Legislator Case Law & Legislation
1391/2010 AI generated

1391/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1391/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1391/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία από το 1994 διατηρεί στη θαλάσσια περιοχή του Ακρωτηρίου ... μονάδα εκτροπής ιχθύων, η οποία αποτελείται από είκοσι (20) ιχθυοκλωβούς, ενώ η πρώτη εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή γόνου σε ιχθυογεννητικό σταθμό που διατηρεί στη Μυτιλήνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1391 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1391/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΑΛΚΥΩΝ ΕΠΕ", που εκπροσωπείται νόμιμα, η επωνυμία της οποίας τροποποιήθηκε σε "Ζ ΕΠΕ", την οποία εκπροσώπησε ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ζ που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Σούπο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "INTERFISH ΙΧΘΥΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ΑΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητα αυτής ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, της "ΥΔΑΤΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ ... ΑΕ" που εδρεύει στην νήσο ... και 2. Ψ2 του Ευστρατίου, κατοίκου ... με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου και διευθύνοντα σύμβουλο της πιο πάνω συγχωνευθείσας με απορρόφηση εταιρείας. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Καραντώνη και ο δεύτερος παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2849/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-9-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 16-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία από το 1994 διατηρεί στη θαλάσσια περιοχή του Ακρωτηρίου ... μονάδα εκτροπής ιχθύων, η οποία αποτελείται από είκοσι (20) ιχθυοκλωβούς, ενώ η πρώτη εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή γόνου σε ιχθυογεννητικό σταθμό που διατηρεί στη Μυτιλήνη.

Στις 19-8-2002 μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της ενάγουσας καταρτίσθηκε εγγράφως σύμβαση πωλήσεως, δυνάμει της οποίας η πρώτη πούλησε στην τελευταία 125.000 τεμάχια γόνου τσιπούρας, αντί τιμήματος 0,21 ευρώ το τεμάχιο και συνολικού τιμήματος 26.250 ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. ύψους 1.575 ευρώ. Το τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί ως εξής:

α) το ποσό του Φ.Π.Α. ύψους 1.575 ευρώ ένα μήνα μετά την έκδοση του τιμολογίου και β) το ποσό του τιμήματος ύψους 26.250 ευρώ σε τρεις ισόποσες δόσεις τους δέκατο, ενδέκατο και δωδέκατο μήνες αντιστοίχως μετά την παράδοση του γόνου. Στο ίδιο αυτό από 19-8-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό πωλήσεως ρητά συμφωνήθηκαν μεταξύ της πωλήτριας και της αγοράστριας εταιρίας, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

α) τόπος παράδοσης του πωληθέντος γόνου θα είναι η μονάδα εκτροφής ιχθύων της αγοράστριας ενάγουσας στη θέση ..., β) ο γόνος που θα παραδοθεί από την πωλήτρια θα είναι καλής ποιότητας και θα είναι απαλλαγμένος ασθενειών, δεν θα παρουσιάζει σοβαρές ανομοιομορφίες μεγεθών, δεν θα έχει άτομα δύσμορφα σε ποσοστό άνω του 3% και το μέσο βάρος, ανά άτομο γόνου, θα είναι άνω των δύο (2) γραμμαρίων, γ) η πωλήτρια θα παραδώσει στην αγοράστρια δωρεάν επιπλέον τεμάχια γόνου, συνολικής ποσότητας ίσης με το 3% της πωληθείσας ποσότητας, για την κάλυψη τυχόν απωλειών ή δυσμορφιών, δ) η πωλήτρια εταιρεία, εφόσον εκτελεί τη μεταφορά του γόνου, αναλαμβάνει την ευθύνη για την υγεία των ιχθύων 72 ώρες από την παράδοση, για οποιοδήποτε δε πρόβλημα μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα η αγοράστρια πρέπει να ενημερώνει εγγράφως και άμεσα την πωλήτρια, η οποία δεν θα έχει καμία ευθύνη αν δεν τηρηθεί η παραπάνω διαδικασία και ε) αν κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα υπάρχουν απώλειες, η αγοράστρια θα φυλάσσει και θα θέτει στη διάθεση της πωλήτριας τα νεκρά άτομα γόνου, η αντικατάσταση δε των βεβαιωμένων απωλειών, όταν υπερβαίνει τα ποσοστό του 3% θα γίνεται, με ευθύνη της πωλήτριας, το συντομότερο δυνατόν.

Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, η πρώτη εναγομένη παρέδωσε στις εγκαταστάσεις της μονάδας εκτροφής ιχθύων της ενάγουσας α) στις 4-9-2002 61.000 τεμάχια γόνου τσιπούρας με το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής και β) στις 6-9-2002 64.000 τεμάχια γόνου τσιπούρας με το υπ' αριθμ. ... δελτίο αποστολής, ήτοι συνολικά 125.000 τεμάχια γόνου τσιπούρας.

Την ίδια ημέρα (6.9.2002) η πρώτη εναγομένη εξέδωσε και το υπ' αριθμ. ... τιμολόγιο πώλησης συνολικού ποσού, μαζί με το ανάλογο Φ.Π.Α., 27.223,56 ευρώ, αφού στο τιμολόγιο αυτό συμπεριλαμβανόταν και η ποσότητα γόνου που παραδόθηκε δωρεάν, για την κάλυψη τυχόν απωλειών καθώς και ποσότητα 100 κιλών ιχθυοτροφής. Πριν την παράδοση της παραπάνω πωληθείσης ποσότητας γόνου τσιπούρας, αυτή ελέγχθηκε από τον υπεύθυνο ιχθυολόγο της πρώτης εναγόμενης πωλήτριας και διαπιστώθηκε ότι τα ιχθύδια έφεραν τις συμφωνηθείσες ιδιότητες, δηλαδή αυτό ήταν υγιή με άριστο ιστορικό, χωρίς να τους έχει χορηγηθεί ποτέ αντιβίωση, ενώ το μέσο βάρος κάθε ιχθυδίου ήταν 3,2 γραμμάτια.

Μετά την παράδοση των πωληθέντων ιχθυδίων τσιπούρας η ενάγουσα κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη το ποσό του Φ.Π.Α. του παραπάνω τιμολογίου πώλησης, ύψους 1.540,96 ευρώ, ενώ για το υπόλοιπο ποσό του τιμολογίου 25.680,60 ευρώ εξέδωσε εις διαταγή της ενάγουσας τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές με ημερομηνίες εκδόσεως 31-7-2003, 31-8-2003 και 30-9-2003, ποσού 8.500, 8.500 και 8.682,60 ευρώ αντιστοίχως, πληρωτέες στην τράπεζα ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ.

Περαιτέρω, από το σύνολο των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (και στοιχείων) δεν αποδείχθηκε ότι κατά τους ως άνω χρόνους της σύναψης της πώλησης και της παράδοσης της πωληθείσας ποσότητας γόνου τσιπούρας έλειπαν από τα πωληθέντα ιχθύδια οι συμφωνημένες ιδιότητες ούτε ότι αυτά είχαν πραγματικά ελαττώματα, τα οποία να γνώριζε μάλιστα ο δεύτερος εναγόμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης πωλήτριας εταιρείας, και που να τα απέκρυψε με δόλο από την ενάγουσα αγοράστρια εταιρεία, για την αποφυγή ματαιώσεως της συμβάσεως πωλήσεως.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι τα πωληθέντα ιχθύδια έπασχαν από οποιαδήποτε ασθένεια ούτε ότι αυτά παρουσίαζαν σοβαρές ανομοιομορφίες μεγεθών ούτε ότι είχαν άτομα δύσμορφα σε ποσοστό μεγαλύτερο του 3% επί της συνολικής πωληθείσης ποσότητας ούτε ότι αυτά ήταν γόνος διαλογής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα στην αγωγή της.

Για την απόδειξη των αγωγικών της ισχυρισμών η ενάγουσα εταιρεία, η οποία φέρει και το βάρος της αποδείξεως της ελλείψεως των συνομολογημένων ιδιοτήτων και της υπάρξεως των πραγματικών ελαττωμάτων, δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει σχετική έκθεση ιχθυολόγου από την οποία να προκύπτει ότι κατά τους χρόνους παράδοσης των πωληθέντων ιχθυδίων αυτά έπασχαν από οποιαδήποτε ασθένεια και το είδος αυτής και ότι η ασθένεια αυτή ήτα η αιτία που προκάλεσε το θάνατο μεγάλου μέρους της πωληθείσης ποσότητας γόνου και την καθυστέρηση στην ανάπτυξη της υπόλοιπης ποσότητας.

Μόνη η κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας δεν αρκεί για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της ενάγουσας, αφού ο εν λόγω μάρτυρας δεν έχει ειδικές γνώσεις επί του θέματος και όλα όσα με ενδοιασμούς κατέθεσε δεν αποτελούν προσωπικές διαπιστώσεις του, αλλά γενικόλογα συμπεράσματα, όπως και για το ότι ακόμη η θνησιμότητα των πωληθέντων ιχθυδίων ανήλθε σε μεγάλο ποσοστό και καθυστέρησε η ανάπτυξη τους κατά τη διάρκεια της ιχθυοκαλλιεργητικής περιόδου, η οποία όμως δεν ανέρχεται στους 12 μήνες, όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά στους 14 έως 18 μήνες, εξαρτώμενη από πλήθος παραγόντων και κυρίως από τη θερμοκρασία ύδατος.

Εξάλλου τέτοια έκθεση ειδικού ιχθυολόγου, στην οποία θα εγίνετο μνεία για το είδος της τυχόν ασθένειας των πωληθέντων ιχθυδίων και των συνεπειών της για την ανάπτυξη αυτών, ασφαλώς θα είχε συνταχθεί αν η ενάγουσα, αμέσως μετά την παράδοση των πωληθέντων ιχθυδίων είχε παρατηρήσει στην πραγματικότητα θνησιμότητα αυτών που να υπερέβαινε τα φυσιολογικά όρια και ιδίως αν είχε ακολουθήσει θεραπευτική αγωγή των ασθενών ιχθυδίων με αντιβιοτικά και βιταμίνες επί δύο μήνες, όπως η ίδια εντελώς αναποδείκτως όμως ισχυρίζεται στην αγωγή της.

Σε μία τέτοια όμως περίπτωση, δηλαδή μεγάλης θνησιμότητας των ιχθυδίων εξαιτίας ασθένειας τους, η ενάγουσα -σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και δη για όμοιες, όπως η εδώ ένδικη περιπτώσεις - οπωσδήποτε θα είχε αμέσως ενημερώσει την πρώτη εναγόμενη πωλήτρια εταιρεία εκφράζοντας και τις σχετικές διαμαρτυρίες της, ενώ αντιθέτως αυτή για πρώτη φορά διαμαρτυρήθηκε εγγράφως, μετά την πάροδο 10 περίπου μηνών από την παράδοση της πωληθείσας ποσότητας γόνου, με την από 11-7-2003 εξώδικη δήλωση της, που κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 18-7-2003, πράγμα που σημαίνει ότι η όποια τυχόν μεγαλύτερη του φυσιολογικού ορίου θνησιμότητα του γόνου και η καθυστέρηση στην ανάπτυξη αυτού, δεν οφειλόταν σε έλλειψη των συμφωνημένων ιδιοτήτων ή στην ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων, που δολίως απεκρύβησαν από την πωλήτρια εταιρεία όπως επίσης αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά σε άλλους παράγοντες και ειδικότερα στην εκ μέρους της ενάγουσας κακή διαχείριση της ανάπτυξης της παραδοθείσης σ' αυτήν ποσότητας γόνου.

Πράγματι, από το σύνολο των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (και στοιχείων) αποδείχθηκε ότι η μονάδα εκτροφής ιχθύων της ενάγουσας εστερείτο των υπηρεσιών εξειδικευμένου προσωπικού και συγκεκριμένα των υπηρεσιών ειδικού επιστήμονα ιχθυολόγου, στη μονάδα αυτή απασχολείτο μόνο ένας αλλοδαπός εργάτης και περιστασιακά ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας, η δε πωληθείσα ποσότητα ιχθυδίων τοποθετήθηκε σε τέσσερις μόνο ιχθυοκλωβούς, χωρίς μέχρι το τέλος Ιουνίου 2003 να γίνει οποιαδήποτε διαλογή και διαχωρισμός των ιχθύων ανάλογα με το μέγεθος τους, ο οποίος διαχωρισμός οπωσδήποτε έπρεπε να είχε γίνει κάθε 5 έως 6 μήνες, για την αποφυγή προβλημάτων στην ανάπτυξη των ιχθύων.

Από τις παραλείψεις αυτές και τις λοιπές συνθήκες που επικρατούσαν στη μονάδα εκτροφής ιχθύων της ενάγουσας (κατάσταση υγιεινής ποιότητα ύδατος, πυκνότητα ιχθύων κ.λ.π.) προκλήθηκαν τα οποιαδήποτε προβλήματα θνησιμότητας μέρους της πωληθείσης ποσότητας γόνου και της μη ικανοποιητικής ανάπτυξης της υπόλοιπης ποσότητας γόνου και όχι από την έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων ή την ύπαρξη ελαττωμάτων και ειδικότερα λόγω ύπαρξης ασθένειας των πωληθέντων ιχθυδίων ή από το ότι αυτά ήταν προϊόν διαλογής διαφόρων παρτίδων, όπως επίσης αναποδείκτως και αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα.

Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον δεν αποδείχθηκε έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων ή ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων των πωληθέντων ιχθυδίων ούτε παράνομη και υπαίτια πράξη των εναγομένων κατά την πώληση αυτών, δηλαδή ούτε δόλια αποσιώπηση οποιουδήποτε περιστατικού με σκοπό αποφυγής ματαιώσεως της συμβάσεως, η ενάγουσα δεν δικαιούται να αξιώνει από τους εναγομένους αποζημίωση ούτε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και η ένδικη αγωγή πρέπει και ως προς τις δύο σωρευόμενες από τη σύμβαση πωλήσεως και την αδικοπραξία βάσεις της να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 534, 535 και 543 Α.Κ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο συνάψεως της σύμβασης πώλησης και παράδοσης του γόνου ο τελευταίος έπασχε από κάποια ασθένεια, ούτε ότι αυτός ήταν προϊόν τελευταίας διαλογής και ότι η όποια θνησιμότητα του γόνου πέραν της συνήθους και η μη φυσιολογική ανάπτυξη του εντός της ιχθυοκαλλιεργητικής περιόδου συνδέονται αιτιωδώς με τις ανωτέρω ελλείψεις και ελαττώματα, αλλά (δέχθηκε) ότι οφείλονται σε άλλους παράγοντες, όπως στην κακή διαχείριση της ανάπτυξης του γόνου από την αναιρεσείουσα, η οποία δεν διέθετε το αναγκαίο εξειδικευμένο προσωπικό (ιχθυολόγο), δεν προέβη έγκαιρα σε διαλογή και διαχωρισμό των ιχθύων ανάλογα με το μέγεθος τους και δεν φρόντιζε να επικρατούν στη μονάδα εκτροφής οι αναγκαίες για την ανάπτυξη των ιχθύων συνθήκες (υγιεινή ποσότητα ύδατος, πυκνότητα ιχθύων κ.λ.π.).

Η θνησιμότητα του γόνου πέραν της συνήθους αποτελεί κατά την αγωγή συνέπεια της ασθένειας από την οποία αυτός έπασχε, η έλλειψη της οποίας συμφωνήθηκε ως ιδιότητα του πράγματος και δεν συμφωνήθηκε ποσοστό θνησιμότητας, η υπέρβαση του οποίου να γεννά αξίωση αποζημίωσης ανεξάρτητα από την αιτία στην οποία οφείλεται, ώστε να υφίσταται υποχρέωση του Εφετείου να ερευνήσει και προσδιορίσει το ποσοστό θνησιμότητας του γόνου, ως στοιχείου θεμελιωτικού της αγωγής.

Τα ίδια ισχύουν και για την μη φυσιολογική ανάπτυξη του γόνου και την απόκτηση του ελαχίστου βάρους. Η κρίση του Εφετείου ότι για το ορισμένο της αγωγής αρκεί η επίκληση ασθένειας του γόνου και όχι και προσδιορισμός του είδους της (με την προφανή έννοια ότι αυτή μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις) δεν αποτελεί αιτιολογία επί της ουσίας και σε κάθε περίπτωση δεν αντιφάσκει με την ουσιαστική παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε (ούτε) το είδος της ασθένειας, δεν δημιουργεί δε ουσιαστικό δεδικασμένο, η παραβίαση του οποίου να ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Επομένως, οι πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, ο πέμπτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν ερεύνησε τα θεμελιωτικά της αγωγής περιστατικά της πέραν της συνήθους θνησιμότητας του γόνου και μη φυσιολογικής ανάπτυξης του, ανεξάρτητα από την αιτία από την οποία προκλήθηκαν και ο έβδομος από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε το είδος της ασθένειας του γόνου παραβίασε το δεδικασμένο που προκλήθηκε από την κρίση του ότι ουσιώδες στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής είναι ότι ο γόνος έπασχε από ασθένεια και όχι και το είδος της ασθένειας, είναι αβάσιμοι.

Με τους δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 13 του ίδιου κώδικα, τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ και όγδοο από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ίδιου Κώδικα λόγους του αναιρετηρίου, προβάλλονται, αντίστοιχα, οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν νόμιμα, β) δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, γ) παραβίασε το βάρος απόδειξης και δ) παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο.

Ειδικότερα προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και δέχθηκε χωρίς να υποχρεώσει τους αναιρεσιβλήτους να αποδείξουν και χωρίς καμία απόδειξη τα θεμελιούντα την από το άρθρο 300 του Α.Κ. ένσταση των αναιρεσιβλήτων περιστατικά, ότι δηλαδή για την μεγάλη θνησιμότητα και τη μη φυσιολογική ανάπτυξη του γόνου ευθύνεται η αναιρεσείουσα, επειδή δεν διέθετε το αναγκαίο επιστημονικό προσωπικό, δεν προέβη στην έγκαιρη διαλογή και χωρισμό των ιχθύων ανάλογα με το βάρος τους και δεν φρόντιζε για τις κατάλληλες συνθήκες εκτροφής του γόνου, την οποία ένσταση απαραδέκτως προέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι με την προσθήκη των προτάσεων τους.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι τα παραπάνω περιστατικά που ισχυρίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι θεμελιώνουν την από το άρθρο 300 του Α.Κ. ένσταση συνυπαιτιότητας, ενώ αυτά αποτελούν και εκτιμήθηκαν από το Εφετείο ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, δυνάμενα να αποδειχθούν ανταποδεικτικά, το Εφετείο δε στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τα περιστατικά αυτά στους μάρτυρες και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 Ελλ.Δ 47.728, Ολ. ΑΠ 4/2005 ΕλλΔ 46.382). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 534, 535 και 543 του Α.Κ. προκύπτει ότι επί πωλήσεως πράγματος κρίσιμος χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η ύπαρξη ελαττωμάτων του πράγματος ή η έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων αυτού είναι εκείνος κατά τον οποίο ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, αν δε κατά τη σύναψη της σύμβασης έλλειπε η συμφωνημένη ιδιότητα ή ο πωλητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το ελάττωμα, παρέχεται στον αγοραστή το δικαίωμα, αντί να ζητήσει αναστροφή της πωλήσεως ή μείωση του τιμήματος, να ζητήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης.

Επομένως, το Εφετείο που έλαβε υπόψη του ως κρίσιμους χρόνους για την ευθύνη των εναγομένων εκείνους της συνάψεως της σύμβασης και της παραδόσεως του γόνου στην αναιρεσείουσα, τους οποίους άλλωστε είχε επικαλεσθεί για τη θεμελίωση της αγωγή της η αναιρεσείουσα, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον έκτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα.

Ο από το άρθρο 559 αριθ.1 β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα αυτά, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σ' αυτές τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς (Α.Π. 24/05, 62/04). Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο από το άρθρο 559 αριθ. 1 β' ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο η πέραν της συνήθους θνησιμότητα του γόνου τσιπούρας και η μη φυσιολογική ανάπτυξη του οφείλονται σε ασθένεια του γόνου ή σε άλλο οργανικό ελαττώματα, όπως καχεξία και όχι σε κακή διαχείριση και στους άλλους παράγοντες που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω περιστατικά δεν αποτελούν δίδαγμα της κοινής πείρας.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ παρέχεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων. Τέτοιο αποδεικτικό μέσο, του οποίου η μη λήψη υπόψη ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης είναι και η από το άρθρο 352 ΚΠολΔ ομολογία του διαδίκου. Αντίθετα η συναγωγή από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 261 του ΚΠολΔ, ομολογίας του διαδίκου από την παράλειψη του να απαντήσει σε πραγματικούς ισχυρισμούς του αντιδίκου του, απόκειται στη ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση του δικαστηρίου (Α.Π. 391/1992). Επομένως, ο δέκατος από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την επικληθείσα από τη αναιρεσείουσα ομολογία των αναιρεσιβλήτων ότι κατά την κατάρτιση της πώλησης γνώριζαν και από δόλο απέκρυψαν ότι ο γόνος έπασχε από ασθένεια, η οποία ομολογία τους συναγόταν σιωπηρά από την παράλειψη τους να αντικρούσουν τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-9-2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία " ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΑ ΑΛΚΥΩΝ ΕΠΕ", που εδρεύει στη ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 74/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2. 700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ