Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding employee promotion and document interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the Bank of Greece against a labor court judgment concerning an employee's promotion. The appellant argued that the lower court distorted the content of specific documents regarding the qualifications of competing candidates. The court rejected this claim, ruling that the lower court correctly evaluated the evidence and that the appeal lacked the necessary specificity to challenge the document interpretation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 216(1) C.Pol.D.; Art. 559(14), (19), (20) C.Pol.D.; An appeal based on vagueness or distortion of evidence fails if the lower court examined the case substantively and the appellant fails to specify the exact content of the document and the specific distortion alleged.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1391 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1391/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου. Του αναιρεσίβλητου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2430/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 4064/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος – Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 21-3-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Eπειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 117 και 118 του αυτού Κώδικα πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τα θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Αν το δικαστήριο δεν απορρίψει αυτή, μολονότι το δικόγραφό της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει, κατά παράβαση της ως άνω διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και εντεύθεν, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψει ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ. Α.Π. 44/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε με την ένδικη από 18-12-2001 αγωγή του ότι προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στις 4-8-1976 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος και εξελίχθη μέχρι τον βαθμό του τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1-4-1992, ότι η εναγομένη με το αρμόδιο όργανό της, κατ' αντίθεση προς την καλή πίστη, παρέλειψε να τον προαγάγει στο επόμενο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη – προϊσταμένου κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 14-2-1997, μολονότι στο πρόσωπό του συνέτρεχαν τα απαιτούμενα προς τούτο τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, όπως και εκείνο της ευδόκιμης υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό επί τριετία, κατά τη διάρκεια της οποίας υπηρέτησε με επιτυχία στις αναφερόμενες υπηρεσιακές θέσεις και άσκησε τα εκτιθέμενα υπεύθυνα καθήκοντα, ενώ προήγαγε στον εν λόγω βαθμό για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων τους κατονομαζόμενους συναδέλφους του, έναντι των οποίων υπερείχε καταφανώς ως προς τα ως άνω προσόντα, με αποτέλεσμα να παρακωλυθεί η πλήρωση της αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του.
Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί στον επόμενο βαθμό από 1-1-1997. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή περιείχε τα απαιτούμενα κατά το νόμο στοιχεία (άρθρ. 201, 207 παρ. 1 Α.Κ.) και συγκεκριμένα και εκείνο της ευδόκιμης υπηρεσίας αυτού στον κατεχόμενο βαθμό του τμηματάρχη επί τριετία, που καθορίσθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, μετά παραδοχή κατ' ουσία της εφέσεως του ενάγοντος και εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και ο σχετικός περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επίσης, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιό της, περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί για τον αναφερόμενο στη μείζονα πρόταση λόγο.
Επειδή, κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από γεγονός μέλλον και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτέλεσμα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως). Κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.
Τέτοια υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή του τελευταίου ή η χορήγηση άλλων παροχών που βελτιώνουν τη θέση του στην επιχείρηση αν συντρέξουν στον κατάλληλο χρόνο ορισμένες συμφωνηθείσες προϋποθέσεις, ή συνδρομή των οποίων θα διαπιστώνεται από τον εργοδότη ή όργανο του, γεγονός που συμβαίνει όταν η υπό προϋπόθεση βαθμολογική εξέλιξη του υπαλλήλου προβλέπεται από τον κανονισμό του εργοδότη, ο οποίος επέχει ισχύ συμβάσεως.
Στην περίπτωση αυτή η αίρεση υπό την οποία τελεί η προαγωγή θεωρείται ότι πληρώθηκε, εφόσον θα διαπιστωθεί ότι η κρίση του εργοδότη, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτού των προαγωγικών προϋποθέσεων, είναι κατάφωρα άδικη ή παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης να διατυπωθεί, η δε προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από το χρονικό σημείο από το οποίο έπρεπε να είχε διατυπωθεί η ευμενής κρίση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 του ως άνω οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, όπως ισχύει ήδη η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον βαθμό του τμηματάρχη τον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη- προϊσταμένου αποφασίζεται, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου της, μετά πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι α)ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β)συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών στον βαθμό του τμηματάρχη, γ) να έχει ο υπάλληλος τα προσόντα της ανώτερης θέσης, δ) να έχει επιδείξει, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία και ε) να έχει επιδείξει, κατά την άσκηση της όλης υπηρεσίας του, ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων, που έχουν τεθεί στη διάθεσή του και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την προαγωγικότητα των εργαζομένων σ'αυτή.
Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων προσελήφθη την 4-8-1976 από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος του λογιστικού κλάδου. Προήχθη διαδοχικά στους κατώτερους βαθμούς της ιεραρχίας, εξελιχθείς μέχρι τον βαθμό του τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1-4-1992.
Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ) και γνωρίζει καλά την αγγλική γλώσσα. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην εναγομένη υπηρέτησε α)ως ελεγκτής (επικεφαλής) του κλιμακίου επιθεώρησης του υποκαταστήματος ..., διενεργώντας παράλληλα πιστωτικούς ελέγχους στα υποκαταστήματα των Εμπορικών Τραπεζών στο Νομό ..., στην Τράπεζα Πίστεως στο υποκατάστημα ..., στην Εθνική στο υποκατάστημα ...
και στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στην .... Επιπρόσθετα, λόγω της άριστης γνώσης των εργασιών των πρακτορείων, έχει αντικαταστήσει επιτυχώς τους πράκτορες σ τα πρακτορεία της εναγομένης σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας (Ναύπλιο, Λειβαδιά, Άργος, Χαλκίδα κλπ).Έχει παρακολουθήσει για την επιμόρφωσή του έξι σεμινάρια τραπεζικού ενδιαφέροντος, τα οποία τον έχουν βοηθήσει στην επιτυχή άσκηση των καθηκόντων του.
Συνεργάζεται αρμονικά με τους συναδέλφους του και δεν έχει τιμωρηθεί ούτε έχει διωχθεί μέχρι σήμερα πειθαρχικά. Η βαθμολογία του για τα έτη 1988-1989 ήταν 6 ένα και 2 δύο, ενώ για τον μεταγενέστερο χρόνο δεν συντάχθηκαν φύλλα ποιότητας ούτε έγινε αξιολόγηση των υπαλλήλων της εναγομένης. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 14-2-1997 (απόφαση 1/14-2-1997 του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης), η οποία κοινοποιήθηκε στο προσωπικό με την 1/17-2-1997 εγκύκλιο διαταγή της Διοίκησης), η εναγομένη δια του αρμοδίου ως άνω οργάνου της, προήγαγε στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων τους 1)Χ1, 2)Χ2, 3) Χ3, 4)Χ4 και 5) Χ5.
Οι ανωτέρω προαχθέντες είχαν, κατά τον χρόνο της προαγωγής τους, τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Συγκεκριμένα: 1)Ο πρώτος εξ αυτών Χ1 προσελήφθη στην εναγομένη την 17-9-1971, απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Προσωπικού και προήχθη στον βαθμό του τμηματάρχη την 1-10-1989. Δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από το έτος 1986 και αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από το έτος 1992 και είναι απόφοιτος Γυμνασίου. 2)Ο δεύτερος Χ2 είναι επίσης απόφοιτος Γυμνασίου και προσλήφθηκε στην εναγομένη την 23-3-1969, απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίου και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1-7-1987, βαθμολογηθείς για τα α έτη 1987-1988 με 6 ένα και δύο 2 και για το έτος 1989 με 8 ένα, έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο, ενώ δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα.
Άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από το έτος 1988. 3)ΟΧ3, είναι απόφοιτος Γυμνασίου και προσελήφθη στην εναγομένη την 14-9-1971. Απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Συναλλάγματος και προήχθη στον βαθμό του τμηματάρχη την 1-10-1989. Η βαθμολογία του για τα έτη 1987-1989 ήταν 8 ένα, έχει παρακολουθήσει δυο σεμινάρια τραπεζικού ενδιαφέροντος, άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από το 1989 και τμήματος από το έτος 1993, ενώ δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα. 4) Ο Χ4 είναι απόφοιτος Γυμνασίου και προσλήφθηκε στην εναγομένη την 20-5-1969, απασχολήθηκε στο υποκατάστημα Πειραιώς, προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1-7-1986, βαθμολογήθηκε για το έτος 1987 με 5 ένα και 3 δύο, για τα έτη 1988-1989 με 6 ένα και 2 δύο, άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή τμήματος από το έτος 1991 και προϊσταμένου τμήματος από το έτος 1995.
Δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα ούτε έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια. 5)Ο πέμπτοςΧ5, είναι, επίσης απόφοιτος Γυμνασίου και προσελήφθη στην εναγομένη την 1-3-1969, απασχολήθηκε στο υποκατάστημα Πειραιώς και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1-7-1987. Για το έτος 1987 βαθμολογήθηκε με 6 ένα και για τα έτη 1988-1989 με 7 ένα και δύο 2, έχει παρακολουθήσει δυο σεμινάρια, άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από το έτος 1987 και αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από το έτος 1995.
Δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα. Από τη συγκριτική παράθεση των ανωτέρω στοιχείων, συνολικώς εκτιμωμένων, προκύπτει ότι ο ενάγων υπερέχει όλων ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών και τον τίτλο σπουδών, τα οποία συνδυαζόμενα με τα λοιπά προσόντα προσδίδουν σ'αυτόν ιδιαίτερο συγκριτικό πλεονέκτημα και εκφράζουν όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο του κατόχου του (ενάγοντος) από εκείνο των προαχθέντων, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων, που δικαιολογεί την μέχρι τώρα απρόσκοπτη προαγωγική του εξέλιξη.
Υπερέχει επίσης και ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων επιμόρφωσης ( έξι έναντι ουδενός των Χ1 καιΧ4, ενός του Χ2 και δύο των Χ3 και Χ5). Οι πίνακες την Γνωμοδοτικής Επιτροπής αξιολόγησης των υποψηφίων προς προαγωγή υπαλλήλων, δεν αποτελούν αντικειμενικό δεδομένο για την υπό του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας κρίση, αλλά προϊόν υποκειμενικής κρίσης (οργάνου) του εργοδότη, εντασσόμενο στην όλη διαδικασία της προαγωγής, ως υπηρεσιακή εισήγηση για τους υποψηφίους προς προαγωγή, που σκοπεί να προπαρασκευάσει και διευκολύνει την κρίση του ανωτέρω Συμβουλίου, την οποία σε κάθε περίπτωση δεν υποκαθιστά ούτε δεσμεύει και δεν περιλαμβάνεται στα, κατά το άρθρο1 2 του οργανισμού και Κανονισμού της Τράπεζας, τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των κρινομένων.
Οι ανωτέρω προαχθέντες δεν υπερέχουν έναντι του ενάγοντος ως προς την απόδοσή τους, καθόσον δεν κατέλαβαν θέσεις σημαντικότερες από εκείνες στις οποίες απασχολήθηκε ο ενάγων. Κατόπιν αυτών κατέληξε το Εφετείο ότι η μη προαγωγή του ενάγοντος, ο οποίος υπερέχει καταδήλως την ως άνω συναδέλφων του, κατά τις κρίσεις της 14-2-1997 συνιστά ενέργεια αντίθετη προς την καλή πίστη, εντεύθεν δε παρακωλύθηκε η πλήρωση της αιρέσεως, από την οποία εξαρτάτο η προαγωγή ρου.
Έτσι το Εφετείο, μετά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δέχθηκε κατ' ουσία την αγωγή και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα όφειλε να προαγάγει αυτόν στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη- προϊσταμένου από 1-1-1997. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου και των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του προέκυπτε κατάδηλη υπεροχή αυτού έναντι των τελευταίων.
Συγκεκριμένα, ο αναιρεσίβλητος υστερούσε έναντι των εν λόγω συναδέλφων του ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, η οποία δεν αποτελεί πράγματι προσόν ή σοβαρό στοιχείο υπεροχής, αλλά λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση κυρίως που οι συγκρινόμενοι ισοβαθμούν οριακά στα λοιπά στοιχεία αξιολογήσεως. Επίσης, ο ίδιος υστερούσε έναντι αυτών ως προς την ειδική αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό, η οποία αποτελεί απόφαση κριτήριο προαγωγής στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη προϊσταμένου.
Και τούτο γιατί η αρχαιότητα αυτή συνεπάγεται ανάλογη εμπειρία, που έχει βαρύνουσα σημασία, αφού πρόκειται για προαγωγή κατ' απόλυτη εκλογή, η οποία απαιτεί εξ ορισμού επιλογή με ποιοτικές αξιολογήσεις, καθώς και το τυπικό προσόν της συμπληρώσεως στον κατεχόμενο βαθμό τριετούς υπηρεσίας. Αντίθετα, ο αναιρεσίβλητος υπερτερούσε έναντι των συναδέλφων του αυτών ως προς τα προσόντα της κατοχής τίτλων σπουδών (πτυχιούχος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών ο πρώτος και απόφοιτος Γυμνασίου οι λοιποί) και της γνώσης ξένων γλωσσών (γνωρίζει την αγγλική γλώσσα ο πρώτος, ενώ οι λοιποί δεν γνωρίζουν ξένη γλώσσα), τα οποία, συγκρινόμενα με τα λοιπά προσόντα, προσδίδουν σ'αυτόν ιδιαίτερο συγκριτικό πλεονέκτημα και εκφράζουν την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων.
Ακόμη, ο αναιρεσίβλητος υπερείχε έναντι αυτών σημαντικά και ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων επιμορφώσεως, στα οποία έλαβε μέρος. Όλοι οι ανωτέρω αξιολογήθηκαν από τους κριτές τους ως άριστοι υπάλληλοι, η δε ελάχιστη διαφορά σε μονάδες των Χ2 και Χ3 δεν συνιστά την ειδοποιό διαφορά, ώστε να κριθεί ότι αυτοί υπερείχαν καταφανώς του αναιρεσιβλήτου ως προς την βαθμολογία.
Καθόσον αφορά δε το στοιχείο της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων , που έχει ιδιάζουσα βαρύτητα για την προαγωγή στον εν λόγω βαθμό, όλοι τους, ενόψει των ως άνω θέσεων που κατέλαβαν και απασχολήθηκαν, βρίσκονται σε παράλληλη θέση με μη σημαντικές αποκλίσεις, οι οποίες δεν καθιστούσαν τους εν λόγω προαχθέντας υπέρτερους και δεν τους περιήγαγαν σε πλεονεκτικότερη θέση έναντι του αναιρεσιβλήτου.
Τέλος, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερομένων διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της κατάδηλης υπεροχής του αναιρεσιβλήτου έναντι των προαχθέντων ως άνω συναδέλφων του ως προς τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτού για την προαγωγή του από 1-1-1997 στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου.
Σημειώνεται ότι από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι «η μη προαγωγή του ενάγοντος κατά τις κρίσεις της 14-2-1997 συνιστά ενέργεια αντίθετη προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, είναι δηλαδή καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και έτσι παρακωλύθηκε η πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία εξαρτάτο η προαγωγή του» προκύπτει ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε στην παρούσα υπόθεση τη διάταξη του άρθρου281 ΑΚ, αλλ' αντίθετα εφάρμοσε εκείνες των άρθρων 201, 207 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες, γιατί ο Κανονισμός της αναιρεσείουσας Τράπεζας είναι συμβατικής ισχύος.
Σε κάθε περίπτωση όμως, όταν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει εσφαλμένη μνεία και άλλης νομικής διατάξεως και όχι μόνο εκείνων που έπρεπε να εφαρμοσθούν και εφαρμόσθηκαν, η αναίρεση απορρίπτεται κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αφού, καίτοι το αιτιολογικό είναι εσφαλμένο, το διατακτικό της αποφάσεως είναι ορθό. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος, κατ' αμφότερα τα μέρη του, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, επί αγωγής αναγνωρίσεως του δικαιώματος προς προαγωγή στον ανώτερο από τον κατεχόμενο βαθμό, στον οποίο ο ενάγων μισθωτός, κατά παράβαση διατάξεων ουσιαστικού νόμου, έχει παραλειφθεί να προαχθεί κατά τις ενεργηθείσες από τα όργανα της εναγομένης εργοδότριας προαγωγές του προσωπικού της, η τελευταία μπορεί να προτείνει νομίμως την «διακωλυτική ένσταση» της γενέσεως του ενασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, ότι άλλος ή άλλοι συνάδελφοι του ενάγοντος υπερείχαν έναντι αυτού, αντί του οποίου θα είχαν προαχθεί, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του (αρθρ. 297, 298, 914 ΑΚ).
Για την ευδοκίμηση της ενστάσεως αυτής αρκεί απλή υπεροχή των προτεινομένων με την ένσταση έναντι του ενάγοντος, διότι η σύγκριση δεν γίνεται βάσει του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η διαπίστωση της απλής υπεροχής αυτών ενεργεί μόνο ως στοιχείο, που διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προαγωγής των επιλεγέντων από την εργοδότρια και της παραλείψεως του ενάγοντος, οπότε εκείνοι είναι που προσεβλήθησαν από την πρόκριση των προαχθέντων και όχι ο ενάγων.
Εξάλλου, με την εν λόγω ένσταση δεν μπορεί να προταθεί προς σύγκριση συνάδελφος του ενάγοντος, ο οποίος είχε παραλειφθεί αρχικώς, αλλά το δικαίωμά του προς προαγωγή στον επόμενο βαθμό αναγνωρίσθηκε αργότερα με τελεσίδικη απόφαση, αφού με την αναγνώριση αυτή η προαγωγή του λογίζεται , κατά το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980, ότι έχει πραγματοποιηθεί από τότε που έπρεπε να έχει γίνει και συνεπώς, ο προς σύγκριση προταθείς συνάδελφος του ενάγοντος θεωρείται ως μη έχων παραλειφθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω ανέλεγκτα, καθόσον αφορά την διακωλυτική ένσταση της αναιρεσείουσας, ότι οι αντιπροταθέντες απ'αυτή συνάδελφοι του αναιρεσιβλήτου, που είχαν παραλειφθεί κατά τις ως άνω προαγωγικές κρίσεις, θα είχαν προαχθεί αυτοί στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη- προϊσταμένου και όχι ο ενάγων, γιατί υπερείχαν έναντι αυτού, διέθεταν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ήτοι 1)Ο Ζ1 είναι απόφοιτος Γυμνασίου και έχει πτυχίο γερμανικής φιλολογίας, το οποίο όμως είναι γνωστικού αντικειμένου, που δεν έχει σχέση προς τις τραπεζικές εργασίες.
Προσελήφθη την 11-3-1971 και έχει συμμετάσχει σε τρία σεμινάρια τραπεζικού ενδιαφέροντος. Υπηρέτησε στην Διεύθυνση Συναλλάγματος και στην Διεύθυνση Νομισματικής Πολιτικής και Τραπεζικών Εργασιών. Προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 1-1-1987. 2) Ο Ζ2 προήχθη στον βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου με την 6211/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και συνεπώς, δεν μπορεί να αποτελέσει πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο. 3)Ο Ζ3 προσελήφθη τη 5-10-1971 και προήχθη στον βαθμό του τμηματάρχη την 1-7-1985.
Είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕ και έχει συμμετάσχει σε τρία επιμορφωτικά σεμινάρια. Έχει υπηρετήσει στις υπηρεσιακές μονάδες, δηλαδή α) στον έλεγχο εξαγωγών, β)στο Γραφείο Διεθνών Σχέσεων, γ)στο Γ.Ρ.Τ και δ)στη Δ/νη Ελ. Συναλ.Κανόνων. Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα και καλά την γαλλική χωρίς όμως να προκύπτει συγκεκριμένος τίτλος (πτυχίο). 4) Ο Ζ4 προσελήφθη την 14-11-1970 και προήχθη στον βαθμό του τμηματάρχη την 1-7-1988.
Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα. Υπηρέτησε στο κεντρικό κατάστημα ως διαχειριστής- τέλλερ δραχμών, χρυσού, συναλλάγματος και 5)Ο Ζ5 προσελήφθη την 16-9-1971 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-7-1987. Είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ. Συμμετέσχε σε τρία επιμορφωτικά σεμινάρια και υπηρέτησε ως προϊστάμενος λογιστηρίου στο υποκατάστημα .....
Δεν γνωρίζει καμμία ξένη γλώσσα. Από την παράθεση των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει ότι ο ενάγων υπερέχει όλων ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων και των Ζ1 και Ζ4 ως προς τον τίτλο σπουδών (απόφοιτοι Γυμνασίου) έναντι πτυχίου Ανωτάτης Σχολής (ΑΣΟΕΕ) του ενάγοντος. Κατόπιν αυτών κατέληξε το Εφετείο ότι, εφόσον προκύπτει υπεροχή του ενάγοντος έναντι των ανωτέρω, η εν λόγω ένσταση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσιβλήτου και των ως άνω παραλειφθέντων και αντιπροταθέντων προς σύγκριση από την αναιρεσείουσα συναδέλφων του προκύπτει απλή υπεροχή αυτού έναντι των τελευταίων ως προς τα άνω μνημονευόμενα προσόντα, αλλά και έναντι των Ζ4 και Ζ5 ως προς το στοιχείο της γνώσης ξένης γλώσσας.
Εξάλλου, και αν ακόμη οι προς σύγκριση αντιπροτεινόμενοι από την αναιρεσείουσα εν λόγω τέσσερις υπάλληλοι της υπερείχαν του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος θα κατελάμβανε την υπολειπόμενη πέμπτη θέση, αφού ο αντιπροτεινόμενος γι'αυτή Ζ2 δεν μπορεί να προταθεί προς σύγκριση, γιατί το δικαίωμα του προς προαγωγή στον ως άνω βαθμό, όπως προεκτέθηκε, αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα με την προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών και εξ αυτού του λόγου θεωρείται ότι δεν έχει παραλειφθεί.
Τέλος, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερομένων διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της απλής υπεροχής του αναιρεσιβλήτου έναντι των παραλειφθέντων και αντιπροταθέντων προς σύγκριση από την αναιρεσείουσα ως άνω συναδέλφων του ως προς τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αυτού για την προαγωγή του από 1-1-1997 στον ως άνω βαθμό.
Επομένως, ο τέταρτος, κατ' αμφότερα τα μέρη του, από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, με τους πέμπτο και έκτο, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του έγγραφα και δη α)τα πρακτικά της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Προαγωγών και τον επίσημο πίνακα αξιολόγησης των υποψηφίων προς προαγωγή, β) το ατομικό δελτίο και το φύλλο επίδοσης του αναιρεσιβλήτου, γ)το φύλλο επίδοσης των ετών 1988-1989 και τα ατομικά δελτία των Χ1 και Χ3, δ)το ατομικό δελτίο του Χ5 και ε) τα ατομικά δελτία και τα φύλλα επίδοσης των αντιπροταθέντων προς σύγκριση από την αναιρεσείουσα ως άνω υπαλλήλων της, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η τελευταία, από τα οποία προέκυπτε η κατάδηλη υπεροχή των ως άνω προαχθέντων υπαλλήλων της έναντι του αναιρεσιβλήτου και η μη υπεροχή αυτού έναντι των αντιπροταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του.
Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου, ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως - στις οποίες γίνεται σαφής μνεία ότι ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς έναντι των προαχθέντων ως άνω συναδέλφων του και υπερείχε απλώς έναντι των αντιπροταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του στα αναφερόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, που παρατίθενται λεπτομερώς- συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Επειδή, με τον πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης στο ζήτημα της αποδεικτικής αξίας των πρακτικών της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Προαγωγών σε σχέση με τα φύλλα επίδοσης, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον από τον αριθμό 19, όπως και από τον αριθμό1, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται μόνο οι παραβάσεις κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου και επιπλέον, σε περίπτωση εκ πλαγίου παραβάσεως κανόνα δικονομικού δικαίου, έστω και αν αποτελεί επώνυμο λόγο αναιρέσεως, δεν μπορεί υπό το πρόσχημα της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας της αιτιολογίας να ιδρυθεί ο προκείμενος αναιρετικός λόγος.
Επειδή, με τον έκτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντας και έχοντας ουσιώδη επίδραση σ την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, κατά τους οποίους α)ο αναιρεσίβλητος δεν είχε υποβάλει σ'αυτή τίτλο σπουδών αγγλικής γλώσσας και συνεπώς, θεωρείται πως ο ίδιος δεν γνωρίζει την γλώσσα αυτή, β)ο ανωτέρω παρακολούθησε ένα και όχι έξι σεμινάρια, γ) ο Χ1 γνωρίζει αγγλικά και έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο, δ) ο Χ3 γνωρίζει καλά αγγλικά και έχει παρακολουθήσει πέντε και όχι δύο μόνο σεμινάρια, ε) ο Χ5 γνωρίζει πολύ καλά γαλλικά και καλά αγγλικά και έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια, στ) ο Χ2 γνωρίζει αγγλικά και έχει παρακολουθήσει τρία και όχι ένα μόνο σεμινάριο, ζ) οι ανωτέρω προαχθέντες συνάδελφοι του αναιρεσιβλήτου υπερέχουν καταφανώς έναντι αυτού στην γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, η) οι αντιπροταθέντες προς σύγκριση ως άνω συνάδελφοι του αναιρεσιβλήτου υπερέχουν έναντι αυτού στην γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, στην γλωσσομάθεια, στην βαθμολογία, στους τίτλους σπουδών και στην παρακολούθηση σεμιναρίων επιμόρφωσης.
Από την προσβαλλόμενη όμως απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τους ισχυρισμούς αυτούς της αναιρεσείουσας κατά την κρίση του περί της καταφανούς υπεροχής του αναιρεσιβλήτου έναντι των προαχθέντων ως άνω συναδέλφων του και της υπεροχής αυτού έναντι των αντιπροταθέντων προς σύγκριση ως άνω συναδέλφων του ως προς τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή του στον επόμενο από τον κατεχόμενο βαθμό.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, στο οποίο αποκλειστικώς ή προεχόντως στήριξε την κρίση του, απέδωσε σ'αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο του αληθινού.
Παραμόρφωση όμως με την ως άνω έννοια δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για να είναι ορισμένος πρέπει να παρατίθεται κατά λέξη στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε ότι είχε το δικαστήριο, καθώς και ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε τούτο, ώστε να είναι δυνατό να ελεγχθεί από το αναιρετήριο αν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά ή λανθασμένα το έγγραφο και αν στήριξε αποκλειστικά ή προεχόντως σ'αυτό την κρίση του για το αποδεικτέο γεγονός.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπό στοιχεία γ΄, δ΄ και ε΄ ως άνω εγγράφων (ατομικών δελτίων και φύλλων επίδοσης των ανωτέρω συναδέλφων του αναιρεσιβλήτου), από τα οποία προέκυπτε η κατάδηλη υπεροχή των ως άνω προαχθέντων έναντι αυτού και η μη υπεροχή του τελευταίου έναντι των αντιπροταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων του ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή αυτού στον ανώτερο από τον κατεχόμενο βαθμό.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, πέραν του ότι είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικά ή , έστω, κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, αλλ' αντίθετα συνεκτίμησε αυτά με τις άλλες αποδείξεις για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και εκείνο που δέχθηκε ότι είχαν το Εφετείο, ώστε να κριθεί αν εσφαλμένα τα ανέγνωσε και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς τους, δέχθηκε ότι το περιεχόμενό τους ήταν διαφορετικό από το πραγματικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-7-2003 αίτηση της Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4064/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Mαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ