1391/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 357/1999 προδικαστική, 99/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 253/2004 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Μαρτίου 2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1391/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία της απολειπομένης αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1391 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1391/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..............., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Μανιαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α.Ε.Γ.Α., με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χρόνη και 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΞΠΡΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 357/1999 προδικαστική, 99/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 253/2004 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Μαρτίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν πλην της 2ης εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 28 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα 10520/20-11-2006 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου ............ προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 20-3-2006 αιτήσεως αναιρέσεως με την πράξη ορισμού δικασίμου για την οριζόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση και με κλήση προς συζήτηση για τη συνεδρίαση αυτή, με επιμέλεια του πληρεξουσίου του αναιρεσείοντος, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΞΠΡΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ".
Συνεπώς, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την ερημοδικία της απολειπομένης αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 937 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Κατά δε το άρθρο 7 του ν. ΓπΝ/1911, του οποίου η ισχύς διατηρήθηκε και επεκτάθηκε με το άρθρο 114 ΕισΝΑΚ, η αγωγή αποζημιώσεως παραγράφεται μέσα σε δύο έτη από την ημέρα του ατυχήματος.
Η τελευταία αυτή διάταξη του Ν. ΓπΝ/1911, ορίζει βραχυπρόθεσμη παραγραφή για τις αξιώσεις αποζημιώσεως κατά των υποχρέων κατά το νόμο αυτό προσώπων (ιδιοκτήτη, κατόχου και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου), για τα οποία καθιερώνεται με τον εν λόγω νόμο (άρθρα 4 και 5) αντικειμενική ευθύνη, δηλαδή ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του (με το περιορισμό του εδαφίου β΄ του άρθρου 5) για την ευθύνη του οδηγού.
Δεν ισχύει, όμως, η βραχυπρόθεσμη αυτή παραγραφή όταν η αξίωση αποζημιώσεως στηρίζεται στο κοινό δίκαιο (άρθρο 914 ΑΚ), οπότε εφαρμόζεται η πενταετής παραγραφή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο κύριος και μη οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου είναι δυνατό να ευθύνεται έναντι του παθόντος εφόσον συντρέχουν οι όροι της προστήσεως (άρθρο 922 ΑΚ).
Για να υπάρχει τέτοια ευθύνη του προστήσαντος πρέπει ο προστηθείς, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του να υπόκειται στον έλεγχο ή στις γενικές οδηγίες και εντολές του προστήσαντος, σχέση που δεν υπάρχει, γιατί λείπει το στοιχείο της εξαρτήσεως, στην περίπτωση μισθώσεως αυτοκινήτου, όταν ο εκμισθωτής που εκμισθώνει αυτοκίνητο για την εξυπηρέτηση των αναγκών του μισθωτή, δεν θεωρείται προστήσας και συνακόλουθα δεν έχει στην περίπτωση αυτή, εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή η αξίωση του παθόντος τρίτου σε ατύχημα από αυτοκίνητο κατά του ιδιοκτήτη εκμισθωτή αυτού, υπόκειται στην παραγραφή του άρθρου 7 του ν. ΓπΝ/1911. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α΄ Α.Κ. και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία.
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α΄ ΑΚ, κατά την οποία κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά από είκοσι έτη και αν η αξίωση καθεαυτή υπάγεται σε συντομότερη παραγραφή, σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για αποθετική ζημία από αδικοπραξία, λόγω απώλειας εσόδων, επέρχεται κατ΄ αρχήν επιμήκυνση της διετούς παραγραφής του άρθρου 7 του ν.
ΓπΝ/19111 ως προς την αξίωση του παθόντος μισθωτή κατά του πιο πάνω ιδιοκτήτη του εκμισθωθέντος αυτοκινήτου, σε 20ετή αρχομένη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως αποζημιώσεως για αποθετική ζημία, της αναγομένης δηλαδή και σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Κι αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί εμμέσως στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση -η οποία ήταν αναγκαία- για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς, για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η επιμήκυνση όμως του χρόνου της παραγραφής κατά τους όρους του άρθρου 26 ΑΚ προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως, δεν αναφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεσθεί, λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς δικαστή κατ΄ άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.
ΑΠ 24/2003, 38/1996, 23/1994). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα : Εξαιτίας αμελούς συμπεριφοράς του ............, που οδηγούσε, στις 23-7-1987, εκμισθωμένο σ΄ αυτόν από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία, ιδιοκτήτρια του αναφερομένου ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγού αυτοκινήτου, επεσυνέβη τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα από αποκλειστική υπαιτιότητα του πιο πάνω οδηγού του Ι.Χ.
επιβατηγού αυτοκινήτου, που συγκρούσθηκε, με το οδηγούμενο από τον αναιρεσείοντα μοτοποδήλατο. Αποτέλεσμα του τραυματισμού του αναιρεσείοντα ήταν να απολέσει αυτός τα εισοδήματά του από την απασχόλησή του, ως ανειδίκευτου εργάτη, που θα ελάμβανε από 24-7-1987 και εφεξής. Ο αναιρεσείων ζήτησε με την από 20-3-1989 πρώτη αγωγή του την αποκατάσταση ενός μέρους από την πιο πάνω αποθετική ζημία που διελάμβανε τις απολεσθείσες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 2-7-1987 έως 28-2-1990.
Επ΄ αυτής εκδόθηκε η 380/1991 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με την οποία βεβαιώθηκε τελεσιδίκως η πιο πάνω αξίωση. Ακολούθως με την από 20-3-1998 δεύτερη αγωγή του, ο αναιρεσείων ζήτησε την αποκατάσταση συνεχόμενου μέρους της ίδιας αποθετικής ζημίας, δηλαδή αυτού που αντιστοιχεί στις απολεσθείσες προσόδους του της περιόδου από 1-4-1998 έως 31-12-2007.
Επί της τελευταίας αγωγής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία την απέρριψε, αφού δέχθηκε ως βάσιμη την περί παραγραφής ένσταση των αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα το Εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε ότι η διετής από το άρθρο 7 ν. ΓπΝ/1911 παραγραφή, που άρχισε από τις 24-7-1987 διακόπηκε με την άσκηση της πρώτης από 20-3-1989 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η 4380/1991 άνω τελεσίδικη απόφαση, από τη δημοσίευση της οποίας στις 22-5-1991 άρχισε να τρέχει εκ νέου ο χρόνος παραγραφής, ο οποίος συμπληρώθηκε στις 23-5-1991, ήτοι μετά την πάροδο διετίας.
Ωστόσο η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ ορθά έκρινε ότι η ένδικη αξίωση κατά της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων υπέπεσε στην από το άρθρο 7 του ν. ΓπΝ/1911 παραγραφή, έκρινε ότι είναι εφικτή η λειτουργία του άρθρου 268 εδάφιο α΄ ΑΚ, παρότι η βεβαίωση της καθόλου αξιώσεως με την 380/1991 απόφαση του Εφετείου Κρήτης έλαβε χώρα το έτος 1991, όταν ήδη ως προς το μέρος της αξιώσεως για αποθετική ζημία του περαιτέρω χρονικού διαστήματος από 1-4-1998 έως 31-12-2007, που ήταν προβλεπτή, η διετής παραγραφή είχε συμπληρωθεί πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και πριν από τη δημοσίευση της παραπάνω τελεσίδικης απόφασης επί της αρχικής αγωγής, ώστε σύμφωνα με τα προαναφερθέντα να μην έχει επέλθει επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής σε εικοσαετία.
Επομένως, αφού ορθά κατ΄ αποτέλεσμα έκρινε το Εφετείο με την παραπάνω μη ορθή αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς κατ΄ άρθρο 578 ΚΠολΔ υποκαθίσταται με την παραπάνω ορθή, πρέπει ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ και αναφέρεται στην ίδια ως άνω δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, για το λόγο ότι εν εκτίθεται για το ορισμένο αυτού ποιό είναι το περιεχόμενο και ποιών αποφάσεων από τις οποίες έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθώς και ποιος είναι ο τρόπος με τον οποίο παραβιάσθηκε το επικαλούμενο δεδικασμένο.
Τέλος, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, που αναφέρεται στον τρόπο προτάσεως της πιο πάνω ενστάσεως παραγραφής το πρωτόδικο δικαστήριο από την πρώτη αναιρεσίβλητη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των 375/1999 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, η αναιρεσίβλητη αυτή (εναγομένη) πρότεινε προφορικά την από το άρθρο 10 του ν. 489/1974 ένσταση παραγραφής και έγινε σχετική καταχώριση στα ίδια πρακτικά της ενστάσεως αυτής, όπως επίσης έγινε και σχετική αναφορά από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της στις κατατεθείσες στο ακροατήριο προτάσεις της, στις οποίες και αναφέρθηκε, με πλήρη ανάπτυξη της ενστάσεως αυτής.
΄Αλλωστε, η προφορική ανάπτυξη της εν λόγω ενστάσεως προκύπτει από τα πιο πάνω πρακτικά, όπου ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) αιτιολογημένα αποκρούει την ένσταση αυτή.
ΙΙΙ. Ακολούθως τούτων η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη της παραστάσας πρώτης των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.3.2006 αίτηση του ........... για αναίρεση της 253/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παραστάσας πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ