραδοχή των ως άνω λόγων έφεσης ως προς τα κεφάλαια που προαναφέρθηκαν και τη διακράτηση της υπόθεσης για να δικαστεί κατ' ουσίαν, να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, ως προς το επικουρικά αιτούμενο κονδύλιο αποθετικής ζημίας του ενάγοντος από διαφυγόντα κέρδη λόγω απώλειας των αποδοχών του ως ανειδίκευτου εργάτη εξ αιτίας της αναπηρίας του και της ανικανότητάς του προς εργασία και:

Α) καθόσον μεν αφορά στο καταψηφιστικά αιτούμενο κεφάλαιο της αγωγής που αφορά στο χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2009 να υποχρεωθεί η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει στον ενάγοντα: α) εφάπαξ ποσό 10.084,23 ευρώ, για το προγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 27-3-2007 (ημερομηνία επίδοσης της αγωγής), β) 455,57 ευρώ μηνιαίως από 28-3-2007 έως 31-12-2007, 502,77 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2008 έως 31-12-2008, 597,99 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2009 έως 31-12-2009, Β) καθόσον δε αφορά στο αναγνωριστικά αιτούμενο κεφάλαιο της αγωγής, που αφορά στο χρονικό διάστημα από 1-1-2010 και εντεύθεν, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα 533,64 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2010 έως 30-12-2010, 542,39 ευρώ από 1-1-2011 έως 30-12-2011, 358,58 ευρώ από 1-1-2012 έως 31-12-2012, 356,01 από 1-1-2013 έως 31-12-2013 και 279,64 ευρώ από 1-1-2014 έως 30-11-2014.

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του ενάγοντος, για επιδίκαση εφάπαξ του ποσού της δικαιούμενης αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα από την εργασία του, καθόσον αφορά στην αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος που αφορά στο μεταγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής (27-3-2007) χρονικό διάστημα, καθόσον η αποζημίωση αυτή αναφέρεται στο μέλλον, δηλ.

σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής, και δεν συντρέχει ιδιαίτερος προς τούτο λόγος που να δικαιολογεί την εφάπαξ καταβολή και συνεπώς τα δικαιούμενα ποσά αποζημίωσης που αφορούν στο μεταγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής χρονικό διάστημα είναι καταβλητέα σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα.

Πέραν τούτου, το αίτημα αυτό κατέστη άνευ αντικειμένου, ενόψει του ότι οι ως άνω χρηματικές μηνιαίες δόσεις έχουν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές στο σύνολό τους. Εξάλλου, καθόσον αφορά στο παρεπόμενο περί τόκων αίτημα της αγωγής, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα τα παραπάνω επιδικαστέα στον τελευταίο ποσά, τα οποία κατά βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε αυτός από την άσκηση της παραπάνω εργασίας του κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως την 31.11.2014, νομιμοτόκως ως εξής:

Αυτά μεν που αφορούν στο προγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής χρονικό διάστημα και δη το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 27-3-2007 και είναι καταβλητέα εφάπαξ, ανερχόμενα συνολικά στο ποσό των 10.084,23 ευρώ [3.972,84 ευρώ για το έτος 2005 συν 4.744,68 ευρώ για το έτος 2006 συν 1.366,71 ευρώ (457,57 ευρώ χ 3 μήνες) για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2007 = 10.084,23] νομιμοτόκως από την επίδοση της ένδικης αγωγής (27-3-2007), (απορριπτομένου του αιτήματος έναρξης της τοκοφορίας από την άσκηση της προγενέστερης υπ' αριθμ.

κατάθεσης 1273.53/2004 αγωγής, καθόσον τα επιδικαζόμενα με την ένδικη αγωγή ποσά, αφορούν διαφυγόντα κέρδη του ενάγοντος για μεταγενέστερo του χρόνου επιδόσεως της ως άνω προηγούμενης αγωγής (2004) χρονικό διάστημα, αυτά δε που αναφέρονται στο μεταγενέστερο της επιδόσεως της ένδικης αγωγής χρονικό διάστημα και δη στο χρονικό διάστημα από 28-3-2007 έως 30-11-2014, και είναι καταβλητέα σε χρηματικές δόσεις κάθε μήνα, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας χρηματικής παροχής.

Από τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Αν η εκτέλεση είχε γίνει με βάση την αναιρεθείσα απόφαση του εφετείου και το αίτημα επαναφοράς δεν υποβλήθηκε στον Άρειο Πάγο, μπορεί να υποβληθεί στο εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε μετ' αναίρεση η υπόθεση (ΑΠ 1298/10, ΑΠ 138/1985). Το δικαίωμα του διαδίκου να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρισκόταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που αναιρέθηκε στην περίπτωση του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει ως μόνο γενεσιουργό λόγο την αναίρεση της αποφάσεως που εκτελέστηκε και δεν στηρίζεται σε άλλη αιτία, όπως ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1175/2017), ενώ εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 579 και 581 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει, ότι με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων σε εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νόμιμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 5/2001).

Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση (Ολ.ΑΠ 11/2007, 22/2006, ΑΠ 591/2015). Εξάλλου, αν η απόφαση αναιρέθηκε, εν μέρει, πρέπει να αναγράφεται στην αίτηση, για να είναι ορισμένη, το επί πλέον ποσό που κατέβαλε ο αναιρεσείων σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της αποφάσεως (ΑΠ 1694/2009, ΑΠ 1206/ 1992).

Τούτο δε γιατί στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται μόνο εν μέρει, η αξίωση του αναιρεσείοντος να του επιστραφεί ό,τι κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, στηρίζεται στο νόμο μόνο αναφορικώς προς τα ποσά που κατέβαλε σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της αποφάσεως και τα οποία θα έπρεπε να μνημονεύονται στην αίτηση για να είναι ορισμένη.

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη - εφεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με τις προτάσεις που υπέβαλε κατά την παρούσα, μετ' αναίρεση, συζήτηση της υπόθεσης στην ουσία της, επικαλούμενη ότι προς εξόφληση της αναιρεθείσας υπ' αριθμ. 2626/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατέβαλε στον ενάγοντα για κεφάλαιο, ποσό 83.944,98 ευρώ και για τόκους συνολικό ποσό 54.501,57 ευρώ, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη απ' αυτήν έγγραφη απόδειξη, καθώς και ότι οι τόκοι που επιδικάστηκαν με την ανωτέρω αναιρεθείσα απόφαση είναι περισσότεροι, απ' αυτούς που είχε ζητήσει ο ενάγων με την αγωγή του, αφού "το κεφάλαιο της οφειλόμενης στον ενάγοντα αποζημίωσης της προσβαλλόμενης απόφασης επιδικάστηκε στον ενάγοντα με την προσβαλλόμενη απόφαση εντόκως από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, ήτοι από 27.3.2007 και μέχρι εξόφλησης, ενώ το αιτούμενο με την αγωγή κεφάλαιο αποζημίωσης αφορούσε τμηματικές καταβολές για τα έτη 2008 -2014 για κονδύλιο απώλειας εισοδημάτων και ο ενάγων είχε αιτηθεί στην αγωγή του κεφάλαιο ποσού 12.260 ευρώ για κάθε έτος, καταβλητέο στην αρχή κάθε έτους (στην 1.1.2008, στην 1.1.2009 κοκ), νομιμοτόκως από την καθυστέρηση κάθε ετήσιας δόσης, μέχρι εξοφλήσεως", ζήτησε να υποχρεωθεί ο πρώτος ενάγων να της επιστρέψει, οποιοδήποτε επί πλέον ποσό του έχει ήδη καταβάλει αχρεωστήτως, σε εξόφληση της αναιρεθείσας υπ' αριθμ. 2626/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, νομιμοτόκως από την καταβολή του σε αυτόν (πρώτο ενάγοντα) και μέχρι εξοφλήσεως.

Το αίτημα αυτό, το οποίο έχει το χαρακτήρα αίτησης επαναφοράς του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, εφόσον η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία δεν προσδιορίζει, όπως είναι αναγκαίο, για το ορισμένο αυτής, ενόψει του ότι η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 2626/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης αναιρέθηκε εν μέρει και δη ως προς ύψος των δικαιούμενων από τον ενάγοντα Τ.

Π. διαφυγόντων κερδών, και ως προς το χρόνο έναρξης της τοκοφορίας των επί μέρους κονδυλίων διαφυγόντων κερδών, τα αιτούμενα απ' αυτήν ως αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά κεφαλαίου και τόκων, των οποίων ζητεί την επιστροφή, και ειδικότερα τα επί πλέον καταβληθέντα ποσά κεφαλαίου και τόκων που αντιστοιχούν στο αναιρεθέν μέρος της απόφασης, που εκτελέστηκε, ούτε προσδιορίζει στην αίτηση, πώς διαμορφώθηκε το ποσό των τόκων που κατέβαλε στον ενάγοντα, αφ' ετέρου δε τα ποσά, στα οποία ανέρχονται οι τόκοι, που επιδικάστηκαν με την αναιρεθείσα απόφαση, ώστε να μπορεί να διακριβωθεί η σχετική διαφορά.

Πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι το υποβαλλόμενο με τις προτάσεις παραπάνω αίτημα της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, δεν δύναται να εκτιμηθεί ως αίτηση από το άρθρο 914 ΚΠολΔ, υποβαλλόμενη για την περίπτωση μερικής ή ολικής απορρίψεως της ένδικης αγωγής, μετά την κατ' ουσίαν παραδοχή της έφεσης και την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, καθόσον, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε περίπτωση που η καταβολή έγινε σε εκτέλεση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, ενώ με βάση τους ισχυρισμούς της αιτούσας, η απόφαση σε εκτέλεση της οποίας κατέβαλε τα επικαλούμενα απ' αυτήν χρηματικά ποσά είναι η αναιρεθείσα εφετειακή απόφαση του Εφετείου (υπ' αριθμ. 2626/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης) και όχι η εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η εναγομένη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "...." στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία συμψηφίζονται κατά τα λοιπά λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την από 23-12-2016 κλήση προς συζήτηση της καλούσας Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "....", ως προς τους δεύτερο και τρίτη των καθών η κλήση Κ. Π. και Φ. Ι..

Δικάζει την υπ' αριθμ. 35/2008 έφεση, καθόσον αφορά το λόγο της που αναφέρεται στο επικουρικά αιτούμενο κονδύλιο αποζημίωσης για μελλοντική απώλεια εισοδημάτων, ως προς την καλούσα - εφεσίβλητη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον καθ' ου η κλήση - καλούντα - εκκαλούντα - ενάγοντα Τ. Π. του Π..

Δέχεται την έφεση ως προς τον παραπάνω λόγο της, καθόσον αφορά την τρίτη εφεσίβλητη - καλούσα ασφαλιστική εταιρεία. Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 105/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, ως προς την διάταξή της που αφορά το επικουρικό αίτημα για καταβολή αποζημίωσης για μελλοντική απώλεια εισοδημάτων και καθόσον αφορά την ως άνω εταιρεία.

Δέχεται εν μέρει την από 19-3-2007 και με αριθμό κατάθεσης 495/20-3-2007 αγωγή, ως προς το παραπάνω και αναφερόμενο στο σκεπτικό επικουρικά αιτούμενο κονδύλιο αποθετικής ζημίας του ενάγοντος, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της τρίτης εναγομένης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "....".

Υποχρεώνει την τρίτη εναγομένη Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία με την επωνυμία "....", ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγόμενους, να καταβάλει στον ενάγοντα: α) εφάπαξ ποσό δέκα χιλιάδων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και είκοσι τριών λεπτών (10.084,23 ευρώ), για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 27-3-2007, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, β) ποσά: τετρακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (455,57 ευρώ) μηνιαίως από 28-3-2007 έως 31-12-2007, πεντακοσίων δύο ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (502,77 ευρώ) μηνιαίως από 1-1-2008 έως 31-12-2008, πεντακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτών (597,99 ευρώ) μηνιαίως από 1-1-2009 έως 31-12-2009, προκαταβαλλόμενα την 1η ημέρα κάθε ημερολογιακού μηνός, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας χρηματικής παροχής μέχρι την εξόφληση.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση της ίδιας ως άνω τρίτης εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "... A.EΓ.A.", ευθυνόμενης, επίσης, εις ολόκληρον με τους λοιπούς εναγόμενους, να καταβάλει στον ενάγοντα ποσά: πεντακοσίων τριάντα τριών ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (533,64 ευρώ), μηνιαίως, από 1-1-2010 έως 30-12-2010, πεντακοσίων σαράντα δύο ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών (542,39 ευρώ) μηνιαίως από 1-1-2011 έως 30-12-2011, τριακοσίων πενήντα οκτώ ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (358,58 ευρώ) μηνιαίως από 1-1-2012 έως 31-12-2012, τριακοσίων πενήντα έξι ευρώ και ενός λεπτού (356,01 ευρώ) μηνιαίως από 1-1-2013 έως 31-12-2013 και διακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών (279,64 ευρώ) μηνιαίως από 1-1-2014 έως 30-11-2014. Επιβάλλει σε βάρος της τρίτης εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "....", μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος Τ. Π. του Π. και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ