Legislator Case Law & Legislation
1390/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor law judgment due to proper service and lack of legal basis.

Case Number 1390/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a lower court judgment regarding a public utility company. The appellant argued that the second-instance court erred in applying labor laws and failed to address essential social needs, but the court found the appeal baseless. The court ruled that the public utility company was properly summoned and present, and the cited labor provisions regarding strikes and essential services did not apply to this specific dispute.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2)(a), (2)(g) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines ex officio the legality of summons when a party is absent, and dismisses appeals based on non-applicable labor statutes or insufficient reasoning regarding essential social needs.

Keywords

AI generated
cassation appeal public utility company proper service of process labor law application essential social needs civil procedure code court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2)(a) and (2)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 19 of Law 1264/1982
Article 2 of Law 1365/1983
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281(2) of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1390 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1390/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αϊβαλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)υπό εκκαθάριση Κοινωφελούς Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. (Κ.Ο. - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.) Δήμου Βόλου - Κοινωφελής Επιχείρηση" του Δήμου Βόλου Ν. Μαγνησίας, που εδρεύει στο Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα και 2)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΒΟΛΟΥ" και έδρα τον Βόλο. Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντινιά Βακουφτσή, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/11/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/12/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμό 5877/30 Ιανουαρίου 2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Βόλου Ε. Γ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 8.12.2017 και με αριθ. κατάθ. 67/15.12.2017 αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15.5.2018), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την πρώτη των αναιρεσίβλητων υπό εκκαθάριση τελούσα δημοτική επιχείρηση. Εφόσον αυτή δεν εμφανίσθηκε με τους συνεκκαθαριστές εκπροσώπους της, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτής.

Με την από 8.12.2017 και με αριθ. κατάθ. 67/15.12.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 25/29.1.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και της εναγομένης και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων υπό εκκαθάριση τελούσας κοινωφελούς δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Δήμου Βόλου - Κοινωφελής Επιχείρηση".

Με την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, την από 30.11.2012 και με αριθ. κατάθ. 950/6.12.2012 έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης, εξαφάνισε την με αριθ. 109/24.10.2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχε εκδοθεί σε πρώτο βαθμό ερήμην της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης και με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της, ως κατ' ουσία βάσιμη, η από 25.11.2011 και με αριθ.

κατάθ. 160/29.11.2011 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της άνω εναγομένης και είχε επιδικασθεί σε αυτήν ως αποζημίωση, λόγω συνταξιοδότησης, το ποσό των 29.055, 24 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από 2.6.2011 μέχρι την εξόφληση, και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη κατά το μέρος που υπερέβαινε το όριο των 15.000 ευρώ και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το ποσό των 15.000 ευρώ, λόγω εξόφλησης του ποσού αυτού από τον δεύτερο των αναιρεσίβλητων Δήμο Βόλου (μη διάδικο στην δίκη ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας) με καταβολή του στην ενάγουσα.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Ειδικότερα, όσον αφορά την παθητική νομιμοποίηση του δεύτερου των αναιρεσίβλητων Δήμου Βόλου κατά το άρθρο 558 του ΚΠολΔ, την οποία ο τελευταίος ουδόλως αμφισβητεί, διαλαμβάνεται στην ένδικη αίτηση αναίρεσης ότι με την με αριθ. 612/2017 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του ως άνω Δήμου, εγκρίθηκε ο ισολογισμός λήξης της εκκαθάρισης της πρώτης αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης και ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων ανέλαβε τις οφειλές αυτής, περιλαμβανομένης και εκείνης προς την αναιρεσείουσα που αφορά την ένδικη υπόθεση, όπως δε προκύπτει από την προσκομιζομένη σε φωτοτυπικό αντίγραφο με αριθ. 748/12.11.2011 συμπληρωματική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Βόλου σε απόσπασμα, ο τελευταίος είχε αναλάβει την οφειλή της πρώτης αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης προς την αναιρεσείουσα για την καταβολή αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης μέχρι του κατά το άρθρο 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967 ορίου των 15.000 ευρώ.

Κατά συνέπεια ο δεύτερος των αναιρεσίβλητων Δήμος Βόλου νομιμοποιείται παθητικά, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 109 παρ. 7 εδ. β του Ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" (ΦΕΚ Α 87/7.6.2010), η οποία προστέθηκε το πρώτο με το άρθρο 43 παρ. 5 του Ν. 3979/2011 (ΦΕΚ Α 138/16.6.2011) και διατηρήθηκε σε ισχύ με λεκτικές μόνο μεταβολές του περιεχομένου της με το άρθρο 76 του Ν. 4443/2016 (ΦΕΚ Α 232/9.12.2016) και στη συνέχεια με το άρθρο 15 Ν. 4483/2017 (ΦΕΚ Α 107/31.7.2017), με την οποία ορίζεται ότι στις περιπτώσεις λύσης (μεταξύ άλλων) και κοινωφελών (δημοτικών) επιχειρήσεων, οφειλές αυτών προς το Ελληνικό Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και προς τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των δεδουλευμένων αποδοχών του μεταφερομένου (στον αντίστοιχο φορέα του οικείου δήμου που αναλαμβάνει τις δραστηριότητες της λυθείσας κοινωφελούς επιχείρησης κατά το εδάφιο α της ιδίας διάταξης) προσωπικού τους, μπορεί να καταβάλλονται από τον οικείο Δήμο, μετά από αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του (ΑΠ 1846/2017).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 (ΦΕΚ Α 189) ορίζεται ότι "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργούμενης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 618/1970 (ΦΕΚ Α 171) "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 επί αποζημιώσεων κ.λπ." ορίσθηκε ότι "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του Α.Ν. 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Α.Ν. 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λπ." τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεόμενους, καταργούμενης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή εθίμου".

Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά με μεταγενέστερους νόμους (Ν. Δ/μα 207/1974, Ν. 1082/1980, Ν. 1545/1985 και Ν. 1876/1990) και προσδιορίσθηκε τελικώς με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α 110) στο ποσό των 15.000 ευρώ. Οι ως άνω διατάξεις ως εκ του σκοπού της θέσπισης τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους, στην περίπτωση δε των τραπεζών και των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, επιβαρύνουν το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους (ΟλΑΠ 14/2001, ΟλΑΠ 10/1998, ΟλΑΠ 33-34/1997), αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών.

Οι δε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό όμως στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. Ι του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 3463/2006 (ΦΕΚ Α 114), ορίζεται ότι οι δημοτικές αρχές διευθύνουν και ρυθμίζουν όλες τις τοπικές υποθέσεις, σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της εγγύτητας, με στόχο την προστασία, την ανάπτυξη και τη συνεχή βελτίωση των συμφερόντων και της ποιότητας ζωής της τοπικής κοινωνίας, οι δε αναφερόμενες στο νόμο επί μέρους δραστηριότητες των Δήμων και Κοινοτήτων αφορούν κυρίως τους τομείς α) ανάπτυξης, β) περιβάλλοντος, γ) ποιότητας ζωής και εύρυθμης λειτουργίας των πόλεων και των οικισμών, δ) απασχόλησης, ε) κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, στ) παιδείας, πολιτισμού και αθλητισμού και ζ) πολιτικής προστασίας.

Ειδικότερα, στον τομέα παιδείας, πολιτισμού και αθλητισμού περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η ίδρυση και λειτουργία βιβλιοθηκών, η ίδρυση και λειτουργία κέντρων δημιουργικής απασχόλησης παιδιών, η εφαρμογή πολιτικών για την ανάδειξη του τοπικού πολιτισμού και την προβολή των πολιτιστικών αγαθών, με τη λειτουργία πολιτιστικών και πνευματικών κέντρων, μουσείων, πινακοθηκών, κινηματογράφων και θεάτρων, φιλαρμονικών και σχολών διδασκαλίας μουσικής, σχολών χορού, ζωγραφικής, γλυπτικής κλπ, καθώς και η μελέτη και εφαρμογή πολιτιστικών προγραμμάτων και η διοργάνωση συναυλιών, θεατρικών παραστάσεων και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων ή η συμμετοχή τους σε αυτά (άρθ. 75 περ.

Ι υπό στοιχ. στ αριθ. 2, 3, 5 και 8). Οι αρμοδιότητες αυτές στη συνέχεια επεκτάθηκαν και με πρόσθετες δράσεις από 1.1.2011 με τα άρθρα 94 παρ. 4 και 95 παρ. 1 του Ν. 3852/2010. Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1, 2 και 3 του ιδίου Κώδικα, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 20 παρ. 19 του Ν. 3731/2008 (ΦΕΚ Α 263), ορίσθηκε ότι Δήμος ή Κοινότητα μπορεί να συστήσει δημοτική ή κοινοτική κοινωφελή επιχείρηση με σκοπό την οργάνωση λειτουργιών ή δραστηριοτήτων και την παροχή υπηρεσιών συναφών ή συνδεόμενων με τις αρμοδιότητές τους, που αναφέρονται στους τομείς της κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, της παιδείας, του πολιτισμού, του αθλητισμού και του περιβάλλοντος, με εξαίρεση την καθαριότητα των κοινόχρηστων χώρων και την αποκομιδή των απορριμμάτων, τη δημιουργία και συντήρηση πρασίνου και τη λειτουργία κοιμητηρίων και κέντρων αποτέφρωσης νεκρών και ότι σκοπός των ανωτέρω επιχειρήσεων μπορεί να είναι επίσης η οργάνωση δημοτικής συγκοινωνίας, η εκπόνηση και εφαρμογή προγραμμάτων έρευνας και τεχνολογίας, καθώς και η εκπόνηση και εφαρμογή προγραμμάτων και πολιτικών προώθησης της απασχόλησης για την ανάπτυξη της περιοχής τους (παρ. 1), ότι είναι δυνατή από την κοινωφελή επιχείρηση η παράλληλη επιδίωξη περισσότερων σκοπών, κατά τα ανωτέρω, οι οποίοι είναι μεταξύ τους συναφείς και σε κάθε περίπτωση δεν έχουν εμπορικό ή βιομηχανικό χαρακτήρα, πλην όμως δεν επιτρέπεται η συμμετοχή κοινωφελούς επιχείρησης σε άλλες επιχειρήσεις οποιασδήποτε μορφής (παρ. 2) και ότι αντικείμενο δραστηριότητας της κοινωφελούς επιχείρησης δεν μπορούν να αποτελέσουν, καθ` οιανδήποτε μορφή, οι παραχωρηθείσες στους Ο.Τ.Α.

κρατικές αρμοδιότητες, όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 75 παρ. II του παρόντος (παρ. 3). Στην έννοια του τομέα του πολιτισμού και των δράσεων που προάγουν τα πολιτιστικά και πνευματικά ενδιαφέροντα της τοπικής κοινωνίας, στις οποίες αναφέρονται οι ανωτέρω ρυθμίσεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, εμπίπτει κάθε πολιτιστικό δρώμενο, που έστω και αν δεν απευθύνεται άμεσα στο σύνολο του τοπικού πληθυσμού, προβάλλει κάθε μορφής τέχνη, συνιστά το ίδιο καλλιτεχνική δράση και αναδεικνύει την πολιτιστική ευαισθησία των τοπικών φορέων, αφυπνίζει και ενισχύει την πολιτιστική συνείδηση και τα πνευματικά ενδιαφέροντα της τοπικής κοινωνίας και προάγει την παιδεία των πολιτών υπό την ευρεία αυτής έννοια.

Επίσης με τη διάταξη του άρθρου 259 παρ. 1, 2, 3, 4 και 6 του ιδίου Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (1.6.2011), πριν την τροποποίηση της με το άρθρο 10 παρ. 14 του Ν. 4071/2012, ορίσθηκε ότι η κοινωφελής επιχείρηση είναι δυνατόν να χρηματοδοτείται από τον οικείο Ο.Τ.Α. για τις δραστηριότητες και τις παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες, μετά από σχετική απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του, ότι προϋπόθεση προς τούτο αποτελεί η κατάθεση από την επιχείρηση διετούς προγράμματος δράσης αυτής, στο οποίο οπωσδήποτε αναφέρονται οι δραστηριότητες και οι υπηρεσίες, η οικονομική δαπάνη αυτών και η ενδεχόμενη χρηματοδότησή τους από τυχόν τέλη της παραγράφου 3 ή άλλους πόρους, καθώς και οι ειδικότεροι όροι άσκησής της και ότι τα στοιχεία του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και εκείνα που συναφώς προκρίνουν ο Ο.Τ.Α.

και η κοινωφελής επιχείρηση, μεταξύ των οποίων οπωσδήποτε τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών, καθώς και ρήτρες σε περίπτωση παραβάσεως συμφωνηθέντων όρων, αποτελούν το περιεχόμενο συμβάσεως, η οποία συνάπτεται μεταξύ τους (παρ. 1), ότι για τη χρηματοδότηση της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν οι διατάξεις του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, ΦΕΚ 248 Α'), όπως ισχύει και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί από την επιχείρηση για άλλους σκοπούς, εκτός αυτών που αναφέρονται στο πρόγραμμα δράσης, ούτε να αποτελέσει αντικείμενο χρηματοδότησης προς άλλη επιχείρηση Ο.Τ.Α. (παρ. 2), ότι εφόσον η δραστηριότητα της επιχείρησης συνδέεται με την παροχή υπηρεσιών, είναι δυνατή, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, η είσπραξη εύλογης αποζημίωσης από τους αποδέκτες αυτών για κάλυψη μέρους του κόστους των προσφερόμενων υπηρεσιών και ότι η σχετική απόφαση υπόκειται στην προηγούμενη έγκριση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του (παρ. 3), ότι με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Κ.Ε.Δ.Κ.Ε., μπορεί να προσδιορίζονται τα βασικά στοιχεία που περιέχει το πρόγραμμα δράσης αυτού του άρθρου, ο τρόπος καθορισμού του ύψους της χρηματοδότησης, οι προϋποθέσεις αναθεώρησής του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού (παρ. 4) και ότι ο οικείος Ο.Τ.Α.

με απόφαση του συμβουλίου του είναι δυνατόν να παραχωρεί χωρίς αντάλλαγμα προς την επιχείρηση, εφόσον τούτο κρίνεται αναγκαίο για την επιτέλεση των σκοπών της, τη χρήση εγκαταστάσεων, εξοπλισμού ή άλλων μέσων και ότι για ορισμένο χρόνο περαιτέρω παραχώρηση αυτών προς άλλη κοινωφελή επιχείρηση του ιδίου Ο.Τ.Α.

επιτρέπεται, αν τούτο εγκρίνεται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο και εφόσον η τελευταία αναλαμβάνει τις δαπάνες συντήρησής τους (παρ. 6). Με την διάταξη του άρθρου 44 παρ. 6 του Ν. 3979/2011 (ΦΕΚ Α 138) ερμηνεύθηκε αυθεντικά η παρ. 1 του άρθρου 259 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και ορίσθηκε ότι κατά την αληθή έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 259 του ν. 3463/2006 στη χρηματοδότηση κοινωφελών επιχειρήσεων για δραστηριότητες και παρεχόμενες υπηρεσίες περιλαμβάνονται και όλες εν γένει οι λειτουργικές δαπάνες, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι δαπάνες μισθοδοσίας για την εκτέλεση των ανωτέρω δραστηριοτήτων.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 103 παρ.1 στοιχ. α του Ν. 3852/2010 και με προφανή σκοπό την εξοικονόμηση δαπανών από τους δήμους ορίσθηκε ότι κάθε δήμος μπορεί να έχει μόνο μία κοινωφελή επιχείρηση, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 108 παρ. 1 του ιδίου Νόμου ορίσθηκε ότι στην περίπτωση συνένωσης Ο.Τ.Α πρώτου βαθμού σε νέο δήμο, οι κοινωφελείς επιχειρήσεις αυτών συγχωνεύονται υποχρεωτικά σε μία κοινωφελή επιχείρηση.

Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι κοινωφελής επιχείρηση, που ανήκει σε δήμο ή κοινότητα και διώκει ειδικότερα κατά το καταστατικό της την οργάνωση πολιτιστικών δραστηριοτήτων και που μπορεί κατά νόμο να χρηματοδοτείται από τον οικείο Ο.Τ.Α προς κάλυψη του κόστους λειτουργίας της (όπως σχεδόν πάντοτε συμβαίνει) πέραν του ότι συνιστά "επιχείρηση επιχορηγουμένη από το Κράτος" υπό την ευρεία αυτού έννοια (περιλαμβανομένων δηλαδή και των Ο.Τ.Α.), εμπίπτει στην έννοια της κοινωφελούς επιχείρησης του άρθρου 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967 και 1 παρ.1 του Ν.Δ/τος 618/1970, με συνέπεια, στην περίπτωση της καθοιονδήποτε τρόπο αποχώρησης, απομάκρυνσης ή απόλυσης προσωπικού αυτής συνδεομένου με αυτήν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η προβλεπομένη από τις διατάξεις του Ν. 2112/1920 και 3198/1955 αποζημίωση να περιορίζεται στο προβλεπόμενο από το νόμο όριο των 15.000 ευρώ.

Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή συνάδει με τους λόγους γενικότερου συμφέροντος που οδήγησαν στη θέσπιση των ανωτέρω διατάξεων, συνιστάμενου στον περιορισμό της σχετικής δαπάνης από την καταβολή των πέραν του ορίου του νόμου αποζημιώσεων εκ μέρους της δημοτικής επιχείρησης, η οποία (δαπάνη) τελικά επιρρίπτεται, μέσω της δημοτικής φορολογίας, σε όλους τους δημότες του οικείου δήμου ή κοινότητας που χρηματοδοτεί τις εν λόγω επιχειρήσεις προς κάλυψη των ελλειμμάτων τους, ενόψει μάλιστα του ότι για την παροχή των υπηρεσιών που προσφέρουν οι εν λόγω δημοτικές επιχειρήσεις μπορούν να ζητήσουν από τους αποδέκτες των υπηρεσιών μέρος μόνο του κόστους παροχής των παρεχομένων υπηρεσιών, ως εύλογη αποζημίωση, και μάλιστα αφού λάβουν την έγκριση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, με συνέπεια εκ των πραγμάτων να είναι ελλειμματικές.

Συνάδει επίσης με τον κατά νόμο ρητό χαρακτηρισμό των δημοτικών αυτών επιχειρήσεων στη διάταξη του άρθρου 254 παρ.1 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, ως "κοινωφελών". Εξ άλλου η εκδοχή αυτή δεν αντιβαίνει στη φύση των παρεχομένων από τις ως άνω κοινωφελείς επιχειρήσεις υπηρεσιών, ως ζωτικής σημασίας προς εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου και ενταύθα της τοπικής κοινωνίας, καθότι η πνευματική ανέλιξη και η προαγωγή της παιδείας, για τις οποίες ενδιαφέρεται το Κράτος υπό την ευρεία αυτού έννοια (περιλαμβανομένων των Ο.Τ.Α), τις οποίες εξυπηρετούν οι πολιτιστικές δραστηριότητες των ανωτέρω δημοτικών επιχειρήσεων, επάγονται τον χαρακτηρισμό αυτό των υπηρεσιών τους (πρβλ.

ΑΠ 1631/2017 για τους απασχολουμένους στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, ΑΠ 360/2007, AΠ 646/2005, για τους απασχολουμένους στον Αυτόνομο Σταφιδικό Οργανισμό, ΑΠ 591/2015, ΑΠ 1121/2013 για τους απασχολουμένους στη Δημόσια Επιχείρηση Πολεοδόμησης, Οικισμού και Στέγασης, ΑΠ 1396/2006 για τους απασχολουμένους στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη πρώτη των αναιρεσίβλητων κοινωφελής επιχείρηση με την επωνυμία "Καλλιτεχνικός Οργανισμός - ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ (Κ.Ο.ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ) Δήμου Βόλου" του δήμου Βόλου του νομού Μαγνησίας προήλθε από τη συγχώνευση τεσσάρων (4) αμιγών δημοτικών επιχειρήσεων με τις επωνυμίες α) "Καλλιτεχνικός Οργανισμός Δήμου Βόλου", β) "Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ) Βόλου", γ) "Κέντρο Μουσικού Θεάτρου (ΚΕ.Μ.Θ.) και δ) "Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Βόλου", δυνάμει της με αριθ. 8570/2009 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 15757/31.7.2009).

Ότι με το άρθρο 3 του καταστατικού της ορίσθηκε ότι σκοπός της ως άνω κοινωφελούς δημοτικής επιχείρησης είναι η παραγωγή, η διοργάνωση και η παρουσίαση των πολιτιστικών δραστηριοτήτων του δήμου Βόλου, στους τομείς της Μουσικής, του Θεάτρου, του Χορού και των Εικαστικών Τεχνών, καθώς και η παραγωγή εκπαιδευτικού έργου στους προαναφερθέντες τομείς των τεχνών για παιδιά - νέους και ενήλικες.

Ότι αναλυτικότερα οι δραστηριότητες αυτής περιλαμβάνουν: 1) την εκπαίδευση παιδιών και νέων στις τέχνες και τη σύγχρονη τεχνολογία στα τέσσερα κέντρα νεότητας (Αγίων Αναργύρων, Νέας Δημητριάδας, Χιλιαδούς, Αγίου Γεωργίου), με τη λειτουργία επιμορφωτικών τμημάτων θεατρικού παιχνιδιού, μουσικής, ρυθμικής γυμναστικής, χορού κλπ, καθώς επίσης και με τη λειτουργία επιμορφωτικών τμημάτων για εκμάθηση Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, με τη λειτουργία στα κέντρα αυτά νεανικών δανειστικών βιβλιοθηκών με ελεύθερη πρόσβαση στο διαδίκτυο ... 2) την εκπαίδευση παιδιών προσχολικής και σχολικής ηλικίας στις τέχνες και τη σύγχρονη τεχνολογία στο "Στέκι του Παιδιού", που ως σκοπό του έχει τη δημιουργική απασχόληση, την ανάπτυξη της αισθητικής αγωγής, την ενθάρρυνση της καλλιτεχνικής δημιουργίας και την προώθηση της ανάγνωσης και του βιβλίου, με την διοργάνωση δραστηριοτήτων, όπως εργαστήρια δημιουργικής απασχόλησης στη ζωγραφική, κεραμική, γλυπτική, θεατρική αγωγή, μουσική προ-παιδεία, πληροφορική, εκπαιδευτικά προγράμματα με τη χρήση σύγχρονων παιδαγωγικών μεθόδων (οπτικοακουστικό υλικό, θεατρικό παιχνίδι κλπ), με τη λειτουργία στο χώρο παιδικής - εφηβικής δανειστικής βιβλιοθήκης, τη συγκέντρωση και δανεισμό εκπαιδευτικού υλικού από φορείς, όπως μουσεία, υπουργεία, ιδρύματα κλπ και τη διοργάνωση εκθέσεων εκπαιδευτικού χαρακτήρα, 3) την εκπαίδευση στη σύγχρονη τεχνολογία και τη δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου για έφηβους και νέους στο Κέντρο Πληροφόρησης Νέων "Δίαυλος", όπου λειτουργούν τμήματα εκμάθησης και πιστοποίησης γνώσης ηλεκτρονικών υπολογιστών, καθώς και τμήματα φωτογραφίας, λάτιν χορών και λοιπών δραστηριοτήτων αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου των εφήβων και των νέων, όπου εντάσσεται και η λειτουργία του "Ιnfo Cafe" με ελεύθερη πρόσβαση στο διαδίκτυο και τη λειτουργία δανειστικής νεανικής βιβλιοθήκης, 4) την εκπαίδευση των παιδιών και των νέων στο τομέα του χορού στη Δημοτική Σχολή Χορού, όπου λειτουργεί ερασιτεχνική σχολή με επί μέρους τμήματα για την εκμάθηση κλασσικού μπαλέτου, μοντέρνου χορού, χορογυμναστικής κλπ με στόχο, με την ολοκλήρωση των σχετικών σπουδών, να έχουν οι νέοι τα εφόδια για την εισαγωγή σε Ανώτερες Σχολές Χορού, ενώ προβλέπεται η εκπόνηση προγράμματος με στόχο τη γνωριμία των παιδιών και των νέων με το χορό, 5) την επαγγελματική κατάρτιση παιδιών και νέων στον τομέα της μουσικής και του θεάτρου στο Δημοτικό Ωδείο Βόλου και στην Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης, με στόχο την απόκτηση επαγγελματικών διπλωμάτων μουσικών οργάνων και υποκριτικής, που θα παρέχουν στους αποφοίτους επαγγελματική αποκατάσταση, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Υπουργείου Πολιτισμού, το οποίο ελέγχει και πιστοποιεί τους τίτλους σπουδών και με εμπλουτισμό του εκπαιδευτικού έργου με την διεξαγωγή εκπαιδευτικών προγραμμάτων και σεμιναρίων και με τη συνεργασία με παρεμφερή ιδρύματα της Ελλάδας και του εξωτερικού, 6) την διεξαγωγή πολιτιστικών εκδηλώσεων, με τη διοργάνωση, παραγωγή ή συμμετοχή σε συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις (εμφάνιση χορευτικών συγκροτημάτων, παρουσίαση εκθέσεων τέχνης, προβολή κινηματογραφικών ταινιών), στις οποίες περιλαμβάνονται η παραγωγή των εκδηλώσεων του συνόλου των εκπαιδευτικών τμημάτων του Καλλιτεχνικού Οργανισμού, με σκοπό την ενημέρωση του κοινού της περιοχής για το σύγχρονο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι και την ενίσχυση του πολιτιστικού τουρισμού, 7) τη λειτουργία της Συμφωνικής Ορχήστρας Βόλου, με επί μέρους δραστηριότητες αυτής την οργάνωση, τον προγραμματισμό και την εκτέλεση έργων ξένων και Ελλήνων συνθετών στο Βόλο, την Ελλάδα και το εξωτερικό, την τόνωση της μουσικής ζωής του τόπου, την αξιοποίηση του καλλιτεχνικού και πολιτιστικού δυναμικού της περιοχής, την ευαισθητοποίηση του κοινού στο συμφωνικό ρεπερτόριο, την διενέργεια εκπαιδευτικών προγραμμάτων για την ευαισθητοποίηση των παιδιών και των νέων στο συμφωνικό ρεπερτόριο, την πραγματοποίηση εξειδικευμένων προγραμμάτων με κοινωνικό περιεχόμενο για ειδικές κοινωνικές ομάδες, την πραγματοποίηση ηχογραφήσεων και μαγνητοσκοπήσεων εκτέλεσης μουσικών έργων και μουσικών εκδηλώσεων, την κυκλοφορία των προϊόντων με μέσα αναπαραγωγής (CD, CD ROM, διαδίκτυο, τηλεόραση, ραδιόφωνο κλπ), την τυχόν συμμετοχή σε εθνικά και ευρωπαϊκά πολιτιστικά δίκτυα και την σύνδεση της συμφωνικής μουσικής με άλλες τέχνες (όπερα, μιούζικαλ, χορός, κινηματογράφος, θέατρο κλπ).

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, με αναφορά στα επί μέρους αποδεικτικά στοιχεία, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1.10.1991 από την εναγομένη [ενν. προφανώς από μία εκ των στη συνέχεια συγχωνευθεισών δημοτικών επιχειρήσεων] και έκτοτε απασχολήθηκε σε αυτήν, ως καθηγήτρια μουσικής, μέχρι την 1.6.2011, οπότε αποχώρησε από την εργασία της, καθότι συμπλήρωσε τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος από το ΙΚΑ, ότι, προς τούτο, η εναγομένη είχε αναγνωρίσει προϋπηρεσία της ενάγουσας από την 1.3.1977 και ότι οι μηνιαίες αποδοχές αυτής, κατά το χρόνο αποχώρησής της, ανέρχονταν στο ποσό των 2.421,27 ευρώ.

Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β του Ν. 3198/1955 που δικαιούται η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κατά την αποχώρησή της από την εργασία της, λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης αυτής από το ΙΚΑ, δεν μπορεί να υπερβεί το ανώτατο όριο των 15.000 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 και 1 παρ.1 του Ν.Δ/τος 618/1970, όπως το όριο αυτό προσδιορίσθηκε με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003, καθότι η εναγομένη δημοτική επιχείρηση, στην οποία αυτή απασχολείτο, φέρει τον χαρακτήρα κοινωφελούς επιχείρησης, επί της οποίας τυγχάνουν εφαρμογής οι ως άνω διατάξεις.

Με το σκεπτικό αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (αφού προηγουμένως είχε εξαφανίσει, στο πλαίσιο του άρθρου 528 του ΚΠολΔ, την εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί ερήμην της εναγομένης, κατά παραδοχή της έφεσης αυτής) απέρριψε την από 25.11.2011 και με αριθ. κατάθ. 160/2011 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε την επιδίκαση του ποσού των 29.055,24 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποχώρησή της, λόγω συμπλήρωσης των νομίμων προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, ως μη νόμιμη, καθό μέρος η ανωτέρω αξίωση της ενάγουσας υπερέβαινε το όριο των 15.000 ευρώ.

Επίσης με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η αγωγή κατά το μέρος που αφορούσε αξίωση της ενάγουσας μέχρι του ως άνω ορίου των 15.000 ευρώ, με το σκεπτικό ότι η αξίωση αυτή της ενάγουσας έχει αποσβεσθεί με καταβολή του ανωτέρω ποσού σε αυτήν στις 30.12.2011 από τον Δήμο Βόλου (ήδη δεύτερο των αναιρεσίβλητων), ο οποίος με την με αριθ. 748/2011 απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου ανέλαβε την πιο πάνω υποχρέωση της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης, τεθείσας από 16.6.2011 υπό καθεστώς λύσης και εκκαθάρισης.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.2 του ΑΝ 173/1967 και 1 παρ.1 του Ν.Δ/τος 618/1970 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 21 παρ.13 του Ν. 3144/2003, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθότι με βάσεις τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης η εναγομένη και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων δημοτική επιχείρηση φέρει τον χαρακτήρα κοινωφελούς επιχείρησης, επί της οποίας τυγχάνουν εφαρμογής οι πιο πάνω διατάξεις.

Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση αυτού δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ούτε για την πληρότητα της αιτιολογίας, απαιτείτο, πέραν των διαλαμβανομένων στην προσβαλλομένη απόφαση δραστηριοτήτων της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης, στο πλαίσιο του σκοπού της, ειδικότερη αναφορά ως προς το ποίες είναι οι ζωτικής σημασίας βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, που εξυπηρετούνται από τις παρεχόμενες υπηρεσίες αυτής και γενικότερα από δημοτικές επιχειρήσεις που διώκουν πολιτιστικούς σκοπούς.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 19 του Ν. 1264/1982 και 2 του Ν. 1365/1983, που κατά την αναιρεσείουσα εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από την προσβαλλομένη απόφαση, είναι αβάσιμες. Ειδικότερα οι διατάξεις αυτές, α) με την πρώτη των οποίων προβλέπεται η υποχρέωση των εργαζομένων που απασχολούνται στις αναγραφόμενες στη διάταξη αυτή επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας να διαθέτουν προσωπικό ασφαλείας κατά τη διάρκεια της απεργίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου και να μην πραγματοποιούν απεργία πριν την πάροδο τεσσάρων (4) ημερών από την γνωστοποίηση των αιτημάτων τους με έγγραφο που κοινοποιείται στον εργοδότη με δικαστικό επιμελητή και β) με την δεύτερη των οποίων αναγράφονται οι κατηγορίες των επιχειρήσεων δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, τραπεζών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων που η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, οι οποίες με εκδιδόμενα εντός ορισμένης (οκτάμηνης) προθεσμίας Π.Δ/ματα κοινωνικοποιούνται ανά επιχείρηση ή ομάδα ομοειδών επιχειρήσεων, δηλαδή το Κράτος συμμετέχει στη διοίκηση, στη χάραξη της στρατηγικής, στον προγραμματισμό και στον έλεγχο επιχειρήσεων αυτών, αναφέρονται σε όλως διαφορετικά θέματα που δεν αφορούν την ένδικη υπόθεση και συνεπώς δεν μπορεί να τύχουν εν προκειμένω εφαρμογής, ούτε και αναλόγως.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος στο σύνολό του και απορριπτέος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου των αναιρεσίβλητων Δήμου Βόλου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.12.2017 και με αριθ. κατάθ. 67/15.12.2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 25/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παραστάντος δευτέρου των αναιρεσίβλητων Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ