Legislator Case Law & Legislation
1391/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction judgment due to insufficient reasoning on plaintiff's ownership status.

Case Number 1391/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appellant's appeal against a first-instance eviction judgment, finding the lower court's reasoning insufficient regarding the appellant's ownership status. The appellant argued the lower court failed to properly address whether they retained ownership after selling the property, violating Article 1094 of the Civil Code. Consequently, the Court declared the appeal partially admissible, quashed the eviction order, and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 19 and 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must accept an appeal if the lower court's reasoning fails to substantiate its findings on essential legal issues, such as the defendant's ownership status, thereby rendering the judgment voidable and necessitating a retrial.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning ownership status eviction proceedings remand for retrial Article 1094 Civil Code property rights

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 1094 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1391 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1391/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Γ. και της Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φαίδωνα Κεδίκογλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Γ. και της Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβαινόντων: 1) Θ. Τ. του Γ., 2) Φ. Λ. του Φ., συζύγου Θ.. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζηνικολάου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1299/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, στην οποία ενσωματώνεται, ως προς τους λόγους αναίρεσης, και η πρωτόδικη απόφαση 135/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-9-2017 αίτηση και τους από 28-5-2021 προσθέτους λόγους αυτού και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες με την από 6-9-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την 6845/16-9-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκιδικής Ι. Ι., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 11-9-2017 αίτηση αναίρεσης και οι από 28-5-2021 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που έχουν ασκηθεί παραδεκτά με ιδιαίτερο δικόγραφο, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο στις 16-9-2021 (6846/16-9-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Ι. Ι.), ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-4-2022).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 1299/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 135/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.

Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 15-1-2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 2.222 τ.μ., που βρίσκεται τη θέση "Ξ." του αγροκτήματος ... και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να του το αποδώσει.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (άρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει κατά συνέπεια να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, συνεκδικαζόμενες κατά τα άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συναφείας.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81 παρ. 1 και 82 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε τρίτος, ο οποίος επικαλείται έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, μπορεί να παρέμβει προσθέτως στην κύρια υπόθεση και ενώπιον του Αρείου Πάγου, αλλά μόνον για να υποστηρίξει ή αντικρούσει τους λόγους αναίρεσης.

Κατά τη σαφή δε διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδ. α' ιδίου Κώδικα, η πρόσθετη παρέμβαση, ανεξάρτητα από το αν γίνεται εκούσια ή ύστερα από προσεπίκληση ή ανακοίνωση, ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 215 παρ. 1 εδ.

α' ΚΠολΔ, η αγωγή ασκείται με κατάθεση δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η παρέμβαση ασκείται, όπως και η αγωγή, όχι μόνον με την κατάθεση του δικογράφου της στην γραμματεία του οικείου δικαστηρίου αλλά και με την επίδοσή της σε όλους τους αρχικούς διαδίκους.

Πριν από την πραγματοποίηση και του δευτέρου σκέλους η άσκηση της παρέμβασης δεν έχει ολοκληρωθεί και έτσι δεν υφίστανται ακόμη παρέμβαση υπό την έννοια του άρθρου 81 ΚΠολΔ, ούτε επέρχεται κάποια έννομη συνέπεια στην διαδικασία της δίκης. Ειδικότερα, σε περίπτωση άσκησης πρόσθετης παρέμβασης στη δίκη της αναίρεσης, εφόσον το δικόγραφο αυτής δεν επιδόθηκε στους αρχικούς διαδίκους της κυρίας δίκης, οι παρεμβαίνοντες δεν θεωρούνται ότι συμμετέχουν στη δίκη για την αναίρεση.

Τέτοια μη ολοκληρωμένη παρέμβαση, που εισάγεται προς συζήτηση, είναι απαράδεκτη. Επομένως, η από 6-9-2021 πρόσθετη παρέμβαση, που ασκήθηκε στα πλαίσια της αναιρετικής αυτής δίκης από τους 1) Θ. Τ. και 2) Φ. Λ., υπέρ του αναιρεσείοντος και κατά του αναιρεσιβλήτου, εφόσον από τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε στους διαδίκους της κυρίας δίκης, αφού δεν προσκομίζονται σχετικές εκθέσεις επίδοσης, ούτε γίνεται σχετική επίκληση τέτοιων εκθέσεων, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε παραδεκτά και συνεπώς είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικαστούν σε βάρος των παρεμβαινόντων και υπέρ του καθού η παρέμβαση αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι αυτός, λόγω της ερημοδικίας του, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη, ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και εφόσον ο αναιρεσείων υπήρξε εκκαλών, πρέπει τον ισχυρισμό του που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης να τον είχε προτείνει με κύριο ή πρόσθετο λόγο έφεσης.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης (Ολ ΑΠ 4/2012, ΑΠ 22/2022, ΑΠ 153/2019, 1531/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την εκδίκαση της αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής κατέθεσε το από 5-6-2013 δικόγραφο των προτάσεών του, το οποίο όμως δεν έφερε υπογραφή και σφραγίδα πληρεξουσίου δικηγόρου, με αποτέλεσμα να είναι ανυπόστατο.

Ότι παρά το γεγονός ότι προσκόμισε με τις από 12-10-2016 προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τις ανωτέρω ανυπόγραφες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου στον πρώτο βαθμό, το Εφετείο δεν εξέτασε τη δικονομική αυτή παράβαση, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθώς ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό, που θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο, τον πρότεινε, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, ενώ δεν συντρέχει εν προκειμένω κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις για το παραδεκτό προβολής του λόγου αυτού.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει, για την έρευνα του αναιρετικού αυτού λόγου, επικυρωμένο αντίγραφο των από 5-6-2013 προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως απαιτείται από το άρθρο 240 εδ. β' ΚΠολΔ, αλλά επισυνάπτει στο αναιρετήριο απλό φωτοτυπικό αντίγραφο των προτάσεων αυτών.

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την εκδίκαση της αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής κατέθεσε το από 5-6-2013 δικόγραφο των προτάσεών του, το οποίο όμως δεν έφερε υπογραφή και σφραγίδα πληρεξουσίου δικηγόρου, με αποτέλεσμα να είναι ανυπόστατο.

Ότι, επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν είχε καταθέσει παραδεκτά και νόμιμα προτάσεις, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κανένας ισχυρισμός αυτού και κανένα αποδεικτικό μέσο που προσκόμισε για την απόδειξη της αγωγής του ή για την παραδεκτή άσκηση αυτής, μεταξύ των οποίων το πιστοποιητικό εγγραφής κατ' άρθρο 220 ΚΠολΔ στα βιβλία διεκδικήσεων, όπως και το δικαστικό ένσημο που αντιστοιχεί στην αξία του επιδίκου ακινήτου.

Ότι, παρά το γεγονός ότι με τις προτάσεις του που κατέθεσε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προσκόμισε επικυρωμένο αντίγραφο των ανωτέρω ανυπόγραφων προτάσεων του αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο δεν εξέτασε αυτεπαγγέλτως, όπως είχε υποχρέωση, το ανυπόστατο των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου στον πρώτο βαθμό και το απαράδεκτο της αγωγής του, λόγω μη νόμιμης απόδειξης της εμπρόθεσμης εγγραφής αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων και της μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 10, 11 και 14 ΚΠολΔ.

Με το τρίτο δε σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο θεώρησε ότι αποδείχθηκε πλήρως η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου με βάση την εξέταση της μάρτυρα του τελευταίου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, λόγω ανυπαρξίας παράστασης του ενάγοντα στη δίκη, καθώς δεν είχε καταθέσει παραδεκτά και νόμιμα προτάσεις, με αποτέλεσμα να υποπέσει το Εφετείο στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 10, 11, 12, 13 και 14 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά τα ανωτέρω δύο σκέλη του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθώς ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι τους ανωτέρω ισχυρισμούς του, που θεμελιώνουν τον αναιρετικό λόγο κατά τα εν λόγω μέρη του, τον πρότεινε, σύμφωνα με την πιο πάνω νομική σκέψη, με λόγο έφεσης ενώπιον του Εφετείου, ενώ δεν συντρέχει εν προκειμένω κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις για το παραδεκτό προβολής του λόγου αυτού.

Θα πρέπει δε να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Επομένως, σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν από το διάδικο με λόγο έφεσης, δεν δύνανται να εξεταστούν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός κατά τα ανωτέρω σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει, για την έρευνα του αναιρετικού αυτού λόγου, επικυρωμένο αντίγραφο των από 5-6-2013 προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως απαιτείται από το άρθρο 240 εδ.

β' ΚΠολΔ, αλλά επισυνάπτει στο αναιρετήριο απλό φωτοτυπικό αντίγραφο των προτάσεων αυτών.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1 περ. α' και β' ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ, κατά την οποία ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Περαιτέρω, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.

Κατά την τελευταία διάταξη, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 653/2012, ΑΠ 1631/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης από 15-1-2013 αγωγής προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι είναι κύριος ενός ακινήτου εμβαδού 2.222 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Ξ." του αγροκτήματος ...

και ότι απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Ότι ειδικότερα, από το έτος 1955 περιήλθε στη νομή του το εν λόγω ακίνητο, μετά από άτυπη διανομή με τα αδέλφια του της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους Γ. Μ. και ότι έκτοτε ασκεί επ' αυτού πράξεις νομής και συγκεκριμένα το καλλιεργεί είτε ο ίδιος είτε μέσω της αδελφής του, είτε σε συνεργασία με την ιδιοκτήτρια όμορου αγρού Μ.

Μ., συνέχισε δε να το νέμεται και να το κατέχει μέχρι το έτος 2004, οπότε ο εναγόμενος τον απέβαλε από τη νομή του ακινήτου του και συνεχίζει να το κατέχει μέχρι την άσκηση της αγωγής. Με αυτά τα δεδομένα ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο ως άνω επίδικο ακίνητο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή, διαλαμβάνουσα όλα τα απαιτούμενα πιο πάνω κατά νόμο στοιχεία, είναι πλήρως ορισμένη, θεμελιούμενη σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου και συγκεκριμένα σε έκτακτη χρησικτησία. Αναφέρονται δε στην αγωγή οι πράξεις νομής του ενάγοντος που προσιδιάζουν στη αγροτική φύση του επιδίκου ακινήτου και ειδικότερα η καλλιέργειά του είτε από τον ίδιο είτε μέσω άλλων προσώπων (άρθρ. 980 ΑΚ), που εκδηλώνουν τη βούλησή του να εξουσιάζει το ακίνητο και που μπορούν να οδηγήσουν στην κτήση κυριότητας σε αυτό με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, ο τα αντίθετα υποστηρίζων τρίτος λόγος αναίρεσης περί αοριστίας της αγωγής, ισχυρισμό που, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, πρότεινε πρωτοδίκως, αλλά και με λόγο έφεσης, τον οποίο απέρριψε το Εφετείο με αποτέλεσμα να υποπέσει στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που κατά το νόμο είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (Ολ ΑΠ 6/2006, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 728/2019, ΑΠ 586/2019).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ προκύπτει ότι εναγόμενος στη διεκδικητική αγωγή του κυρίου ακινήτου είναι ο νομέας ή ο κάτοχος αυτού. Αν ο εναγόμενος δεν είναι νομέας ή κάτοχος του ακινήτου, αλλά απλώς ισχυρίζεται ότι η κυριότητα του ανήκει ή αν αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος, τότε δεν είναι δυνατή η έγερση κατ` αυτού της διεκδικητικής, αλλά μόνον της αναγνωριστικής αγωγής (ΑΠ 243/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο-αγρός βρίσκεται στη θέση "Ξ." του αγροκτήματος ..., όπως εμφαίνεται στο από Δεκέμβριο του έτους 2006 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.

Μ. με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΑ, έχει εμβαδόν 2.222 τμ και συνορεύει βόρεια επί πλευράς ΓΔ 36,54 μέτρων με ιδιοκτησία Ι. Μ., νότια επί πλευράς ΑΖ 17,74 μέτρων με ιδιοκτησία Μ. Μ., ανατολικά επί πλευράς ΔΕ 42,34 μέτρων με ιδιοκτησία Γ. Σ. και επί πλευράς ΕΖ 41,64 μέτρων με ιδιοκτησία Α. Β. και δυτικά επί πλευράς ΓΒ 40,99 μέτρων με ιδιοκτησία Χ.

Μ. και επί πλευράς ΒΑ 39,73 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στη νομή του ενάγοντος κατόπιν άτυπης διανομής κατά το έτος 1955 με τα αδέλφια του Ι., Ε., Λ., Α. και Α. της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα τους Γ. Μ. του Ι.. Από την περιέλευση του ως άνω ακινήτου στον ενάγοντα, αυτός το νέμονταν και το κατείχε, με διάνοια κυρίου, ενεργώντας επ' αυτού όλες τις εμφανείς υλικές πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στη φύση του.

Συγκεκριμένα, ο ανωτέρω πριν από το έτος 1970 παραχώρησε τη χρήση του στην αδελφή του Ε. Ζ. για τη βόσκηση των ζώων της, ενώ από το έτος 1975 και μέχρι το έτος 2000 το καλλιεργούσε ο ίδιος. Από το έτος 1990 ο ενάγων λόγω προβλημάτων υγείας επισκεπτόταν κατά αραιά χρονικά διαστήματα τον αγρό, όμως για την ύπαρξη της νομής στον αγρό δεν είναι αναγκαίο αυτός να βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή μαζί του, ούτε σε συνεχή εγρήγορση, αρκεί ότι η φυσική εξουσία του μπορούσε να εκδηλωθεί ανά πάσα στιγμή...

Ως εκ τούτου, ο ενάγων έγινε κύριος αυτού με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι από τη μεταβίβαση σ' αυτόν του ακινήτου ασκούσε σ' αυτό συνεχώς διακατοχικές πράξεις για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 2004 ο εναγόμενος κατέλαβε το επίδικο ακίνητο το ενάγοντος και με την κατάληψη αυτή απέβαλε τον ενάγοντα από τη νομή αυτή και ακολούθως με το με αριθμ. .../28-5-2010 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Ο.

Κ.-Τ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μουδανιών (στον τόμο … και αριθμό 18), ο εναγόμενος και οι κληρονόμοι του προαποβιώσαντος αδελφού του Ά. Τ. του Γ. πώλησαν τον επίδικο αγρό στους Θ. Τ. και Φ. Λ., με την επισήμανση στο συμβόλαιο ότι ο εναγόμενος και ο αδελφός του Ά. Τ. απέκτησαν την κυριότητα του πωληθέντος αγρού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενοι αυτόν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από το έτος 1972, όταν περιήλθε σ' αυτούς η νομή του με άτυπη δωρεά από τον πατέρα τους Γ.

Τ., δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Ο εναγόμενος διατείνεται ότι ο ίδιος και ο αδελφός του Ά. είχαν καταστεί κύριοι αγρού εμβαδού 2.206,44 τμ, που βρίσκεται στη θέση "...", η οποία είναι όμορη της θέσης "Ξ." και τον αγρό αυτό πώλησαν στους ανωτέρω. Από την επισκόπηση όμως του συμβολαίου προκύπτει ότι ο πωληθείς αγρός που βρίσκεται στη θέση "..." έχει έκταση 2.206,44 τμ και συνορεύει επί πλευράς ΑΒ 36,40 μέτρων με αγρό ιδιοκτησίας Ι.

Μ., επί πλευράς ΒΓ 84,05 μέτρων με πρώην ιδιοκτησία Ν. Σ., επί πλευράς ΓΔ 17,74 μέτρων με πρώην ιδιοκτησία Α. Π. και επί πλευράς ΔΕ 39,68 μέτρων και ΕΑ 41,01 μέτρων με αγρούς αγνώστου ιδιοκτησίας. Επισημαίνεται ότι ο αγρός αυτός ταυτίζεται με τον επίδικο, διότι πρόκειται για αγρό ίδιας έκτασης, ίδιου σχήματος και συνορεύει με τις ίδιες όμορες ιδιοκτησίες, στο μόνο στοιχείο που διαφέρουν είναι η θέση του, η οποία αναφέρεται ως "...".

Το γεγονός ότι πρόκειται για αγρό ίδιου σχήματος και ίδιων συνόρων προκύπτει άμεσα από τη σύγκριση των προσκομιζομένων με επίκληση τοπογραφικών διαγραμμάτων από τους διαδίκους και ειδικότερα από το προαναφερόμενο από Δεκέμβριο 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι. Μ., που προσκομίζει ο ενάγων και από το από 29-9-2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Π., που προσκομίζει ο εναγόμενος. Επειδή όμως πρόκειται για όμορες τοποθεσίες πιθανό να μην είναι διακριτή η θέση της κάθε τοποθεσίας από τους κατοίκους του Α. Μ. και για το λόγο αυτό αναγράφηκε λανθασμένα στο συμβόλαιο ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "...", αντί της ορθής "Ξ.". Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντος, η οποία είχε άμεση γνώση για τα όσα κατέθεσε, η κατάθεση της οποίας είναι σαφής και κατηγορηματική.

Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρα του εναγομένου και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που ο εναγόμενος νόμιμα με επίκληση προσκομίζει. Επομένως, η κατάληψη του επιδίκου ακινήτου από τον εναγόμενο, ο οποίος απέβαλε τον ενάγοντα από τη νομή του, προσβάλλει την κυριότητά του επ' αυτού.

Περαιτέρω υποστηρίζει ο εκκαλών ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής, διότι έχει ήδη πωλήσει σε τρίτους το επίδικο ακίνητο. Σύμφωνα όμως με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, ο αληθής κύριος σε περίπτωση μεταβίβασης του ακινήτου του με συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να ασκήσει την αγωγή κυριότητας κατά του συμβαλλομένου πωλητή".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, κάνοντας δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες και κατέστησε έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου-αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα της κατοχής από αυτόν του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της διεκδικητικής αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να παραβιάσει εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ.

Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο εναγόμενος το έτος 2004 κατέλαβε το επίδικο ακίνητο και με την κατάληψη αυτή απέβαλε τον ενάγοντα από τη νομή του ακινήτου, δέχεται δε στη συνέχεια ότι ο εναγόμενος και οι κληρονόμοι του προαποβιώσαντος αδελφού του Ά. Τ. με το .../28-5-2010 συμβόλαιο πώλησαν τον επίδικο αγρό στους Θ.

Τ. και Φ. Λ.. Και ενώ στη συνέχεται δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο, επί του οποίου ο ενάγων έχει καταστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία, ταυτίζεται με το ακίνητο, το οποίο ο εναγόμενος και οι κληρονόμοι του αδελφού του πώλησαν στους ανωτέρω αναφερόμενους με το συμβόλαιο του έτους 2010, απορρίπτει τον ισχυρισμό του εναγομένου-αναιρεσείοντος ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής διότι έχει πουλήσει το επίδικο σε τρίτους, χωρίς παράλληλα να δέχεται με την απόφασή του ότι ο εναγόμενος μετά την πώληση αυτή εξακολουθεί να είναι νομέας και κάτοχος του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της από 15-1-2013 διεκδικητικής αγωγής.

Από τις ελλιπείς αυτές αιτιολογίες αποδυναμώνεται η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα της ιδιότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως νομέα και κατόχου του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, ενώ παρέλκει περαιτέρω η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αίτησης αναίρεσης, καθώς και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, δεδομένου ότι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω τρίτου αναιρετικού λόγου, που γίνεται δεκτός. Κατά συνέπεια, με βάση τα ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 1299/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό του αίτημα (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1299/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υπόθεσης στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλο από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ