Legislator Case Law & Legislation
1390/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to death of defendant during trial, remanding case for retrial.

Case Number 1390/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal because the defendant died during the oral proceedings, triggering a statutory discontinuation of the trial. The court noted that the death occurred after the appeal was filed but before the final judgment, legally terminating the current proceedings. Consequently, the case was remanded for a new trial before a different judge to continue the litigation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Article 1846 of the Civil Code: The trial is discontinued upon the death of a party after the appeal is filed but before the oral debate concludes, requiring the case to be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
death of party discontinuation of trial retrial procedure supreme court appeal civil procedure code remand for retrial statutory discontinuation

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure
Article 1846 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1390 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1390/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου - Κοκολέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Δ. Π. του Ν., κατοίκου ..., για τον εαυτό του και ως κληρονόμου της αποβιωσάσης ομοδίκου του Σ.-Ε. χήρας Ν. Π., το γένος Ε. που απεβίωσε την 24/7/2021 σύμφωνα με την από 11/8/2021 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.Ε.Σπάτων, καθώς και το ... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Σπάτων, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Τζαβέλλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 663/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 861/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-4-2021 αίτησή της και τους από 17-7-2021 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Η αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ., όπως τα άρθρα 286 και 287 ισχύουν από 1.1.2016 μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοούνται οι καθολικοί του διάδοχοι (κληρονόμοι του), οι οποίοι μπορούν να επαναλάβουν εκουσίως τη δίκη με ενιαία δήλωσή τους, που γίνεται ταυτοχρόνως με τη δήλωση διακοπής της δίκης, οπότε επέρχεται άμεση επανάληψη της δίκης, υπό την προϋπόθεση, ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς με τη μη αμφισβήτηση, η ιδιότητα του επαναλαμβάνοντος τη δίκη ως κληρονόμου, η οποία αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το Δικαστήριο παρεμπιπτόντως (ΑΠ 1497/2018, 21/2017, 253/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού προκύπτει, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που έγινε με την εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (7.12.2021), δεν εμφανίστηκε η δεύτερη αναιρεσίβλητη Σ.- Ε.

χήρα Ν. Π., εμφανίστηκε όμως ο Δ. Π. του Ν., ο οποίος, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα, ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη απεβίωσε την 24.7.2021, (ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης στις 13.5.2021) και η δίκη συνεχίζεται και για εκείνη από αυτόν, με την ιδιότητά του ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αποβιώσασας.

Συνακόλουθα τούτων, αφού η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί την ιδιότητα των ανωτέρω ως μοναδικού κληρονόμου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σχετικά έγγραφα, από δε το απόσπασμα της από 11.8.2021 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου του Δ.Ε.

Σπάτων αποδεικνύεται ο θάνατος της τελευταίας (δεύτερης αναιρεσίβλητης) στις 24.7.2021, πρέπει να κηρυχθεί η διακοπείσα δίκη επαναληφθείσα επ' ονόματι του προαναφερόμενου κληρονόμου, ο οποίος υπεισέρχεται στη θέση της αποβιώσασας. Με την κρινόμενη από 6.4.2021 και αριθ. κατάθ. 32325/59/13.5.2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 17.7.2021 και αριθ.

κατάθ. 70/19.7.2021 πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τις διατάξεις του άρθρου 622 Α ΚΠολΔ υπ' αριθ. 861/2021 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 29.7.2013 και αριθ. κατάθ. 115514/1815/5.9.2013 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 663/2013 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε, κράτησε και δίκασε την από 12.6.2012 και με αριθ.

κατάθ. 1209/14.6.2012 αγωγή τους, την οποίαν δέχτηκε κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να τους καταβάλει το ποσό των 3.989,39 ευρώ, προερχόμενο από αξιώσεις τους από το καταρτισθέν μεταξύ αυτών και της εναγομένης από 24.1.2008 εργολαβικό δίκης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ ) και είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Παραδεκτοί εξάλλου, είναι και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσίβλητους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα της αναίρεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ.1, 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 α' του ΚΠολΔ, ο οποίος είναι ταυτόσημος προς τον αντίστοιχο του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 2/2013, 7/2006).

Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά την ερμηνεία κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 229/2004). Για να είναι τέλος ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 617/2019, 874/2017, 1210/2008).

Στον αυτόν ως άνω αναιρετικό λόγο υπάγεται κατά το εδάφιο β' αυτού και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1003/2017, 426/2014, 208/2011, 1652/2010).

Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας, το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα δικαίου των πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1003/2017, 120/2004).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ, ο οποίος είναι ταυτόσημος προς τον αντίστοιχο του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, 328/2008). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 712/2016, 1277/2015, 739/2011, 1632/2007, 669/2007, 1654/2007).

Ειδικότερα κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.

α`- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος αυτός (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1285/2019, 173/2016, 442/2015, 391/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β`, 667, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 δ` ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται εν προκειμένω λόγω του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής πριν την 1.1.2016 (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), συνάγεται ότι επί υποθέσεων δικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, κατά την οποία ενώπιον του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, πρέπει οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων να προτείνονται προφορικώς κατά την συζήτηση και να καταχωρίζονται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων, τα οποία τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες επ` ακροατηρίου προτάσεις, οπότε δεν απαιτείται η καταχώρισή τους στα πρακτικά, αλλά μόνον η προφορική πρόταση και ανάπτυξή τους.

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή λόγω της κατάθεσης της ένδικης έφεσης πριν την 1.1.2016, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν προτάθηκαν για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων του εν λόγω άρθρου της βραδείας προβολής του.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι : α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδικάσεως των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ` έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 447/2020, 1245/2019, 105/2017, 9/2014).

Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 447/2020, 493/2020, 201/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση : Α) με τον πρώτο λόγο της αίτησης κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του την πλημμέλεια από τον αρ. 1 α' και β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και μη λήψη υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία του περιεχομένου της συμφωνίας, που τέθηκε με προσθήκη στο καταρτισθέν μεταξύ αυτής και των αντιδίκων της και ήδη αναιρεσιβλήτων από 24.1.2008 εργολαβικό δίκης και αφορά την καταβολή του ποσού των 2.550 ευρώ, το οποίο εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη ως καταβληθέν από τους τελευταίους σ' αυτή κατά το χρόνο κατάρτισής του έναντι της δικηγορικής αμοιβής της υπό την αίρεση της θετικής έκβασης της αναφερόμενης σ' αυτό δίκης, και Β) με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αίτησης την πλημμέλεια από τον αρ. 5 του ίδιου ως άνω άρθρου για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα για μη λήψη υπόψη των ισχυρισμών της :

ότι οι αναιρεσίβλητοι της κατέβαλαν το ποσό των 3.900 ευρώ για νομικές ενέργειες που ανέθεσαν στον πατέρα της Γ. Μ. και όχι για την περιλαμβανόμενη στο ως άνω εργολαβικό δίκης υπόθεση [υπό στοιχεία β), γ) και δ)], ότι ουδέποτε έδωσε ή κατέβαλε ή κατέθεσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος το ποσό των 2.550 ευρώ στην ίδια ή στον πατέρα της Γ.

Μ. [υπό στοιχείο ε)], ότι πλανήθηκε ο τελευταίος (άρθρο 142 ΑΚ) από τον δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Α. Τ. ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας, που τέθηκε με την προσθήκη στο ως άνω εργολαβικό δίκης και ότι η πλάνη αυτή ήταν ουσιώδης διότι αν γνώριζε ο πατέρας της ότι είχε συμπεριληφθεί η φράση ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος της είχε δήθεν καταβάλει το ποσό των 2.550 Ευρώ δεν θα επιχειρούσε την δικαιοπραξία [υπό στοιχείο στ)], ότι κατά την πραγματική βούλησή της το ποσό που θα έπρεπε να αναφερθεί στην παραπομπή του εργολαβικού ήταν το ποσό των 3.900 ευρώ (υπό στοιχείο ζ), και ότι ουδέποτε είχε άμεση και ενεργό ανάμειξη στις υποθέσεις των αναιρεσιβλήτων, αφού δικηγόρος τους, που χειριζόταν τις υποθέσεις αυτών, ήταν ο πατέρας της Γ.

Μ., ο οποίος και έθεσε την υπογραφή της στο εργολαβικό δίκης [υπό στοιχείο η]. Ο ως άνω πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην πιο πάνω νομική σκέψη, διότι δεν εκτίθεται ως προς την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διαπίστωσε κενό στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, που περιλήφθηκε στην προσθήκη του παραπάνω εργολαβικού δίκης ή ότι γεννήθηκε αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεων αυτών και παρόλα αυτά δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό ή αμφιβολία παρόλα αυτά προσέφυγε σ' αυτούς και ως προς τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας διότι τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο για τη θεμελίωση της παραβίασής τους δεν εντάσσονται στην έννοια των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όπως παραπάνω αναλύθηκε, αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα, που διατυπώνονται από την αναιρεσείουσα για την απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων.

Περαιτέρω ο πρόσθετος πρώτος λόγος της αίτησης είναι απαράδεκτος ως προς τα υπό στοιχεία β), γ) δ) και ζ) ως αντιφατικός καθότι ή καταβλήθηκε το ποσό των 3.900 ευρώ για νομικές ενέργειες που ανατέθηκαν στον Γ. Μ. ή δόθηκαν σε εκτέλεση του ως άνω εργολαβικού δίκης, υπό στοιχεία ε) και ζ) ως απαράδεκτος καθότι οι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα, που διατυπώνονται από την αναιρεσείουσα για να στηρίξουν την απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών και επομένως δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, ο υπό στοιχείο στ) ομοίως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ καθότι, αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την διαδικασία των διαφορών από αμοιβές, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός (ένσταση πλάνης) προτάθηκε προφορικώς κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των θεμελιούντων αυτόν περιστατικά ή περιεχόταν στις έγγραφες προτάσεις της, κατά πάσα δε περίπτωση από την επισκόπιση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε ο ως άνω ισχυρισμός και τέλος ο υπό στοιχείο η) καθότι δεν αποτελεί πράγμα με την προαναφερθείσα έννοια η έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης αλλά άρνηση (ΑΠ137/2008).

Οι λοιπές αιτιάσεις του πρώτου λόγου της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του, για την από τον αρ. 1 α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ παραβίαση, και δη ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι της κατέβαλαν με βάση το από 24.1.2008 εργολαβικό δίκης το συνολικό ποσό των 6.450 (3.900 ευρώ + 2.550 ευρώ), αντί να δεχθεί ότι της κατέβαλαν μόνο το ποσό των 3.900 ευρώ και όχι και αυτό των 2.550 ευρώ, με αποτέλεσμα με εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό να γίνει δεκτό ότι τους οφείλει το ποσό των 3.989,39 ευρώ, ενώ ουδέν ποσό τους όφειλε στην πραγματικότητα, είναι απαράδεκτες καθότι υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του καταβληθέντος στην αναιρεσείουσα ποσού, το οποίο ήταν υποχρεωμένη να αποδώσει στους αναιρεσίβλητους μετά την αρνητική έκβαση της ανατεθείσας σ' αυτήν εντολής.

Κατ' ακολουθίαν, οι ως άνω λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν.

Περαιτέρω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και δη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της περί συμψηφισμού της απαίτησης των αναιρεσιβλήτων με ανταπαίτησή της, όλες τις αναλυτικά αναφερόμενες δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις (συνολικά 15), που είχε αναλάβει και διεκπεραίωσε για λογαριασμό και κατ' εντολή των αναιρεσιβλήτων και για τις οποίες εδικαιούτο τις αντίστοιχα αναφερόμενες αμοιβές, συνολικού ύψους 13.500 ευρώ, παρά μόνο 4, για τις οποίες κρίθηκε ότι δικαιούται το ποσό των 2.200 ευρώ, με αποτέλεσμα να μην γίνει δεκτό ότι επήλθε απόσβεση καθ' ολοκληρίαν της απαίτησης των αναιρεσιβλήτων αλλά μόνο για το ποσό των 2.200 ευρώ και να υποχρεωθεί στην καταβολή τελικά του ποσού των 3.989,39 ευρώ [υπό στοιχείο α)].

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα υπέβαλε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά την ένσταση συμψηφισμού, την οποίαν και επανέφερε νόμιμα ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με τις έγγραφες προτάσεις της, με την οποίαν ζητούσε να συμψηφιστεί το ως άνω ποσό, που της όφειλαν οι αναιρεσίβλητοι ως δικηγορική αμοιβή της για τις αναλυτικά αναφερόμενες δέκα πέντε (15) ανατεθείσες σ' αυτή δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις τους με το ποσό που τυχόν θα επιδικαζόταν εις βάρος της από την ένδικη υπόθεση.

Ωστόσο, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι : "..... σε προγενέστερο χρόνο η εναγομένη είχε πράγματι προβεί σε εργασίες κατ' εντολήν των εναγόντων και ειδικότερα : α) προέβη για λογαριασμό τους στη σύνταξη και άσκηση της από 20.12.2005 και αρ. κατ. 211113/9258/2005 αίτησης έκδοσης κληρονομητηρίου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 3185/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) και εκδόθηκε το υπ' αρ. 791/2006 κληρονομητήριο περί του κληρονομικού τους δικαιώματος στην κληρονομία του αποβιώσαντος συζύγου της πρώτης και πατέρα του δεύτερου εξ αυτών, Ν.

Π.. Για δε τη σύνταξη και την κατάθεση της αίτησης και των προτάσεων, την παράσταση ενώπιον του Δικαστηρίου συμφωνήθηκε για αμοιβή και έξοδα το ποσό των 600 ευρώ, β) προέβη στη σύνταξη του από 19.12.2005 εξωδίκου προς τους αντιδίκους των εναγόντων και την επίδοσή του σε έκαστο εκ των τριών εξ αυτών στα Σπάτα Αττικής με συμφωνηθείσα αμοιβή συμπεριλαμβανομένων εξόδων ποσού 350 ευρώ, γ) προέβη για λογαριασμό τους στην άσκηση της από 27.12.2005 με αρ.

κατ. 16236/05 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αρ. 3340/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) με την οποίαν έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση και επετράπη η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για την εξασφάλιση απαίτησης των εναγόντων.

Για την σύνταξη της αίτησης, την άσκηση αυτής, τη σύνταξη σημειώματος και εκδίκασης της υπόθεσης αυτής, καθώς και για τις ενέργειες που επακολούθησαν για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, συμφωνήθηκε για αμοιβή και έξοδα το ποσό των 700 ευρώ, δ) στις 27.3.2006 για λογαριασμό τους στην εξέταση μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών προς το σκοπό χρήσης τους στο ανωτέρω Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση των ασφαλιστικών μέτρων, συνταχθεισών των υπ' αρ. 5909 και 5910/27.3.2006 ενόρκων βεβαιώσεων, την κλήση για εξέταση των μαρτύρων αυτών και την κοινοποίηση στους αντιδίκους των εναγόντων της κλήσης για την εξέταση αυτών συμφωνήθηκε το συνολικό ποσό των 550 ευρώ.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ενισχύονται δε από το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από 7.7.2011 έγγραφο συνταχθέν από την εναγομένη και υπογραφέν από αμφότερες πλευρές, το οποίο συντάχθηκε κατά τη διακοπή της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και την απόδοση του φακέλου δικογραφίας σε αυτούς δια του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου τους. ......", δηλαδή δέχτηκε ότι η αναιρεσείουσα διεκπεραίωσε τέσσερεις (4) υποθέσεις των αναιρεσιβλήτων για τις οποίες δικαιούτο το ποσό των 2.200 ευρώ, χωρίς ουδόλως να λάβει υπόψη του και να αποφανθεί και για τις υπόλοιπες έντεκα (11) υποθέσεις, που περιέχονταν στον περί συμψηφισμού ισχυρισμό της και διατεινόταν ότι διεκπεραίωσε με τις αντίστοιχες δικαιούμενες αμοιβές, ήτοι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο πράγματα, που προτάθηκαν νόμιμα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς τον ισχυρισμό της περί συμψηφισμού της ανταπαίτησης της αναιρεσείουσας, συνολικού ύψους 13.500 ευρώ, προερχόμενης από τις αναφερόμενες 15 συνολικά δικαστικές και εξώδικες υποθέσεις, που διεκπεραίωσε κατ' εντολή και για λογαρισμό των αναιρεσιβλήτων.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει κατά παραδοχή του πρόσθετου λόγου της αίτησης υπό στοιχείο α) ως βάσιμου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα του δεύτερου πρόσθετου λόγου, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, για την από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της, που έκρινε την ένσταση συμψηφισμού, που πρόβαλε νομότυπα η αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ επαναληφθείσα την δια της γνωστοποιήσεως του θανάτου της αναιρεσίβλητης Ε. Σ. χήρας Ν. Π. βιαίως διακοπείσα προκειμένη δίκη επ' ονόματι του υπεισελθόντος στην θέση αυτής Δ. Π. του Ν..

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 861/2021 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθ` ο μέρος αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συντιθεμένου από άλλον Δικαστή εκτός του εκδώσαντος την εν λόγω απόφαση. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Αυγούστου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ