1392/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1392/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός, που αληθώς υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α ΚΠολΔ, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται σ' αυτόν αν ο λόγος εξαιρέσεως της ως άνω μάρτυρας της αναιρεσείουσας προτάθηκε νομοτύπως και ορισμένως πριν την όρκισή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που την εξέτασε καθώς και ποια ήταν η απόφαση του τελευταίου επί της εν λόγω ενστάσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1392 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1392/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Οικονομόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υποκαταστάτου της εταιρείας "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ - ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε." (ΟΕΟΑ - ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε.), ήδη εκκαθαρισθείσης δυνάμει του άρθρου 89 παρ. 2 του Ν. 3606/2007, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Σκαλτσά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1035/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4330/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος διάβασε την από 12-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου, τρίτου, κατά το δεύτερο μέρος του, και πέμπτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 400 αριθμ. 3, 403 παρ. 2 και 4 και 559 αριθμ. 11 περ. α ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, ο λόγος δε αυτός εξαιρέσεως μάρτυρα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά προβάλλεται κατ' ένσταση του αντιδίκου εκείνου του διαδίκου που προσάγει το μάρτυρα προς εξέταση, η οποία (ένσταση) προτείνεται πριν ορκισθεί ο μάρτυρας.
Πριν από την αποδοχή της ενστάσεως εξαιρέσεως εκ μέρους του δικαστηρίου ή του δικαστή ενώπιον του οποίου διεξάγεται η μαρτυρική απόδειξη ο μάρτυρας, στον οποίο προσάπτεται ότι μπορεί να έχει συμφέρον από τη δίκη, δεν αποτελεί μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο, ώστε η από το δικαστήριο της ουσίας λήψη υπόψη της μαρτυρίας του να δημιουργεί τον από τον αριθμ. 11 περ.
α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, καίτοι αυτή με τις υποβληθείσες πρωτοδίκως αλλά και κατά την έκκλητη δίκη έγγραφες προτάσεις της προέβαλλε ότι η εξετασθείσα από την αναιρεσίβλητη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας Γ1 ήταν εξαιρετέα, διότι είναι πρόσωπο που έχει συμφέρον από τη δίκη, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του το εν λόγω μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, στο οποίο μάλιστα κατά κύριο λόγο στήριξε την απορριπτική της αγωγής κρίση του.
Ο λόγος αυτός, που αληθώς υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α ΚΠολΔ, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν εκτίθεται σ' αυτόν αν ο λόγος εξαιρέσεως της ως άνω μάρτυρας της αναιρεσείουσας προτάθηκε νομοτύπως και ορισμένως πριν την όρκισή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που την εξέτασε καθώς και ποια ήταν η απόφαση του τελευταίου επί της εν λόγω ενστάσεως.
Κατά το άρθρο 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί με συμφωνία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλοντα τη συνέχιση της συμβάσεως εργασίας.
Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας. Αρκεί δε ακόμα και ένα περιστατικό, το οποίο, αντικειμενικά θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβατικής σχέσης για εκείνον που δικαιούται να την καταγγείλει.
Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. Α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, ανα το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές με αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Με τον ν. 2598/24-3-1998 (ΦΕΚ Α.66) συνιστάται η αναιρεσίβλητη ως ν.π.ι.δ με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ - ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε" και διακριτικό τίτλο "ΑΘΗΝΑ 2004".
Η Διεύθυνση της αναιρεσίβλητης Λειτουργίας Ολυμπιακών Τελετών και Εκδηλώσεων συγχωνεύεται, από την 26-4-2002, με τη Διεύθυνσή της Σχεδιασμού και Προγραμματισμού και Τελετών, αποτελούν δε τη Διεύθυνσή της Πολιτισμού, ενώ δημιουργείται η Διεύθυνσή της Τελετών Έναρξης και Λήξης Αγώνων. Η αναιρεσείουσα είναι πτυχιούχος του Τμήματος επικοινωνίας του Πανεπιστημίου της FLORIDA Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και από δωδεκαετίας, πριν τον Απρίλιο 2001, εργαζόταν στην αλλοδαπή εταιρεία SONY PICTURES ENTERTAINMENT, στο Λος Άντζελες Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ως Διευθύντρια Επιχειρήσεων / DIRECTOR OF OPERATIONS.
Την 8.1.2002 οι διάδικοι καταρτίζουν, εγγράφως στην Αθήνα, σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (8.1.2002-30.9.2004). Ειδικότερα συμφωνούνται (μεταξύ άλλων): Η αναιρεσείουσα ενόψει των πιο πάνω προσόντων της, στο χρονικό διάστημα διαρκείας της συμβάσεως, να παρέχει την εργασία της στην αναιρεσίβλητη, "ως Διευθύντρια" στη Διεύθυνση Λειτουργίας Ολυμπιακών Τελετών και Εκδηλώσεων, "στις εγκαταστάσεις" της και στα "πλαίσια του αντικειμένου της εργασία της", "οφείλει να εργάζεται για την υλοποίηση κάθε εν γένει θέματος σχετικού με τις ανάγκες λειτουργίας των προγραμμάτων τελετών και εκδηλώσεων, που θα πραγματοποιηθούν κατά την τέλεση των Ολυμπιακών και Παραολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004", επίσης, "να εκτελεί κάθε άλλη εργασία, που της ανατίθεται" από την αναιρεσίβλητη εναγομένη και "εντάσσεται στην εν γένει φύση της σχέσεώς της εργασίας".
Η αναιρεσίβλητη δικαιούται να αναθέτει και άλλες εργασίες στην αναιρεσείουσα "πέραν του αντικειμένου της συμβάσεως της εργασίας" ακόμη, δικαιούται "μέσα στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της ιδίας (αναιρεσίβλητης) και χάριν της καλύτερης εξυπηρετήσεως των λειτουργικών αναγκών της επιχειρήσεώς της, να μεταφέρει τα γραφεία και τους εν γένει χώρους εργασίας σε οποιονδήποτε άλλο τόπο", "να μετακινεί προσωρινά η οριστικά" την αναιρεσείουσα "στον ίδιο ή σε άλλο τόπο εργασίας καθώς και να μεταβάλει τα καθήκοντα" της αναιρεσείουσας "μέσα στα πλαίσια των προσόντων της και ανάλογα με τις ανάγκες της ίδιας" (αναιρεσίβλητης) "επίσης να τοποθετεί" την αναιρεσείουσα "σε άλλες Διευθύνσεις και Γενικές Διευθύνσεις, χωρίς μια τέτοια μετάθεση ή μεταβολή να θεωρείται δυσμενής ή μονομερής και βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως".
Το αντικείμενο εργασίας της αναιρεσείουσας ως Διευθύντριας στη Διεύθυνση Λειτουργίας Ολυμπιακών Τελετών και Εκδηλώσεων από 8.1.2002 και ως Διευθύντριας στη Διεύθυνση Πολιτισμού από 26.4.2002, "με γραμματειακή υποστήριξη" συνεχώς, είναι "εξέλιξη και εκτέλεση σχεδιασμών του προσωπικού, σκιαγράφηση των ημερησίων εργασιών για να επιτυγχάνονται οι προθεσμίες των διαφόρων εκδηλώσεων, προγραμμάτων και σχεδίων", "επίβλεψη και διεύθυνση των προγραμμάτων για τις εορταστικές / ζωντανές εκδηλώσεις", επαφές και διαπραγματεύσεις με καλλιτέχνες, μετακλήσεις καλλιτεχνών από το εξωτερικό, τελικές συμφωνίες με καλλιτέχνες, διατύπωση συμβάσεων με εξειδικευμένους όρους, ηχογραφήσεις, πρόβες, επαφές με εταιρίες παραγωγής, παρακολούθηση των εν εξελίξει προγραμμάτων και εκδηλώσεων στην Αθήνα και στις λοιπές Ολυμπιακές Πόλεις [Βόλος, Ηράκλειο Κρήτης, Πάτρα, Θεσσαλονίκη], λειτουργικός σχεδιασμός / προσδιορισμός του τόπου λειτουργίας των ενταγμένων στο Πρόγραμμα Πολιτισμού εκδηλώσεων, κατόπιν μελέτης όλων των παραμέτρων των Αγώνων, προς το σκοπό υποβοήθησης και προβολής των Αγώνων [δημοτικότητα αγωνισμάτων, ασφάλεια, ολυμπιακός δακτύλιος, σύστημα μεταφορών, πρόγραμμα για ομαλή ροή εξόδου θεατών με διοργάνωση εκδηλώσεων], επίλυση διαδικαστικών θεμάτων αναφορικά με καλλιτέχνες κατά τη διάρκεια των Αγώνων [διαπιστεύσεις, μεταφορές, διαμονή, διατροφή], παρουσίαση του πολιτιστικού προγράμματος της αναιρεσίβλητης στους χορηγούς με έντυπο και οπτικοακουστικό υλικό, επαφή με το Υπουργείο Πολιτισμού για ενημέρωση επί ολυμπιακών ζητημάτων και εκπόνηση μελετών σε θέματα λειτουργίας πολιτιστικών γεγονότων".
Ο μηνιαίος μισθός της αναιρεσείουσας, που συμφωνήθηκε, ανέρχεται, την 12.8.2003, σε 7.936 ευρώ. Η αναιρεσίβλητη [δια του νομίμου εκπροσώπου της], την 12.8.2003, καταγγέλλει εγγράφως, τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, ήτοι για ουσιώδη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας (βλ. έγγραφο καταγγελίας, με την ...έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .....
και μετά του αποσπάσματος πρακτικού της .... Συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης). Συγκεκριμένα, η αναιρεσίουσα από τον Απρίλιο 2002 παρουσιάζει έλλειψη πρωτοβουλίας και αποδοτικότητα σε συνεργασίες, έλλειψη παραγωγικότητας στη διεκπεραίωση εκκρεμών υποθέσεων και αποτελεσματικότητας στην εκτέλεση της εργασίας της, ώστε η Διεύθυνση της να παραμένει "ανενεργής" και να θεωρείται "ακέφαλη".
Επί του τελευταίου θέματος, το Δικαστήριο πείθεται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ιδία από την κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της μάρτυρας της αναιρεσίβλητης Γ1, συναδέλφου της αναιρεσείουσας στην ίδια Διεύθυνση, η οποία αναφέρει (και) ότι η αναιρεσείουσα "δεν λειτουργούσε ως Διευθύντρια και η Διεύθυνση της για ένα διάστημα ήταν ανενεργής", τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης .....
και ...., συναδέλφων της αναιρεσείουσα στην ίδια Διεύθυνση, οι οποίοι αναφέρουν για την ως άνω ουσιώδη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας καθώς και από έγγραφα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων [βλ. αναιρεσείουσας μεταξύ άλλων έγγραφα (από ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη / αρμόδιοι υπάλληλοι Γ1,Γ2, Γ3, Γ4, Γ5, με ημερομηνίες 9.10.2002 ώρα 15.45, 3.3.2003 ώρα 4.37 μ.μ., 14.3.2003 ώρα 2.24 μ.μ.
και ώρα 2.55 μ.μ., 2.4.2003 ώρα 12.17 μ.μ και της αναιρεσίβλητης / αρμόδια υπάλληλος Γ1 προς την αναιρεσείουσα με ημερομηνίες 2.10.2002 ώρα 10.34 π.μ. και ώρα 20.46, 11.10.2002 ώρα 16.19, 22.10.2002 ώρα 9.41 π.μ., 3.12.2002 ώρα 17.00, 11.3.2003 ώρα 11.34 π.μ., 14.3.2003 ώρα 15.28, 22.3.2003 ώρα 18.27 και ώρα 6.33 μ.μ., 1.4.2002 ώρα 12.14 μ.μ., 2.4.2003 ώρα 12.10 μ.μ., 3.4.2003 ώρα 18.28]. Τα προηγούμενα δεν αναιρούνται από άλλο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσείουσας Γ3, συναδέλφου της αναιρεσείουσας στην ίδια Διεύθυνση και ......, Διευθύντριας στη Διεύθυνση της αναιρεσίβλητης Λειτουργιών, Χωριών και Καταλυμάτων, οι οποίες δεν αναφέρουν οτιδήποτε σχετικό με το αντικείμενο εργασίας της αναιρεσείουσας καθώς και για την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα αυτής στο αντικείμενο της εργασίας της.
Ενόψει τούτων η καταγγελία από την αναιρεσίβλητη της επίμαχης συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι έγκυρη και έτσι δεν υφίσταται αξίωση της αναιρεσείουσας για μισθούς υπερημερίας". Ακολούθως το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή και είχε επιδικασθεί στην αναιρεσείουσα για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 13-8-2003 έως 30-9-2004 ποσό 143.146,93 Ευρώ.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την προπαρατεθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 672 ΑΚ, ούτε εκείνες των άρθρων 174, 180, 648, 653, 655, 656, 672 και 673 του ίδιου Κώδικα, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος και πέμπτος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 απορρέοντες, λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, δια εσφαλμένης αναγνώσεως και παραδοχής από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος εάν δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το γενόμενο δεκτό από το δικαστήριο ως περιεχόμενό του και τέλος το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραμορφώσεως εγγράφων, τα οποία η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα τα έγγραφα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων και ειδικότερα:
α) τα έγγραφα της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη και ειδικώς προς τους υπαλλήλους της Γ2, Γ3, Γ4, Γ5 και Γ1 με ημερομηνίες 9-10-2002 ώρα 15.45', 3-3-2003 ώρα 4.37',14-3-2002, ώρα 2.24' και ώρα 2.55'και 2-4-2003, ώρα 12.17' και β) τα έγγραφα της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα με ημερομηνίες 2-10-2002, ώρα 10.34 και ώρα 20.46, 11-10-2002 ώρα 16.19', 22-10-2002, ώρα 9.41, 3-12-2002, ώρα 17.00, 11-3-2003, ώρα 11.34', 14-3-2003 ώρα 15.28', 22-3-2003 ώρα 18.27 και ώρα 18.33', 1-4-2003 ώρα 18.27' και ώρα 18.33, 1-4-2003 ώρα 12.14', 2-4-2003 ώρα 12.10' και 3-4-2003 ώρα 18.28'.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ενέχει πλήρη αοριστία, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ανάγνωση αυτών από το δικαστήριο της ουσίας.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 29-5-2007 αίτηση της Χ1 περί αναιρέσεως της 4330/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ