Legislator Case Law & Legislation
1390/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific reasoning regarding rejection of statutory mitigation claim.

Case Number 1390/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a convicted drug trafficker against the Second Instance Court's judgment. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning for rejecting her claim of statutory mitigation based on a prior criminal record. The court ruled this argument baseless because the lower court explicitly rejected the claim as vague and unsupported by evidence, thereby fulfilling its duty to provide detailed justification.

Legislator headnote

AI generated

Articles 466, 474, 510 of the Code of Civil Procedure; Article 84 of the Penal Code: An appeal based on the lack of specific reasoning for rejecting a statutory mitigation claim is inadmissible if the lower court explicitly addresses the claim as vague and unsupported by evidence, thereby providing the required detailed justification.

Keywords

AI generated
lack of specific reasoning statutory mitigation prior criminal record detailed justification vague claim appeal admissibility drug trafficking

Cited Legislation

AI generated
Article 466, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 474, paragraph 1, section a of the Code of Civil Procedure
Article 510, paragraph 1, section d of the Code of Civil Procedure
Article 462, paragraph 1b of the Code of Civil Procedure
Article 464 of the Code of Civil Procedure
Article 473, paragraph 2 and 3, section a of the Code of Civil Procedure
Article 504, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 505, paragraph 1, section a' of the Code of Civil Procedure
Article 47, paragraph 1 of the Penal Code
Article 84, paragraph 2, section e of the Penal Code
Article 578, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1390 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1390/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνα Νάκου Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης (η οποία ορίστηκε σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 171/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου, Φώτιο Μουζάκη, και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαΐου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Φλωρίδη (κωλυομένου της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Σ. του Μ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στο Κ.Κ. Θήβας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Στάθη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 77/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 2/21-3-25 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό .../2025.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί ως απαράδεκτη και συνολικά ως αβάσιμη η προκείμενη αίτηση.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

H υπό κρίση από 21/3/2025 αίτηση της Σ. Σ. του Μ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενη στο Κ.Κ. Θήβας για αναίρεση της υπ' αριθμ. 77/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και την καταδίκασε σε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών, έχει ασκηθεί νομότυπα από την συνήγορο της αναιρεσείουσας που παρέστη κατά τη συζήτηση, Μ.

Σ., με δήλωσή της ενώπιον της Γραμματέως του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ.466 παρ.2, 474 παρ.1 εδ.α ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ.α του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 13/3/2025 και η αναίρεση ασκήθηκε στις 21/3/2025 (αρ. 473 παρ.2 και 3 ΚΠΔ ).

Τυγχάνει, επίσης, παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχον προς τούτο συμφέρον πρόσωπο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ ΚΠΔ (άρθρ.462 παρ.1β, 464, 474 παρ. 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 εδαφ.α' ΚΠΔ) , την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί της ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση και την απόρριψη των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών.

Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα του λόγου της.

Κατά το άρθρο 47 παρ.1 του ισχύοντος από 1.7.2019 νΠΚ, "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Με την διάταξη αυτή καταργείται η διάκριση μεταξύ άμεσης και απλής συνέργειας, όπως αποτυπωνόταν στα άρθρα 46 παρ. 1 εδ.

β' και 47 του προϊσχύσαντος Π.Κ. και προβλέπεται κατ' αρχήν ενιαία μειωμένη ποινή για όλες τις μορφές της συνέργειας στο έγκλημα είτε προσφέρεται κατά είτε πριν από την τέλεση της πράξης και κατ' εξαίρεση μόνο προβλέπεται δυνατότητα του δικαστηρίου να επιβάλει στο συνεργό την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει τη συνδρομή του κατά την τέλεση της πράξης και θέτει με αυτήν το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού (άμεσος συνεργός).

Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή, υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία, χωρίς να είναι άμεση, παρέχεται στον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεσή της, με γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της τελέσεως από τον αυτουργό ορισμένης άδικης πράξης και με τη βούληση ή αποδοχή του συνεργού να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του οεγκλήματος, χωρίς να είναι ανάγκη να γνωρίζει λεπτομέρειες της πράξης και ιδίως πότε και υπό ποιες ειδικές συνθήκες θα τελεσθεί από τον αυτουργό της πράξης.

Η συνδρομή του απλού συνεργού συνίσταται σε πράξεις δευτερεύουσας σημασίας και δύναται να παρασχεθεί μόνον κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης ή και πριν από αυτήν. Ψυχική δε συνδρομή αποτελεί και η ενίσχυση και ενθάρρυνση του αυτουργού στην απόφαση που έχει πάρει να τελέσει ορισμένο έγκλημα, το οποίο μπορεί να πραγματωθεί με την απλή παρουσία του συνεργού στον τύπο της πράξης ή με την παροχή σ' αυτόν πριν από την πράξη υπόσχεσης για βοήθεια μετά την τέλεση της πράξης ή και συγκάλυψη αυτής και απόκρυψη των αντικειμένων της (ΑΠ 714/2020, ΑΠ 1542/2010).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο (ΑΠ 969/2023), δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Η απαιτούμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, καταδικαστικής ή αθωωτικής, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση του (ΑΠ 560/2023 ΑΠ 481/2022, 520/2022, 1/2020). Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, , χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ή από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, αρκεί ωστόσο να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτιμήσε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, κατ` επιλογή ( ΟΛΑΠ 3/2012, ΑΠ 969/2023, ΑΠ 560/2023, ΑΠ 520/2022,ΑΠ 481/2020, ΑΠ 735/2020), αφού η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ` αυτήν, γιατί δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 900/2022, ΑΠ 326/2021 504/2020).

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα,, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε υπάρχει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1/2020, ΑΠ 950/2019) Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 560/2023, ΑΠ 1155/2022, ΑΠ 363/2020 , ΑΠ 1//2020).

Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 1/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει, από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών αυτής, το δικάσαν σε δεύτερο βαθμό Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Ε.

Β. στην Αττική, από τον Απρίλιο του έτους 2019 έως την 24-2-2020 οργανώθηκε με τον G. ή G. A. Αλβανό υπήκοο και άλλους άγνωστους δράστες, με σκοπό να διαπράξουν κακουργήματα διακίνησης ναρκωτικών, ειδικότερα με σκοπό να μεταφέρουν στην ελληνική επικράτεια από την Αλβανία, ναρκωτικές ουσίες ώστε στην συνέχεια να τις πωλούν, χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης και όχι για δική τους αποκλειστικά χρήση.

Στα πλαίσια αυτά, όπως στην συνέχεια εκτίθεται, ο πρώτος εκκαλών, έχοντας συνάψει ερωτική σχέση με την δεύτερη, της πρότεινε και αυτή δέχτηκε, πριν και κατά τη διάρκεια της τέλεσης της παρακάτω περιγραφόμενης αξιόποινης πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, να του παρέχει οποιαδήποτε συνδρομή, και συγκεκριμένα να τον συνοδεύσει ως συνοδηγός, στο αυτοκίνητο, που οδήγησε ο πρώτος από την Αθήνα έως τα ελληνοαλβανικά σύνορα την 24-2-2020, όπου, αφού παραλάμβανε θα φόρτωνε στο φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε, την παρακάτω αναφερόμενη ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, με σκοπό την περαιτέρω διακίνησή της.

Από την πράξη της ωστόσο και μόνο αυτή, η οποία ήταν μεν βοηθητική, πλην όμως ακόμη και εάν δεν ελάμβανε χώρα, ήταν δυνατή η διάπραξη από τον πρώτο της αξιόποινης πράξης της διακίνησης ναρκωτικών, δεν μπορεί να δημιουργηθεί πλήρης δικανική πεποίθηση, ότι η δεύτερη εκκαλούσα μετείχε στην οργάνωση συμμορίας κατά την έννοια του άρθρου 187 παρ. 3 ΠΚ, δηλαδή οργανώθηκε με τον πρώτο, τον G.

ή G. A., αλλά και με τρίτους άγνωστους, για να διαπράξει κακουργήματα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Ως εκ τούτου, πρέπει να κηρυχθεί η δεύτερη εκκαλούσα αθώα της πράξης της σύστασης συμμορίας (άρθρ.187 παρ. 3 ΠΚ).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην μπορούν να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, στους κατωτέρω τόπους και χρόνους και με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού, διακίνησε ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, υπό τη μορφή της μεταφοράς, προμήθειας, αποθήκευσης, αγοράς και κατοχής με σκοπό την πώληση, ήτοι με την έννοια της φυσικής εξουσίασης ώστε κάθε στιγμή μπορούσε να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και κατά βούληση να τις διαθέτει πραγματικά, και, ενόψει της ποσότητας αυτής, όχι για δική του αποκλειστικά χρήση. Είναι δε πρόσωπο, που ενεργεί κατ' επάγγελμα, καθόσον από την υποδομή που είχε διαμορφώσει στα πλαίσια οργάνωσης και της προαναφερόμενης συμμορίας, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός πορισμού εισοδήματος, με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000,00 ευρώ.

Συγκεκριμένα, κατόπιν καθοδήγησης και οργάνωσης, από τον G. G. (Γ.) A. (Α.), και επονομαζόμενο "...", στην ευρύτερη περιοχή Αγιάδας Θεσπρωτίας πλησίον των ελληνοαλβανικών συνόρων, στις 24.2.2020 μετά από έλεγχο αστυνομικών αρχών, κατελήφθη ως οδηγός ο πρώτος κατηγορούμενος Ε. Β., αλλά και ιδιοκτήτης, του με αριθμό κυκλ. ...

φορτηγού οχήματος, να κατέχει και να μεταφέρει, από τον ανωτέρω τόπο προς την ευρύτερη περιοχή της Αττικής, επτακόσια πενήντα εννέα (759) ανισοβαρή δέματα με ακατέργαστη κάνναβη (χασίς), συνολικού βάρους επτακοσίων ενενήντα τριών (793) κιλών και επτακοσίων εβδομήντα (770) γραμμαρίων με την άμεση νάιλον συσκευασία, τοποθετημένα σε ειδικά διαμορφωμένη κρύπτη με μεταλλικό κάλυμμα εντός της καρότσας του φορτηγού και κατά μήκος του κεντρικού άξονα.

Στο αυτοκίνητο του, συνοδηγός ήταν η δεύτερη κατηγορουμένη με την οποία διατηρούσε δεσμό, η οποία μετέβη μαζί του από την Αθήνα στην Σαγιάδα, προκειμένου να του παρέχει συνδρομή κατά τη διάρκεια τέλεσης της πράξης, άγνωστης, για την ίδια ποσότητας ναρκωτικών ουσιών. Δύο ακόμη φορές, κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2019 μετέβη ο πρώτος κατηγορούμενος, στην ευρύτερη περιοχή Σαγιάδας Θεσπρωτίας και αφού παρέλαβε άγνωστες ποσότητες ναρκωτικής ουσίας, και συγκεκριμένα κάνναβης, τις μετέφερε με το με αριθμό κυκλ. ...

φορτηγό όχημα προς την ευρύτερη περιοχή της Αττικής. Άπασες δε τις ανωτέρω ποσότητες της ναρκωτικής ουσίας, είχε προμηθευτεί από άγνωστους, δράστες και μέλη της συμμορίας στην ευρύτερη περιοχή της Σαγιάδας Θεσπρωτίας έναντι άγνωστου τιμήματος και με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση τους, ενώ από την κάθε μεταφορά ελάμβανε τουλάχιστο το ποσό των 5.000,00 ευρώ, η δε αξία των μεταφερόμενων προς περαιτέρω πώληση ναρκωτικών, βάρους 793 κιλών και 773 γραμμαρίων, που κατελήφθη να μεταφέρει την 24-2-2020, ανέρχεται στο ποσό των 793.000 ευρώ, τουλάχιστον.

Αποδείχθηκε επίσης, ότι ο ίδιος ως άνω κατηγορούμενος την 24-2-2020 κατείχε εντός του αυτοκινήτου και ποσότητα τεσσάρων γραμμαρίων ινδικής κανάβης εντός ενός μεταλλικού κυτίου, την οποία είχε αναμείξει με κοινό καπνό εμπορίου και την προόριζε για αποκλειστικά δική του χρήση. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη μετείχε στην συμμορία, αλλά και ότι προσέφερε άμεση συνδρομή στον πρώτο πριν και κατά την τέλεση της πράξης της διακίνησης ποσότητας 793 κιλών και 773 γραμμαρίων , που τελέστηκε την 24-2-2020.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο αυτουργός της πράξης αυτής, πρώτος κατηγορούμενος, μπορούσε να διαπράξει την πράξη αυτή και χωρίς την συνδρομή της δεύτερης, η οποία όπως αποδείχθηκε γνώριζε ότι ο πρώτος θα τελούσε την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών , και ότι η πράξη αυτή αντικειμενικά συνιστά έγκλημα και εκδήλωσε έμπρακτα την βούλησή της να συνδράμει στην τέλεσης αυτής με την μορφή ψυχικής ενίσχυσης στον δράστη με τον οποίο διατηρούσε δεσμό και ο οποίος ήδη είχε λάβει την απόφαση να τελέσει το έγκλημα που τέλεσε και μάλιστα ο ίδιος υπό την διακεκριμένη περίπτωση της, κατ'επάγγελμα, διακίνησης με προσδοκώμενο όφελος ανώτερο των 75.000 ευρώ, ενώ η δεύτερη κατηγορουμένη πρόσφερε απλή συνδρομή σε πράξη απλής διακίνησης, όπως αυτή τυποποιείται στο άρθρο 20 Ν. 4139/2013.

Πρέπει επομένως να κηρυχθούν ένοχοι, ο πρώτος, των πράξεων της συμμορίας, της κατ' επάγγελμα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με προσδοκώμενο όφελος τουλάχιστον 793.000 ευρώ και της κατοχής ποσότητας ιδικής κάναβης προοριζόμενης για αποκλειστικά δική του χρήση και η δεύτερη της απλής συνέργειας σε απλή διακίνηση ναρκωτικών ουσιών".

Στη συνέχεια το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη για απλή συνέργεια σε απλή διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και της επέβαλε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών, με το ακόλουθο επί λέξει διατακτικό:

"Κηρύσσει τη δεύτερη κατηγορούμενη Σ. Σ. ένοχη κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό για την πράξη της απλής συνέργειας σε διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (άρθρο 20 Ν.4139/2013) και ειδικότερα του ότι στον κατωτέρω τόπο και χρόνο ενεργώντας με πρόθεση πρόσφερε απλή συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο δίχως να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών ώστε να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές της δυνάμεις, διακίνησε ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, υπό τη μορφή της μεταφοράς, προμήθειας, αποθήκευσης, αγοράς και κατοχής με σκοπό την πώληση, ήτοι με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, ώστε κάθε στιγμή μπορούσε να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και κατά βούληση να τις διαθέτουν πραγματικά, και, ενόψει της ποσότητας αυτής, όχι για δική της αποκλειστικά χρήση.

Συγκεκριμένα, στην ευρύτερη περιοχή Σαγιάδας Θεσπρωτίας πλησίον των ελληνοαλβανικών συνόρων, στις 24.02.2020 και σε γενόμενο έλεγχο αστυνομικών αρχών, προσέφερε απλή συνδρομή στην πράξη που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος, όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω υπό στοιχεία Β.1 υπό την μορφή της απλής διακίνησης (άρθρο 20 Ν.4139/2013).

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την ενοχή της κατηγορουμένης για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε διακίνηση ναρκωτικών (στην απλή μορφή του εγκλήματος αυτού), για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορούμενη αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων) από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, τα οποία ορθά εκτίμησε και αξιολόγησε στο σύνολό τους, χωρίς επιλεκτική εκτίμηση αυτών, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τί προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς , με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,12,13ε , 14, 26 παρ. 1 εδάφ.

α , 27 παρ. 1, 46,20 Ν. 4139/2013. Ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης με σαφήνεια σε τι συνίσταται η απλή συνέργεια της αναιρεσείουσας στη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών, ήτοι ότι αυτή γνώριζε ότι ο συγκατηγορούμενος της θα τελούσε την πράξη διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και τον συνόδευσε ως συνοδηγός στο αυτοκίνητό τους μεταβαίνοντας μαζί του από την Αθήνα στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, όπου και έγινε η παραλαβή των Ναρκωτικών, παρέχοντας του ψυχική ενίσχυση πριν και κατά την τέλεση της ανωτέρω πράξης.

Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι από την κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρα κατηγορίας αστυνομικού Ε. Τ. δεν προκύπτει ότι αυτή γνώριζε για την τέλεση από τον πρώτο κατηγορούμενο της αξιόποινης πράξης της διακίνησης ναρκωτικών, πέραν της ουσιαστικής αβασιμότητάς της καθόσον ο ανωτέρω αστυνομικός σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου όσον αφορά την κατηγορούμενη αναιρεσίουσα κατέθεσε ότι "για να ξεκινήσει ο άλλο να'ρθει από την Αθήνα να φορτώσει κάτι πρέπει να ξέρει και αυτός", είναι σε περίπτωση απαράδεκτη, διότι πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων και την περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επομένως ο (μοναδικός) λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 510 περ. Δ` ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την περί της ενοχής της αναιρεσείουσας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στην απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, με τους οποίους ζητείται η αναγνώριση υπέρ του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, με την προϋπόθεση ότι αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και έχουν αναπτυχθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δηλαδή με επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση, την ουσιαστική διερεύνηση και τελικά τη δικαστική απόφανση για συνδρομή ή μη των αντίστοιχων ελαφρυντικών περιστάσεων, διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ1192/2023, ΑΠ 1062/2023,ΑΠ 147/2023).

Ειδικότερα, ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ, θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη υπό στοιχείο ε' ήτοι το ότι " συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Η αποδοχή της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του δράστη είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και του μέσου κρατουμένου, αντίστοιχα, και συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του. Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαίτιου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού ή για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις υποβολής ενός τέτοιου ισχυρισμού, οπωσδήποτε δε πρέπει να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του που να μαρτυρεί την αληθινή ψυχική του μεταβολή προς το καλύτερο (ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 466/2021, ΑΠ 253/2021, ΑΠ 527/2020, ΑΠ 395/2020).

Συνεπώς, για την αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης στον δράστη είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας είτε κρατούμενου, δεν αρκεί μόνον η καλή και συνήθης συμπεριφορά, και δη εργασία και ομαλή οικογενειακή ζωή στην πρώτη περίπτωση (της διαβίωσης υπό καθεστώς ελευθερίας), αλλά πρέπει να συντρέχουν πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης, ενώ στη δεύτερη περίπτωση (της διαβίωσης υπό συνθήκες κράτησης) δεν αρκεί μόνο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της κρατήσεως του μέσα στη φυλακή, δεν υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα ή είχε καλή συμπεριφορά, αλλά πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο του εξαιρετικά θετική και διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενο, η οποία να συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση και μεταστροφή του χαρακτήρα του (ΑΠ 1192/2023, ΑΠ 447/2023, ΑΠ 88/2023, ΑΠ 1135/2022, ΑΠ 1276/2022, ΑΠ 1702/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, από το ίδια ως άνω πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η συνήγορος της αναιρεσείσουσας μετά την περί της ενοχής της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, προέβαλε προφορικά (μόνο) τον αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση στο πρόσωπο της κατηγορούμένης της ελαφρυντικής περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ.

ε' του ΠΚ. (που ενδιαφέρει εν προκειμένω καθόσον η απόρριψη του έτερου ισχυρισμού εκ του 84 παρ.2 εδαφ.α δεν πλήττεται με την αναίρεση). Το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο , απέρριψε τον προαναφερθέντα αυτοτελή ισχυρισμό , με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά αιτιολογία " Οι ισχυρισμοί, αυτοί, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πρέπει να απορριφθούν, πρωτίστως, ως αόριστοι, αφού οι ανωτέρω κατηγορούμενοι δεν επικαλέσθηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αλλά απλώς επικαλέσθηκαν τις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, αλλά και ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, καθόσον ουδόλως απέδειξαν τέτοια περιστατικά, ούτε εισφέρθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία να οδηγούν στην κατάφαση των ισχυρισμών τους αυτών.

Ειδικότερα δε, αναφορικά με το αίτημα της δεύτερης κατηγορουμένης, αναγνώρισης στο πρόσωπο της, της ελαφρυντικής περίστασης του προηγούμενου σύννομου βίου, από την επισκόπηση του αντιγράφου του ποινικού της μητρώου, προκύπτει ότι έχει ήδη καταδικαστεί αμετάκλητα σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών για την πράξη της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατά συναυτουργία, με αποτέλεσμα να μην συντρέχει στο πρόσωπο της η ως άνω ελαφρυντική περίσταση".

Ο ως άνω αυτοτελής ισχυρισμός της αναιρεσειουσας προβλήθηκε με μνεία μόνον της διατάξεως που τον προβλέπει χωρίς ειδικότερη αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή του και επομένως ήταν αόριστος. Συνακόλουθα το Δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούτο να αιτιολογήσει την απόφασή του για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, εκ περισσού δε απάντησε και τον απέρριψε με την προαναφερθείσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Επομένως ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του προαναφερθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων και, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως ουσιαστικά αβάσιμη και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21/3/2025 αίτηση της Σ. Σ. του Μ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στο Κ.Κ. Θήβας για αναίρεση της υπ' αριθμ. 77/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κέρκυρας,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ