Legislator Case Law & Legislation
1391/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment on agency fees due to lack of new material facts.

Case Number 1391/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court's decision rejecting the agency fee claim. The appellant argued the lower court failed to consider their submission that the agent disclosed the property owner's identity, a fact they claimed was crucial for establishing the causal link between the opportunity introduction and the contract formation. The court rejected this argument, ruling that the disclosure of the owner's identity did not constitute a new material fact capable of altering the case outcome since the agent had already disclosed the property addresses. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560(5) K.Pol.D.; Art. 559(8) K.Pol.D.: An appeal under Art. 560(5) K.Pol.D. is admissible only when the court failed to consider or considered irrelevant matters that had a decisive impact on the judgment, where 'matters' refer to substantive claims or defenses that could alter the case's outcome.

Keywords

AI generated
appeal admissibility new material facts agency fees causal link property disclosure contract formation legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 560(5) K.Pol.D.
Art. 559(8) K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
O.A.P. 25/2003
O.A.P. 3/1997
O.A.P. 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1391 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1391/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... A.E." και το διακριτικό τίτλο "... A.E." η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Διακοπαναγιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Σ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Ζιάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/02/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1854/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 8914/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 18/10/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 18 Οκτωβρίου 2018 και με αριθ. κατάθ. 99172/157/24.10.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 8914/20.8.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, επί της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 1854/31.12.2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 30.1.2015 και με αριθ. κατάθ. ....50/200/2.2.2015 έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της από 10.2.2012 και με αριθ.

κατάθ. ....5/1.3.2012 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης μεσιτικής εταιρείας είχε επιδικάσει σε αυτήν ως μεσιτική αμοιβή για την υπόδειξη ευκαιρίας το χρηματικό ποσό των 9.600 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 23%, με το νόμιμο τόκο. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση, απέρριψε με την προσβαλλομένη απόφαση του ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 24 Οκτωβρίου 2018, ενώ, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, τα οποία δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσίβλητη (άρθ. 261 του ΚΠολΔ), η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα εταιρεία στις 26 Σεπτεμβρίου 2018 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Μετά την κατάργηση του Ν. 308/1976 "περί µεσιτών αστικών συµβάσεων" µε το άρθρο 3 του Π.Δ/τος 248/1993 (ΦΕΚ Α 108), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 Α του Ν. 2000/1991 προστεθέντος με το άρθρο 70 του Ν. 2065/1992 (ΦΕΚ Α 113), η σύµβαση µεσιτείας ρυθµίζεται πλέον από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 703 έως 707 του ΑΚ και 1 εποµ.

του άνω Π.Δ/τος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 703 παρ. 1 ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αµοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη µεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη µιας σύµβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει µόνο αν η σύµβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξίωσης µεσιτικής αµοιβής είναι:

α) σύµβαση µεσιτείας, δηλαδή υπόσχεση αµοιβής για την ανατιθέμενη στο µεσίτη εντολή για µεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συγκεκριμένης κύριας σύµβασης, β) µεσιτική δραστηριότητα µε τη µορφή µεσολάβησης ή υπόδειξης ευκαιρίας, για τη σύναψη συγκεκριμένης κύριας σύµβασης, γ) σύναψη της σκοπούµενης αυτής (κύριας) σύµβασης και δ) αιτιώδης συνάφεια µεταξύ της µεσιτικής δραστηριότητας και της σύναψης της κύριας σύµβασης.

Πότε υπάρχει µεσολάβηση και πότε υπόδειξη δεν ορίζεται στο νόµο και, εφόσον το περιεχόµενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύµβαση, η µεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του µεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα µέρη µε σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης και είναι δυνατόν, αλλά δεν απαιτείται, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από το µεσίτη των συνεννοήσεων των µερών, τη µεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα µέρος στο άλλο όρων ή και τη διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη µεσολάβηση, διότι µε αυτήν ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ` αυτόν δυνατότητας σύναψης της σύμβασης που τον ενδιαφέρει.

Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο στη μεσολάβηση ή μόνο στην υπόδειξη ευκαιρίας ή και στα δύο. Αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκαν για την υπόδειξη ευκαιρίας και η κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας.

Στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή όταν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικά και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της σύμβασης με απλή υπόδειξη του τελευταίου δεν αρκεί για το εναγώγιμο της αμοιβής του. Ειδικότερα, καθόσον αφορά τη συνδρομή της υπό στοιχ. γ` προϋπόθεσης, για το απαιτητό της αμοιβής πρέπει να καταρτιστεί η σύμβαση την οποία ήθελε ο υποσχεθείς την αμοιβή.

Επίσης, για να δικαιούται ο μεσίτης αμοιβή πρέπει, εκτός των ανωτέρω, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της κατάρτισης της πράξης, για την οποία δόθηκε η εντολή. Στην εντολή προς υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη αστικής σύμβασης δεν απαιτούνται περαιτέρω προσωπικές ενέργειες του μεσίτη, αφού αρκεί ότι έλαβε χώρα υπόδειξη ευκαιρίας και ότι αποδεικνύεται ότι η σύμβαση καταρτίστηκε λόγω της υπόδειξης αυτής, μάλιστα δε η σύναψη της σύμβασης δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικώς και κυρίως το προϊόν των ενεργειών του μεσίτη, διότι δεν αποκλείεται και παρεπόμενη ενέργεια αυτού ή άλλη δευτερεύουσα προσπάθεια του να είναι υπό ορισμένες συνθήκες επαρκής ή και η μόνη απαιτούμενη, όπως το γεγονός ότι ο μεσίτης έδωσε στον εντολέα του τη διεύθυνση και το όνομα του ενδιαφερομένου για τη σύναψη της σύμβασης, ώστε να καθιστά δυνατή την απευθείας διαπραγμάτευση.

Απαιτείται, δηλαδή, για τη δημιουργία υποχρέωσης προς καταβολή της μεσιτικής αμοιβής, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσολάβησης ή της υπόδειξης ευκαιρίας και της κατάρτισης της σύμβασης, όχι όμως και συμφωνία των οικονομικών όρων αυτής, που απόκειται στην ελευθερία συναλλακτικής δράσης των συμβαλλομένων, εκτός αν η καταβολή της αµοιβής εξαρτήθηκε από την κατάρτιση της σύμβασης µε τους όρους που καθορίστηκαν, όπως µε την επιτυχία ορισµένου τιμήματος (ΑΠ 454/2013).

Δεν είναι απαραίτητο οι ενέργειες του μεσίτη ν` αποτελούν την μοναδική αιτία της κατάρτισης της σύμβασης. Μέχρι ποίου σημείου πρέπει να προχωρήσουν οι ενέργειες αυτές για να θεωρηθεί ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια δεν μπορεί να καθορισθεί με γενικούς ορισμούς εκ των προτέρων, μπορεί, όμως, να λεχθεί γενικά, ότι ο μεσίτης δεν υποχρεούται να παρακολουθήσει μέχρι τέλους τις διαπραγματεύσεις, αρκεί η ενέργειά του να είναι τέτοια, ώστε να μπορεί να φέρει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και να χρησίμευσε ουσιωδώς προς τούτο.

Και αν διακόπηκαν οι ενέργειες του μεσίτη για κάποιο χρονικό διάστημα, η κύρια, όμως, σύμβαση καταρτίσθηκε μεταγενέστερα συνεπεία των προτέρων ενεργειών του, υπάρχει η απαιτουμένη κατά νόμο αιτιώδης συνάφεια. Η κρίση περί του εάν τα διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα οι ενέργειες του μεσίτη, γενικώς και αφηρημένως λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι αυτές μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθούν ή μη ως πρόσφορη αιτία του παραχθέντος αποτελέσματος, ήτοι της κατάρτισης της σύμβασης, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 703 του Α.Κ.

Αντίθετα, η κρίση περί του εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενέργειες του μεσίτη είχαν ή όχι ως αποτέλεσμα την κατάρτιση της συγκεκριμένης σύμβασης αποτελεί ζήτημα πραγματικό που κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας, με συνέπεια η σχετική κρίση, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, να μην ελέγχεται αναιρετικά σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1203/2009, σχετ.

ΑΠ 1879/1999).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία είναι κατά λέξη ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος όταν η επικαλούμενη αντίφαση ανάγεται μεταξύ της ερμηνείας της σχετικής διάταξης ουσιαστικού νόμου, όπως αυτή διαλαμβάνεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, και των ουσιαστικών παραδοχών αυτής στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του, αφού στο σκεπτικό του διέλαβε μείζονα πρόταση περί των νομίμων κατά τα ανωτέρω προϋποθέσεων της γέννησης της αξίωσης του μεσίτη για την καταβολή σε αυτόν της συμφωνηθείσας μεσιτικής αμοιβής από υπόδειξη ευκαιρίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 703 παρ.1 του ΑΚ, στη συνέχεια δέχθηκε στην ελάσσονα πρόταση αυτού, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη μεσιτική ανώνυμη εταιρεία [ήδη αναιρεσείουσα], η οποία είναι εγγεγραμμένη στα αρμόδια βιβλία του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου...

με αριθμό μητρώου ...22 και έχει ως αντικείμενο εργασιών τη μεσιτεία αστικών συμβάσεων, προερχομένη από μετατροπή της εταιρείας ... ΕΠΕ σε ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει της από 14.7.2009 σύμβασης franchising Διανομής Υπηρεσιών, που υπογράφηκε μεταξύ της ίδιας και της εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και ήδη "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", νόμιμα εγγεγραμμένης στο ίδιο ως άνω Επιμελητήριο με έδρα στη ...

με αριθμό μητρώου ...49, παραχώρησε στην τελευταία την άδεια χρήσης και εκμετάλλευσης του συστήματος franchising σε διάφορες περιοχές της ....., μεταξύ των οποίων η ..., με αντικειμενικό σκοπό την παροχή των υπηρεσιών της σε τρίτους, χρησιμοποιώντας, εκτός των άλλων το σήμα και το λογότυπό της. Η ως άνω εταιρεία, δυνάμει του συνημμένου στην αγωγή από 14.7.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, της εκχώρησε ρητά και ανεπιφύλακτα το δικαίωμα δικαστικής διεκδίκησης και είσπραξης της υφισταμένης απαίτησής της κατά της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας [ήδη αναιρεσίβλητης], που βασίζεται σε έγγραφη εντολή υπόδειξης ακινήτου και αφορά μη καταβληθείσα μεσιτική αμοιβή.

Στις 16.10.2010, ο Ε. Δ. ανέθεσε εγγράφως στην εταιρεία την εντολή, την οποία ουδέποτε ανακάλεσε, να προωθήσει προς πώληση μία μονοκατοικία ιδιοκτησίας του, κειμένη στην περιοχή της .... επί της οδού ..., πραγματικής αξίας κατά δήλωσή του 600.000 ευρώ. Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ήλθε σε επαφή στις 13.5.2011 με το ως άνω κατάστημα στη ....

και ζήτησε να της υποδειχθεί ακίνητο προς αγορά και της υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και η ανωτέρω μονοκατοικία. Συνυπέγραψε δε την από 13.5.2011 σχετική εντολή υπόδειξης ακινήτου, στην οποία αναφέρονται συνολικά δέκα τέσσερα (14) ακίνητα με τις εκτιμώμενες τιμές τους και τις αντίστοιχες μεσιτικές αμοιβές, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω μονοκατοικία επί της οδού ....

Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα προέβη τελικά στην αγορά της μονοκατοικίας αυτής, δυνάμει του υπ' αριθ. ...47/21.10.2011 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Γ. Π. - Ζ. με αναγραφόμενο τίμημα πώλησης 220.500,30 ευρώ, ήτοι την αντικειμενική αξία. Όμως η σύμβαση αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη μεσιτική δραστηριότητα της εταιρείας, αφού δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε επίσκεψη της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας στο ανωτέρω ακίνητο με πρωτοβουλία της εταιρείας, ούτε και ότι έφερε σε επαφή τους πωλητές με εκείνη για να προχωρήσουν στη σύναψη της σύμβασης.

Ειδικότερα η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα είχε αναθέσει εντολή υπόδειξης ακινήτου και στο μεσιτικό γραφείο "..." της Α. Λ. στις 2.7.2011 και της είχε υποδειχθεί το ίδιο ακίνητο. Την ίδια ημερομηνία το επισκέφθηκε μαζί με την συνεργάτιδα αυτής Μ. Ν. και ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τους ιδιοκτήτες Ε. και Ε. Δ..

Το ακίνητο ήταν της αρεσκείας της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης επακολούθησαν διάφορες διαδικασίες, όπως λήψη δανείου από την τράπεζα UCI, η λήψη ασφαλιστικής ενημερότητας του πωλητή Ε. Δ., η πολεοδομική τακτοποίηση των ημιυπαίθριων χώρων, η προκαταβολή ποσού 10.000 ευρώ στις 3.9.2011, η λήψη πιστοποιητικού ΠΕΑ, λήψη βεβαιώσεων περί μη οφειλής ΤΑΠ, καταβολή φόρου μεταβίβασης, λήψη βεβαιώσεων φορολογικής ενημερότητας, διαδικασίες τις οποίες παρακολούθησε με συνεχή επικοινωνία η μεσίτρια Α.

Λ., ενώ η συνεργάτιδά της Μ. Ν. συμμετείχε ενεργά στις συζητήσεις και τις διαδικασίες μεταξύ πωλητών και αγοράστριας. Έτσι η μεσίτρια γνώριζε την επακριβή ημερομηνία υπογραφής του συμβολαίου στις 21.10.2011 και εξοφλήθηκε άμεσα η αμοιβή της τόσο από τους πωλητές, όσο και από την αγοράστρια στις 26.10.2011, η δε μεσίτρια εξέδωσε την υπ' αριθ. 31/26.10.2011 ΑΠΥ για τους πωλητές και το από 26.10.2011 έγγραφο περί λήψης αμοιβής από την αγοράστρια.

Το γεγονός ότι δεν εκδόθηκε ΑΠΥ και για την αγοράστρια, καθώς και ότι η έγγραφη εντολή υπόδειξης ακινήτου που προσκομίζει δεν φέρει την υπογραφή της μεσίτριας, δεν αρκεί για ν' αποδειχθεί ότι δεν υπήρξε μεσιτική δραστηριότητα από πλευράς της τελευταίας, αφού η καταβολή αμοιβής σε ανύποπτο χρόνο από πλευράς των πωλητών προς την "..." καταδεικνύει ότι η αγοραπωλησία έγινε με τη διαμεσολάβηση αυτής.

Η καταβολή στα πλαίσια εξώδικου συμβιβασμού ποσού μεσιτικής αμοιβής 1.500 [ενν. ευρώ] από τους πωλητές και προς την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, προς αποφυγή δικαστικών αγώνων και την πιθανότητα επιδίκασης πολύ μεγαλύτερου ποσού, δεν αρκεί ασφαλώς για να αποδείξει το βάσιμο των ισχυρισμών της. Το γεγονός ότι η εντολή προς την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ήταν χρονικά πρότερη και ουδέποτε ανακλήθηκε, σε συνδυασμό με τη σύναψη της σύμβασης δεν είναι αρκετό για να καταστεί απαιτητή η μεσιτική αμοιβή, καθώς απαραίτητη προϋπόθεση γι' αυτό είναι να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπόδειξης και της σύναψης της σύμβασης.

Εν προκειμένω όμως, εκτός από την υπόδειξη 14 ακινήτων με τις διευθύνσεις τους προς την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, η εταιρεία σε καμία περαιτέρω δραστηριότητα δεν προέβη, προκειμένου να φέρει σε επαφή τους πωλητές με την υποψήφια αγοράστρια ή να επισκεφθούν το ακίνητο. Αντιθέτως αυτά έγιναν από την Α.

Λ. του μεσιτικού γραφείου "..." και τη συνεργάτιδα της και η σύναψη της σύμβασης τελεί σε απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με τη δική τους μεσιτική δραστηριότητα. Ο ίδιος εξ άλλου ο πωλητής με την υπ' αριθ. ...69/2015 ένορκη βεβαίωση καταθέτει ότι η αγοράστρια ήρθε στην οικία του για πρώτη φορά μαζί με την Μ. Ν.. Εν όψει όλων των ανωτέρω δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην υπόδειξη του ακινήτου από την εταιρεία και στη σύναψη της συμβάσεως αγοραπωλησίας, με αποτέλεσμα να μην οφείλεται μεσιτική αμοιβή και η αγωγή να είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή λόγου έφεσης περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, εξαφάνισε την με αριθ. 1854/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως ότι υφίστατο αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην υπόδειξη του ακινήτου από την εταιρεία και στη σύναψη της σύμβασης αγοραπωλησίας και είχε υποχρεώσει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 9.600 ευρώ ως μεσιτική αμοιβή, πλέον του ποσού των 2.208 ευρώ για ΦΠΑ από την έκδοση του σχετικού παραστατικού.

Αφού δε κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μεσιτική εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 703 παρ.1 του ΑΚ με εσφαλμένη εφαρμογή αυτής, καθότι με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η στο πλαίσιο σχετικής από 13.5.2011 έγγραφης εντολής της αναιρεσίβλητης προς υπόδειξη ακινήτου [προς την μεσιτική εταιρεία "...

Ο.Ε.] υπόδειξη σε αυτήν από τη μεσιτική εταιρεία, μεταξύ άλλων (ακινήτων), και του συγκεκριμένου προς πώληση ακινήτου επί της οδού ..., ιδιοκτησίας του Ε. Δ. τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την σε εύλογο χρονικό διάστημα κατάρτιση στις 21.10.2011 της σύμβασης αγοραπωλησίας, λαμβανομένου υπόψη του ότι η ανωτέρω υπόδειξη έλαβε χώρα σε προγενέστερο χρόνο της όποιας μεσολάβησης του μεσιτικού γραφείου "..." που έλαβε χώρα από 2.7.2011, για δε την κατάφαση αιτιώδους συνδέσμου, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, δεν απαιτείτο κατά νόμο άλλη ενέργεια εκ μέρους της συμβαλλομένης μεσιτικής εταιρείας, πλην την ενημέρωσης της αναιρεσίβλητης για την ύπαρξη της συγκεκριμένης ευκαιρίας για την κατάρτιση της σύμβασης και μάλιστα με τη γνωστοποίηση της διεύθυνσης και του ονόματος του ενδιαφερομένου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ναι μεν μόνη η ενημέρωση του εντολέα από το μεσίτη για την ύπαρξη ευκαιρίας προς κατάρτιση σύμβασης, όπως το γεγονός ότι ο μεσίτης έδωσε στον εντολέα τη διεύθυνση και το όνομα του ενδιαφερομένου για την κατάρτιση της σύμβασης και κατέστησε έτσι εφικτή την μεταξύ των μερών απ' ευθείας διαπραγμάτευση που οδήγησε στην κατάρτιση της σύμβασης, μπορεί "κατά τις περιστάσεις" να κρίνεται επαρκής για την κατάφαση του αιτιώδους συνδέσμου [ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες που δεν μεσολάβησαν ενέργειες τρίτων], τούτο όμως εξαρτάται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης και κατά συνέπεια δεν επάγεται άνευ άλλου τινός την κατάφαση του αιτιώδους συνδέσμου.

Στην δε ένδικη υπόθεση το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταξύ της ως άνω υπόδειξης ευκαιρίας εκ μέρους της μεσιτικής εταιρείας προς την αναιρεσίβλητη και της κατάρτισης της από 21.10.2011 σύμβασης αγοραπωλησίας του επί της οδού ... ακινήτου δεν υπήρξε αιτιώδης σύνδεσμος για τους εκτιθέμενους στο σκεπτικό του ανωτέρω λόγους, η δε κρίση του αυτή, ως αναγομένη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Σε συνάρτηση με τον λόγο αυτό, με τον δεύτερο επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μεσιτική εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με βάση τις ως άνω παραδοχές της και με εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 703 παρ.1 του ΑΚ δεν δέχθηκε την συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου στο πλαίσιο πολλαπλής αιτιότητας, καθόσον για την κατάφαση αυτού δεν απαιτείται η σύναψη της σύμβασης να είναι αποκλειστικώς και κυρίως το προϊόν των ενεργειών του μεσίτη, αλλά στην περίπτωση δραστηριοποίησης περισσοτέρων μεσιτών, μπορεί να θεμελιωθεί αμοιβή για τον καθένα στο μέτρο που όλοι συνέβαλαν αιτιωδώς στην κατάρτιση της σύμβασης, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση με την υπόδειξη του συγκεκριμένου άγνωστου μέχρι τότε ακινήτου από την άνω μεσιτική εταιρεία στην αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι στην ένδικη υπόθεση η κατάρτιση της σύμβασης δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την κατά τα άνω υπόδειξη ευκαιρίας εκ μέρους της μεσιτικής εταιρείας και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνδρομής περίπτωσης πολλαπλής αιτιότητας, η δε κατά τα ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Περαιτέρω με τον τέταρτο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, καθότι ενώ δέχεται ότι "...η υπόδειξη ευκαιρίας είναι κάτι λιγότερο από τη µεσολάβηση, διότι µε αυτήν ο μεσίτης ενημερώνει απλώς τον εντολέα του για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ` αυτόν δυνατότητας σύναψης της σύμβασης που τον ενδιαφέρει...

Αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκαν για την υπόδειξη ευκαιρίας και η κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας...Στην εντολή προς υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη αστικής σύμβασης δεν απαιτούνται περαιτέρω προσωπικές ενέργειες του μεσίτη, αφού αρκεί ότι έλαβε χώρα υπόδειξη ευκαιρίας και ότι αποδεικνύεται ότι η σύμβαση καταρτίστηκε λόγω της υπόδειξης αυτής, μάλιστα δε η σύναψη της σύμβασης δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικώς και κυρίως το προϊόν των ενεργειών του μεσίτη, διότι δεν αποκλείεται και παρεπόμενη ενέργεια αυτού ή άλλη δευτερεύουσα προσπάθεια του να είναι υπό ορισμένες συνθήκες επαρκής ή και η μόνη απαιτούμενη, όπως το γεγονός ότι ο μεσίτης έδωσε στον εντολέα του τη διεύθυνση και το όνομα του ενδιαφερομένου για τη σύναψη της σύμβασης, ώστε να καθιστά δυνατή την απευθείας διαπραγμάτευση..." και ότι η αναιρεσίβλητη συνυπέγραψε την από 13.5.2011 σχετική εντολή υπόδειξης ακινήτου, στην οποία αναφέρονται συνολικά δέκα τέσσερα ακίνητα με τις εκτιμώμενες τιμές τους και τις αντίστοιχες μεσιτικές αμοιβές, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω μονοκατοικία επί της οδού ..., στη συνέχεια δέχθηκε αντιφατικά ότι "...

η σύμβαση αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη μεσιτική δραστηριότητα της εταιρείας, αφού δεν αποδεικνύεται ότι υπήρξε επίσκεψη της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας στο ανωτέρω ακίνητο με πρωτοβουλία της εταιρείας, ούτε και ότι έφερε σε επαφή τους πωλητές με εκείνη για να προχωρήσουν στη σύναψη της σύμβασης".

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη αντίφαση ανάγεται μεταξύ της ερμηνείας της σχετικής διάταξης του άρθρου 703 παρ. 1 του ΑΚ, όπως αυτή διαλαμβάνεται στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, και των ουσιαστικών παραδοχών αυτής στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, με συνέπεια να μην ιδρύεται σχετικός αναιρετικός λόγος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης. Με τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις επιτρέπεται μόνο (και) όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία κατά περιεχόμενο είναι κατά λέξη ταυτόσημη με εκείνη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με τις προτάσεις της στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμό αυτής ότι η μεσιτική εταιρεία γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη την ταυτότητα του ιδιοκτήτη - πωλητή του επίδικου ακινήτου, ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως προς τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας με την κατάρτιση της σύμβασης.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα" που να στηρίζει το αίτημα καταβολής μεσιτικής αμοιβής. Επισημαίνεται δε ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υφίσταται παραδοχή περί γνωστοποίησης της διεύθυνσης όλων των υποδειχθέντων δέκα τεσσάρων ακινήτων από τη μεσιτική εταιρεία προς την αναιρεσίβλητη, γεγονός που, ενόψει των λοιπών περιστάσεων, δεν κρίθηκε από το δικαστήριο της ουσίας επαρκές για την κατάφαση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπόδειξης ευκαιρίας και της κατάρτισης της σύμβασης.

Κατά συνέπεια ο προταθείς εκ μέρους της αναιρεσείουσας εταιρείας ισχυρισμός περί γνωστοποίησης (και) των στοιχείων ταυτότητας του ιδιοκτήτη του συγκεκριμένου ακινήτου (πέραν της διεύθυνσης αυτού) δεν ήταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ουσιώδης για την έκβαση της προκειμένης δίκης. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης.

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.10.2018 και με αριθ. κατάθ. 99172/157/2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 8914/20.8.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ