Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and remands case for retrial with new judges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court ordered the concurrent hearing of two opposing appeals against the same second-instance judgment to streamline proceedings. The appellant argued the lower court ignored a specific claim regarding pension compensation calculation based on an older salary regime, while the respondent contended the court correctly applied the current regulations. The Court rejected the appeal's substantive arguments as unfounded and inadmissible, ruling that the lower court had indeed considered and dismissed the claim. Consequently, the appeal was dismissed in part, the judgment was revoked regarding the specific grounds, and the case was remanded for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 321, 322, 324, 331, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may dismiss an appeal on procedural grounds if the lower court properly considered and rejected the appellant's substantive claims, and it may remand the case for retrial before a different panel of judges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1392 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1392/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου: .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 16-2-2006 δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Του αναιρεσίβλητου - αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Παιδοψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής», (Ν.Π.Δ.Δ.), που εδρεύει στη Ραφήνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 8737/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο μεν αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος με την από 26 Σεπτεμβρίου 2003 αίτησή του, το δε αναιρεσίβλητο-αναιρεσείον με την από 6 Νοεμβρίου 2003 αίτησή του. . Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος – Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 7-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α) να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τέταρτος λόγοι της από 26-9-2003 αιτήσεως αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αυτής και β) την απόρριψη της από 6-11-2003 αιτήσεως αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου ζήτησε την παραδοχή της από 26-9-2003 αιτήσεως και την απόρριψη της από 6-11-2003 (αντίθετης) αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου-αναιρεσείοντος την απόρριψη της από 26-9-2003 αιτήσεως και την παραδοχή της από 6-11-2003 (αντίθετης) αιτήσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, πρέπει να διαταχθεί η συνεκδίκαση των από 26-9-2003 και 6-11-2003 και 6-11-2003 αντιθέτων αιτήσεων αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 8737/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης. Α) Επί της από 6-11-2003 αιτήσεως αναιρέσεως του ΝΠΔΔ «Παιδοψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής:
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν απ' αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή ΔΑ, το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επί μέρους αξίωσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελούν υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίιοδο (άρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Συνεπώς, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις, που έκριναν τελεσίδικα αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ.
Α.Π. 10/2002). Περαιτέρω, με την υπ' αριθμ. 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίσθηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ.
του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 28 αυτής ορίσθηκε ότι οι καθαρίστριες και καθαριστές λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη – εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, αυξομειούμενο αναλόγως, ενώ με τον όρο 12 της υπ' αριθμ. 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17.663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).
Το νομικό καθεστώς των ως άνω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17.853/1989 και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν με το Ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων, που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.
Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ' αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ Α.Π. 10/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει απ' αυτή, δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εργάζεται από το έτος 1985 ως καθαριστής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου στο αναιρεσείον Νοσοκομείο και ότι με τις υπ' αριθμ. 2537/1990, 240/1994 και 8225/1996 αποφάσεις του αυτού Δικαστηρίου, καθώς και με την υπ' αριθμ. 2639/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν επί προηγουμένων αγωγών του προς επιδίκαση σ' αυτόν μισθολογικών διαφορών των χρονικών διαστημάτων από 17-6-1985 έως 31-8-1988, από 1-9-1988 έως 30-6-1991, από 1-7-1991 έως 31-12-1993 και από 1-1-1994 έως 31-12-1995 αντίστοιχακ, κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας αυτού διέπεται από τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις και μετά την 1-7-1988, που ίσχυσε η άνω ΕΣΣΕ και επιδικάσθηκαν έτσι σ' αυτόν μισθολογικές διαφορές των προαναφερομένων χρονικών διαστημάτων με βάση τις ΔΑ 42/1981 και 74/1982.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι από τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις παράγεται δεδικασμένο για τις ασκούμενες με την ένδικη από 9-12-1998 αγωγή όμοιες αξιώσεις αυτού του επίδικου από 1-1-1996 έως 30-6-1997 μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο δεν είχαν μεταβληθεί το νομικό καθεστώς και οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε δεχθεί τις αξιούμενες με την ένδικη αγωγή διαφορές αποδοχών λόγω του δεδικασμένου.
Όμως κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ίσχυε η από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ, την οποία επικαλείται και ο αναιρεσίβλητος για τον προσδιορισμό των αποδοχών του και η οποία μετέβαλε το νομικό καθεστώς, που ίσχυε για τις αποδοχές αυτές κατά τα χρονικά διαστήματα, που κρίθηκαν με τις ως άνω τελεσίδικες αποφάσεις. Το αντίθετο δεν συνάγεται από το γεγονός ότι ο όρος 28 της ΔΑ 42/1981 παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από την ΕΓΣΣΕ, αφού η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη με κάθε νέα ΕΓΣΣΕ μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη έννομη σχέση έννομες συνέπειες.
Επομένως, το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι για τις ανωτέρω αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου υπάρχει δεδικασμένο και είναι γι' αυτό βάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως του ανωτέρω Νοσοκομείου.
Β) Επί της από 26-9-2003 αιτήσεως αναιρέσεως του...:
Επειδή, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι από το προαναφερόμενο δεδικασμένο δεν καλύπτεται και η μερικότερη αγωγική αξίωση για καταβολή στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα του αναφερόμενου ποσού προς συμπλήρωση της οφειλόμενης σ' αυτόν αποζημιώσεως απολύσεως, λόγω συνταξιοδοτήσεώς του.
Για τον λόγο αυτό έκρινε ότι η ως άνω αξίωση ήταν απορριπτέα προεχόντως ως μη νόμιμη, αφού κατά το επίδικο διάστημα ίσχυε το νομικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και η αποζημίωσή του υπολογιζόταν με βάση τις καθοριζόμενες από την άνω ΕΣΣΕ αποδοχές και όχι από τις προϊσχύσασες αυτής διατάξεις, όπως υπολόγιζε ο αναιρεσείων.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 49 παρ. 2 του Ν. 993/1979 (άρθρ. 55 παρ. 2 Κωδ. Π.Δ. 410/1988) – που προβλέπει τον υπολογισμό της αποζημιώσεως με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταιου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχόλησης – και τον όρο 28 της ΔΑ 42/1981, ούτε δέχθηκε παρά το νόμο ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, αφού δεν υπήρχε πράγματι δεδικασμένο, για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, για όλες τις αγωγικές αξιώσεις και η αποζημίωση του αναιρεσείοντος δεν μπορούσε γι' αυτό να υπολογισθεί με βάση τις αποδοχές που καθόριζαν οι προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις.
Επομένως, το Εφετείο, παρά την εσφαλμένη αιτιολογία του για κάλυψη από το άνω δεδικασμένο μόνο των λοιπών αγωγικών αξιώσεων του και όχι εκείνης της αποζημιώσεως, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που στηρίζεται σε πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 16 ΚΠολΔ σύμφωνα με το άρθρο 578 του ιδίου Κώδικα.
Επειδή, πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, σύμφωνα με αυτή, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ως και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, όχι δε και οι αρνητικοί της βάσεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ισχυρισμοί, ούτε τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους (Ολ.
Α.Π. 3/1997, 11/1996). Επίσης, ο λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείατι αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό, που πρότεινε ενώπιόν του ο αναιρεσείων και ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό αυτού ότι η αποζημίωσή του, λόγω απολύσεως για τη λήψη συντάξεως γήρατος, έπρεπε να υπολογισθεί με βάση το προϊσχύσαν της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικό καθεστώς της υπ' αριθμ. 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς. Ο λόγος αυτός της από 26-9-2003 αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί προεχόντως, διότι, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του άνω αναιρεσείοντος, δεχθέν ότι η προαναφερόμενη αποζημίωση αυτού έπρεπε να υπολογισθεί με βάση το ισχύον μισθολογικό καθεστώς της από 20-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ.
Τέλος, ο τρίτος λόγος της αυτής αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε έκπτωση από το δικαίωμα του άνω αναιρεσείοντος να υπολογισθεί η εν λόγω αποζημίωσή του με βάση το μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 ΔΑ και της οικείας από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, γιατί δεν πρόκειται για έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως (Ολ.
Α.Π. 1/1999). Κατόπιν αυτών και των όσων εκτέθηκαν για την βασιμότητα της συνεκδικαζόμενης από 6-11-2003 αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που δέχθηκε την ένδικη αγωγή και να παραπεμφθεί υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με άλλη σύνθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 26-9-2003 και 6-11-2003 αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8737/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-9-2003 αίτηση του ... για αναίρεση της άνω αποφάσεως.
ΑΝΑΙΡΕΙ την απόφαση αυτή κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα και αναιρεσίβλητο ... στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος Νοσοκομείου, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ