Legislator Case Law & Legislation
1392/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against second instance dismissal of public employee wage claim for missing salary details.

Case Number 1392/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a public employee's wage claim. The plaintiffs argued they were entitled to specific allowances and transport expenses under public administration laws, which the lower court rejected due to alleged vagueness in the complaint. The Court ruled that the lower court erred in requiring explicit listing of all allowances in the complaint, as the law only requires the claim to be sufficiently clear regarding the basis of the claim, leaving the specific amounts to be proven through evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 14 of Law 3016/2002 and Article 24, paragraph 2 of Law 3205/2003; A complaint is not invalid for omitting the precise amount of specific allowances if it clearly states the legal basis for the claim and the existence of the allowances, as the determination of specific amounts falls within the scope of evidence.

Keywords

AI generated
public employee wages allowance calculation complaint clarity evidence burden appeal against dismissal public administration law transport expenses

Cited Legislation

AI generated
Article 14 of Law 3016/2002
Article 24, paragraph 2 of Law 3205/2003
Article 8, paragraphs 8 and 10 of Law 2470/1997
Article 560, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 261/2007 of the Peace Court of Athens
Decision 8481/2008 of the Plenary First Instance Court of Athens

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1392 / 2013 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1392/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Πατινίδη), Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα, Ασπασία Καρέλλου και Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ., 2) Σ. Φ., 3) Α. Φ., 4) Ν. Κ., 5) Ι. Κ., 6) Α. Κ., 7) Α. Λ., 8) Μ. Κ., 9) Σ. Λ., 10) Ε. Δ., 11) Κ. Κ., 12) Ε. Α., 13) Α. Σ., 14) Β. Μ., 15) Χ. Κ., 16) Ε. Τ., 17) Α. Γ., 18) Α. Τ., 19) Α. Ν., 20) Σ. Τ., 21) Δ. Μ., 22) Μ. Μ., 23) Α. Κ., 24) Ρ. Κ., 25) Μ. Π., 26) Κ. Σ.-Τ., 27) Δ. Π., 28) Κ. Τ., 29) Ά. Σ., 30) Α. Π., 31) Π. Μ., 32) Α. Τ., 33) Α. Π., 34) Ε. Κ., 35) Π. Ν. και 36) Μ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γρηγόριο Κοσσυβάκη και Λάμπρο Γεωργακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΙΔΙΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΙΓΑΛΕΩ" που εδρεύει στο Αιγάλεω και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι: α) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 3 αναιρεσείουσας είναι "Α. Φ." και όχι "Α. Φ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, β) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 15 αναιρεσείουσας είναι "Χ. Κ." και όχι "Χ. Κ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, γ) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 18 αναιρεσείουσας είναι "Σ. Τ." και όχι "Α. Τ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, δ) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 23 αναιρεσείουσας είναι "Α. Κ." και όχι "Α. Κ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ε) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 24 αναιρεσείουσας είναι "Ρ. Κ." και όχι "Ρ. Κ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, στ) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 27 αναιρεσείουσας είναι "Θ. Π." και όχι "Δ. Π." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, ζ) Το ορθό ονοματεπώνυμο της υπό στοιχείο 34 αναιρεσείουσας είναι "Ε. Κ." και όχι "Ε. Κ." όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 261/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8481/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/4/2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 1/3/2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 28/4/2011 αίτηση των Α. Σ. κ.λπ. κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΙΔΙΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΙΓΑΛΕΩ", περί αναιρέσεως της 8481/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.

που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτή στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος διάδικος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.

Στην προκείμενη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 11860/1-11-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 28/4/2011 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, αρχικά της 13/3/2012 και μετ' αναβολή εκ του πινακίου για τη δικάσιμο της 13/11/2012 και εν συνεχεία για την παρούσα δικάσιμο (της 23/4/2013) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο.

Όμως το τελευταίο δεν εμφανίσθηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρόν και το αναιρεσίβλητο.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με τη διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου , με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη του οποίου ελέγχουν τα δικαστήρια, μπορεί όμως ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της ισότητας (Ολ.ΑΠ 3/2009).

Κατά συνέπεια αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό‚ στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από το άρθρο 1, 26, 73 επ.

και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται‚ σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση.

Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση‚ χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση‚ τότε θα παρέμεινε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία.

Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2738/1999 (που εισήγαγε το θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών‚ Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές‚ που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ‚ επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1/1/2002". Με βάση την προαναφερόμενη εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές (71) κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) με τις οποίες χορηγήθηκε η ως άνω χρηματική παροχή‚ ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1/1/2002 και 176 ευρώ από 1/7/2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.

Όλες οι προαναφερόμενες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο. Σ' αυτές αναφέρονται οι διατάξεις των άρθρων 14 ν. 3016/2002 και 1 ν. 3029/2002, καθορίζεται το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 ευρώ από 1/1/2001 και σε 176 ευρώ από 1/7/2002, ορίζεται ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών‚ συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κύησης κ.λπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων και αναφέρουν ως δικαιούμενους την παροχή αυτή όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί τη χορήγησή τους ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς, ενώ και κατ' άρθρο 1 και 13 ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στη βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχομένων από την υπηρεσία.

Ενώ δηλαδή η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις εκδοθείσες στη συνέχεια υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους συγκεκριμένη αναφορά ότι αυτοί δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Έτσι με τη χορήγηση της παροχής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου της Δημόσιας Διοίκησης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν με το άρθρο 28 παρ. 4 ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1/1/2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), το άρθρο 14 ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του για τη χορήγηση των ως άνω ειδικών παροχών, ορίσθηκε όμως, με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003 ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού‚ που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή‚ διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος‚ παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης‚ του άρθρου 12 ν. 3205/2003, ενώ με το άρθρο 2 παρ. 3 ν. 3336/2005‚ η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες‚ στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν ήδη αυτή ως προσωπική διαφορά.

Επομένως η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης‚ ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.

Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από 1/1/2004 (έναρξη ισχύος ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης.

Λόγω της προαναφερθείσας πλήρους αποδέσμευσης και αυτονόμησης της παροχής αυτής, που αποτελεί πλέον γενική μισθολογική παροχή, από το είδος, τη φύση και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας, αυτή είναι ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 ν. 3016/2002, με τυχόν άλλες παροχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας και αποτελούν αποζημίωση ή αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση, οι οποίες, δεν εμποδίζουν τη γέννηση της αξίωσης για την καταβολή της παροχής αυτής.

Έτσι από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι στις απολαβές που συμψηφίζονται με την ως άνω ειδική παροχή περιλαμβάνονται οι πρόσθετες μισθολογικές παροχές (εκτός αυτών που χορηγούνται για υπερωριακή εργασία κ.λπ.) που λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι συγκεκριμένης κατηγορίας έναντι της συνήθους απασχόλησής τους, εντός του νομίμου ωραρίου εργασίας τους, με οποιανδήποτε ονομασία και αν τους χορηγούνται, όχι όμως και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρο 8 του ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του ν. 3205/2003).

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 8 του ν. 2470/1997 χορηγήθηκε τακτικό επίδομα ειδικής απασχόλησης για το προσωπικό των ΟΤΑ α' βαθμού οριζόμενο ανάλογα με την κατηγορία προσωπικού. Το επίδομα αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της απασχόλησης του προσωπικού των ΟΤΑ, ενώ η επίδικη ειδική παροχή του άρθρου 14 ν. 3016 /2002 , που δεν συναρτάται, κατά τα προεκτεθέντα με ειδικές συνθήκες εργασίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση του μισθού, η οποία χορηγείται σε όλους τους υπαλλήλους, με τις παραπάνω προϋποθέσεις, χωρίς διάκριση σε χαμηλόμισθους και μη και ως εκ τούτου οι δύο αυτές παροχές είναι ανεπίδεκτες συμψηφισμού και αλληλοκάλυψης και επομένως δεν είναι νόμιμη η μη καταβολή της παροχής του άρθρου 14 ν. 3016/2002 ή η καταβολή αυτής μειωμένης κατά το μέρος που καλύπτεται από το επίδομα ειδικής απασχόλησης.

Περαιτέρω με το άρθρο 3 του ν. 2346/1995 "δαπάνες κίνησης δημοσίων υπαλλήλων", που στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το ν. 2346/1999 "κάλυψη δαπανών μετακινουμένων υπαλλήλων", προβλέπονται έξοδα κίνησης εντός και εκτός έδρας για τους μετακινούμενους υπαλλήλους, τα οποία αποτελούν αποζημίωση για την κάλυψη των δαπανών στις οποίες υποβάλλονται σι υπάλληλοι ΟΤΑ, για τις λόγω της φύσεως των καθηκόντων τους, μετακινήσεις τους εντός έδρας, τα οποία επίσης συναρτώνται με το είδος και τις συνθήκες απασχόλησης του προσωπικού των ΟΤΑ και ως εκ τούτου τα έξοδα κίνησης δεν μπορούν να συμψηφισθούν ή να αλληλοκαλυφθούν με την ειδική παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002.

Τέλος‚ νομική αοριστία της αγωγής υπάρχει, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όταν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα από τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την ένδικη αγωγή τους ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο την 1/9/2005 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης (ν. 2470/1997 και 3205/2003)‚ ότι λαμβάνουν το επίδομα ειδικής απασχόλησης (άρθρο 8 παρ. 8 και 10 του ν. 2470/1997, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2768/1999), το οποίο άπτεται των εργασιακών ιδιαιτεροτήτων του προσωπικού των ΟΤΑ, καθώς και έξοδα κίνησης για τις αναγκαίες, λόγω της φύσεως της εργασίας τους‚ συνεχείς εντός έδρας μετακινήσεις τους (ν. 2346/1995, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2685/1999), τα οποία δεν μπορούν να θεωρηθούν ως συμψηφιστέα με την ειδική παροχή των 176 ευρώ, του άρθρου 14 ν. 3016/2002, την οποία το εναγόμενο αρνείται να τους την καταβάλει για το χρονικό διάστημα από 1/9/2005 έως 31/8/2006, ζήτησαν δε με αυτή (αγωγή) την καταβολή των εις αυτή χρηματικών ποσών στον καθένα για την ως άνω αιτία.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 261/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ερήμην του εναγομένου που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση το εναγόμενο και το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή με το προεκτεθέν περιεχόμενο είναι αόριστη, εφόσον δεν αναφέρονται ρητώς σ' αυτήν ποια άλλα επιδόματα λαμβάνουν οι ενάγοντες και το ύψος των επιμέρους ποσών, ώστε να γίνει ο υπό του νόμου προβλεπόμενος συμψηφισμός για να κριθεί αν υπερβαίνουν ή υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ μηνιαίως και απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως.

Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 ν. 3205/2003, αξιώνοντας για τη θεμελίωση του νόμω βασίμου της αγωγής περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος, αφού η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις ως άνω διατάξεις στοιχεία και ειδικότερα ότι οι ενάγοντες αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου Δημόσιας Διοίκησης, η δε λήψη από αυτούς άλλων επιδομάτων είναι ζήτημα που θα προκύψει από τις αποδείξεις‚ σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και όχι στοιχείο του νόμω βασίμου της αγωγής.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8481/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ