Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding promotion eligibility and evidence rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Athens Court of First Instance's decision regarding an employee's promotion eligibility. The appellant argued the lower court accepted an unproven claim that a colleague held a high school diploma, while the court relied on submitted documents. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court explicitly considered submitted evidence and did not accept facts without proof.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 2, Art. 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the rejection of evidence is inadmissible if the court of first instance explicitly considered submitted documents to form its evidentiary finding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1390 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1390/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." με διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στο ……και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Παπασταύρο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ζ. Β. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μακρυγιάννη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/03/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2789/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3142/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 14/12/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14 Δεκεμβρίου 2018 και με αριθ. κατάθ. 11535/948/14.12.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 3142/15.12.2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 3.3.2015 και με αριθ. κατάθ. 2325/8.4.2005 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας με αριθ. 2789/8.9.2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η ως άνω έφεση και εξαφανίσθηκε κατά το μέρος αυτό η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει στο σύνολό της ως αόριστη την από 20.3.2011 και με αριθ. κατάθ. 55624/1790/30.3.2011 αγωγή της ενάγουσας, με την οποία η τελευταία ζητούσε, κατόπιν μερικής παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της κατά τη συζήτηση καταχωρηθείσα στα οικεία πρακτικά, ν' αναγνωρισθεί ότι έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις προαγωγές της 19.12.2008, άλλως της 20.1.2009, άλλως της 26.8.2009, ως καταφανώς υπερέχουσα των εκεί αναγραφομένων προαχθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας.
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση κατά το μέρος που είχε κρίνει ορισμένη την αγωγή, δέχθηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την κυρία αυτής βάση και αναγνώρισε ότι η ενάγουσα έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του υποδιευθυντή από 19.12.2008, ως καταφανώς υπερέχουσα των εκεί αναγραφομένων δύο συναδέλφων της που προήχθησαν στο βαθμό αυτό κατά τις πιο πάνω κρίσεις.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), απορριπτομένου του προβαλλομένου με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ισχυρισμού αυτής περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, καθότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση αυτής, αφού ήδη με την αγωγή της η αναιρεσίβλητη ουσιαστικά επιφυλάχθηκε περαιτέρω αξιώσεων της κατά της αναιρεσείουσας απορρεουσών από την πιο πάνω προαγωγή.
Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 101, 102, 104 παρ. 2, 106 παρ. 3 και 107 του από 13-9-1968 Οργανισμού της Αγροτικής ..., ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ` αριθ. 226698/1980/6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 389/2-4-1973 τεύχος β`) και κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ/τος 213/1973 (ΦΕΚ Α 270) και ως εκ τούτου επέχει ισχύ νόμου, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, οι προαγωγές στους βαθμούς του Διευθυντή και του Υποδιευθυντή ενεργούνται κατ` απόλυτη εκλογή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας ύστερα από πρόταση του Διοικητή της.
Ως προακτέος κατ` απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζεται ο υπάλληλος που έχει διακριθεί μεταξύ των συναδέλφων του για το χαρακτήρα και το ήθος του και έχει επιδείξει σε πολύ υψηλό βαθμό διοικητική δεξιότητα και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον και έχει παράσχει με την πρωτοβουλία, την ετοιμότητα και το ζήλο του εξαιρετικές υπηρεσίες.
Το Διοικητικό Συμβούλιο για το σχηματισμό της κρίσης του λαμβάνει υπόψη: α) τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του κρινομένου υπαλλήλου, β) τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, γ) την προσωπική γνώση και τις ασφαλείς πληροφορίες των μελών του και δ) κάθε, κατά την κρίση του, χρήσιμο στοιχείο ή έγγραφο. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η ουσιαστική περί προαγωγών κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, που λειτουργεί, για την προαγωγή ή την παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου, ως εργοδοτικό όργανο, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων, για προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ.
Κατά ταύτα, η παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου, ο οποίος καταφανώς υπερτερούσε, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, άλλου προαχθέντος, έστω και ενός, ομοιόβαθμου συναδέλφου του, συνιστά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, και κατά συνέπεια είναι παράνομη και, επομένως, άκυρη κατά τα άρθρα 174, 180 του ΑΚ (ΑΠ 164/2013, ΑΠ 76/2011, ΑΠ 1726/2010, ΑΠ 1321/2010, ΑΠ 1166/2007).
Στην περίπτωση αυτή, ο υπάλληλος, που παραλείφθηκε, δικαιούται να ασκήσει αγωγή (και) προς αναγνώριση του δικαιώματος του προαγωγής στον επόμενο βαθμό (άρθρα 68, 70 του ΚΠολΔ), οπότε, με την τελεσιδικία της απόφασης, η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε, αυτοδικαίως, από του χρόνου στον οποίο έπρεπε να συντελεσθεί, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 1082/1980 - ΦΕΚ Α' 250 - (ΑΠ 1321/2010, ΑΠ 184/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση
του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] προσλήφθηκε στις 27.12.1983 από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." [ήδη αναιρεσείουσα] με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, κατόπιν επιτυχίας της σε εξωτερικό διαγωνισμό και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό αυτής αρχικώς του Οικονομικού κλάδου της εναγομένης και κατόπιν, αφού απέκτησε το πτυχίο της ΓΕΩΠΟΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ….., από 23.8.1988 στον κλάδο των Γεωτεχνικών (ειδικότητος Γεωπόνων).
Εξελίχθηκε ομαλά στην υπαλληλική ιεραρχία και από 01.5.2001 προήχθη, κατ' απόλυτη εκλογή, στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι πτυχιούχος της ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΓΕΩΠΟΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ….. Επίσης είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου (επαγγελματικής εξειδίκευσης), επιπέδου ανωτέρου Master, στην Γεωργική Οικονομία του ΓΕΩΡΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ….., το οποίο έλαβε κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της στην εναγομένη, λαμβάνοντας σχετική άδεια το έτος 1989 - 1990.
Γνωρίζει πιστοποιημένα πολύ καλά την Αγγλική Γλώσσα, [κατέχει τον τίτλο σπουδών First Certificate of Kenbridge (Lower of Kenbridge) - {ενν. Cambridge} - τον οποίο απέκτησε, παράλληλα με την εργασία της (1996)]. Έχει υπηρετήσει ως υπάλληλος του κλάδου Οικονομικών από την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψης, 27.12.1983 μέχρι τον Οκτώβριο 1985 στο Κατάστημα ..., στον τομέα των χορηγήσεων δανείων προς τον αγροτικό κόσμο, από 21.10.1985 έως 08.05.1988 στο Κατάστημα …..(ΑΑ κατηγορίας) στις χορηγήσεις δανείων, στο Ειδικό Λογιστήριο, στις γενικές τραπεζικές εργασίες με δικαίωμα β' υπογραφής, καθώς και ως υπεύθυνη Teller του ανταλλακτηρίου συναλλάγματος, κατόπιν δε της μετάταξής της στον κλάδο των Γεωτεχνικών, υπηρέτησε από 09.05.1988 έως την 23.02.1994 στο Κατάστημα ... (Β' κατηγορίας) στις εισηγήσεις αγροτικών κυρίως δανείων και ειδικότερα στον ενδιάμεσο χρόνο από 02.01. - 31.08.1989 ως Προϊσταμένη του Γραφείου Γεωτεχνικής Υπηρεσίας και εν συνεχεία, κατόπιν εσωτερικού διαγωνισμού, επιλέχθηκε και παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές διάρκειας δώδεκα μηνών στην Αγροτική Οικονομία στο Γεωργικό Πανεπιστήμιο ……, λαμβάνοντας σχετική άδεια μετ' αποδοχών, μετά την ολοκλήρωση των οποίων και την απόκτηση του Μεταπτυχιακού τίτλου κατά τα ανωτέρω, επέστρεψε στο ως άνω Κατάστημα ...
και στις 23.02.1994 μετατέθηκε στις Κεντρικές Υπηρεσίες της εναγομένης, όπου έως τις 03.03.1998 υπηρέτησε στη Διεύθυνση Ζωικής Παραγωγής - Τμήμα Δασών και Βιοτεχνίας, με κύριο αντικείμενο την αξιολόγηση επενδύσεων με εισήγηση για την υπαγωγή στον αναπτυξιακό νόμο 1892/1990 ή την τροποποίηση των αρχικών όρων ένταξης και την εισήγηση μεσοπρόθεσμων ή βραχυπρόθεσμων δανείων προς εταιρίες βιοτεχνίας, από τις 04.03.1998 έως 31.01.2000 στη Διεύθυνση Αγροτικής Πίστης, στο Τμήμα Χρηματοδοτήσεων των Γεωργικών Οργανώσεων και Οργανισμών, με κύριο αντικείμενο εργασίας την εισήγηση χρηματοδοτήσεων αυτών προς το Γενικό Συμβούλιο Χορηγήσεων της εναγομένης και από την 1η.02.2000 μέχρι την 12η. 10.2001, κατόπιν επιλογής με βάση εσωτερικό διαγωνισμό στη Διεύθυνση Διαχείρισης Κινδύνων στο Τμήμα Πιστωτικού Κινδύνου, ενώ το ενδιάμεσο διάστημα της ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος Πιστωτικού Κινδύνου, από δε τις 13.10.2001 μέχρι τις 19.12.2008 που είναι ο κρίσιμος χρόνος των πρώτων ένδικων προαγωγών, αλλά και κατόπιν μέχρι την άσκηση της αγωγής (30.3.2011) στη Διεύθυνση Μεγάλων Πελατών, με καθήκοντα Βοηθού Υπεύθυνου Λογαριασμού (ισότιμο με Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος) μέχρι τις 08.04.2003, οπότε τοποθετήθηκε αναπληρώτρια στο τότε συσταθέν Τμήμα Υποστήριξης Δ/νσης με ανάθεση καθηκόντων Προϊσταμένης του Τμήματος και από 17.10.2003, μετά την προκήρυξη της σχετικής θέσης και τη σχετική διαδικασία επιλογής, ως Προϊσταμένη του ως άνω Τμήματος έως τις 04.05.2005, οπότε τοποθετήθηκε Υπεύθυνη Λογαριασμού (Θέση ισότιμη με τον Προϊστάμενο Τμήματος) στην Υποδ/νση Α' της ιδίας Δ/νσης (Μεγάλων Πελατών).
Μέχρι τις προαγωγικές κρίσεις της 19.12.2008 για το βαθμό του Υποδιευθυντή, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από 20.06.1986 έως 08.05.1988 στο Κατάστημα ….(ΑΑ Κατηγορίας) ως υπεύθυνη ταμειολογίστρια (Teller) του ανταλλακτηρίου συναλλάγματος, ενώ τον Ιούλιο του 1987 της παρασχέθηκε δικαίωμα β' υπογραφής αναφορικά με την εκπροσώπηση της Τράπεζας, από 02.01.1989 έως 31.08.1989 με ανάθεση, ως Προϊσταμένη του Γραφείου Γεωτεχνικής Υπηρεσίας του Καταστήματος ..., από 04.03.1998 μέχρι 31.01.2000 στη Διεύθυνση Αγροτικής Πίστης των Κεντρικών Υπηρεσιών της εναγομένης ως εισηγήτρια χρηματοδοτήσεων προς το Γενικό Συμβούλιο Χορηγήσεων, που εξομοιούται (βαθμολογικά) με Προϊστάμενο Γραφείου Καταστήματος Α'Κατηγορίας, από 02.07.2001 έως 12.10.2001 με ανάθεση, ως Προϊσταμένη τμήματος Πιστωτικού Κινδύνου στη Διεύθυνση Διαχείρισης Κινδύνων, από 13.10.2001 έως τις 08.04.2003 με ανάθεση, ως βοηθού υπευθύνου λογαριασμού της Διεύθυνσης Μεγάλων Πελατών (καθήκοντα ισότιμα με Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος) και έκτοτε έως 17.10.2003 ως αναπληρώτρια προϊσταμένη του νεοσυσταθέντος τμήματος Εξυπηρέτησης Διεύθυνσης Μεγάλων Πελατών με ανάθεση καθηκόντων Προϊσταμένης, από δε τις 17.10.2003 έως 04.05.2005 ως υπεύθυνη λογαριασμού στην Υποδ/νση Εργασιών Μεγάλων Επιχειρήσεων Α' της ιδίας Διεύθυνσης.
Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της στην εναγομένη παρακολούθησε μέχρι τις κρίσιμες προαγωγές των ετών 2008 και 2009 δέκα επτά (17) επιμορφωτικά σεμινάρια, ήτοι 1. SAP Κεντρικών Διευθύνσεων - 25.05.2008 (10 ώρες), 2. Customer service and quality management (στη … το έτος 2007 - 24 ώρες- αγγλόφωνο σεμινάριο), 3. Αξιολόγηση οικονομικών καταστάσεων, σύμφωνα με τα Δ.Λ.Π. - 2006 (35 ώρες), 4.
Το νέο σύστημα πληρωμών TARGET 2 - 2004 (8 ώρες), 5. PROFITS - ATE - 2001 (4 ώρες), 6. Syndicated loans (Κοινοπρακτικά Δάνεια) που πραγματοποιήθηκε από την ... το έτος 2000 (30 ώρες - Αγγλόφωνο σεμινάριο), 7. Οι επιδράσεις από την εισαγωγή του ΕΥΡΩ στις τραπεζικές εργασίες (εξ αποστάσεως κατάρτιση που διοργάνωσε η Ένωση Ελληνικών Τραπεζών το έτος 2000), 8.
Κατάταξη χορηγήσεων με βάση τον Πιστωτικό Κίνδυνο - 1999 (8 ώρες), 9. Διαχείριση κινδύνων, που πραγματοποιήθηκε από τη ... 1999 (4 ώρες - Αγγλόφωνη παρουσίαση σε ημερίδα), 10. Διαχείριση Τραπεζικών Κινδύνων, που πραγματοποιήθηκε από την .... σε συνεργασία με την ... - (46 ώρες), 11. Πιστωτικοί Κίνδυνοι, που διοργανώθηκε από την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών - 1998 (21 ώρες), 12.
Αλλαγή νοοτροπίας στις πωλήσεις, που πραγματοποιήθηκε από την ... S.A. - (24 ώρες), 13. Τραπεζικό Marketing - 1997 (70 ώρες), 14. Τυποποίηση και εμπορία νωπών και μεταποιημένων αγροτικών προϊόντων - 1995 (30 ώρες), 15. Χρήση Η/Υ (Μ - S DOS, D-BASE III, LOTUS 1-2-3), (21 ώρες), 16. Ανταλλακτήριο συναλλάγματος, που πραγματοποιήθηκε από την .... σε συνεργασία με την ….. (90 ώρες) και 17.
Εισαγωγικός κύκλος οικονομικών υπαλλήλων ….. (68 ώρες), ενώ τα επικαλούμενα επιμορφωτικά σεμινάρια 1. Credit officers - Αποκρυπτογράφηση δημιουργικής λογιστικής (35 ώρες) και 2. Ανάπτυξη Ηγετικών δεξιοτήτων με τη μέθοδο Synolic (16 ώρες) έλαβαν χώρα το έτος 2010, ήτο μετά τις ανωτέρω κρίσιμες προαγωγές. Επίσης, συμμετείχε σε διάφορες ομάδες εργασίας για την αποτύπωση του χαρτοφυλακίου των δανείων της ....
και την εκτίμηση του πιστωτικού κινδύνου (στα πλαίσια της Π.Δ.Τ.Ε. 2442/1999 της ...), για την παραμετροποίηση (μηχανογράφηση) των χορηγήσεων της .... για την "άμεση μηχανογράφηση χορηγήσεων". Επίσης, με αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης χρησιμοποιήθηκε ως εκπαιδευτής στα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης των υπαλλήλων της εναγομένης (εισηγήτρια σε σεμινάρια επιμόρφωσης) που διοργάνωσε το Εκπαιδευτικό Κέντρο αυτής (εναγομένης) κατά την τριετία 1998 - 2000, ανερχομένων των ωρών διδασκαλίας της σε 91.
Στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής της Μονάδας των ετών 2000 έως 2007 (αλλά και εκείνο του 2009) χαρακτηρίζεται "άριστη" υπάλληλος με 398 μονάδες (σε σύνολο 400) και αναφέρεται ότι διαθέτει όλα τα προσόντα για την ανάληψη καθηκόντων ανώτερης θέσης, ενώ κατά το έτος 2008, με βάση την 74/2009 Εγκύκλιο Οδηγία της εναγομένης, δεν συμπληρώθηκαν φύλλα ποιότητας για τον κλάδο των Γεωτεχνικών, στον οποίο ανήκε.
Ουδέποτε τιμωρήθηκε πειθαρχικώς. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 19ης.12.2008 το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, με την υπ' αριθ. 26/19.12.2008 απόφασή του, βάσει των προτάσεων του Διοικητή της, προήγαγε κατ' απόλυτη εκλογή, στο βαθμό του Υποδιευθυντή ομοιόβαθμους συναδέλφους της ενάγουσας, μεταξύ των οποίων τους Ιωάννη Τζεφεράκο, Ευάγγελο Καπόγιαννη, Μαρία Μαυρικάκη, Χρήστο Σταύρου, Γεωργία Κατελούζου και Σωτήριο Βλάχο, που προτείνονται προς σύγκριση, ενώ παρέλειψε να προαγάγει την ενάγουσα, η οποία είχε προς τούτο, κατά το χρόνο αυτό, τα προαναφερόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Εκ των ως άνω προαχθέντων, κατά το χρόνο των πιο πάνω προαγωγών, είχαν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: I. ο Χρήστος Σταύρου: διορίσθηκε στην εναγομένη στις 13.11.1975 και προήχθη "κατ' απόλυτον εκλογήν" στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' στις 11.8.1995. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου. Έως το χρόνο προαγωγής του στο βαθμό του υποδιευθυντή (19.12.2008) παρακολούθησε τα εξής σεμινάρια: 1. "Εκπαίδευση στη λειτουργία των ΑΤΜ'ς", από 5.5.94 μέχρι 7.5.94, διάρκειας 24 ωρών, 2. "Εισαγωγές - Εξαγωγές
ΙΙ", από 5.9.94 μέχρι 7.9.94, διάρκειας 26 ωρών, 3. "Τραπεζικό marketing", από 27.11.95 μέχρι 1.12.95, διάρκειας 31 ωρών, 4. "Πρότυπα Διοικητικής Συμπεριφοράς", από 18.3.96 μέχρι 22.3.96, 5. "Πιστωτικές κάρτες …..", στις 18.12.93, διάρκειας 8 ωρών, 6. "Ανάπτυξη Διοικητικών Ικανοτήτων Προϊσταμένων", από 10.01.94 μέχρι 14.01.94, διάρκειας 37 ωρών, 7. Ημερίδα: "Παράγωγα προϊόντα" στις 5.4.97, 8. "Αλλαγή νοοτροπίας", από 4.5.98 μέχρι 8.5.98, διάρκειας 35 ωρών, 9. "Αξιοποίηση και διαχείριση της ακίνητης περιουσίας", από 25.2.99 μέχρι 26.2.99, διάρκειας 17 ωρών, 10. "Πιστωτικοί Κίνδυνοι - Νησιά …..", από 30.01.2000 μέχρι 31.1.2000, διάρκειας 15 ωρών, 11. "Επίκαιρα θέματα εργασιών συναλλάγματος", από 22.6.2000 μέχρι 23.6.2000, διάρκειας 14 ωρών, 12. "Πανελλήνια συνάντηση για ένταξη ΜΜ δανείων σε On line" στις 15.7.2000, 13. "Εσωτερικός έλεγχος - ….." στις 21.7.2000, διάρκειας 7 ωρών, 14. "Γνησιότητα Τραπεζογραμματίων Ευρώ" στις 19.9.2001, διάρκειας 4 ωρών, 15. "Εξυπηρέτηση Πιστοδοτήσεων (Roll out)", από 13.4.2005 μέχρι 15.4.2005, 16. "Εξυπηρέτηση Τραπεζικών Εργασιών (Roll out)", από 18.4.2005 μέχρι 20.4.2005, 17. "Ημερίδα (2006) Υπευθύνων Τομέα Κατ/μων Α - Β - Γ" στα 10.7.2006, 18. "Κανονιστική συμμόρφωση - Compliance - Ημερίδα 06" στις 12.2.2007, 19. "Προϋπολ.
Κοστολ. Στοχοθ. Κατ. - Εκπαίδευση στο SAP", από 6.12.2007 μέχρι 7.12.2007, 20. "Διοίκηση προσωπ. Ηγεσία Διευθ. Κατ. - Σύγχρονη σκέψη" από 11.4.2008 μέχρι 12.4.2008 και 21. "Ημερίδα, εναλλακτικά δίκτυα διανομής ..." στις 30.6.2008. Μέχρι την ως άνω προαγωγή του άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Γραφείου Χορηγήσεων του Καταστήματος ….από 1.10.1980 μέχρι 28.2.1986, Προϊσταμένου Γραφείου Καταθέσεων του Καταστήματος ….
από 1.3.1986 μέχρι 26.4.1988, Προϊσταμένου Θυρίδας Μυκόνου του Καταστήματος … από 27.4.1988 μέχρι 21.5.1991, Προϊσταμένου Λογιστηρίου του Καταστήματος …. από 22.5.1991 μέχρι 8.9.1995, εκ του οποίου το διάστημα από 1.12.1999 μέχρι 6.8.2000 αναπλήρωσε τον Διευθυντή του πιο πάνω Καταστήματος και Υπεύθυνου Τομέα Εξυπηρέτησης Πελατείας και Εργασιών του Καταστήματος ….
από 9.9.2005. Στο φύλλο ποιότητας της Επιθεώρησης του έτους 1998 χαρακτηρίζεται ως "Λίαν Επαρκής" και βαθμολογείται με 360 μονάδες. Στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1998 και 1999 χαρακτηρίζεται "Άριστος" και βαθμολογείται με 390 μονάδες και των ετών από 2000 μέχρι και 2007 χαρακτηρίζεται "άριστος" και βαθμολογείται με 384 μονάδες.
Του έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της γραπτής επίπληξης, διότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως Προϊστάμενος Θυρίδας Μυκόνου παρέλειψε να μεριμνήσει για τη σωστή εφαρμογή των Δ/γών της Τράπεζας, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η Τράπεζα, λόγω απώλειας χρηματαποστολής (Ε.Π. Δ/γή 128Β/1899/11.5.1993).
ΙΙ. ο Σ. Β.: διορίσθηκε στην Τράπεζα στις 15.9.1975 και προήχθη "κατ' απόλυτον εκλογήν" στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' την 1η .8.2000. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου. Έως το χρόνο προαγωγής του στο βαθμό του υποδιευθυντή (19.12.2008) παρακολούθησε τα εξής σεμινάρια: 1. "Υπεύθυνοι χορηγήσεων" από 9.6.1987 μέχρι 19.6.1987, διάρκειας 64 ωρών, 2. "Χορηγήσεις Επίπεδο I" από 10.4.1989 μέχρι 21.4.1989, διάρκειας 70 ωρών, 3. "Εισπράξεις δανείων με Η/Υ UNISUS" από 22.10.1990 μέχρι 2.11.1990, διάρκειας 70 ωρών, 4. "Χορηγήσεις Επίπεδο 2" από 13.5.91 μέχρι 24.5.91, διάρκειας 70 ωρών, 5. "Ανάλυση πίστης" από 28.2.94 μέχρι 10.3.94, διάρκειας 60 ωρών, 6. "Πολυνομισματική on line εφαρμογή" από 14.10.96 μέχρι 15.10.96, 7. "Καταθέσεις - Συναλλαγές" από 15.2.99 μέχρι 19.2.99, διάρκειας 40 ωρών, 8. "Ανάπτυξη εργασιών (Roll out)" από 3.7.02 μέχρι 5.7.02, διάρκειας 27 ωρών, 9. "Ρευστοποίηση απαιτήσεων ...." από 15.7.03 μέχρι 16.7.03, διάρκειας 18 ωρών, 10. "Ξέπλυμα χρήματος - Λειτουργικός κίνδυνος" (Ημερίδα), στις 20.11.2003, 11.
Ημερίδα "το ΑΤΜ - πολύτιμος ηλεκτρονικός συνεργάτης" στις 19.10.2004, 12. Ημερίδα "πώληση στεγαστικών δανείων" στις 12.4.2005, 13. Ημερίδα (2005) "Στεγαστικά δάνεια" στις 24.9.2005, 14. "Debit Card ... Visa - Internet Bng - Επιχ. ΠΥΛΗ" από 29.9.2006 μέχρι 30.9.2006, 15. "Κανονιστική Συμμόρφωση - Compliance - Ημερίδα 06" στις 16.12.2006 και 16. "Νέο σύστημα αξιολόγησης - ανάπτυξης προσωπικότητας" στις 20.3.2007.
Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Θυρίδας ….. από 17.7.1981 μέχρι 31.3.1985, Προϊσταμένου Γραφείου Χορηγήσεων του κατ/τος ….από 1.4.1985 μέχρι 26.2.1987, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Γραφείου Χορηγήσεων Καταστήματος ….. από 1.8.1991 μέχρι 12.2.1995, Προϊσταμένου Γραφείου Καταθέσεων Νομικών προσώπων του Τμήματος Εκτέλεσης Εργασιών καταθέσεων σε δρχ.
της πρώην Διεύθυνσης Κεντρικού Καταστήματος από 8.3.1995 μέχρι 4.2.2001, Προϊσταμένου Γραφείου σε προσωποπαγή θέση στο Κεντρικό Κατάστημα από 5.2.2001 έως 1.5.2001, Προϊσταμένου Θυρίδας ….. από 2.5.2001 μέχρι 31.5.2002 και Διευθυντή του ίδιου Καταστήματος από 1.6.2002 έως τον χρόνο προαγωγής του στον ανωτέρω βαθμό του Υποδιευθυντή.
Για τα έτη 2002 έως 2007 δεν έχουν συνταχθεί φύλλα ποιότητας, παρά μόνο έχει συνταχθεί δελτίο αξιολόγησης για το έτος 2003, στο οποίο αναφέρεται ότι ασκεί τα καθήκοντά του πολύ ικανοποιητικά. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των παραπάνω τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας και των ως άνω συγκρινόμενων συναδέλφων της προκύπτουν τα ακόλουθα:
I. έναντι του Χ. Σ., η ενάγουσα υστερούσε σε γενική αρχαιότητα κατά οκτώ (8) έτη, αφού προσλήφθηκε το 1983 έναντι του συγκρινόμενου το 1975 και στην ειδική αρχαιότητα κατά έξι (6) έτη, αφού προήχθη στον κατεχόμενο βαθμό (τμηματάρχη Α') το 2001 έναντι του συγκρινόμενου που προήχθη το 1995, ενώ υπερείχε καταφανώς σε γραμματικές γνώσεις, λόγω τίτλου σπουδών, αφού κατέχει πτυχίο πανεπιστημιακού επιπέδου Ανωτάτης Σχολής (Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών) ως και μεταπτυχιακό τίτλο, επιπέδου ανωτέρου Master, τα οποία και εκφράζουν όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο της κατόχου τους από εκείνο του απολυτηρίου Γυμνασίου, που κατέχει ο συγκρινόμενος, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων αυτής - ενάγουσας (ΑΠ 793/2002), ήταν ισοδύναμη στον αριθμό ξένων γλωσσών, αφού γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, όπως και ο συγκρινόμενος, υστερούσε ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, αφού άσκησε τέτοια καθήκοντα από το 1986, ήτοι 6 έτη αργότερα από τον συγκρινόμενο, που άσκησε τέτοια καθήκοντα από το έτος 1980, όμως η υπεροχή του συγκρινόμενου στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, νωρίτερα κατά 6 έτη στην προκειμένη περίπτωση δεν κρίνεται αποφασιστικής σημασίας, γιατί αυτά η ενάγουσα τα άσκησε και σε περιφερειακά καταστήματα της εναγομένης, όπως του ….
και των ..., το πρώτο των οποίων είναι κατηγορίας ΑΑ, αλλά κυρίως στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης ασχολούμενη με όλο το φάσμα των τραπεζικών εργασιών, ενώ ο συγκρινόμενος αποκλειστικά στα καταστήματα της τελευταίας της ….. και …. (θυρίδα …..), υστερούσε ελαφρώς σε αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων (17 σεμινάρια έναντι 21 σεμινάρια του συγκρινόμενου), υπερείχε όμως του συγκρινόμενου, διότι συμμετείχε σε ομάδες εργασίας και παρουσίασε διδακτικό έργο ως εισηγήτρια ειδικών σεμιναρίων προς υπαλλήλους της εναγομένης, ειδικές υπηρεσίες που δεν παρείχε ο τελευταίος.
Επιπροσθέτως η ενάγουσα υπερείχε στα φύλλα ποιότητας, αφού όπως προαναφέρθηκε, σε εκείνα της Υπηρεσιακής της Μονάδας των ετών 2000 έως 2007 βαθμολογείται με 398 μονάδες, έναντι του ανωτέρω συγκρινόμενου που βαθμολογείται σε εκείνα των ετών 1998 και 1999 με 390 μονάδες και των ετών από 2000 μέχρι και το 2007 με 384 μονάδες, ενώ στο φύλλο ποιότητας της Επιθεώρησης του 1998 χαρακτηρίζεται ως "λίαν επαρκής" με 360 μονάδες, επίσης ο τελευταίος τιμωρήθηκε πειθαρχικώς (με την πειθαρχική ποινή της γραπτής επίπληξης το έτος 1993), έστω και σε προγενέστερο της προαγωγής του στο βαθμό του τμηματάρχη Α' χρόνο, γεγονός που συνεκτιμάται στο πλαίσιο σύγκρισής του με την ενάγουσα, η οποία ουδέποτε στον εργασιακό της βίο στην εναγομένη τιμωρήθηκε πειθαρχικώς.
II. Έναντι του Σ. Β., η ενάγουσα υστερούσε σε γενική αρχαιότητα κατά οκτώ (8) έτη, αφού προσλήφθηκε το 1983 έναντι του συγκρινόμενου το 1975 και στην ειδική αρχαιότητα κατά ένα (1) έτος, αφού προήχθη στον κατεχόμενο βαθμό (τμηματάρχη Α') το 2001 έναντι του συγκρινόμενου που προήχθη το 2000, ενώ υπερείχε καταφανώς σε γραμματικές γνώσεις, λόγω τίτλου σπουδών, αφού κατέχει πτυχίο πανεπιστημιακού επιπέδου Ανωτάτης Σχολής (Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών) ως και μεταπτυχιακό τίτλο, επιπέδου ανωτέρου Master, στη Γεωργική Οικονομία του Γεωργικού Πανεπιστημίου ….., τα οποία και εκφράζουν όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο της κατόχου τους από εκείνο του απολυτηρίου Γυμνασίου, που κατέχει ο συγκρινόμενος, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων αυτής - ενάγουσας (ΑΠ 793/2002), ήταν ισοδύναμη στον αριθμό ξένων γλωσσών, αφού γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, όπως και ο συγκρινόμενος, υπερτερούσε ελαφρώς σε αριθμό επιμορφωτικών σεμιναρίων (17 σεμινάρια έναντι 16 σεμινάρια του συγκρινόμενου), υπερείχε όμως του συγκρινόμενου, διότι συμμετείχε σε ομάδες εργασίας και παρουσίασε διδακτικό έργο ως εισηγήτρια ειδικών σεμιναρίων προς υπαλλήλους της εναγομένης, ειδικές υπηρεσίες που δεν παρείχε ο τελευταίος, υστερούσε ελαφρώς ως προς την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, αφού άσκησε τέτοια καθήκοντα από το 1986, τόσο σε περιφερειακά καταστήματα της εναγομένης, όπως του …..
και των ..., το πρώτο των οποίων είναι κατηγορίας ΑΑ, όσο και κυρίως στο κεντρικό κατάστημα αυτής ασχολούμενη με όλο το φάσμα των τραπεζικών εργασιών, έναντι του συγκρινόμενου που άσκησε τέτοια καθήκοντα από το έτος 1981, τα τελευταία δε προ της προαγωγής του χρόνια άσκησε και καθήκοντα Διευθυντή Καταστήματος Γ'κατηγορίας (…..).
Με βάση τα προαναφερόμενα και λαμβανομένου υπόψη ότι η γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα δεν μπορούν καθεαυτά να έχουν κρίσιμη και αποφασιστική σημασία για τις προαγωγικές κρίσεις στους ανώτερους βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας, όπως είναι ο βαθμός του Υποδιευθυντή, αλλά απλώς συνεκτιμώνται με τα υπόλοιπα στοιχεία, ενώ οι τίτλοι σπουδών, η υπηρεσιακή απόδοση και η άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων αποτελούν βασικά κριτήρια για την κατ' απόλυτη εκλογή προαγωγή υπαλλήλων, αφού προσδιορίζουν την εργατικότητα, την υπηρεσιακή κατάρτιση και τη δραστηριότητα του υπαλλήλου, η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς των ανωτέρω ομοιόβαθμων συναδέλφων της ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά υπηρεσιακά προσόντα, συνολικά σταθμιζόμενα ανάλογα με τη βαρύτητά τους, και η παράλειψη προαγωγής της στις 19.12.2008 στο βαθμό του Υποδιευθυντή παρίσταται καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
Ισχυρίζεται η εναγομένη ότι και αν δεν είχαν προαχθεί κατά τις ανωτέρω προαγωγικές κρίσεις οι ως άνω (προτεινόμενοι προς σύγκριση) προαχθέντες (και καταφανώς υστερούντες σε σύγκριση με την ενάγουσα) συνάδελφοί της, θα προάγονταν ο (επίσης παραληφθείς) ομοιόβαθμος συνάδελφός της Ι. Σ., που υπερτερεί (απλώς) ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά και έναντι των προαχθέντων και έναντι της ενάγουσας και θα καταλάμβανε αυτός την υφιστάμενη κενή οργανική θέση, ως έχων μόνο αυτός το δικαίωμα προαγωγής και όχι η ενάγουσα.
Ο ισχυρισμός αυτός, ως ένσταση διακωλυτική της αγωγής, καταλύουσα την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας, αφού διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προαγωγής των (προτεινόμενων προς σύγκριση) προαχθέντων και της παραλείψεως προαγωγής της ενάγουσας [...] είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, ενόψει του ότι και εάν ακόμη ο μόνος αντιπροτεινόμενος, προς θεμελίωση της ένστασης αυτής, από την εναγομένη υπερείχε (απλώς) της ενάγουσας, και πάλι θα έπρεπε να προαχθεί η ενάγουσα, καθόσον, κατά τα προαναφερθέντα, κατά τις πιο πάνω προαγωγικές κρίσεις αυτή υπερείχε καταφανώς δύο συναδέλφων της και κατά συνέπεια, έστω και αν προαγόταν ο ως άνω αντιπροτεινόμενος, υπολειπόταν και πάλι μία θέση, την οποία θα κατελάμβανε η ενάγουσα".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης της ενάγουσας είχε προηγουμένως εξαφανίσει κατά ένα μέρος την με αριθ. 2789/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε απορρίψει στο σύνολό της την ένδικη από 20.3.2011 αγωγή αυτής ως αόριστη, κρίνοντας αυτήν κατά το μέρος αυτό επαρκώς ορισμένη, αφού απέρριψε τις προβληθείσες πρωτοδίκως και κατ' έφεση από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα ενστάσεις κατάχρησης δικαιώματος ως μη νόμιμη (την προταθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα στο Εφετείο) και ως απαράδεκτη (την προταθείσα το πρώτον στη δευτεροβάθμια δίκη), δίκασε την αγωγή και κατά παραδοχή της κύριας βάσης αυτής, ως ουσιαστικά βάσιμης, αναγνώρισε ότι η ενάγουσα έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του υποδιευθυντή της εναγομένης Τράπεζας από 19.12.2008.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 101, 102, 104 παρ. 2, 106 παρ. 3 και 107 του από 13-9-1968 έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού της Αγροτικής ..., ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ` αριθ. 226698/1980/6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 389/2-4-1973 τεύχος β`) και κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ/τος 213/1973 (ΦΕΚ Α 270), τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την αξίωση της αναιρεσίβλητης προαγωγής στο βαθμό του υποδιευθυντή της αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 19ης Δεκεμβρίου 2008, αφού σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της αναιρεσίβλητης, συγκρινόμενα κατόπιν συνολικής εκτίμησής τους, με εκείνα των προαχθέντων συναδέλφων της, προσδίδουν σε αυτήν κατάδηλη έναντι εκείνων υπεροχή.
Και τούτο διότι υπήρξε σαφής υπεροχή της αναιρεσίβλητης έναντι εκείνων, ιδία ως προς τους τίτλους σπουδών, τη συμμετοχή της σε ομάδες εργασίας και την παροχή εκπαιδευτικού έργου και την αξιολόγηση της κατά την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, ιδία έναντι του πρώτου των με αυτήν συγκρινόμενων. Ορθώς δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε καταφανή υπεροχή της αναιρεσίβλητης έναντι των προαχθέντων συναδέλφων της ως προς το στοιχείο των τίτλων σπουδών (πτυχίο Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής και μεταπτυχιακό τίτλο επιπέδου ανωτέρου master στη Γεωργική Οικονομία αυτής έναντι απολυτηρίου Γυμνασίου των προαχθέντων συναδέλφων της), τα οποία και εκφράζουν όχι μόνο ανώτερο μορφωτικό επίπεδο της αναιρεσίβλητης από εκείνο των συγκρινόμενων συναδέλφων της, αλλά και την ύπαρξη ουσιαστικών προσόντων αυτής που δικαιολογεί την μέχρι τώρα απρόσκοπτη προαγωγική εξέλιξη της, την κατοχή υπεύθυνων υψηλών θέσεων και την απορρέουσα εκ τούτου ικανότητα προαγωγής σε ανώτατο βαθμό.
Ειδικότερα είναι αβάσιμη η αιτίαση της αναιρεσείουσας Τράπεζας ότι οι ανωτέρω τίτλοι σπουδών της αναιρεσίβλητης δεν συνιστούν ικανό στοιχείο για τη σύγκρισή της με τους προαχθέντες συναδέλφους της καθότι δεν σχετίζονται με τραπεζικές σπουδές, καθότι οι ανωτέρω τίτλοι σπουδών της αναιρεσίβλητης σχετίζονται με το αντικείμενο εργασιών της αναιρεσείουσας Τράπεζας που είναι η ανάπτυξη της αγροτικής πίστης.
Η περαιτέρω αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως συγκριτικό στοιχείο από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της γραπτής επίπληξης το έτος 1993 σε βάρος του προαχθέντος υπαλλήλου Χ. Σ., καθότι η επιβολή αυτή έλαβε χώρα σε χρόνο απέχοντα πολύ της προαγωγής (2008), παρίσταται αλυσιτελής, διότι και χωρίς τη λήψη του στοιχείου αυτού η αναιρεσίβλητη υπερτερούσε καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του εν λόγω συναδέλφου της, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο απλώς συνεκτίμησε και το στοιχείο αυτό στο πλαίσιο σύγκρισης του εν λόγω υπαλλήλου με την αναιρεσίβλητη η οποία ουδέποτε είχε τιμωρηθεί πειθαρχικά, χωρίς να θεωρήσει αυτό βασικό στοιχείο για τη γενόμενη σύγκριση.
Τέλος η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας ως προς το είδος των τραπεζικών εργασιών που άσκησαν στο πλαίσιο των καθηκόντων της η αναιρεσίβλητη και οι μετ' αυτής συγκρινόμενοι συνάδελφοί της είναι αβάσιμη, διότι το αντικείμενο εργασίας αυτών προσδιορίζεται με επάρκεια στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τις παραδοχές αυτής (άσκηση καθηκόντων αρχικά στις χορηγήσεις δανείων προς τον αγροτικό κόσμο στα καταστήματα ….
και ... και στη συνέχεια - μετά τη λήψη του μεταπτυχιακού τίτλου - ως εισηγήτρια στην Κεντρική Υπηρεσία για χρηματοδοτήσεις επενδύσεων υπαγομένων στον αναπτυξιακό νόμο και γεωργικών οργανώσεων και οργανισμών και στη Διεύθυνση Μεγάλων Πελατών για την αναιρεσίβλητη, άσκηση τραπεζικών καθηκόντων Προϊσταμένου σε χορηγήσεις - καταθέσεις - εξυπηρέτηση πελατών των καταστημάτων …..
και …… (θυρίδα Μυκόνου) για τον πρώτο συγκρινόμενο και άσκηση τραπεζικών καθηκόντων προϊσταμένου σε χορηγήσεις και καταθέσεις νομικών προσώπων στα καταστήματα ….., θυρίδας …..και στο Κεντρικό Κατάστημα, προϊσταμένου γραφείου σε προσωποπαγή θέση στο Κεντρικό Κατάστημα και διευθυντή του καταστήματος ….
για το δεύτερο συγκρινόμενο). Επομένως ο περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα Τράπεζα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με βάση τις πιο πάνω παραδοχές αυτής δεν υφίσταται καταφανής υπεροχή της αναιρεσίβλητης έναντι των πιο πάνω προαχθέντων δύο συναδέλφων της και ότι, επί πλέον αυτή στερείται επαρκούς αιτιολογίας ως προς το είδος των καθηκόντων αυτών, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 259/2007, ΑΠ 223/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο και τελευταίο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως αποδεδειγμένο τον αγωγικό ισχυρισμό της ενάγουσας ότι ο δεύτερος συγκρινόμενος συνάδελφός της Σ.
Β. είναι απόφοιτος Γυμνασίου, ενώ η αναιρεσείουσα Τράπεζα με τις προτάσεις της τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό ισχυρίσθηκε ότι ως προς τους τίτλους σπουδών η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη και ο εν λόγω συνάδελφός της είναι ισοδύναμοι, αφού και οι δύο είναι κάτοχοι πανεπιστημιακού τίτλου. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (και) σχετικά με το στοιχείο αυτό έλαβε υπόψη του τ' αναγραφόμενα στο φύλλο 8 της προσβαλλομένης απόφασης αποδεικτικά μέσα (όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, καθότι αυτοί δεν πρότειναν προς εξέταση μάρτυρες) και κατά συνέπεια δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, ενώ δεν απαιτείτο η από την προσβαλλόμενη απόφαση ιδιαίτερη μνεία των αποδεικτικών στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη του συγκεκριμένου ισχυρισμού.
Κατά το μέρος δε που με τον λόγο αυτό πλήττεται η περί του αντιθέτου αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.12.2018 και με αριθ. κατάθ. 11535/948/2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 3146/15.12.2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ