1390/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 103/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1390/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος.
Full text
Απόφαση 1390 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1390/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 103/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Γεώργιο Αναστασάκο και Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Π. (όνομα) Α. (επώνυμο) του Δ. και Ε., υπηκόου Ελλάδας, που γεννήθηκε στη Νάουσα, στις 8.2.1959, κατοίκου ... (...), ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου συνηγόρου του Εμμανουήλ Αναστασάκη, δικηγόρου Αθηνών κατά της υπ’ αριθμ. 158/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του υπό στοιχείο IV Kop 67/15 από 12.5.2015 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του δικαστή του περιφερειακού δικαστηρίου στο Λουμπλίν (Lublin), που εκδόθηκε επί ποινικής υποθέσεως με στοιχεία δικογραφίας IV Κορ 67/15, βάσει της απόφασης του Τοπικού Δικαστηρίου στο Πουλάβυ [Pulawy] από 21 Οκτωβρίου 2011 υπ’ αριθμ. ΙΙΚρ 481/11 (2DS.363/07), σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 2/18.03.2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνου Τσαγκαρλή και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 428/2016.
Προκείμενης συζητήσεως
Αφού άκουσε
τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η έφεση του εκζητουμένου
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 22 παρ.1 Ν.3251/2004 "Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης...", "σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής απόφασης του συμβουλίου εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 451 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα εφετών". Στην έκθεση αυτή, όπως και στην έκθεση για κάθε ένδικο μέσο, πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται.
Συνεπώς, η κρινομένη υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως …/2016 έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 158/2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτό απεφάσισε την εκτέλεση του υπό στοιχείο IV Kop 67/15 από 12.5.2015 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του δικαστή του περιφερειακού δικαστηρίου στο Λουμπλίν (Lublin), που εκδόθηκε επί ποινικής υποθέσεως με στοιχεία δικογραφίας IV Κορ 67/15, βάσει της απόφασης του Τοπικού Δικαστηρίου στο Πουλάβυ [Pulawy] από 21 Οκτωβρίου 2011 υπ’ αριθμ. ΙΙΚρ 481/11 (2DS.363/07) κατά του εκκαλούντος Π. Α., Έλληνα υπηκόου, παραπονούμενου για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, νομίμως και εμπροθέσμως ασκήθηκε ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ήτοι, εντός 24 ωρών από την ημέρα που δημοσιεύθηκε η άνω απόφαση και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του πιο πάνω Ν. 3251/2004, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του Κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία.
Στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και 5) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της.
Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ως άνω νόμου, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών ή, σε περίπτωση που έχει ήδη επιβληθεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας τα οποία στερούν την ελευθερία, για απαγγελθείσες καταδίκες διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών, κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 στοιχ.
α’ του νόμου τούτου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 11 έως 13 του παρόντος, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται, εφόσον η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί τούτο, συνιστά έγκλημα, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού, το οποίο τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών.
Το ένταλμα αυτό επίσης εκτελείται, κατά το στοιχ. β της άνω παρ. 1 του άρθρου 10, εφόσον τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλματος καταδίκασαν τον εκζητούμενο σε ποινή ή μέτρο ασφαλείας, στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών για αξιόποινη πράξη, την οποία και οι ελληνικοί νόμοι χαρακτηρίζουν ως πλημμέλημα ή ως κακούργημα.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (10) του αυτού νόμου, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή (2) αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται από το κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό μέτρο ασφαλείας το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών.
Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεσή του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση η) αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης είναι ημεδαπός και διώκεται και στην Ελλάδα για την ίδια πράξη.
Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό κράτος, ώστε να εκτίσει σ’ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.
Τέλος, με το άρθρο 12 του ίδιου πιο πάνω νόμου, καθορίζονται οι περιπτώσεις, στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Από τον συνδυασμό των άνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδίδεται για την σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με σκοπό την άσκηση ποινικής διώξεως ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας.
Αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριό της ή εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών. Μπορεί δε το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς.
Έτσι, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σε άλλο μέλος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του ν.3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοσή του, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (άρθρα 10, 11 και 12 του ν.3251/2004).
Από το Σύνταγμα δεν απαγορεύεται η έκδοση ή παράδοση ημεδαπών σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ενώ η ρύθμιση του νεότερου ν.3251/2004 είναι ειδική έναντι της απαγορεύσεως που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 438 περ. α’ του Κ.Ποιν.Δ., δεδομένου, μάλιστα, του ότι έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ενώ οι ιστορικοί λόγοι στηρίξεως της απαγορεύσεως, δηλαδή η υποχρέωση προστασίας του κράτους προς τους πολίτες του και, συγκεκριμένα, η προστασία τους από τις αντιξοότητες που σημαίνει γι’ αυτούς μια δίκη σε ξένο μη οικείο νομικό περιβάλλον, καθώς και η υπάρχουσα δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές είναι πλέον αδικαιολόγητοι και ιδίως στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Εντεύθεν, προκείμενης εκτελέσεως ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, για την άσκηση ποινικής διώξεως και όχι για εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας εναντίον του εκζητουμένου, το ένταλμα εκτελείται και εάν ακόμη αυτός είναι ημεδαπός: α) Με την προϋπόθεση ότι δεν διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη, υπό την έννοια ότι δεν έχει ασκηθεί πράγματι σε βάρος του ποινική δίωξη από τις ελληνικές δικαστικές Αρχές για την ίδια πράξη.
Αντιθέτως, δεν εμποδίζεται η έκδοση από τη δυνατότητα ασκήσεως τέτοιας διώξεως κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (άρθρα 6 και 8 του ΠΚ), για την τελεσθείσα στην αλλοδαπή πράξη. Και β) με την επιφύλαξη της διασφαλίσεως "διαμεταγωγής" του στην Ελλάδα, για να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή που ενδεχομένως θα του επιβληθεί στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος.
Η διασφάλιση "διαμεταγωγής" του ημεδαπού στην Ελλάδα, για να εκτίσει τη στερητική της ελευθερίας ποινή δεν προϋποθέτει εγγύηση δικαστικής Αρχής, αλλά εγγύηση της αρμόδιας Αρχής, που μπορεί να είναι και διοικητική. Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκζητουμένου προφορικά στο ακροατήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Με την εκκαλούμενη απόφασή του, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης αποφάσισε την εκτέλεση του υπό στοιχείο IV Kop 67/15 από 12.5.2015 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του δικαστή του περιφερειακού δικαστηρίου στο Λουμπλίν (Lublin), που εκδόθηκε επί ποινικής υποθέσεως με στοιχεία δικογραφίας IV Κορ 67/15, βάσει της απόφασης του Τοπικού Δικαστηρίου στο Πουλάβυ [Pulawy] από 21 Οκτωβρίου 2011 υπ’ αριθμ.
ΙΙΚρ 481/11 (2DS.363/07), κατά του εκκαλούντος, Έλληνα υπηκόου, Π. Α. του Δ. και Ε., προκειμένου ο ως άνω εκζητούμενος να συλληφθεί και να προσαχθεί ενώπιον της δικαστικής αρχής που εξέδωσε το ένταλμα [περιφερειακό δικαστήριο του Λουμπλίν (Lublin)], και εν συνεχεία να δικασθεί για τα περιγραφόμενα σ’ αυτό εγκλήματα της απάτης, πράξης αξιόποινης κατά την ποινική νομοθεσία της Πολωνίας (παράβαση κατά της περιουσίας - άρθρο 286 παρ. 1 του Π Κ), τιμωρουμένη με ποινή φυλάκισης έως οκτώ (8) ετών, υπό τον όρο ότι σε περίπτωση καταδίκης του από το Πολωνικό Δικαστήριο θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό Κράτος προκειμένου να εκτίσει σ’ αυτό την τυχόν στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα του επιβληθεί.
Η αξιόποινη πράξη, η οποία αποδίδεται στον εκζητούμενο, φέρεται ότι έχει τελεσθεί από αυτόν κατά την περίοδο 2001-2002 στις πόλεις ... της Πολωνίας. Οι ειδικότερες συνθήκες τελέσεως της πράξεως αυτής περιγράφονται με πληρότητα στο υπό εκτέλεση ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, η περιγραφή δε αυτή έχει ως εξής: "I] την περίοδο από την 30 Νοεμβρίου 2001 έως τον Ιούνιο του 2002 στο Πουλάβυ [Pulawy] νομαρχία Lubelskie, λειτουργώντας από κοινού και σε συνεννόηση με άλλο άτομο, με σκοπό το κατόρθωμα του οικονομικού οφέλους έφερε σε δυσμενή διαχείριση της περιουσίας στο ποσό των 47.000 χιλιάδων αμερικάνικων δολαρίων το ... "....
στην περιοχή Πουλάβυ [Pulawy] κατ’ αυτόν τον τρόπο, πως έφερε την παραπάνω επιχείρηση σε λάθος όσον αφορά στη δυνατότητα της λήψης του δανείου στο ύψος των 18.000.000 δολαρίων αμερικάνικων από τα δυτικά οικονομικά ιδρύματα γνωρίζοντας πως η τράπεζα που ήταν να χορηγήσει το δάνειο, καθώς και η ασφαλιστική εταιρία που ήταν να είναι ο εγγυητής του δανείου δεν υπάρχουν, διαμέσου του οποίου έφεραν την πληρωμή των 47.000 χιλιάδων αμερικάνικων δολαρίων από την παραπάνω αναφερόμενη επιχείρηση παρά τη μη πραγματοποίηση της σύμβασης δανείου.
II] την περίοδο από το 2001 έως το 2002 στο Τάρνουβ [Tarnow] και τη Ντεμπίτσα [Debica] [(νομαρχία podkarpackie λειτουργώντας από κοινού και σε συνεννόηση με άλλο άτομο, με σκοπό το κατόρθωμα του οικονομικού οφέλους έφερε σε δυσμενή διαχείριση της περιουσίας στο ποσό των "..." ... στο Τάρνουβ [Tarnow], κατ’ αυτόν τον τρόπο, πως έφερε την παραπάνω επιχείρηση σε λάθος όσον αφορά στη δυνατότητα της λήψης του δανείου στο ύψος των 7.000.000 δολαρίων αμερικάνικων από τα δυτικά οικονομικά ιδρύματα γνωρίζοντας πως η τράπεζα που ήταν να χορηγήσει το δάνειο, καθώς και η ασφαλιστική εταιρία που επρόκειτο να είναι ο εγγυητής του δανείου δεν υπάρχουν, διαμέσου του οποίου έφεραν την πληρωμή των 33.000 χιλιάδων αμερικάνικων δολαρίων και των 30.000 χιλιάδων ζλότι από την παραπάνω αναφερόμενη επιχείρηση εκ του τίτλου της ασφαλείας του δανείου και την πληρωμή εκ του τίτλου της επιβεβαίωσης Bizness plan, όπου το ποσό δεν επεστράφη παρά τη μη πραγματοποίηση της σύμβασης δανείου.
III] Την περίοδο από την 20 Ιανουαρίου 2001 έως την 27 Μαρτίου του 2002 στην Βαρσοβία και το Κόνσκιχ [Konskich] νομαρχία switokrzyskie λειτουργώντας από κοινού και σε συνεννόηση με άλλο άτομο, με σκοπό το κατόρθωμα του οικονομικού οφέλους έφερε σε δυσμενή διαχείριση της περιουσίας στο ποσό των 28.500 χιλιάδων αμερικάνικων δολαρίων TO "...
στην περιοχή Κονσκιχ [Konskich] κατ’ αυτόν τον τρόπο, πως έφερε την παραπάνω επιχείρηση σε λάθος όσον αφορά στη δυνατότητα της λήψης του δανείου στο ύψος των 6.000.000 δολαρίων αμερικάνικων από τα δυτικά οικονομικά ιδρύματα γνωρίζοντας πως η τράπεζα που ήταν να χορηγήσει το δάνειο, καθώς και η ασφαλιστική εταιρία που ήταν να είναι ο εγγυητής του δανείου δεν υπάρχουν, διαμέσου του οποίου έφεραν την πληρωμή των 28.500 χιλιάδων αμερικάνικων δολαρίων εκ του τίτλου της ασφάλισης του δανείου και της προμήθειας, το οποίο ποσό δεν επεστράφη στην παραπάνω αναφερόμενη επιχείρηση παρά τη μη πραγματοποίηση της σύμβασης δανείου.
IV] την περίοδο από την 12 Ιουλίου 2001 έως τον Σεπτέμβριο του 2002 στη Βαρσοβία λειτουργώντας από κοινού και σε συνεννόηση με άλλο άτομο, με σκοπό το κατόρθωμα του δικονομικού οφέλους έφερε σε δυσμενή διαχείριση της περιουσίας στο ποσό των 5.800 ζλότι το ‘ "..." ... με έδρα στη Βαρσοβία κατ’ αυτόν τον τρόπο, πως έφερε την παραπάνω επιχείρηση σε λάθος όσον αφορά στη δυνατότητα της λήψης του δανείου στο ύψος των 5.000.000 δολαρίων αμερικάνικων από τα δυτικά οικονομικά ιδρύματα γνωρίζοντας πως η τράπεζα που ήταν να χορηγήσει το δάνειο, καθώς και η ασφαλιστική εταιρία που ήταν να είναι ο εγγυητής του δανείου δεν υπάρχουν, διαμέσου του οποίου έφεραν την πληρωμή των 3.500 χιλιάδων αμερικάνικων δολαρίων εκ του τίτλου της ασφάλισης του δανείου και τα έξοδα επεξεργασίας, το οποίο ποσό δεν επεστράφη στην παραπάνω αναφερόμενη επιχείρηση παρά τη μη πραγματοποίηση της σύμβασης δανείου.
V] την περίοδο από την 11 Ιουλίου 2001 έως τον Σεπτέμβριο του 2002 στο Πόζναν και στη Βαρσοβία, λειτουργώντας από κοινού και σε συνεννόηση με άλλο άτομο, με σκοπό το κατόρθωμα του οικονομικού οφέλους έφερε σε δυσμενή διαχείριση της περιουσίας στο ποσό των 25.000 ζλότι και 17.250 χιλιάδων αμερικάνικων δολαρίων την επιχείρηση Εξοπλισμού - Μεταφοράς "..." ...
στο Πόζναν κατ’ αυτόν τον τρόπο, πως έφερε την παραπάνω επιχείρηση σε λάθος όσον αφορά στη δυνατότητα της λήψης του δανείου στο ύψος των 25.000.000 δολαρίων αμερικάνικων από τα δυτικά οικονομικά ιδρύματα γνωρίζοντας πως η τράπεζα που ήταν να χορηγήσει το δάνειο, καθώς και η ασφαλιστική εταιρία που ήταν να είναι ο εγγυητής του δανείου δεν υπάρχουν, διαμέσου του οποίου έφεραν την πληρωμή των 25.000 ζλότι και 17.250 αμερικάνικων δολαρίων εκ του τίτλου της ασφάλισης του δανείου και των εξόδων επεξεργασίας, το οποίο ποσό δεν επεστράφη στην παραπάνω αναφερόμενη επιχείρηση παρά τη μη πραγματοποίηση της σύμβασης δανείου.
VI] την περίοδο από την 10 Οκτωβρίου 2001 έως την 18 Δεκέμβριο του 2002 στο Ντεμπίτσα [Debica] νομαρχία podkarpackie, λειτουργώντας από κοινού και σε συνεννόηση με άλλο άτομο, με σκοπό το κατόρθωμα του οικονομικού οφέλους έφερε σε δυσμενή διαχείριση της περιουσίας στο ποσό των 30.000 ζλότι και 90.250 χιλιάδων αμερικάνικων δολαρίων την επιχείρηση ...
στο Ντεμπίτσα [Debica] κατ’ αυτόν τον τρόπο, πως έφερε την παραπάνω επιχείρηση σε λάθος όσον αφορά στη δυνατότητα της λήψης του δανείου στο ύψος των 2.000.000 δολαρίων Αμερικής από τα δυτικά οικονομικά ιδρύματα γνωρίζοντας πως η τράπεζα που ήταν να χορηγήσει το δάνειο, καθώς και η ασφαλιστική εταιρία που ήταν να είναι ο εγγυητής του δανείου δεν υπάρχουν, διαμέσου του οποίου έφεραν την πληρωμή των 30.000 ζλοτί και 90.250 δολαρίων Αμερικής εκ του τίτλου της ασφάλισης του δανείου και των εξόδων επεξεργασίας, το οποίο ποσό δεν επεστράφη στην παραπάνω αναφερομένη μη πραγματοποίηση της σύμβασης δανείου.
VII] την περίοδο από την 5 Δεκεμβρίου 2001 έως τον Δεκέμβριο του 2002 στη Βαρσοβία, λειτουργώντας από κοινού και σε συνεννόηση με άλλο άτομο, με σκοπό το κατόρθωμα του οικονομικού οφέλους έφερε σε δυσμενή διαχείριση της περιουσίας στο ποσό των 51.000 αμερικάνικων δολαρίων την επιχείρηση "..." ... με έδρα στη Βαρσοβία κατ’ αυτόν τον τρόπο, πως έφερε τον εκπρόσωπο της εταιρίας ... [...] τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας "..." στο Λούντζ [Lodz], που ασχολούνταν με την οικονομική συμβουλευτική όσον αφορά στη δυνατότητα της λήψης του δανείου στο ύψος των 50.000.000 δολαρίων αμερικάνικων από τα δυτικά οικονομικά ιδρύματα γνωρίζοντας πως η τράπεζα που ήταν να χορηγήσει το δάνειο, καθώς και η ασφαλιστική εταιρία που ήταν να είναι ο εγγυητής του δανείου δεν υπάρχουν, διαμέσου του οποίου έφεραν την πληρωμή των 51.000 αμερικάνικων δολαρίων εκ του τίτλου της ασφάλισης του δανείου και των εξόδων επεξεργασίας, το οποίο ποσό δεν επεστράφη στην παραπάνω αναφερόμενη επιχείρηση παρά τη μη πραγματοποίηση της σύμβασης δανείου.
VIII] την περίοδο από την 10 Σεπτεμβρίου 2001 έως την 9 Ιανουαρίου του 2002 στο Σόποτ [Sopot] νομαρχία pomorskie, λειτουργώντας από κοινού και σε συνεννόηση με άλλο άτομο, με σκοπό το κατόρθωμα του οικονομικού οφέλους έφερε σε δυσμενή διαχείριση της περιουσίας στο ποσό των 117.086 αμερικάνικων δολαρίων την ... ..., κατ’ αυτόν τον τρόπο, πως έφερε την παραπάνω αναφερόμενη επιχείρηση σε λάθος όσον αφορά στη δυνατότητα της λήψης του δανείου στο ύψος των 50.000.000 δολαρίων αμερικάνικων από τα δυτικά οικονομικά ιδρύματα γνωρίζοντας πως η τράπεζα που ήταν να χορηγήσει το δάνειο, καθώς και η ασφαλιστική εταιρία που ήταν να είναι ο εγγυητής του δανείου δεν υπάρχουν, διαμέσου του οποίου έφεραν την πληρωμή των 117.086 αμερικάνικων δολαρίων εκ του τίτλου των εξόδων ασφαλείας, το οποίο ποσό δεν επεστράφη στην παραπάνω αναφερόμενη επιχείρηση παρά τη μη πραγματοποίηση της σύμβασης δανείου." Η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, στην οποία αφορά το προς εκτέλεση ένταλμα προβλέπεται, ως προαναφέρθηκε, από τις νομικές διατάξεις του άρθρου 286 παρ. 1 (παράβαση κατά της περιουσίας) του Ποινικού Κώδικα της Πολωνίας, τιμωρουμένη με στερητική της ελευθερίας ποινή με ανώτατο όριο τα οκτώ (8) έτη, εμπίπτει δε σε εκείνες τις πράξεις για τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 περ.
κ’ του ν.3251/2014, επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου και με μόνη προϋπόθεση να τιμωρούνται στο κράτος εκδόσεως του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών (3) ετών ως προς το ανώτατο όριό τους, προϋπόθεση, η οποία, κατά τα παραπάνω, συντρέχει εν προκειμένω.
Ανεξαρτήτως τούτου, η εν λόγω αξιόποινη πράξη προβλέπεται και τιμωρείται και κατά την Ελληνική Νομοθεσία (απάτη από κοινού κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, με συνολική ζημία και αντίστοιχο όφελος άνω των 30.000 ευρώ και αυτό των 120.000 ευρώ - αρθρ. 45, 386 παρ. παρ. 3α,β, 1 του Π.Κ.), με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών.
Το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο, φέρει ημεροχρονολογία εκδόσεως (12.5.2015), ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστού που το εξέδωσε [Maciej (Μάτσιεϊ) Kielasinski (Κιελασίνσκι)], και νόμιμη επικυρωμένη μετάφραση, και εκδόθηκε βάσει απόφασης του Τοπικού Δικαστηρίου στο Πουλάβυ [Pulawy] επί υπόθεσης με στοιχεία
ΙΙΚρ 481/11 (2Ds.363/07), διαβιβάσθηκε δε στον αρμόδιο, κατ’ άρθρο 9 Ν. 3251/2004, Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του νόμου 3251/2004 και συγκεκριμένα: α) την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, γ) μνεία του τοπικού εντάλματος σύλληψης [της από 21 Οκτωβρίου 2011 απόφασης του Τοπικού Δικαστηρίου στο Πουλάβυ (Pulawy) επί υπόθεσης με στοιχεία
ΙΙΚρ 481/11 (2DS.363/07)], στο οποίο βασίστηκε η έκδοση του ένδικου ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, δ) την φύση και τον νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξεως που αποδίδεται στον εκζητούμενο, ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους εκδόσεως του εντάλματος.
Όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα είναι επισήμως μεταφρασμένα στην Ελληνική γλώσσα, επομένως το ένδικο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, το οποίο φέρει ημεροχρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστή που το εξέδωσε και περιέχει όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004 και ειδικότερα αναφέρθηκαν παραπάνω, πληροί τις προϋποθέσεις και τους όρους της τυπικής νομιμότητάς του κατά το Ν. 3251/2004.
Περαιτέρω, οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ο εκζητούμενος και για τις οποίες ζητείται η προσαγωγή του στην αρμόδια Πολωνική δικαστική αρχή, χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Πολωνικού Ποινικού Κώδικα, ως "παράβαση κατά της περιουσίας - άρθρο 286 παράγραφος 1 του ποινικού κώδικα" πλημμέλημα, για το οποίο όμως επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, καθόσον οι πράξεις αυτές τιμωρούνται στο κράτος έκδοσης του εντάλματος με στερητική της ελευθερίας ποινή έως και οκτώ (8) έτη.
Ορθώς, επομένως, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ομοίως και οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι: α) δεν αναφέρεται το πλαίσιο ποινής που απειλείται για την πράξη, για την οποία διώκεται ο εκζητούμενος, β) δεν εξειδικεύεται το είδος της συμμετοχικής δράσης του εκζητουμένου και γ) δεν περιγράφεται συγκεκριμένα ο χρόνος τέλεσης των εγκλημάτων, αφού εμφανίζεται ως ένα πλαίσιο και όχι ως ένα χρονικό σημείο, κατά το οποίο πληρώθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, είναι αβάσιμοι, καθόσον α) το ανώτατο όριο ποινής που ασκεί έννομο επιρροή, αφενός για τον έλεγχο ή μη του διττού αξιοποίνου και αφετέρου για το επιτρεπτόν ή μη της συλλήψεως και εν συνεχεία της προσωρινής κρατήσεως αναφέρεται και είναι οκτώ (8) έτη, β) η συμμετοχική δράση του εκζητουμένου προσδιορίζεται επακριβώς, με την αναφορά ότι "από κοινού και σε συνεννόηση με άλλο άτομο", τέλεσε τις περιγραφόμενες πράξεις, οπότε υπό τα εκτιθέμενα η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στις αξιόποινες πράξεις είναι συναυτουργική (αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος) και δεν είναι αναγκαία άλλα στοιχεία, η περαιτέρω συμπλήρωση των οποίων μπορεί να γίνει από την αιτούσα δικαστική αρχή κατά την περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως και γ) ο τρόπος περιγραφής του χρόνου τέλεσης των εγκλημάτων (χρονικές περίοδοι) δεν μπορεί να θεωρηθεί ελλιπής και αόριστος, ουδένα κίνδυνο δε εγκυμονεί για τον εκζητούμενο όσον αφορά την ακριβή περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος που πρέπει να γνωρίζει.
Περαιτέρω, ο εκκαλών- εκζητούμενος με τον πρώτο σχετικό λόγο της εφέσεώς του, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, ισχυρίζεται, ότι με δεδομένο ότι στις πολωνικές αρχές είναι γνωστή η διεύθυνση της κατοικίας του στην Ελλάδα, δεν ήταν απαραίτητη η έκδοση και εκτέλεση του υπό κρίση εντάλματος, αλλά θα μπορούσαν οι τελευταίες να αρκεστούν στην επίδοση προς αυτόν (εκκαλούντα) κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσεως προς εμφάνιση, για την εμφάνισή του στο δικαστήριο και ως εκ τούτου δια της εκτελέσεως του εν λόγω εντάλματος παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματά του και συγκεκριμένα το δικαίωμά του (εκκαλούντος) να παραστεί δια πληρεξουσίου συνηγόρου κατά την εκδίκαση της υποθέσεώς του στην Πολωνία, χωρίς να είναι απαραίτητη η αυτοπρόσωπη παρουσία του.
Ο σχετικός πρώτος λόγος της εφέσεως του εκκαλούντος περί παραβιάσεως δια του εν λόγω εντάλματος θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλυσιτελώς προτείνεται, καθόσον στρέφεται κατά επομένου διαδικαστικού σταδίου, εκείνου της διαδικασίας στο ακροατήριο, στο οποίο δεν έχει προχωρήσει η υπόθεση και όχι κατά της εγκυρότητας ή μη του εντάλματος συλλήψεως, για την έκδοση του οποίου ουδόλως επικαλείται ότι οι πολωνικές αρχές παρέλειψαν να τον κλητεύσουν.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 περ. δ’ του ν. 3251/2004 η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, αν έχει επέλθει παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών, σύμφωνα με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους.
Η προπαρατεθείσα διάταξη εφαρμόζεται στην περίπτωση του άρθρου 10 παρ. 1 του ν.3251/2004, όταν δηλαδή η έκδοση του εκζητούμενου προσώπου τίθεται υπό την προϋπόθεση ότι το έγκλημα για το οποίο ζητείται η έκδοση συνιστά ποινικό αδίκημα όχι μόνο σύμφωνα με τους νόμους του κράτους έκδοσης του εντάλματος αλλά και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους.
Δεν εφαρμόζεται, όμως, και όταν κατ’ εξαίρεση από τον κανόνα της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν.3251/2004 η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου για τα εγκλήματα που περιέχονται στον κατάλογο της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν.3251/2004, καθόσον η διατυπούμενη στο εν λόγω άρθρο 10 του ν.3251/2004 σχετική επιφύλαξη αφορά μόνο την παρ. 1 του άρθρου αυτού, όχι δε και την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (10 του ν.3251/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση η πράξη που αποδίδεται στον εκκαλούντα από τη διάταξη στο άρθρο 286 καθορίζεται ως η αξιόποινη πράξη της απάτης, η οποία απειλείται με ποινή στερητική της ελευθερίας από έξι (6) μήνες έως και οκτώ (8) χρόνια. Οι αποδιδόμενες στον εκζητούμενο περιπτώσεις του αδικήματος της απάτης, σύμφωνα με το πολωνικό δίκαιο, παραγράφονται, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του από 28.1.2016 απαντητικού εγγράφου του περιφερειακού εισαγγελέα στο Λούμπλιν της Πολωνίας, ως εξής: 1) η πράξη που περιγράφεται στο σημείο Ι του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από το άρθρο 286 παράγραφος 1 του ποινικού κώδικα - η παραγραφή της ποινής θα λάβει μέρος στις 30 Ιουνίου 2022, 2) η πράξη που περιγράφεται στο σημείο II του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από το άρθρο 286 παράγραφος 1 του ποινικού κώδικα - η παραγραφή της ποινής θα λάβει μέρος στις Δεκεμβρίου 2022, 3) η πράξη που περιγράφεται στο σημείο III του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από το άρθρο 286 παράγραφος 1 του ποινικού κώδικα - η παραγραφή της ποινής θα λάβει μέρος στις 27 Μαρτίου 2022, 4) η πράξη που περιγράφεται στο σημείο IV του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από το άρθρο 286 παράγραφος 1 του ποινικού κώδικα - η παραγραφή της ποινής θα λάβει μέρος στις 30 Σεπτεμβρίου 2022, 5) η πράξη που περιγράφεται στο σημείο V του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από το άρθρο 286 παράγραφος 1 του ποινικού κώδικα - η παραγραφή της ποινής θα λάβει μέρος στις 30 Σεπτεμβρίου 2022, 6) η πράξη που περιγράφεται στο σημείο VI του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από το άρθρο 286 παράγραφος 1 του ποινικού κώδικα - η παραγραφή της ποινής θα λάβει μέρος την 18 Δεκεμβρίου 2022, 7) η πράξη που περιγράφεται στο σημείο VII του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από άρθρο 286 παράγραφος 1 του ποινικού κώδικα - η παραγραφή της ποινής θα λάβει μέρος στις 31 Δεκεμβρίου 2022, 8) η πράξη που περιγράφεται στο σημείο VIII του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από το άρθρο 286 παράγραφος 1 του ποινικού κώδικα - η παραγραφή της ποινής θα λάβει μέρος στις 9 Ιανουαρίου 2022.
Η εν λόγω αξιόποινη πράξη περιέχεται στον κατάλογο των πράξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του ν.3251/2004 (περίπτωση *κ* απάτη), σύμφωνα με την οποία παράγραφο η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, εφόσον τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας που το ανώτατο όριο της υπερβαίνει τα τρία έτη.
Κατ’ ακολουθίαν, το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης ορθά εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία και ορθά εφάρμοσε το νόμο διατάσσοντας την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, και ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, υποστηρίζεται ότι έχει επέλθει η παραγραφή κατά το ελληνικό δίκαιο ορισμένων από τις οκτώ περιπτώσεις του εγκλήματος της απάτης που του αποδίδονται με το ως άνω ένταλμα και συγκεκριμένα η δεύτερη και τρίτη περίπτωση, τελεσθεισών κατά το χρονικό διάστημα η δεύτερη από το 2001 έως το 2002 και η τρίτη από την 20 Ιανουαρίου 2001 έως την 27 Μαρτίου του 2002, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το αποδιδόμενο σ’ αυτόν έγκλημα εμπίπτει σε εκείνα για τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 3251/2004ι επιτρέπεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου.
Ως προς τον λόγο αυτό μειοψήφησε ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Χονδρογιάννης, ο οποίος διατύπωσε τη γνώμη ότι η παραγραφή του εγκλήματος ή της ποινής κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους ελέγχεται ακόμη και ως προς τις αξιόποινες (και κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο) πράξεις του καταλόγου του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 3251/2004, ως προς τις οποίες δεν εξετάζεται η συνδρομή του in abstracto διττού αξιοποίνου, στην προκειμένη δε περίπτωση για τις πράξεις στις οποίες αφορά το ένταλμα σύλληψης θεμελιώνεται ελληνική ποινική εξουσία, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Π.Κ.
Τέλος, ο εκκαλών - εκζητούμενος με τον τελευταίο λόγο της εφέσεώς του ισχυρίζεται: α) ότι η εκτέλεση του ένδικου εντάλματος σύλληψης και η παράδοσή του στις Πολωνικές δικαστικές αρχές αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας που προβλέπεται συνταγματικά στο άρθρο 25 του Συντάγματος, αφού πρόκειται να εκδοθεί και απόφαση προσωρινής κράτησης σε βάρος του (όπως άλλωστε έχει εκδοθεί τοιαύτη σε βάρος όλων των συγκατηγορουμένων του), καίτοι η πράξη για την οποία διώκεται κατά την νομοθεσία του κράτους έκδοσης (Πολωνία) αποτελεί πλημμέλημα, η οποία (απόφαση προσωρινής κράτησης) συνιστά επαχθή για τα δικαιώματα του εκζητουμένου - κατηγορουμένου πράξη δικονομικού καταναγκασμού και β) ότι η εκτέλεση εντάλματος σύλληψης σε βάρος ημεδαπού, ως εν προκειμένω, είναι αντισυνταγματική.
Αμφότερα τα σκέλη του ως άνω λόγου είναι αβάσιμα. Και τούτο διότι το ένδικο ένταλμα σύλληψης αφορά στην πράξη της απάτης, τα στοιχεία της οποίας παρατίθενται αναλυτικώς σ’ αυτό (ένταλμα). Σύμφωνα δε με τα περιγραφόμενα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική τέλεση του αδικήματος, αυτή αντιστοιχεί κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους στην απάτη από κοινού κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, με συνολική ζημία και αντίστοιχο όφελος άνω των 30.000 ευρώ και αυτό των 120.000 ευρώ - άρθρ. 45, 386 παρ.
παρ. 3α,β, 1 του Π.Κ.), ήτοι πράξη χαρακτηριζομένη στο ελληνικό δίκαιο ως κακούργημα. Ανεξαρτήτως λοιπόν του χαρακτηρισμού ως πλημμέλημα ή κακούργημα για την έκδοση του ένδικου εντάλματος σύλληψης ελήφθη υπόψη κυρίως η βαρύτητα του αδικήματος, καθώς και η διάρκεια της ποινής που και κατά την πολωνική νομοθεσία η πράξη αυτή τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή έως και οκτώ (8) έτη, ήτοι ποινή που επιτρέπει αν υπάρχουν και άλλες προϋποθέσεις την προσωρινή κράτηση.
Επομένως η τυχόν επιβαλομένη προσωρινή κράτηση δεν θα είναι δυσανάλογη του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται και εκδίδεται. Περαιτέρω, οι διατάξεις 5 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος που ορίζουν ότι "Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση, εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων..., Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας και απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιοδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ’ αυτήν...", δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θεσπίζουν απαγόρευση εκδόσεως Έλληνος υπηκόου σε οποιοδήποτε ξένο κράτος.
Τοιαύτη απαγόρευση έκδοσης Ελλήνων πολιτών δεν κατοχυρώνεται, ούτε από τις προαναφερόμενες, ούτε από καμία άλλη συνταγματική διάταξη ή ισχύον Συνταγματικό έθιμο ή από την ΕΣΔΑ, ενώ η άρση με την εισαγωγή στην ελληνική έννομη τάξη της από 13.6.2002 Αποφάσεως - Πλαισίου της Ε.Ε. της απαγόρευσης έκδοσης ημεδαπών συμπορεύεται με την προώθηση της δικαστικής συνεργασίας και την κοινή τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου από όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία με απόφαση - πλαίσιο έχουν αναλάβει ομόφωνα σχετικές δεσμεύσεις στη βάση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης με απώτερο στόχο την από κοινού εγκαθίδρυση ενός ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, σύμπνοιας και δικαιοσύνης.
Η άνω διάταξη δε του άρθρου 11 του ν. 3251/2004 στηρίχθηκε στην από 13.6.2002 Απόφαση - Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ε.Ε. " για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών", που εκδόθηκε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 31 στοιχ. α, β και 34 παρ.2 στοιχ. β της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Συνεπώς η διάταξη του άρθρου 11 στοιχ. η’ του ν. 3251/2004, που επιτρέπει την εκτέλεση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ημεδαπού, με σκοπό την ποινική δίωξη, α) αν ο ημεδαπός αυτός δε διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη και β) αν διασφαλιστεί ότι θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό κράτος, για να εκτίσει σε αυτό την τυχόν επιβληθείσα αργότερα σε αυτόν στερητική της ελευθερίας ποινή ή μέτρο ασφαλείας, δεν αντίκειται στις προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ ή στη διάταξη του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και τούτο διότι ως ειδική υπερισχύει της γενικής εκείνης του άρθρου 438 εδ. α’ του Κ.Ποιν.Δ. και έχει αυτή εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, καθώς επίσης υπερισχύει και των νόμων 2718/1999 και 2787/2000 με τους οποίους κυρώθηκαν, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η από 27/9/1996 σύμβαση για την έκδοση μεταξύ των μελών της Ε.Ε.
και η από 10/3/1999 σύμβαση για την απλούστευση της διαδικασίας έκδοσης μεταξύ των μελών της Ε.Ε., αντιστοίχως. Και ναι μεν με τον πρώτο των ως άνω νόμων (2718/1999 άρθρο 7 παρ.2 και 3), η Ελληνική Πολιτεία είχε διατυπώσει επιφυλάξεις στην έκδοση ημεδαπών, εκ τούτου όμως δεν συνάγεται, δημιουργία εθίμου και δη συνταγματικού, αποκλείοντας την έκδοση ημεδαπού, τοσούτον μάλλον, αφού με την ρητή διάταξη του άρθρου 38 του ν. 3251/2004, οι με τους άνω νόμους κυρωθείσες συμβάσεις αναφορικά με την έκδοση, δεν εφαρμόζονται πλέον στις σχέσεις κρατών μελών της Ε.
Ε. Άλλωστε στους κύκλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν αναπτυχθεί πλέον μεταξύ των κρατών μελών της, αρχές αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου και δεν έχει σήμερα κανένα λόγο ύπαρξης το εμπόδιο αυτό μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ οι ιστορικοί λόγοι στήριξης της απαγόρευσης, δηλαδή η υποχρέωση προστασίας του κράτους προς τους πολίτες του και συγκεκριμένα η προστασία τους από τις αντιξοότητες που σημαίνει γι’ αυτούς μια δίκη σε ξένο μη οικείο νομικό περιβάλλον, καθώς και η υπάρχουσα δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με τις διαγραφόμενες στον άνω νόμο διασφαλίσεις, είναι πλέον αδικαιολόγητοι.
Συνεπώς ο συναφής τελευταίος λόγος της εφέσεως, για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 11 στοιχ. στ’ του ν. 3251/2004, για το μη επιτρεπτό της εκδόσεως Έλληνος υπηκόου κατά το άρθρο 438 του ΚΠοινΔ, το άρθρο 6 του ΠΚ και τους προγενέστερους της εκδόσεως νόμους και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ και της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη έφεση, καταδικασθεί δε ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 2/18.03.2016 έφεση του Π. Α. του Δ. και Ε., κατοίκου ... ..., ..., κατά της απόφασης 158/2016 του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2016.
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Σεπτεμβρίου 2016 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ