Legislator Case Law & Legislation
1392/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on forest ownership and title validity.

Case Number 1392/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding forest land ownership. The State argued the land was state forest, but the lower court found it lacked forest characteristics and was not state-owned prior to 1833. The Court rejected the appeal because the lower court's factual findings were not erroneous and the State failed to prove the land was state forest before the relevant legal cutoff.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1 of the 1836 decree; Art. 2 and 3 of the same decree; Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure: The presumption of state ownership over forests applies only if the land was forest at the time of the decree and the private title was not recognized within the statutory period.

Keywords

AI generated
state forest ownership forest title validity presumption of ownership statutory cutoff date appellate review standard forest definition civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 1 of the 1836 decree
Art. 2 of the 1836 decree
Art. 3 of the 1836 decree
Art. 1 of the 1888 law
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1392 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1392/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην ... το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κακογιάννη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 41/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 28-2-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 16-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.

Έτσι, με τις προμνησθείσες διατάξεις θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού, προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του εν λόγω διατάγματος (ΑΠ 426/1987, 340/1985).

Εξάλλου, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, θεωρείται δάσος κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικό ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΛΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979 (ΑΠ 426/1987, 1894/1986). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝακ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης επ' αυτού νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημοσία δάση, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 (βλ.

Ολ. ΑΠ 75/1987, ΑΠ 191/1997, - 1404/1998). Καλή πίστη, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, συνιστά η ειλικρινής πεποίθηση του νομέως ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητος τρίτου, τη συνδρομή δε αυτής, ενόψει της φύσεώς της ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα αντικειμενικώς διαπιστώσιμα περιστατικά (βλ.

ΑΠ 1281/2002). Εξάλλου, σύμφωνα με τον Οθωμανικό Νόμο "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται; (α) Στα ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητά τους αυτοί που τα εξουσιάζουν. (β) Στα δημόσια (μιριγιέ), στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και οι θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, καθώς επίσης και τα μέρη στα οποία υπάρχουν δένδρα που δεν τα φυτεύει κανένας, (γ) Στα αφιερωμένα σ' έναν ευαγή σκοπό (μεβκουφέ). (δ) Στα εγκαταλειμμένα και (ε) στα "νεκρά".

Από το συνδυασμό του νόμου αυτού προς τις διατάξεις του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου και του Νόμου "περί Ταπίων" της 7 Μουχαρέρ 1293, τα δημόσια κτήματα - στα οποία, όπως προαναφέρθηκε ανήκαν και τα δάση - εξουσιάζοντο μόνο με την έκδοση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο ειδικού τίτλου (ταπίου), στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με το είδος και τον προορισμό της, για κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως.

Μόνο δε για τις καλλιεργήσιμες (δημόσιες) γαίες αρκούσε η συνεχής και ανεμπόδιστη κατοχή και καλλιέργεια τους επί δεκαετία για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης εγκατάστασης, ισοδύναμοι προς εκείνο της διηνεκούς εξουσίασης, όχι όμως και για τα δάση, τις δασικές εκτάσεις και τα λειβάδια, για την εξουσίαση των οποίων ήταν αναγκαία η έκδοση ταπίου (πρβλ.

ΑΠ 446/1992, ΑΠ 840/2010, ΑΠ 266/2010, Παπαδοπούλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου §244 και εκεί παραπομπές). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε μερικώς αγωγή του εδώ αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζητούσε να αναγνωρισθεί κύριος δύο εδαφικών τμημάτων εκτάσεως, αντιστοίχως, 1692 τμ και 1508 τμ, συνεχομένων προς μεγαλύτερη αυτού έκταση, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ....

Έκρινε δε, εκτιμώντας και αναλύοντας το αποδεικτικό υλικό της υποθέσεως, ότι "η επίδικη έκταση δεν έχει δασικό χαρακτήρα, αλλά ούτε αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο ότι ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος πριν το έτος 1833", ούτε ότι "η επίδικη έκταση ήταν προ του έτους 1837 αδέσποτη".

Ενόψει τούτων: (α) Στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι ως εκ τούτου αβάσιμος ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, σύμφωνα με τον οποίο "το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η επίδικη έκταση αποτελεί ιδιωτικό δάσος παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, σύμφωνα με το άρθρο 559 περ.1 Κ.Πολ.Δ.".

(β) Δεν άσκησε επιρροή στην έκβαση της συγκεκριμένης δίκης η περαιτέρω (επικουρική) κρίση του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία οι ακίνητες ιδιοκτησίες της νήσου ... δεν περιήλθαν ποτέ στο Οθωμανικό Κράτος (βάσει ειδικών συνθηκών) και, επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε κυριότητα (ούτε) επί των δασών του νησιού ως διάδοχος του πρώτου. Κατά συνέπεια, προβάλλεται αλυσιτελώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.), σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με "το θεμελιώδες ζήτημα του δασικού ή μη χαρακτήρα της επιδίκου εκτάσεως".

Εξάλλου, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος προβάλλονται απαραδέκτως. Τούτο δε, διότι, παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., για την θεμελίωσή τους, στην πραγματικότητα δι' αυτών πλήττονται οι ουσιαστικές παραδοχές του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις οποίες δεν απεδείχθη ότι η επίδικη έκταση "ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος πριν από το έτος 1833" και ότι αυτή "εμπίπτει εξ ολοκλήρου στους τίτλους κτήσεως κυριότητος του ενάγοντος". Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 41/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής Έδρας Χαλκίδας).

Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ