Supreme Court dismisses appeal against conviction for official misconduct by a health center coordinator.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a health center coordinator against her second-instance conviction for official misconduct. The court found that the defendant intentionally appointed an inferior official instead of the legally required director to block a superior colleague, violating her duties under Article 259 of the Penal Code. Consequently, the court rejected the argument that the judgment lacked proper reasoning and ordered the appellant to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 259, 13α, 510 of the Penal Code; An employee who intentionally violates their duties to harm a superior or gain personal advantage commits the crime of official misconduct, and a conviction based on clear evidence of intent and specific factual circumstances is not subject to reversal for lack of reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1391 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1391/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παρασκευή Τσούμαρη - Εισηγήτρια, Αγαθή Δερέ, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Ράϊκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ο. Ι. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημακόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 747/2024 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Π. Χ. του Κ., κάτοικο ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παπαγεωργίου.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31/3/2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη με αριθμό πρωτ. 2388/31-3-2025 αίτηση της Ο. Ι. του Σ., για αναίρεση της υπ' αριθμ.747/2024 καταδικαστικής σε βάρος της απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση της αναιρεσείουσας που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και εμπρόθεσμα αφού η προσβαλλομένη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 20-3-2025 και η κρινομένη αίτηση ασκήθηκε στις 31-3-2025 (άρθρα 464, 473, 474, 504 του ΚΠΔ).
Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ'ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ισχύοντος από 1-7-2019, η οποία δεν διαφοροποιήθηκε ως προς την στοιχειοθέτησή της από την ισχύουσα έως τότε ταυτάριθμη διάταξη του ΠΚ , που ως ευμενέστερη όμως ως προς την ποινική της κύρωση, εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη".
Με τη διάταξη αυτή προστατεύεται το έννομο αγαθό της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας, για το γενικότερο συμφέρον, προκύπτει δε ότι η παράβαση καθήκοντος είναι ιδιαίτερο έγκλημα με αυτουργό υπάλληλο υπό την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, κατά το οποίο, "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου".
Η ιδιότητα του υπαλλήλου ενσωματώνει ειδικά καθήκοντα και υποχρεώσεις, δεδομένου ότι δι' αυτού εκφράζεται η βούληση της κρατικής εξουσίας ή του νομίμως συνεστημένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, από την ορθή δε άσκηση της εξουσίας εξαρτάται η απρόσκοπτη και εποικοδομητική λειτουργία των κρατικών οργάνων, των οποίων οι αποφάσεις επιλύουν ανακύπτοντα προβλήματα και διευθετούν ιδιωτικές διαφορές.
Το υπαλληλικό καθήκον διαφοροποιείται εκάστοτε και η ειδικότερη μορφή εξαρτάται από το είδος και τη φύση. Ως πηγή του καθήκοντος θεωρείται διάταξη νόμου, διατάγματος ή ιδιαίτερες οδηγίες εντός των πλαισίων των νόμων. Ενίοτε το καθήκον ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας και εμμέσως προσδιορίζεται κατά περιεχόμενο, το οποίο δεσμεύει τον υπάλληλο με συναφή υποχρέωση ενεργείας, εντός των προδιαγεγραμμένων ορίων, ή παραλείψεως, όταν απαγορεύεται κάθε περαιτέρω ενέργεια, η υλοποίηση της οποίας αντιστρατεύεται τα σαφώς προσδιορισμένα καθήκοντα.
Ως καθήκον, η παράβαση του οποίου καθιστά αξιόποινη τη συμπεριφορά του υπαλλήλου, δεν νοείται οποιοδήποτε υπαλληλικό καθήκον, το οποίο προκύπτει από τον νόμο ή από διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα ή από ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή από τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στη γενική συμπεριφορά κάποιου ως υπαλλήλου, αλλά μόνο το καθήκον εκείνο που συνδέεται με την άσκηση συγκεκριμένης υπηρεσιακής δραστηριότητας στο πλαίσιο της καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας του υπαλλήλου, εκείνο δηλαδή που ανάγεται στην εκτέλεση του ανατεθειμένου σ" αυτόν υπηρεσιακού έργου.
Ως εκ τούτου, αξιόποινο χαρακτήρα, κατά το άρθρο 259 ΠΚ, ενέχουν μόνον οι παραβάσεις συγκεκριμένων υπηρεσιακών καθηκόντων κατά την άσκηση υπηρεσιακής δραστηριότητας. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων.
Αν κατά την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου υπάρχει πεδίο διακριτικής ευχέρειας αυτού, η παράβαση μπορεί να συντελεστεί και με κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας, την υπέρβαση, δηλαδή, των ακραίων ορίων της διακριτικής εξουσίας, τα οποία επιβάλλουν οι αρχές της υπεροχής του δημόσιου συμφέροντος, της χρηστής διοίκησης, της καλής πίστεως, της αμεροληψίας της διοίκησης, της ισότητας και της εξυπηρέτησης του σκοπού του νόμου ή με την κατάχρηση εξουσίας, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που, αν και δεν παραβιάζεται κάποια διάταξη νόμου, η πράξη ασκείται για την εξυπηρέτηση σκοπού καταδήλως ξένου προς τον σκοπό, στον οποίο απέβλεψε ο νόμος, όταν, δηλαδή, είναι απόρροια ελατηρίων και κινήτρων που καταδήλως αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από εκείνον του νόμου.
Τα ακραία όρια της διακριτικής εξουσίας του υπαλλήλου δεν προκαθορίζονται γενικώς, αλλά κρίνονται σε κάθε περίπτωση από το δικαστήριο ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης πράξης του υπαλλήλου. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι για την ορθή εφαρμογή της ως άνω ποινικής διάταξης πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση, εκτός των άλλων, και ποιο είναι και από πού προκύπτει το καθήκον του υπαλλήλου, το οποίο αυτός από πρόθεση παραβίασε.
Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 259 Π Κ, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι, ως εκτέθηκε, μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παράβασης του υπηρεσιακού του καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική .
Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο).
Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παράβασης καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποίησης του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα.
Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται και να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη (ΑΠ 915/2024, ΑΠ 445/2023,ΑΠ 122/2022, ΑΠ 869/2021, ΑΠ 375/2021, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1914/2019).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η ύπαρξη του δόλου, εκτός των περιπτώσεων που αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 747/2024, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (ανωμοτί κατάθεση της παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας, ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, όλα ανεξαιρέτως τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα, ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, απολογία της κατηγορουμένης) δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Η κατηγορούμενη το έτος 2018 κατείχε τη θέση του Διοικητή της 2ης ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου.
Στο πλαίσιο της ευθύνης της με βάση την ανωτέρω ιδιότητά της, εξέδωσε την με αριθμό ΔΑΑΔ 4597/24-1-2018 απόφαση της, με την οποία, παρά το γεγονός ότι στο άρθρο 47 του Ν. 4368/2016 ορίζεται σαφώς ότι "Υπεύθυνος για το Συντονισμό της Επιστημονικής Λειτουργίας του Κέντρου Υγείας ή της Μονάδας Υγείας ορίζεται εκ των υπηρετούντων, με απόφαση του Διοικητή της οικείας Υ.Πε.
ιατρός κλάδου Ε.Σ.Υ. ή οδοντίατρος με βαθμό Διευθυντή και, εν ελλείψει αυτού, Επιμελητής Α' με τριετή θητεία. Στην ίδια απόφαση και με τις ανωτέρω προϋποθέσεις ορίζεται και ο αναπληρωτής του", επομένως για να οριστεί κάποιος υπεύθυνος για το συντονισμό της επιστημονικής λειτουργίας του Κ.Υ. ή της Μονάδας Υγείας, απαιτείτο να έχει το βαθμό του Διευθυντή, η κατηγορούμενη όρισε ως υπεύθυνη για το συντονισμό της επιστημονικής λειτουργίας του κέντρου υγείας Αίγινας τη Σ.
Λ. του Χ., η οποία δεν είχε τον ανωτέρω βαθμό, αλλά αυτόν της επιμελήτριας Α', αντί της εγκαλούσας που είχε το βαθμό του Διευθυντή καθώς και αναπληρωτή τον Α. Κ. του Α., επίσης έχοντα το βαθμό του επιμελητή Α', αντί της εγκαλούσας που είχε το βαθμό του Διευθυντή. Στη συνέχεια δε, αν και κατόπιν προσφυγής της εγκαλούσας στη δικαιοσύνη εκδόθηκε η υπ' αριθ.
Α621/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την οποία ακυρώθηκε η προαναφερόμενη πράξη της (ορισμός της Σ. Λ. στην ως άνω Θέση), για παράβαση νόμου καθώς και για πλημμελή αιτιολογία, δεν συμμορφώθηκε με την ανωτέρω δικαστική απόφαση, αλλά εξέδωσε την με αριθ. ΔΑΑΔ 12146/25-2-2019 απόφασή της με την οποία όρισε εκ νέου τους ανωτέρω στις προκηρυχθείσες θέσεις [η οποία και εν τέλει ακυρώθηκε εκ νέου, δυνάμει της υπ' αριθ.
Α 18/2020 απόφασης ίδιου δικαστηρίου. Οι ισχυρισμοί της κατηγορούμενης ότι κατ' ουσίαν υπεύθυνη για τις παραπάνω πράξεις ήταν η νομική υπηρεσία της οποίας τις συμβουλές ακολούθησε, έχοντας την πεποίθηση ότι έπραττε σύννομα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ειδικότερα η κατηγορούμενη, πτυχιούχος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και υπηρετούσα σε θέση ευθύνης, είναι αυτονόητο ότι γνώριζε την παραπάνω νομοθετική ρύθμιση, καθώς και ότι η Σ.
Λ. θα μπορούσε να καταλάβει τη συγκεκριμένη θέση μόνον εάν δεν υπήρχε ιατρός με το βαθμό του Διευθυντή, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, καθώς και ότι αυτή ίσχυε ανεξάρτητα της έκδοσης οποιοσδήποτε Κ.Υ.Α. (στην οποία η ίδια αναφέρθηκε κατά την απολογία της), η οποία σε κάθε περίπτωση δεν έχει ανώτερη τυπική ισχύ από το νόμο.
Επίσης, είναι αυτονόητο ότι η κατηγορούμενη όταν διάβασε, όπως η ίδια κατέθεσε, την ακυρωτική δικαστική απόφαση, κατανόησε πλήρως ότι η προσβληθείσα πράξη της, με την οποία είχε ορίσει τη Σ. Λ. υπεύθυνη το συντονισμό της επιστημονικής λειτουργίας του Κ.Υ. Αίγινας, ακυρώθηκε για παράβαση νόμου, πέραν της ελλιπούς αιτιολογίας, γεγονός που σηματοδοτούσε την υποχρέωσή της να εκδώσει μεταγενέστερη πράξη με διαφορετικό, σύννομο, περιεχόμενο, όχι δε και να ορίσει και πάλι τα ίδια πρόσωπα, όπως εκείνη έπραξε.
Τις ανωτέρω πράξεις της, οι οποίες εντάσσονται στον ίδιο σκοπό και διαπράχθηκαν εξακολουθητικά, τέλεσε με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα, στερώντας την από την κατάληψη της συγκεκριμένης θέσης την οποία βάσει του βαθμού της δικαιούτο, ευνοώντας παράλληλα της Σ. Λ. Επομένως, για τα συγκεκριμένα στοιχεία της κατηγορίας που αποδίδεται στην κατηγορούμενη, πρέπει εκείνη να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, να αναγνωρισθεί δε όπως και πρωτοδίκως, ότι στο πρόσωπό της συντρέχει η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α του Ποινικού Κώδικα".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση και αφού αναγνώρισε ότι συντρέχει στο πρόσωπό της η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ,2 α' του ΠΚ, της επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15)μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ την ανωτέρω κατηγορούμενη, ΕΝΟΧΗ, για τα υπό στοιχεία α' και β' του κατηγορητηρίου, για την πράξη της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, ήτοι του ότι: Στην Αίγινα από τον Ιανουάριο του 2018 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2020, από πρόθεση και με περισσότερες πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας της με σκοπό να βλάψει άλλον και ειδικότερα: Ούσα υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, με πρόθεση και με περισσότερες πράξεις της, παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας της, ως Διοικητής της 2ης ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα, Χ. Π. του Κ., η οποία υπηρετούσε στο Περιφερειακό Ιατρείο Μεσαγρού του Κ.Υ. Αίγινας και υπάγονταν διοικητικά στην ως άνω 2η ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου και πιο συγκεκριμένα: η κατηγορούμενη με την παραπάνω ιδιότητα που κατείχε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα:
Α) εξέδωσε την με αριθ. Πρωτ. ΔΑΑΔ 4597/24-1-2018 απόφαση της, με την οποία, παρά το νόμο που απαιτούσε τον ορισμό Διευθυντή, όρισε ως υπεύθυνη για το συντονισμό της επιστημονικής λειτουργίας του κέντρου υγείας Αίγινας τη Σ. Λ. του Χ., η οποία και είχε το βαθμό της επιμελήτριας Α', αντί της εγκαλούσας που είχε το βαθμό του Διευθυντή καθώς και αναπληρωτή τον Α. Κ. του Α., επίσης έχοντα το βαθμό του επιμελητή Α', αντί της εγκαλούσας που είχε το βαθμό του Διευθυντή, ως όριζε το άρθρο 47 του Ν. 4368/2016 και Β) δεν συμμορφώθηκε με την υπ' αριθ. Α621/2018 απόφαση του διοικητικού Εφετείου Πειραιά (ακυρωτικό), με την οποία ακυρώθηκε η ως άνω υπό στοιχ. Α διοικητική πράξη που εξέδωσε για παράβαση νόμου καθώς και για πλημμελή αιτιολογία, αφού εξέδωσε την με αριθ. ΔΑΑΔ 12146/25-2-2019 απόφαση με την οποία όρισε εκ νέου τους ανωτέρω στις προκηρυχθείσες θέσεις, η οποία και ακυρώθηκε - εκ νέου- με την υπ' αριθ. Α 18/2020 απόφαση του ακυρωτικού σχηματισμού του Δεφ Πειραιά".
Με τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13α, 14, 26, 27, 98 και 259 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται με σαφήνεια όλες οι ουσιώδεις και αναγκαίες παραδοχές για τη θεμελίωση των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος κατ' εξακολούθηση, για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, καθώς και ο τρόπος, τόπος, χρόνος και οι λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσής της από αυτήν, η οποία δικαιολογείται με επάρκεια, πληρότητα και σαφήνεια.
Πλέον συγκεκριμένα αναφέρονται: 1) η ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως υπαλλήλου, με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 13α' και 259 του ΠΚ και συγκεκριμένα ότι αυτή κατείχε την θέση της διοικήτριας της 2ης ΔΥΠΕ Πειραιώς και Αιγαίου, ήταν δε αρμόδια μεταξύ άλλων για την έκδοση αποφάσεως με την οποία ορίζεται ο υπεύθυνος για τον συντονισμό της επιστημονικής λειτουργίας του Κέντρου Υγείας ν.
Αίγινας, 2) ο τρόπος, με τον οποίο παραβίασε το υπηρεσιακό της καθήκον, που απέρρεε από τη διάταξη του άρθρου 47 του ν, 4368/2016, σύμφωνα με τις οποία, "Υπεύθυνος για το Συντονισμό της Επιστημονικής Λειτουργίας του Κέντρου Υγείας ή της Μονάδας Υγείας ορίζεται εκ των υπηρετούντων, με απόφαση του Διοικητή της οικείας Υ.Πε.
ιατρός κλάδου Ε.Σ.Υ. ή οδοντίατρος με βαθμό Διευθυντή και, εν ελλείψει αυτού, Επιμελητής Α` με τριετή θητεία. Στην ίδια απόφαση και με τις ανωτέρω προϋποθέσεις ορίζεται και ο αναπληρωτής του", με τις ουσιαστικές παραδοχές για την πρώτη μερικότερη πράξη του κατ'εξακολούθηση εγκλήματος ότι η αναιρεσείουσα, παρότι γνώριζε την ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση, εξέδωσε την με αριθμό ΔΑΑΔ 4597/24-1-2018 απόφασή της, με την οποία όρισε ως υπεύθυνη για τον συντονισμό της επιστημονικής λειτουργίας του Κέντρου Υγείας ν.
Αίγινας, την Σ. Λ. του Χ., επιμελήτρια Α', αντί της εγκαλούσας Π. Χ. του Κ. που είχε τον βαθμό του Διευθυντή καθώς και αναπληρωτή τον Α. Κ. του Α., επίσης Επιμελητή Α' αντί της εγκαλούσας και για την δεύτερη μερικότερη πράξη, ότι στη συνέχεια αν και κατόπιν προσφυγής της εγκαλούσας εκδόθηκε η με αριθμό Α 621/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την οποία ακυρώθηκε η προαναφερόμενη απόφασή της για παράβαση νόμου, πέραν της ελλιπούς αιτιολογίας, γεγονός που σηματοδοτούσε υποχρέωσή της να εκδώσει μεταγενέστερη πράξη με διαφορετικό σύννομο περιεχόμενο, αθετώντας εκ προθέσεως το υπηρεσιακό της καθήκον, όχι μόνο δεν το έπραξε, όπως όφειλε, αλλά αντιθέτως όρισε με νέα πράξη της τα ίδια πρόσωπα, 3) αιτιολογείται πλήρως στην προσβαλλομένη απόφαση και το απαιτούμενο πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του προκειμένου εγκλήματος, ήτοι ο σκοπός της κατηγορουμένης αναιρεσείουσας ο οποίος κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης συνίστατο στην επιδίωξή της, με τις ως άνω παράνομες πράξεις, να βλάψει εξακολουθητικά την εγκαλούσα, στερώντας την από την κατάληψη της συγκεκριμένης ανωτέρω θέσης, την οποία βάσει του βαθμού της δικαιούνταν, υφίσταται δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ανωτέρω παράνομης ενέργειας αυτής και του σκοπού βλάβης της εγκαλούσας.
Συνακόλουθα, ο υποστηρίζων τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινομένη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ.578 του Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό πρωτ. 2388/31-3-2025 αίτηση της Ο. Ι. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 747/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς.
Και
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ