Legislator Case Law & Legislation
1392/2015 AI generated

1392/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1392/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1392/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για συζήτηση με επίσπευση του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο της 27-10-2015. Κατά τη δικάσιμο αυτή παρέστησαν οι διάδικοι πλην της αναιρεσίβλητης Κ. Τ. ( 16η αναιρεσίβλητη), η οποία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Keywords

AI generated
unequal treatment difference compensation equal pay pension rights equalization health impairment in military insurance daily sickness allowance
AI generated
1661/2018
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
1664/2018
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
1660/2018
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
1662/2018
Η από 18-11-2016 και με αριθμό κατάθεσης …084/14-12-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 5259/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από το εναγόμενο έφεσης κατά της 71/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 29-12-2009 (με αριθμό κατάθεσης 3470/2009) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
400/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 175/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/1/2013 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1392 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1392/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δημιουργήθηκε από τη συγχώνευση πέντε νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, μεταξύ των οποίων και το "Κέντρο Προστασίας του Παιδιού Αττικής, Η Μητέρα", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρόνη Μαυροειδή, που κατάθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Δ. του Π., 2)Π. Σ. του Γ., 3)Α. Γ. του Δ., 4)Ε. Ι. του Ι., 5)Π. Κ. του Α., 6)Α. Χ. του Χ., 7)Ε. Γ. του Χ., 8)Τ. Κ. του Κ., 9)Π. -Ξ. Ψ., 10)Κ. Β. του Σ., 11)Β. Χ. του Δ., 12)Α. Σ. του Χ., 13)Ε. Κ.,14)Φ. Σ. του Π., 15)Ε. Χ. του Ι., 16)Κ. Τ. του Η., 17)Κ. Π. του Δ., 18)Π. Κ., 19)Κ. Γ., 20)Α. Κ. του Δ., 21)Ν. Τ., 22)Ε. Μ., 23)Φ. Κ., 24)Ε. Φ. και 25)Α. Μ., κατοίκων .... Η 16η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Πήττα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατάθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/6/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 787/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2025/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/12/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 16/10/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος και να απορριφθούν οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Αν, όμως, ο απολειπόμενος διάδικος δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην παρ. 3 εδ. β’ του ίδιου ως άνω άρθρου 576, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013 και ισχύει από 20-3-2013, ορίζεται ότι ‘ ‘ Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς’ ‘ .

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για συζήτηση με επίσπευση του αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο της 27-10-2015. Κατά τη δικάσιμο αυτή παρέστησαν οι διάδικοι πλην της αναιρεσίβλητης Κ. Τ. ( 16η αναιρεσίβλητη), η οποία, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση αντιγράφου της ένδικης αίτησης και κλήση για να παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στην ως άνω απούσα αναιρεσίβλητη. Επομένως, ως προς αυτή, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση. Στη συνέχεια δε, αφού πρόκειται για απλή ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να συζητηθεί η αίτηση για τους παριστάμενους αναιρεσίβλητους.

Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ’ αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α’ ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια, με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... 5... 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.

Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ.

ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της (Ολ ΑΠ 16 και 17/2015).

Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α’ 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του".

Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία ‘ ‘ ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ’ ‘ κατά της οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 787/2012, που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι τυπικά δεκτή και ερευνητέα στην ουσία της.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι οι λόγοι της έφεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 35 του ν. 3329/2005 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ήταν απαράδεκτοι και μετά τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση κατ’ ουσία. Επομένως, στην περίπτωση αυτή, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται η ως άνω εφετειακή απόφαση, στην οποία έχει ενσωματωθεί η πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε από το Εφετείο.

Το πρωτόδικο δικαστήριο, με την ως άνω απόφασή του, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2012, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ, με την αναφερόμενη ειδικότητα ο καθένας, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες του έτους 2007, και εργάζονται έκτοτε στο εναγόμενο.

Ότι, ως υπάλληλοι του τελευταίου, το οποίο ήταν αρχικά ΝΠΔΔ εποπτευόμενο από τον Υπουργό Υγείας και Πρόνοιας και ακολούθως αποτελεί Μονάδα του Γ’ Περιφερειακού Συστήματος Υγείας και Πρόνοιας Αττικής, εποπτευόμενο από το Διοικητή αυτής, δικαιούνται την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3.016/2002, που χορηγήθηκε με την ΚΥΑ 2/34.486/022/17-7-2003 (ΦΕΚ Β’ 1242/23-9-2002) των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Πρόνοιας σε υπαλλήλους υπηρεσιών εποπτευόμενων από τους παραπάνω και ανέρχονταν σε 88 ευρώ από 1-1-2002 έως 30-6-2002 και σε 176 ευρώ από 1-7-2002 έως 31-12-2003, γιατί παρείχαν την ίδια εργασία με τους υπαλλήλους που εργάζονταν σε ανάλογες υπηρεσίες εποπτευόμενες από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ακολούθως από το Διοικητή της Υγειονομικής Περιφέρειας, οι οποίοι (υπάλληλοι) αναφέρονται στην ως άνω ΚΥΑ.

Ότι, επομένως, δεδομένου ότι από της ισχύος του νόμου 3205/2003, δηλαδή από 1-1-2004, έπαυσε η ισχύς, μεταξύ των άλλων ΚΥΑ, και της ΚΥΑ 2/34.486/022/17-7-2003, αφού αυτή εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, το οποίο καταργήθηκε, η ειδική παροχή που προβλεπόταν από την ΚΥΑ αυτή, αποτελεί πλέον προσωπική διαφορά που υφίσταται μόνο κατά το ποσό που δεν καλύπτεται από τις αναφερόμενες αυξήσεις του ν. 3205/2003 ή άλλες μελλοντικές αυξήσεις, ενώ στην προκείμενη περίπτωση αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες δεν λαμβάνουν άλλες παροχές της αυτής ως άνω φύσεως.

Ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν την επίδικη παροχή των 176 ευρώ του άρθρου 14 του ν.3016/2003, που χορηγήθηκε με την 2/34.486/022/17-7-2003 (ΦΕΚ Β’ 1242/23-9-2002) Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας Πρόνοιας σε όλους τους μόνιμους υπαλλήλους, καθώς και στους υπαλλήλους με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε υπηρεσίες που εποπτεύονται από το Διοικητή της Υγειονομικής Περιφέρειας και από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που τελούσαν υπό όμοιες πραγματικές συνθήκες εργασίας με τους ενάγοντες, ως προσωπική διαφορά από την πρόσληψη του καθενός και μέχρι τις 31-10-2012.

Κατέληξε δε το Μονομελές Πρωτοδικείο στην κρίση ότι η μη χορήγηση στους ενάγοντες της παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, οι οποίοι πληρούσαν την προϋπόθεση της υπαγωγής τους στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και παρείχαν την ίδια εργασία με άλλους υπαλλήλους που εργάζονταν σε υπηρεσίες εποπτευόμενες από το Διοικητή της Υγειονομικής Περιφέρειας και τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, συνιστά ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος), και δέχθηκε την ένδικη αγωγή, υποχρεώνοντας το αναιρεσείον να καταβάλει σ’ αυτούς την επίδικη παροχή μέχρι τις 31-10-2012 και αναγνωρίζοντας την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στους ενάγοντες την ίδια παροχή και για το χρονικό διάστημα από 1-11-2012 και εντεύθεν.

Με την κρίση του αυτή και με βάση τα προεκτεθέντα, το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003, καθόσον η παροχή του άρθρου 14 του ν.3016/2002 δεν συνιστά (προβλεπόμενη από τον νόμο) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων (των με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά παρέχεται μόνο, εάν η Διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην συνταγματική αρχή της ισότητας δικαίωμα των διοικουμένων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοίκησης για την επέκταση μη νόμιμης δράσης της Διοίκησης, αδιαφόρως αν αυτή ασκείται με ατομικές ή κανονιστικές πράξεις. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Σημειώνεται εδώ ότι, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, η έρευνα των υπολοίπων λόγων αναίρεσης, από τους αριθμούς 11 περ.β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποβαίνει περιττή.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α’ ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, ‘ ‘ Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνηση’ ‘ . Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι όταν, μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο. Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Κατά συνέπεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η ασκηθείσα από το αναιρεσείον από 3-9-2012 έφεση, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να ερευνηθεί η αγωγή, να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και του παρούσας δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά την αναιρεσίβλητη Κ. Τ.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την ως άνω αναιρεσίβλητη.

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2025/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση ως προς αυτούς.

Δέχεται την από 3-9-2012 έφεση ως προς τους παριστάμενους διαδίκους.

Εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 787/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς αυτούς.

Δικάζει επί της από 14-6-2010 αγωγής.

Απορρίπτει αυτήν ως προς τους παραπάνω. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ