Legislator Case Law & Legislation
1390/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds, upholding lower court's reasonable compensation for emotional distress.

Case Number 1390/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a traffic accident compensation claim. The appellant argued that the awarded sum for emotional distress was disproportionate and exceeded judicial discretion limits. The court rejected this, finding the amount reasonable based on common practice and constitutional principles, thus upholding the lower court's ruling.

Legislator headnote

AI generated

Articles 63, 64, 127, 1510 of the Civil Code; Article 932 of the Civil Code; Articles 2 and 25(1) of the Constitution; Article 6 of the ECHR: The Supreme Court holds that a court's determination of compensation for emotional distress is subject to judicial discretion and must be reviewed for proportionality, not arbitrary excess.

Keywords

AI generated
emotional distress compensation judicial discretion limits proportionality principle traffic accident liability appeal admissibility civil procedure code constitutional rights

Cited Legislation

AI generated
Article 63 of the Code of Civil Procedure
Article 64(1) of the Code of Civil Procedure
Article 127 of the Civil Code
Article 1510 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 2 of the Constitution
Article 25(1) of the Constitution
Article 6 of the European Convention on Human Rights
Article 559(4) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1390 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1390/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Μπούτσικο και Αλεξάνδρα Ταμπαλή, που δήλωσαν στο ακροατήριο ότι ανακαλούν τις από 18-10-2023 και 19-10-2023, αντίστοιχα, δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίστανται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) T. T. (Τ. Τ.) του N. (Ν.) και 2) E. T. (Έ. Τ.) του O. (Ο.), κατοίκων ..., για λογαριασμό και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού τους S. T. (Σ. Τ.) του T. (Τ.), ο οποίος όμως, σύμφωνα με δήλωση του δικηγόρου Σπυρίδωνα Μάλλιου, που εμφανίστηκε στο ακροατήριο μετά την εκφώνηση των ονομάτων, ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (για λογαριασμό και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τότε υιού τους S. T.) και με την από 6-9-2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - αγωγή (εξ αναγωγής) του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2415/2014 εν μέρει οριστική και 3041/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3483/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-8-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 63 ΚΠολΔ όποιος είναι ικανός για οποιαδήποτε δικαιοπραξία μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα όσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους. Ικανός για κάθε δικαιοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 127 ΑΚ, είναι όποιος έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του (ενήλικος). Επομένως ο ανήλικος δεν έχει δικαίωμα να παρίσταται με το δικό του όνομα στο δικαστήριο, αλλά εκπροσωπείται σ` αυτό από τους δύο γονείς του, οι οποίοι από κοινού ασκούν τη γονική μέριμνά του (άρθρ. 1510 ΑΚ). Διάδικος όμως είναι το ανήλικο τέκνο και όχι οι γονείς του, οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του τέκνου να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Κατά συνέπεια, σε δίκη με διάδικο ανήλικο τέκνο, μετά την ενηλικίωσή του, οπότε αυτό καθίσταται ικανό για κάθε δικαιοπραξία, επομένως και για να υπερασπίζεται επί δικαστηρίου τα δίκαιά του, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του και στο εξής, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης κατά τα άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ, συνεχίζεται πλέον η διαδικασία με τη συμμετοχή στη δίκη του τέκνου που ενηλικιώθηκε (ΑΠ 209/2020, ΑΠ 808/2017).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ενάγων - εφεσίβλητος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3483/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ήταν ο ανήλικος S. T. του T., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους γονείς του T. T. και E. T., που ασκούσαν τη γονική μέριμνά του. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" κατά της πιο πάνω αποφάσεως απευθύνεται κατά S. T. του T., νομίμως εκπροσωπουμένου από τους ασκούντες τη γονική μέριμνά του ως άνω γονείς του. Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας ο ανωτέρω διάδικος, ήδη ενηλικιωθείς, δήλωσε δια του εκπροσωπούντος αυτό πληρεξουσίου του δικηγόρου Σπυρίδωνα Μάλλιου, ότι συνεχίζει πλέον ατομικώς τη δίκη στο όνομά του.

Συνεπώς, νομίμως αυτός παραστάθηκε με το δικό του όνομα κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αφού μετά την ενηλικίωσή του κατέστη ικανός για να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα και έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των νομίμων αντιπροσώπων του.

Με την υπό κρίση από 1-8-2019 (αριθμ. έκθ. καταθ. 7713/735/13.8.2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης[άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ, (όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), με αριθ. 3483/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Η αίτηση είναι παραδεκτή, διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της προσβαλλόμενης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:

Με την από 7.1.2013 (αριθ. κατάθ. 7681/390/2013) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, υπό την ιδιότητά τους , ως ασκούντων την γονική μέριμνα του τότε ανηλίκου τέκνου τους S. T., στρεφόμενοι κατά του Ι. Μ. και του Γ. Κ., οδηγού και ιδιοκτήτη αντίστοιχα του με αρ. κυκλ. ...

ΙΧ λεωφορείου και του ήδη αναιρεσείοντος, ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" με την οποία, ισχυριζόμενοι ότι από υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, οδηγού του ως άνω λεωφορείου, που έχει τόπο συνήθους στάθμευσης τη Βουλγαρία και ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ARMEEC INSURANCE COMPANY JSC", που είχε εκδώσει πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης (πράσινη κάρτα), προκλήθηκε ο τραυματισμός του ως άνω τέκνου τους, ως πεζού, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έγινε κάτω από τις εκεί περιγραφόμενες συνθήκες, ζήτησαν, μετά από παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τους ανωτέρω οδηγό και ιδιοκτήτη του λεωφορείου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον να τους καταβάλει το ποσό των 149.950 €, πέραν του ποσού των 50 €, το οποίο επιφυλάχθηκαν να αξιώσουν από το ποινικό δικαστήριο και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του να τους καταβάλει ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή.

Επ'αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 2415/2014 εν μέρει οριστική απόφαση, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της αγωγής, όσον αφορά το αιτούμενο κονδύλιο των δαπανών νοσηλείας του ανηλίκου, προκειμένου να προσκομιστούν τα αναφερόμενα έγγραφα, κατά τα λοιπά δε, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Ακολούθως, εκδόθηκε η με αριθμ. 3041/2015 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά των αποφάσεων αυτών (μη οριστικής και οριστικής) ασκήθηκαν η από 16-6-2017 έφεση και ο από 12-12-2018 πρόσθετος λόγος έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος και η από 7-2-2019 αντέφεση των ήδη αναιρεσίβλητων.

Επ' αυτών, εκδόθηκε, κατόπιν συνεκδίκασης η με αριθμ. 3483/2019 προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά την έφεση και τον πρόσθετο αυτής λόγο και την αντέφεση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και τον πρόσθετο αυτής λόγο, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτήν κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 40.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους το ποσό των 24.567,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β` και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 88/2019).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του ΑΚ στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ` εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 και 2 εδ. β του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. .....Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν......''.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019 Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, δεν δημιουργείται δε ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται με αυτόν η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 15.7.2012 και περί ώρα 20.15 το υπ' αριθ κυκλ. ...

ΙΧΕ λεωφορείο, με τόπο συνήθους στάθμευσης την Βουλγαρία που ήταν ασφαλισμένο στην βουλγαρική ασφαλιστική εταιρία "ARMEEC INSURANCE COMPANY JSC", η οποία είχε εκδώσει ισχυρό πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης ("πράσινη κάρτα"), στο οποίο επέβαινε ένα 25μελές γεωργιανό χορευτικό συγκρότημα ανηλίκων χορευτών που συνόδευε η υπεύθυνη του συγκροτήματος D.

N. και μία μητέρα, έφθασε στο συνοριακό σταθμό Κήπων Έβρου προερχόμενο από Μ. Βρετανία. Την ώρα εκείνη στο συνοριακό σταθμό Κήπων υπήρχε σημαντική κίνηση οχημάτων, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και υπήρχε ακόμη φωτισμός ημέρας. Το λεωφορείο στάθμευσε στον 2ο διάδρομο στο σημείο ελέγχου των διαβατηρίων και ένας αστυνομικός στάθηκε στην μπροστινή πόρτα του λεω-φορείου και συγκέντρωνε τα διαβατήρια των επιβατών που κατέβαιναν ένας - ένας και στην συνέχεια κατευθύνονταν στο παρακείμενο κατάστημα αφορολογήτων ειδών.

Δίπλα του στεκόταν ο οδηγός του λεωφορείου και η ανωτέρω υπεύθυνη - συνοδός που επέβλεπε τα παιδιά κατά την αποβίβασή τους. Τελευταίος κατέβηκε ο υιός των εναγόντων S. T., ηλικίας τότε 9 ετών (γεννήθηκε στις 24/8/ 2002), την γονική μέριμνα του οποίου ασκούν από κοινού οι ενάγοντες γονείς του και έδωσε το διαβατήριό του στον αστυνομικό.

Και ενώ όλα τα παιδιά είχαν κατευθυνθεί με την συνοδεία μίας μητέρας στο παρακείμενο κατάστημα αφορολογήτων ειδών, η ανωτέρω υπεύθυνη - συνοδός D. N. είδε τον ανήλικο S. T. να σταματά σε απόσταση 10-15 μέτρων μπροστά από το εμπρόσθιο μέρος του λεωφορείου για να δέσει τα κορδόνια των υποδημάτων του. Την ίδια ώρα ο αστυνομικός έδωσε εντολή στον οδηγό του λεωφορείου να συνεχίσει την ευθεία πορεία του ώστε να εξέλθει του 2ου διαδρόμου με κατεύθυνση προς το κατάστημα αφορολογήτων ειδών, συγχρόνως δε και η υπεύθυνη - συνοδός D.

N. κινήθηκε και αυτή προς το κατάστημα αφορολογήτων ειδών. Ο οδηγός έθεσε σε λειτουργία το λεωφορείο και ξεκίνησε την πορεία του εντός του 2ου διαδρόμου, δεν αντιλήφθηκε όμως τον ανήλικο που ήταν σκυμμένος στην πορεία του εντός του 2ου διαδρόμου, με αποτέλεσμα ο ανήλικος να παρασυρθεί, να εγκλωβισθεί κάτω από τον δεξιό εμπρόσθιο τροχό του λεωφορείου και συνθλίβει από τον τροχό του βαρέος οχήματος με συνέπεια να τραυματισθεί βαριά.

Ο οδηγός ένοιωσε ότι κάτι πάτησε και την ίδια στιγμή άκουσε τις φωνές της συνοδού, οπότε ακινητοποίησε το λεωφορείο και αφού κατέβηκε και είδε τον ανήλικο εγκλωβισμένο κάτω από τον τροχό πραγματοποίησε οπισθοπορεία και τον ελευθέρωσε. Με βάσει τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο οδηγός του λεωφορείου/οποίος από έλλειψη της προσοχής την οποία οφείλε και μπορούσε να καταβάλει βάσει των ατομικών του ικανοτήτων αλλά και του μέσου συνετού οδηγού, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή ενόψει των υφισταμένων συνθηκών κίνησης στον συνοριακό σταθμό και αν και υπήρχε φωτισμός ημέρας, δεν αντιλήφθηκε ότι στο ορατό γι' αυτόν δεξιό τμήμα του οδοστρώματος έμπροσθέν του, ήταν σκυμμένος ο ανωτέρω ανήλικος, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του ανηλίκου και να τον συνθλίψει κάτω από τον τροχό του, με συνέπεια τον τραυματισμό του.

Συνυπαίτια του ενδίκου ατυχήματος είναι και η ανωτέρω υπεύθυνη - συνοδός του ανηλίκου D. N. η οποία αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να εποπτεύει τον ανήλικο και να προστατεύει την υγεία του, δεν μερίμνησε ώστε ο ανήλικος που επέβλεπε να προστατευθεί από την κίνηση των οχημάτων, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα προστασίας, αλλά αντίθετα κινήθηκε προς το κατάστημα αφορολογήτων ειδών, αφήνοντας τον ανήλικο ανεπιτήρητο.

Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι αποκλειστικά υπαίτια του τραυματισμού του ανηλίκου είναι η ανωτέρω γιατί παραμέλησε την εποπτεία του ανηλίκου που ήταν σκυμμένος σε απόσταση 1-1,50μ μπροστά από το λεωφορείο, ο οδηγός του οποίου δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί την παρουσία του ανηλίκου λόγω της μικρής απόστασης (1-1,50μ) και του μικρού αναστήματος και της στάσης του σώματος (γονατιστός) του ανηλίκου.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε αναιρούμενος από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προσηκόντως συνεκτιμωμένου. Το Δικαστήριο άγεται στην κρίση αυτή από την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο, σχεδιάγραμμα και κυρίως από τις από 16/7/2012 προανακριτικές καταθέσεις α) του οδηγού του λεωφορείου I.

M. ο οποίος καταθέτει επί λέξει: "... στα 10-15 μέτρα κίνησης άκουσα ένα περίεργο θόρυβο κι αισθάνθηκα ότι κάτι πάτησε το λεωφορείο με την μπροσθινή ρόδα...." και β) της υπεύθυνης - συνοδού του ανηλίκου D. N., η οποία καταθέτει: "....είδα τον S. T. να βρίσκεται μπροστά από το λεωφορείο γύρω στα 10-15 μέτρα να είναι σκυμένος και να δένει τα κορδόνια του.,.".

Αλλά και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ο παθών είχε γονατίσει σε απόσταση 1-1,50 μέτρων έμπροσθεν του λεωφορείου, δεν αίρει την υπαιτιότητα του οδηγού του λεωφορείου καθόσον και η απόσταση αυτή ήταν αρκετή, εάν ο οδηγός είχε τεταμένη την προσοχή του, για να αντιληφθεί την παρουσία του παθόντος και να μην ξεκινήσει την πορεία του, δοθέντος ότι αφενός λόγω της μεγάλης επιφάνειας του εμπρόσθιου υαλίνου ανεμοθώρακα ("μπαρμπριζ") και αφετέρου του ύψους του καθίσματος του οδηγού σε συνδυασμό με τους υπάρχοντες καθρέπτες, ο οδηγός είχε πλήρη ορατότητα ακόμα και σε απόσταση 1-1,50 μέτρων έμπροσθεν του λεωφορείου.

Και είναι μεν αληθές ότι με την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 348/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης ο οδηγός κρίθηκε αθώος της πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο, όμως η εν λόγω ποινική απόφαση, η οποία συνεκτιμάται ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ακόμα κι αν έχει καταστεί τελεσίδικη, δεν δεσμεύει με την έννοια του δεδικασμένου, ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της αδικοπραξίας, το παρόν Δικαστήριο, η κρίση του οποίου διαμορφώθηκε αποκλειστικά και μόνο με βάση τα προσκομισθέντα ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως η παραδεκτά προβληθείσα από το εναγόμενο ένσταση περί αποκλειστικής υπαιτιότητας τρίτου προσώπου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και συγκεκριμένα της υπεύθυνης - συνοδού του ανηλίκου D. N., την οποία επαναφέρει με τον πρώτο και πρόσθετο λόγο της εφέσεώς του είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη διότι ανεξάρτητα από την συντρέχουσα υπαιτιότητα αυτής για το επελθόν αποτέλεσμα λόγω της παραμέλησης της εποπτείας του ανηλίκου, δεν επέρχεται απαλλαγή κατ' αρθρ. 5 παρ. 1 του Ν.

ΓπΝ/1911, του εναγομένου Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, διότι η υπαιτιότητα του τρίτου πρέπει να είναι αποκλειστική, εφόσον τα ανωτέρω πρόσωπα ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι του ανηλίκου, ο δε βαθμός του πταίσματος αυτών, αφορά τον προσδιορισμό της μεταξύ τους ευθύνης (αρθρ. 926, 927 ΑΚ). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένων ως αβασίμων όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκ- καλούν με τον πρώτο και τον πρόσθετο λόγο της εφέσεώς του, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά τον τραυματισμό του ο ανήλικος διακομίσθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη συντριπτικά κατάγματα λεκάνης (πυελικού δακτυλίου), συντριπτικό ανοικτό κάταγμα δεξιού μηριαίου με συνοδό κάκωση συζευκτικού χόνδρου τύπου 3, πνευμονοθώρακα δεξιά, ρήξη ορθού, βαριά θλαστικά τραύματα (εκτεταμένα ελλείμματα δέρματος) οσφυϊκής χώρας, μεσογλουτιαίας πτυχής, περιναίου και οπίσθιας επιφάνειας αριστερού μηρού.

Υποβλήθηκε σε χειρουργική αποκατάσταση των καταγμάτων του πυελικού δακτυλίου με εξωτερική ο- στεοσύνθεση, σε χειρουργική αποκατάσταση σταθεροποίησης του κατάγματος του δεξιού μηριαίου με 4 βελόνες Κ- W, σε διαχωριστική σιγμοειδοστομία λόγω ρήξης του ορθού, σε χειρουργικό καθαρισμό και συρραφή των θλαστικών τραυμάτων, του (δερματικών ελλειμμάτων) και έγινε προσπάθεια αιμοδυναμικής ανάταξης λόγω του εκτεταμένου οπισθοπεριτοναιϊκού αιματώματος με χορήγηση αίματος και υγρών, ενώ τοποθετήθηκε σωλήνας παροχέτευσης Bullau για την αντιμετώπιση του πνευμονοθώρακα.

Μετά την αιμοδυναμική και αναπνευστική σταθεροποίησή του ο ασθενής διακομίστηκε διασωληνωμένος και υπό καταστολή την 17-7-2012 στη Μ.Ε.Θ. Παίδων του "Ιπποκράτειου" Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης για περαιτέρω αντιμετώπιση (βλ. το εξιτήριο και το ενημερωτικό σημείωμα του Π.Γ.Ν. Αλεξανδρούπολης). Εκεί νοσηλεύτηκε από 17-7-2012 έως 26-7-2012, διασωληνωμένος μέχρι και την 24-7-2012.

Μετά από εκτίμηση της πλαστικής χειρουργού ακολούθησε χειρουργικός καθαρισμός των εκτεταμένων νεκρωμάτων της περιοχής των τραυμάτων στις γλουτιαίες χώρες, καθώς και τοποθέτηση συστήματος V.A.C. με συνεχή αναρρόφηση για καθαρισμό της περιοχής και προετοιμασία για μελλοντική μεταμόσχευση δέρματος. Έγινε ορθοπαιδική εκτίμηση των καταγμάτων της λεκάνης και τοποθετήθηκε γυψονάρθηκας στο κάταγμα του δεξιού μηρού, ενώ βρισκόταν υπό αντιπηκτική (προφυλακτική) αγωγή, ευρέως φάσματος αντιβιοτική κάλυψη και γαστροσπροστασία (βλ.

το από 27-11-2012 ενημερωτικό σημείωμα ελλείμματα δέρματος). Την 26-7-2012 διακομίστηκε στην Παιδοχειρουργική Κλινική του ίδιου νοσοκομείου, όπου υποβλήθηκε σε πολλαπλές επεμβάσεις αυτομεταμόσχευσης δέρματος για την πλαστική αποκατάσταση των ελλειμμάτων του δέρματος, αφαιρέθηκαν οι εξωτερικές οστεοσυνθέσεις και τελικά αποκαταστάθηκε και η συνέχεια του εντέρου με σύγκλιση της σιγμοειδοστομίας.

Ο ανήλικος εξήλθε εν τέλει από το ανωτέρω Νοσοκομείο στις 16/9/2012............ Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο "Ιπποκράτειο", ο παθών επέστρεψε στη χώρα του και από 18-2-2013 έως και 3-5-2013 νοσηλεύτηκε στην "Κλινική της Α. Ρ. ΕΠΕ" στην Τυφλίδα, με διάγνωση μετατραυματική παραμόρφωση πυελικών οστών, μετατραυματική παραμόρφωση και σύσπαση αρθρώσεων ισχίου, μετατραυματική παραμόρφωση της άρθρωσης του δεξιού γόνατος και σύσπαση κάμψης και υποβλήθηκε σε θεραπεία με συμβατική μέθοδο (βλ.

την από 17-5-2013 βεβαίωση της άνω Κλινικής). Την 12-8-2013 ο παθών εξετάστηκε στο ιατρικό ίδρυμα "ΤΡΑΒ- ΜΑΤΟΛΟΓΚΙ ΕΠΕ" και διαγνώστηκε ότι πάσχει από συσπάσεις των κάτω άκρων και της άρθρωσης του ισχίου αρ. και του γονάτου αρ. και δόθηκαν οδηγίες για τη μη αφαίρεση του ειδικού κορσέ, με τον οποίο στερεώνονται οι σπόνδυλοι στην οσφύ του, κατά την μεταφορά του με αεροπλάνο στη Γερμανία, προκειμένου να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση (βλ.

το υπ' αριθ. 10144/12-8-2013 πιστοποιητικό των θεραπόντων ιατρών του άνω νοσηλευτικού ιδρύματος), στην οποία δεν προέκυψε ότι υποβλήθηκε μέχρι σήμερα ούτε το είδος της. Επίσης την 8-10-2013 υποβλήθηκε σε μαγνητικές και αξονικές τομογραφίες των αρθρώσεων του ισχίου και του γόνατος και σε ακτινογραφίες θώρακα και πνευμόνων στο Θεραπευτικό και Διαγνωστικό Κέντρο Αποκατάστασης "ΜΕΝΤΙΓΚΑΡΝΤ" στη Γεωργία, όπου οι ιατροί διαπίστωσαν πως οι κινήσεις του παθόντος είναι περιορισμένες στην περιοχή των αρθρώσεων του ισχίου και του γόνατος και συνέστησαν χειρουργική επέμβαση.

Στη σχετική από 16-12-2013 ιατρική βεβαίωση, καθώς και στην από 28-1-2014 βεβαίωση του άνω Κέντρου Αποκατάστασης, αναφέρεται πως ο παθών υποβάλλεται σε ειδικές θεραπευτικές ασκήσεις και μασάζ, καθώς και σε συνεδρίες φυσικοθεραπείας στην άρθρωση του γόνατος, με ελάχιστη βελτίωση και ότι το πρόγραμμα αποκατάστασης πρέπει να συνεχιστεί.

Επίσης, ο παθών εξετάστηκε στο Κέντρο Αθλητικής Ιατρικής και Αποκατάστασης στην Τιφλίδα της Γεωργίας την 18-1-2014, όπου διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει σύσπαση της άρθρωσης και μετατραυματική αρθροπάθεια του αρ. ισχίου και δεξιού γόνατος, υποβάλλεται σε θεραπευτικό μασάζ μυών και στα δύο άκρα και σε ηλεκτρική διέγερση των μυών και ότι το πρόγραμμα αποκατάστασης πρέπει να συνεχιστεί, ενώ δεν παρατηρείται δυναμική στη θεραπεία (βλ.

την από 31-1-2014 βεβαίωση του άνω Κέντρου). Τέλος, σύμφωνα με την από 27-1-2014 βεβαίωση του 1ου Δημόσιου Σχολείου της πόλης ..., ο ανήλικος είναι μαθητής της 6ης τάξης και λόγω ασθένειας παρακολουθεί πρόγραμμα εκμάθησης στο σπίτι, σύμφωνα με το προβλεπόμενο από το πρόγραμμα ατομικό σχέδιο σπουδών. Από όλα τα προαναφερόμενα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν στη Γεωργία και προσκομίζονται στο πρωτότυπό τους και σε επίσημη επικυρωμένη μετάφραση από την γεωργιανή στην ελληνική γλώσσα προκύπτει με σαφήνεια η σημερινή κατάσταση της υγείας του παθόντος.

Εξάλλου και από την από 16/11/2016 Ιατρική Έκθεση του ιατρού καθηγητή R. B. του Κέντρου Διορθωτικής και Επανορθωτικής Χειρουργικής Άκρων - Κέντρου Επιμήκυνσης Κάτω Άκρων του Μονάχου, που προσκομίζεται και σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, προκύπτει ότι ο ανήλικος παρουσίασε δυσκαμψία της αριστερής άρθρωσης ισχίου που αντιμετωπίστηκε στις 6 Ιουνίου 2016 με χειρουργική επέμβαση.

Μία οστική γέφυρα μεταξύ αυχένα μηριαίου οστού και οπίσθιας κοτύλης, αφαιρέθηκε με επιτυχία. Για να αντιμετωπισθεί δε η βράχυνση περίπου 6 εκατ. του δεξιού μηριαίου οστού πρέπει να χρησιμοποιηθεί πλήρως εμφυτευόμενο καρφί επιμήκυνσης (FIT - BONE). Η νοσηλεία θα διαρκέσει 5 ημέρες και ο χρόνος επιμήκυνσης θα ανέλθει σε 2 περίπου μήνες, ο δε ασθενής πρέπει να παραμείνει στη Γερμανία για 2-3 μήνες για κλινικό έλεγχο μετά την χειρουργική επέμβαση στην οποία δεν προέκυψε ότι υποβλήθηκε μέχρι σήμερα.

Συνεπώς δεν κρίνεται απαραίτητη η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για την διαπίστωση της σημερινής κατάστασης του παθόντος εφόσον το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση από τα ανωτέρω έγγραφα. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε όμοια ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε απορριπτομένων ως αβασίμων όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με το ε' σκέλος του 2ου λόγου της εφέσεώς του, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Τέλος ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, της φύσεως και έκτασης του τραυματισμού του ανηλίκου, του είδους των σωματικών βλαβών που αυτός υπέστη, της μακράς διάρκειας της συνεχιζόμενης αποθεραπείας του, της σωματικής του ταλαιπωρίας εξαιτίας του τραυματισμού του, της ψυχικής του στεναχώριας η οποία επιτείνεται εξαιτίας του ότι είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο και δεν μπορεί να ασχοληθεί με τον χορό που ήταν μέρος της καθημερινής του ζωής, της ηλικίας του (10 ετών κατά το ατύχημα), λαμβανομένου υπόψη της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των γονέων του οι οποίοι τυγχάνουν τουριστικοί πράκτορες στην Γεωργία όπου το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της χώρας είναι χαμηλό (μη λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής καταστάσεως του εναγόμενου ΓΔΑ η ευθύνη του οποίου προσομοιάζει με του ασφαλιστή και είναι εγγυητική), ο ανήλικος υπέστη ηθική βλάβη προς ικανοποίηση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί το ποσό των 40.000 €, το οποίο μετά την στάθμιση των κατά τον νόμο στοιχείων κρίνεται εύλογο και δίκαιο (αρθρ. 932 ΑΚ).

Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο επεδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μεγαλύτερο ποσό, κατά παραδοχή του δ'σκέλους του δευτέρου λόγου της εφέσεως, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν και να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αντεφέσεως...".

Το Εφετείο με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε κατ' ουσία την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής, εξαφάνισε την εκκαλουμένη οριστική απόφαση και τη συνεκκαλουμένη εν μέρει οριστική απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις τους για το ενιαίο της εκτέλεσης και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη και κατ'ουσίαν και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους το ποσό των 40.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αναγνώρισε ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους ως αποζημίωση το συνολικό ποσό των 24.567,50 ευρώ, τα ποσά δε αυτά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενο ότι ο οδηγός Ι. Μ. απηλλάγη της κατηγορίας της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο με την υπ' αρ. αμετάκλητη 348/2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την παρατιθέμενη εκεί αιτιολογία, ενώ παράλληλα με την υπ'αρ. 936/2017 αμετάκλητη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου καταδικάστηκε η συνοδός D.

N. για σωματική βλάβη από αμέλεια από υπόχρεο και δη ότι ενώ είχε υποχρέωση λόγω του επαγγέλματός της να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή και να αποτρέψει το αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης του παθόντος ανηλίκου, που είχε γονατίσει μπροστά από το ζημιογόνο όχημα σε απόσταση 1- 1,5 μέτρου έμπροσθεν αυτού και ότι τα γεγονότα αυτά προέκυπταν από την καταγραφή του συμβάντος στον ψηφιακό δίσκο από την κάμερα ασφαλείας του Α.Τ.

Κήπων, τον οποίον προσκόμισε και επικαλέστηκε στο δικάσαν Εφετείο. Ότι παρά τα ανωτέρω η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι ο ανήλικος παθών ευρίσκετο σε απόσταση 10 έως 15 μέτρων από το ζημιογόνο όχημα, με επάλληλη δε σκέψη ότι και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός του εναγομένου (Γ.Δ.Α.) ο οδηγός υπέχει ευθύνη για τον επισυμβάντα τραυματισμό διότι δεν επέδειξε την προσοχή και την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε, οπότε κατέληξε στο πόρισμα ότι το εναγόμενο ευθύνεται εγγυητικά σε αποζημίωση του παθόντος λόγω της αδικοπραξίας του ως άνω οδηγού.

Ότι στις ανωτέρω παραδοχές κατέληξε κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, παρά τις αμφιβολίες που προέκυπταν τόσο από το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου όσο και από την αιτιολογία των ανωτέρω ποινικών αμετακλήτων αποφάσεων.

Όπως προκύπτει όμως από τις προεκτεθείσες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της υπαιτιότητας του οδηγού, εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη του. Συγκεκριμένα, παρατίθεται, χωρίς να εμφιλοχωρεί καμιά αμφιβολία στην αιτιολογία της, με πλήρη σαφήνεια ως επάλληλη σκέψη, ότι και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ο παθών είχε γονατίσει σε απόσταση 1-1,50 μέτρων έμπροσθεν του λεωφορείου, δεν αίρει την υπαιτιότητα του οδηγού του λεωφορείου, καθόσον και η απόσταση αυτή ήταν αρκετή, εάν ο οδηγός είχε τεταμένη την προσοχή του, για να αντιληφθεί την παρουσία του και να μην ξεκινήσει την πορεία του, λόγω της μεγάλης επιφάνειας του εμπρόσθιου υαλίνου ανεμοθώρακα και του ύψους του καθίσματος του οδηγού σε συνδυασμό με τους υπάρχοντες καθρέπτες, και ο οδηγός είχε πλήρη ορατότητα ακόμα και σε αυτήν την απόσταση έμπροσθεν του λεωφορείου.

Ακολούθως δε δέχεται με πλήρη αιτιολογία η προσβαλλόμενη ότι η τελεσίδικη ποινική απόφαση, με την οποία κρίθηκε αθώος ο οδηγός, συνεκτιμάται ελεύθερα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν δεσμεύει με την έννοια του δεδικασμένου, την κρίση του ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της αδικοπραξίας, η δε υπαιτιότητα του τρίτου προσώπου στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ήτοι της υπεύθυνης συνοδού του παθόντος είναι ανεξάρτητη από την συντρέχουσα υπαιτιότητα του οδηγού για το επελθόν αποτέλεσμα και άρα δεν επέρχεται κατ' αρθρ. 5 παρ. 1 του Ν.

ΓπΝ/1911, απαλλαγή του εναγομένου Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης, διότι η υπαιτιότητα αυτής δεν είναι αποκλειστική, και τα ανωτέρω πρόσωπα ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι του ανηλίκου, ο δε βαθμός του πταίσματος αυτών, αφορά τον προσδιορισμό της μεταξύ τους ευθύνης (αρθρ. 926, 927 ΑΚ). Ειδικά όσον αφορά στην προαναφερθείσα αθωωτική ποινική απόφαση, το δικάσαν Εφετείο συνεκτίμησε αυτήν, όπως προελέχθη, με τις λοιπές αποδείξεις, διαλαμβάνοντας ειδική αιτιολογία, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Περαιτέρω, λόγω της αυτοτέλειας των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (πολιτικής και ποινικής), το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου, που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα, σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Ο σεβασμός, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του.

Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, αντίθετα το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα (Ολ.ΑΠ 4/2020, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 83/2021).

Επομένως, ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθμ.1 εδ.α'ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τον δεύτερο λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του αρ. 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ επικαλούμενο ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την καταγραφή του συμβάντος στον ψηφιακό δίσκο από την κάμερα ασφαλείας του Α.Τ.

Κήπων, τον οποίο προσκόμισε και επικαλέστηκε. Όπως όμως προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν "η ένορκη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την συνεκκαλούμενη υπ' αρ. 2415/2014 απόφαση, από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, τα οποία χρησιμεύουν είτε για άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα της ποινικής διαδικασίας, από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται .....", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ψηφιακή καταγραφή του συμβάντος, διότι, έστω και αν δεν γίνεται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτού του αποδεικτικού μέσου, ρητώς αναφέρονται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων οι αποτυπωθείσες σε αυτόν φωτογραφίες που συνοδεύουν αυτόν, στο πλαίσιο ανάλογης, με ποινή απαραδέκτου, εφαρμογής του άρθρου 454 ΚΠολΔ, αφού σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 444 παρ. 1 εδ.

γ' του ΚΠολΔ, θεωρούνται ιδιωτικά έγγραφα και οι ψηφιακοί οπτικοί δίσκοι (ΑΠ 845/2018), οι οποίοι και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο με τις προϋποθέσεις που λαμβάνεται υπόψη κάθε ιδιωτικό έγγραφο (ΑΠ 119/2023, ΑΠ 846/2017, ΑΠ 813/2010).

Συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο συναφής λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, δηλαδή θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά, όχι όμως και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 93/2020).

Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 576/2018).

Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 799/2020, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 750/2018). Με τον τρίτο λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη το ότι το δικάσαν Εφετείο για τη διαμόρφωση της κρίσης του επί της ψυχικής στεναχώριας που δοκίμασε ο ανήλικος S. T.

και εντεύθεν επί της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής του βλάβης, δέχθηκε ότι η ψυχική στεναχώρια του αναιρεσιβλήτου "...επιτείνεται εξαιτίας του ότι είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο..." ενώ τούτο δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο και ότι αντίθετα, στην από 16.11.2016 Ιατρική Έκθεση του Δρ.

Καθηγητή R. B. (Ρ. Μ.), αναφέρεται επί λέξει "ήδη από 16 Νοεμβρίου 2016 ο S. T. (Σ. Τ.) βαδίζει φυσιολογικά, σχεδόν χωρίς πόνους και θα μπορούσε να συνεχίσει με πλήρη επιβάρυνση τις καθημερινές του ασχολίες" και ότι προσέδωσε έτσι περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό. Ειδικότερα, επικαλείται το αναιρεσείον ότι η προσβαλλόμενη:

α) παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, και δή την καθήλωση του παθόντος σε αναπηρικό αμαξίδιο κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, β) παρέλειψε να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε παραδεκτά και νόμιμα προς απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης, και δή την από 16-11-2016 ιατρική έκθεση του ως άνω ιατρού, ως προς το τμήμα αυτής στο οποίο βεβαιώνεται ότι ο παθών από 16-11-2016 βαδίζει φυσιολογικά σχεδόν χωρίς πόνους και θα μπορούσε να συνεχίσει με πλήρη επιβάρυνση τις καθημερινές του ασχολίες" κατά παράβαση του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και γ) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 16.11.2016 Ιατρικής Έκθεσης, παραλείποντας να αναγνώσει το αμέσως προαναφερθέν τμήμα αυτής, κατά παράβαση του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον: α) ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν συνιστά "πράγμα" κατά την ανωτέρω έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ, αλλά πραγματικό επιχείρημα για την υποστήριξη των απόψεών του και β) υπό την επίφαση των ως άνω αναιρετικών πλημμελειών από τους λόγους αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες το αναιρεσείον έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.

Ολομ., 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π.525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020). Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 22/2023, Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του ανηλίκου S. T., όπως προελέχθη, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 16-6-2017 έφεση του εναγομένου- ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" κατά το μέρος που με το δεύτερο λόγο κατά το τέταρτο σκέλος αυτής παραπονείτο για το ύψος του ποσού που επιδικάστηκε με την εκκαλούμενη απόφαση στον ανήλικο S. T. , ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (60.000 ευρώ), ζητώντας την επιδίκαση του αναφερόμενου στην έφεσή του μικρότερου ποσού και β) απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την από 7-2-2019 αντέφεση κατά το μέρος που με τους λόγους αυτής παραπονείτο για το ύψος του (αμέσως ανωτέρω αναφερόμενου) ποσού που επιδικάστηκε με την εκκαλούμενη απόφαση στον ως άνω παθόντα ζητώντας την επιδίκαση του αναφερόμενου στην αντέφεση μεγαλύτερου ποσού, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την ένδικη, από 7-1-2013 αγωγή του τώρα αναιρεσίβλητου, την οποία και δέχθηκε, κατά ένα μέρος, και επιδίκασε (εκτός των άλλων εκεί αναφερόμενων κονδυλίων που δεν αφορούν την προκείμενη αναιρετική δίκη) στον ενάγοντα - ήδη αναιρεσίβλητο το (μικρότερο του ως άνω επιδικασθέντος με την εκκαλούμενη) ποσό των 40.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει ως προς τον ενάγοντα - ήδη αναιρεσίβλητο την εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης στο εν λόγω ποσό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, επιδίκασε στον παθόντα ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, το ποσό αυτό, το οποίο, όμως, είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτού και πρέπει να απορριφθεί.

Κατόπιν των παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει το αναιρεσείον στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται εν προκειμένω μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3ο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-8-2019 (αριθμ. έκθ. καταθ. 7713/735/13.8.2019), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 3483/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε το αναιρεσείον στο Δημόσιο Ταμείο.

Και Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ