Legislator Case Law & Legislation
1391/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative court decision due to procedural defects and lack of legal grounds.

Case Number 1391/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the public entity's appeal against a first-instance judgment regarding salary cuts. The appellant failed to file the appeal within the statutory thirty-day limit and did not substantiate its arguments regarding the court's alleged procedural errors. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible and ordered the appellant to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577, 564, 144, 559, 11 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed outside the statutory time limit is inadmissible, and arguments challenging a court's discretionary assessment without specific legal grounds are rejected.

Keywords

AI generated
statute of limitations admissibility of appeal procedural defect discretionary assessment legal costs administrative litigation inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 144, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 9 of the Code of Civil Procedure
Article 11 of the Decree of 26/6/10.7.1944 'On the lawsuits of the State'
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 614/2020
Case 431/2016
Case 1892/2009
Case 1665/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1391 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1391/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΝΠΔΔ Πολιτισμού και Αθλητισμού Δήμου Ζωγράφου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Ζωγράφο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σκαδιώτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Λ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Παπαδάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2326/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1481/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-10-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 ΚΠολΔ, "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.

Κατά τις διατάξεις δε των άρθρων 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τελειώνει δε κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10.7.1944 ''Περί δικών του Δημοσίου'', σε όλες τις δίκες του Δημοσίου δεν τρέχει ουδεμία, απολύτως, προθεσμία σε βάρος αυτού κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, με τη ρητή, επίσης, διευκρίνιση ότι και η προθεσμία, που τυχόν άρχισε πριν από τις δικαστικές διακοπές, αναστέλλεται κατά τη διάρκειά τους.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ΚΟΔΚαΔΛ (ν. 1756/1988), οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1 Ιουλίου και διαρκούν μέχρι την 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 εδ. α' του ν. 2579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του διατάγματος της 26-6/10.7.1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΚΠολΔ και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ως άνω αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εφαρμόζονται και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), όπως το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΑΠ 1337/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 74 παρ. 1 του Ν.4690/2020, το οποίο επιγράφεται: Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ορίζονται τα εξής: 1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 5.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης 7501/897/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 1481/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 15.2.2019 και με αριθμό κατάθ. 15669/1139/2019 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2326/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 10.6.2017 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 545129/1387/2017) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναιρέσεως κατά της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. 1481/3.3.2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία - απόφαση - επιδόθηκε στο αναιρεσείον με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης την 29.7.2020 (βλ. υπ' αριθμ. 11848/29.7.2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Ανδρέα Π.

Ν.), ασκήθηκε με κατάθεση αυτής στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 5.10.2020, ήτοι εμπρόθεσμα. Τούτο, διότι η προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, λόγω της επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης εντός του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών, το οποίο κατά το άρθρο 18 του Ν.4684/2020 περί περιορισμού των δικαστικών διακοπών για το έτος 2019-2020, περιορίστηκε από 16.7.2020 έως την 31.8.2020, εντός του οποίου έλαβε χώρα κατά τα ανωτέρω η επίδοση αυτής, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν συμπληρώνεται εάν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (ημέρες) από τη λήξη της.

Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπροθέσμως σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 552, 553, 556 και 558 ΚΠολΔ, αφού από την εκκίνηση της προθεσμίας την 1.9.2020 (μετά τη λήξη των δικαστικών διακοπών) μέχρι την κατάθεση του δικογράφου της αίτησης στις 5.10.2020, δεν παρήλθε η προθεσμία των τριάντα ημερών καθώς και της παράτασης αυτής για άλλες επιπλέον τριάντα (30) ημέρες.

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), απορριπτομένων ως αβασίμων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει με τις κατατεθείσες κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις 16.11.2021 προτάσεις της η αναιρεσίβλητη περί εκπροθέσμου ασκήσεως αυτής και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη από 5.10.2020 και με αριθμό κατάθεσης 7501/897/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 1481/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 15.2.2019 και με αριθμό κατάθ. 15669/1139/2019 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 2326/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 10.6.2017 (αριθμ.

εκθ. καταθ. 545129/1387/2017) αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, υφισταμένης σύμβασης εργασίας, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την οφειλόμενη απ' αυτόν παροχή εργασίας (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού, αλλά και για την παράβαση εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαιτήσεώς του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ' αυτόν αντιπαροχής.

Κατ' ακολουθία, αν υφίσταται ασφάλεια ως προς την εκπλήρωση της ανταξίωσής του αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επίσχεσης. Το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Μόνη όμως η καταχρηστική και εν γένει η μη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας του μισθωτού δεν δύναται να θεωρηθεί αφ' εαυτής ως καταγγελία εκ μέρους του της συμβάσεως εργασίας, εκτός και εάν εν όψει των συντρεχουσών περιστάσεων δύναται να αξιολογηθεί ως ενέχουσα κατ' αντικειμενική κρίση σχετική βούληση αυτού (ΑΠ 1107/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013).

Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, 27/1998).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017,1184/2015, 121/2014, 1752/2013, 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, 1361/2019, ΑΠ1551/2018, 319/2017, 901/2010, 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020, 19/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τους λόγους της αιτήσεως, δεύτερο και πέμπτο από τον αριθμό 1 και πρώτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλομένη για ευθεία παραβίαση των διατάξεων του Β.Δ. 16/1966 και άρθρου 281 ΑΚ και εκ πλαγίου λόγω αντιφατικών αιτιολογιών.

Ειδικότερα α) με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του Β.Δ. 16/1986 για τη ρύθμιση του συνόλου της σχέσης της εργαζόμενης αναιρεσίβλητης με τον αναιρεσείοντα εργοδότη της και όχι τον Κώδικα Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, β) με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με την κρίση του ότι δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως από μέρους της αναιρεσίβλητης, αν και έγινε για την επαναφορά των αρχικών όρων εργασίας της, λόγω της δήθεν μονομερούς βλαπτικής μεταβολής αυτών εκ μέρους του αναιρεσείοντος, και γ) με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως προσάπτει την αντίφαση ότι το δικαίωμα επισχέσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε καταχρηστικά λόγω κακοβουλίας της αναιρεσίβλητης καθώς και ότι η αναγγελία της οικειοθελούς αποχώρησης της αναιρεσίβλητης από την εργασία της συνιστά καταγγελία της σύμβασής της εκ μέρους του αναιρεσείοντος χωρίς την τήρηση τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι διότι το αναιρεσείον διαλαμβάνει σ' αυτούς αποσπασματικές μόνο παραδοχές της προσβαλλομένης κατ' επιλογή του, το κατά την άποψή του πραγματικό μέρος της υπόθεσης, χωρίς να αναφερθεί στο σύνολο των κρίσιμων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο αποδεικτικό πόρισμα, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά το αναιρεσείον υπάρχουσες αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ώστε να κριθεί εάν πράγματι στερείται νομίμου βάσεως, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Επομένως οι λόγοι αυτοί, ενιαίως κρινόμενοι είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, ή άφησε αίτηση αδίκαστη, αποτελεί δε ο λόγος αυτός τη λογική συνέπεια της ισχύος του συστήματος της συζήτησης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) στο δικονομικό δίκαιο.

Ως "αίτηση" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση της αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης (ΑΠ 614/2020, 431/2016, 1892/2009, 1665/2008). Το αναιρεσείον με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως προσάπτει την πλημμέλεια α) ότι το Εφετείο χαρακτήρισε "θεμέλιο λίθο" της από 1.9.2016 επίσχεσης της αναιρεσίβλητης, τις περικοπές που έγιναν στο μισθό της χωρίς να λάβει υπ' όψη του το Εφετείο το έγγραφο του Δ/ντή του ΝΠΔΔ προς τον τότε Πρόεδρο που βεβαιώνει την απουσία της αναιρεσίβλητης ώστε να ληφθούν μέτρα για την ορθή εκκαθάριση της μισθοδοσίας της και β) ότι το Εφετείο δέχθηκε την άσκηση της επίσχεσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ως μέσο για την επαναφορά των αρχικών όρων εργασίας της, λόγω δήθεν μονομερούς βλαπτικής μεταβολής αυτών εκ μέρους του αναιρεσείοντος, παρ' ότι ουδέποτε είχε ζητηθεί από την αντίδικο ούτε αναφερόταν στο από 31.8.2016 εξώδικό της.

Οι ανωτέρω αιτιάσεις δεν ιδρύουν τον εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο καθ' όσον δεν παρέλειψε να ερευνήσει υποβληθείσα αίτηση και είναι απαράδεκτοι καθ' όσον πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου και οι σχετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, δοθέντος ότι η δικαστική δαπάνη δεν θα επιδικαστεί μειωμένη γιατί η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος δεν διεξάγεται από το ΝΣΚ αλλά από δικηγόρο με πάγια αντιμισθία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.10.2020 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΝΠΔΔ Πολιτισμού και Αθλητισμού Δήμου Ζωγράφου" για αναίρεση της 1481/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Αυγούστου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ