Legislator Case Law & Legislation
1390/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing parties and vague legal arguments.

Case Number 1390/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's judgment in a traffic accident case. The appellants argued that the lower court ignored evidence and misread toxicology reports, but the court rejected these claims as unfounded or too vague to be actionable. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the opposing parties, and the appealants were ordered to pay the legal fees.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 K.Pol.D; Art. 559 K.Pol.D: The Supreme Court dismisses an appeal if a party fails to appear or participate according to legal requirements, and it rejects vague grounds for appeal that do not specify the exact text of documents allegedly misread or the specific substantive rules violated.

Keywords

AI generated
appeal dismissal procedural default vague appeal grounds traffic accident case legal costs award evidence evaluation participation requirement

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 K.Pol.D
Art. 559 K.Pol.D
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1390 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1390/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Ε. Α. Θ., προσωπικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου α) του αρχικού διαδίκου-ετεροθαλούς αδελφού του Ε. Α. Θ. και β) της αποβιώσασας πρώτης αρχικής διαδίκου-μητρός του Τ. χήρας Α. Θ., το γένος Δ. Κ., 2 Λ. Ρ. του Χ., ατομικώς - προσωπικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου δεύτερου αρχικού διαδίκου - γιού της Ε. Α. Θ. και 3. Ε. Λ. Κ., το γένος Ε. Α. Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καραβίδα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Σ. Ν.,2 Γ. Α. Ρ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. Του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αρ.κατάθ.161/7-4-2005, 412/15-11-2005, 268/8-7-2005 και 463/29-12-2005 αγωγές και την με αρ.καταθ.210/6-5-2005 και 44/24-1-2006 παρεμπίπτουσες αγωγές των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 372/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-5-2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 10-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 17-7-2012 αιτήσεως αναιρέσεως, πλην εκείνου με τον οποίο πλήττεται το περί δικαστικής δαπάνης κεφάλαιο.

Ο πληρεξούσιος του 3ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.γ και δ Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως.

να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως, και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις 4217ΒΒ, και 4218ΒΒ / 23-10-2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Βόλου Α. Ρ., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως, αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 9 5-2012 αιτήσεως για αναίρεση της 372/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αιτήσεως κατά τη δικάσιμο της 29-1-2014, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε, με σχετική σημείωση στο πινάκιο, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (9-5-2014), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο (Μ. Σ. Ν.) και δεύτερο (Γ. Α. Ρ.) των αναιρεσιβλήτων. Εξάλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν οι άνω αναιρεσίβλητοι ούτε καθέσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ. και ως εκ τούτου, επιτρεπτώς χωρεί η συζήτηση της υποθέσεως και ως προς τους άνω εκ των αναιρεσιβλήτων.

Με την με από 17-7-2012 και αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5,1/2012 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 372/2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητα.

Με την με αριθμό 161/7-4-2005 αγωγή, οι Τ. χήρα Α. Θ., Ε. Θ. του Α. και Ε. Θ. του Α. και με την με αριθμό 412/15-11-2005 όμοια, η ενάγουσα Ε. το γένος Ε. Θ. εναντίον των Μ. Ν., Γ. Ρ. και του ΝΠΙΔ με την επωνυμία Επικουρικό Κεφάλαιο ζήτησαν να υποχρεωθούν να τους καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρο, αποζημίωση λόγω στέρησης της προς διατροφή υποχρέωσης που απώλεσε η πρώτη και υπέστησαν όλοι εξαιτίας του θανάτου του συζύγου, πατέρα και αδελφού των, αντίστοιχα, που επήλθε εξαιτίας τροχαίου ατυχήματος που συνέβη την 15-12-2003 στην περιοχή της πόλης του Βόλου από υπαιτιότητα του πρώτου των εναγομένων, οδηγού της μοτοσικλέτας που είχε προστηθεί από τον δεύτερο και ασφαλιστικά καλυπτόταν από το τελευταίο.

Με τις με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 268/8-7-05 και 463/05 αγωγές του ο δεύτερος, εκ των άνω εναγομένων, Γ. Ρ., ιδιοκτήτης της μοτοσικλέττας, ζήτησε να υποχρεωθούν οι Ε. Ζ. και Μ. Ν. ο πρώτος διότι παρανόμως παρέδωσε στον δεύτερο την μοτοσικλέτα που του είχε εμπιστευθεί προς πώληση και ο δεύτερος ως ο υπαίτιος οδηγός αυτής να του καταβάλουν όποιο ποσό ήθελε αυτός υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της πρώτης αγωγής.

Το Επικουρικό Κεφάλαιο με παρεμπίπτουσες αγωγές του εναντίον του οδηγού της μοτοσικλέτας Μ. Ν. και του ιδιοκτήτη αυτής Γ. Ρ. ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν όποιο ποσό ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλλει στους αρχικούς ενάγοντες, συγγενείς του αποβιώσαντος Α. Θ.. Κατά την συζήτηση της αγωγής οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων δήλωσαν ότι συνεχίζουν την δίκη, ο μεν πρώτος, Ε.

Θ. ως κληρονόμος της αρχικής διαδίκου Τ. χήρας Α. Θ. η οποία απεβίωσε στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα και αυτός και η Λ. Ρ. ως κληρονόμοι του αρχικού ενάγοντα (δεύτερου) Ε. Θ. του Α. στην δικονομική θέση των οποίων υπεισήλθαν μετά τον θάνατο του ως κληρονόμοι των. Επι των αγωγών αυτών οι οποίες συνεκδιάστηκαν εκδόθηκε η 78/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία, αφενός μεν, παραπέμφθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο του τόπου κατοικίας των εναγομένων η αγωγή του ιδιοκτήτη της μοτοσικλέτας Γ.Ρ., εναντίον του οδηγού και του κατόχου αυτής, αφετέρου, έγινε μερικά δεκτή η πρώτη αγωγή και οι παρεμπίπτουσες και υποχρεώθηκαν ,οι εναγόμενοι της πρώτης, να καταβάλουν τα σ'αυτήν αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης και στέρησης προσφοράς υπηρεσιών και τους παρεμπιπτόντως εναγόμενους να καταβάλουν στο Επικουρικό κεφάλαιο ότι καταβάλει στους ενάγοντες της πρώτης.

Μετά από εφέσεις που άσκησαν τα διάδικα μέρη, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις και αντεφέσεις απέρριψε εκείνη των αρχικών, πρώτων εναγόντων, (κληρονόμων του αποβιώσαντος Α. Θ.), και αφού έκανε δεκτή εκείνη των εναγομένων εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δίκασε και απέρριψε τις αγωγές καταδικάζοντας τους ενάγοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του ιδίου, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε Θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου ίο του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου, από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση .- Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του αρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν, σαφώς, από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίο εφαρμόστηκε, (υπαγωγικώς συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απο αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά και εκτιμώνται καθ' εαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους κατά το λόγο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας κάθε μάρτυρος, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε, ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα ,είτε, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας τα ακόλουθα πραγματικό περιστατικά: - Στις 15-12-2003 και περί ώρα 0930, επί της οδού Αθηνών της πόλεως του Βόλου που είναι διπλής κατευθύνσεως με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, και ειδικότερα στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας αυτής προς Βόλο που έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,70 μ., εκινείτο η αριθ.

κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του δευτέρου των εναγομένων, Γ. Ρ., την οποία οδηγούσε, χωρίς να είναι ασφαλισμένη, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, ο πρώτος των εναγομένων, Μ. Ν.ς. Αυτός δεν κατείχε την υπό του νόμου απαιτουμένη άδεια ικανότητας οδηγού μοτοσικλέτας, ωστόσο, αποδείχθηκε ότι εκινείτο κανονικά, χωρίς να παρεκκλίνει της πορείας του και με ταχύτητα μη υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλ.

ανά ώρα, λόγω του ότι έβαινε εντός κατοικημένης περιοχής. Τούτο, άλλωστε, προκύπτει και από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από 16-12-2003 ληφθείσες κατά την διενεργηθείσα αστυνομική προανάκριση ένορκες καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων, Α. Τ. και Α. Μ., (που λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια), σύμφωνα με τις οποίες κλάσματα δευτερολέπτου, προ του επιδίκου ατυχήματος, η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος εκινείτο παράλληλα με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του θανόντος, η οποία, όπως δέχονται και οι ενάγοντες στις κρινόμενες αγωγές τους, έβαινε στη δεξιά λωρίδα του ιδίου ρεύματος κυκλοφορίας προς Βόλο, με ταχύτητα 40 περίπου χιλιομέτρων ανά ώρα.

Πράγματι, στην δεξιά λωρίδα της οδού με την εν λόγω ταχύτητα εκινείτο σχεδόν παράλληλα με την άνω μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων, η αριθ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του Α. Θ., (συζύγου της πρώτης των εναγόντων της πρώτης αγωγής, πατέρα των λοιπών εναγόντων της ίδιας αγωγής και αδελφού της ενάγουσας της δεύτερης αγωγής), την οποία οδηγούσε ο ίδιος.

Αυτός, αποδείχθηκε ότι είχε πρόθεση να εγκαταλείψει το ρεύμα κυκλοφορίας της οδού προς Βόλο και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αυτής. Προς τούτο, έπρεπε από τη δεξιά λωρίδα, στην οποία εκινείτο, να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα της οδού όπου εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος, να διασχίσει την τελευταία και να μεταβεί στην παρακείμενη αυτής βοηθητική λωρίδα που σχηματίζει η οδός περί το ύψος του αριθμού 86, η οποία είναι προέκταση της διαχωριστικής των αντιθέτων ρευμάτων κυκλοφορίας της οδού νησίδας, πλάτους 3,70 μ.

Κατόπιν τούτων, για να πραγματοποιήσει το σκοπό του ο Α. Θ., λίγο πριν φθάσει στο ύψος του αριθ. 86 της οδού, ενήργησε ελιγμό προς τα αριστερά και εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού προς Βόλο, όπου, όπως προεκτέθηκε, εκινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, με την οποία προηγουμένως η μοτοσικλέτα του Α.

Θ. έβαινε σχεδόν παράλληλα, έχοντας στη συνέχεια αποκτήσει ένα μικρό προβάδισμα μήκους 9-10 μ. περίπου. Όμως, ο Α. Θ., δεν κατέβαλε την προσοχή, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, όπως ένας μέσος συνετός και ευσυνείδητος οδηγός. Έτσι, δεν έκανε γνωστή την πρόθεση του να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά με τους αριστερούς δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματος του ή κατ' άλλον τρόπο ούτε προηγουμένως ήλεγξε ώστε να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο ακινδύνως ή χωρίς παρακώλυση των λοιπών οδηγών που κινούνταν δίπλα ή πίσω του.

Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και να παρεμβληθεί αιφνιδίως στον άξονα της πορείας της τη στιγμή που η τελευταία βρισκόταν σε απόσταση μόλις 9-10 μ. πίσω από τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του. Ο πρώτος των εναγομένων, αντιληφθείς εισερχόμενη τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του Α.

Θ. στην πορεία του, ενήργησε άμεσα τροχοπέδηση διαγράφοντας ίχνη επί του οδοστρώματος 9,20 μ.., σε ευθεία γραμμή, επί τη βάσει των οποίων η ταχύτητα του, σύμφωνο με το από 15-12- 2003 δελτίο ιχνών τροχοπέδησης υπολογίσθηκε από το Τμήμα Τροχαίος Βόλου σε 41 χιλ. ανά ώρα, (βλ. το δελτίο ιχνών τροχοπέδησης, σε συνδυασμό με το από 16-12-2003 πρόχειρο σχεδιάγραμμα και την από 16-12-2003 έκθεση αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Βόλου που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι).

Όμως, δεν κατόρθωσε να αποφύγει τη σύγκρουση λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα, κατά το χρόνο εισόδου της δίκυκλης μοτοσικλέτας του Α. Θ. στον άξονα της πορείας της μοτοσικλέτας του πρώτου εναγομένου. Έτσι. η τελευταία με τον εμπρόσθιο τροχό της επέπεσε στην αριστερή πλάγια πλευρά της μοτοσικλέτας του Α.

Θ., η οποία, λόγω του εμβολισμού της με τον τρόπο αυτό, εξετράπη της πορείας της και ανετράπη διαδοχικά, με συνέπεια ο οδηγός της, Α. Θ., να καταπέσει επί του οδοστρώματος και να τραυματισθεί θανάσιμα, υποστάς βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εκ της οποίας ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του, περί ώρα 13:10 της ίδιας ημέρας (15-12-2003) στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου "Αχιλλοπούλειο", όπου διεκομίσθη μετά το ατύχημα (βλ.

το από 3-5-2004 πιστοποιητικό του άνω Νοσοκομείου και την αριθ. πρωτ. 409/17-12-2003 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής της ιατροδικαστή, Ρ. Λ.ή). Κατόπιν τούτων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποκλειστικά υπαίτιος της συγκρούσεως και του εξ αυτής επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος ήταν ο ίδιος ο θανών, Α.

Θ., χωρίς να συντελέσει καθ' οιονδήποτε τρόπο η συμπεριφορά του πρώτου των εναγομένων, καθόσον αυτός, όπως προεκτέθηκε, εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, με ταχύτητα που δεν αποδείχθηκε ότι υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλ. ανά ώρα στο σημείο εκείνο της οδού. Δεν μπορούσε δε να αποφύγει τη σύγκρουση, καίτοι προέβη ως όφειλε σε άμεση τροχοπέδηση που συνιστούσε ενδεδειγμένη ενέργεια προς τούτο, αφενός λόγω της αιφνίδιας εισόδου της μοτοσικλέτας του θανόντος στον άξονα της πορείας του και αφετέρου, λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα.

Και ναι μεν οδηγούσε χωρίς να κατέχει την εκ του νόμου απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδηγού μοτοσικλέτας, τούτο, όμως, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ατυχήματος, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν εκινείτο επί της οδού σύννομα. Πρέπει να σημειωθεί ότι από τις αριθ. πρωτ. 53/16-2-2004 και 527/6-4-2004 εκθέσεις τοξικολογικής εξέτασης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών προκύπτει ότι ανιχνεύθηκαν στα ούρα του πρώτου εναγομένου οι αναφερόμενες στις εν λόγω εκθέσεις ναρκωτικές ουσίες που καταδεικνύουν χρήση εκ μέρους του ηρωίνης και ινδικής κάνναβης.

Τα ούρα, όμως, ελήφθησαν προς εξέταση από τους αστυνομικούς του Τμήματος Τροχαίας Βόλου την επόμενη ημέρα του ατυχήματος, ήτοι στις 16-12-2003 και ώρα 15:40, όπως τούτο προκύπτει από την από 16-12-2003 έκθεση αυτοψίας του ατυχήματος, καθόσον ο άνω εναγόμενος μετά την επίδικη σύγκρουση εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος και συνελήφθη την επομένη ημέρα από τους ανωτέρω αστυνομικούς.

Συνεπώς, ουδόλως αποδείχθηκε ότι αυτός την προτεραία, κατά την οποία έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα (15-12-2003) είχε κάνει χρήση και τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, καθ' ον χρόνο οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα που ενεπλάκη στο ατύχημα αυτό. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην αγωγή τους ότι το εν λόγω τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα κατόπιν απώλειας του ελέγχου της άνω μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και πρόσκρουσης αυτής στην αριστερή πλευρά της ομορρόπως κινούμενης και προπορευόμενης δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο θανών στο δεξιό άκρο της οδού προς Βόλο.

Όμως, εκ του γεγονότος ότι. σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Βόλου, το σημείο συγκρούσεως, - ενόψει των ευρημάτων επί του οδοστρώματος (γυαλιά, λάδια κλπ) και της τελικής θέσης του οχήματος του θανόντος μετά τη σύγκρουση, - τοποθετείται εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού προς Βόλο.

όπου συγχρόνως αποτυπώνονται σε ευθεία γραμμή, χωρίς οποιαδήποτε παρέκκλιση, και τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας του πρώτου εναγομένου, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι η επίδικη σύγκρουση έλαβε χώρα καθ' ον χρόνο ο θανών επιχείρησε να αλλάξει κατεύθυνση και εισήλθε από τη δεξιά λωρίδα της οδού, όπου προηγουμένως εκινείτο, στην αριστερή λωρίδα αυτής, όπου εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στον άξονα της πορείας του τελευταίου.

Τούτο, σημειωτέον, δέχθηκε ομοίως τόσο το Τριμελές Πλημ/κείο Βόλου, το οποίο με την 607/2008 απόφαση του κήρυξε αθώο τον πρώτο εναγόμενο της αποδοθείσας σ' αυτόν ανθρωποκτονίας από αμέλεια του θανόντος, όσο και το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την 1054/2009 απόφαση του που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως κατά της άνω αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Βόλου.

Και ναι μεν με την άνω απόφαση του το Τριμελές Εφετείο Λάρισας κήρυξε ένοχο τον πρώτο εναγόμενο της ανθρωποκτονίας από αμέλεια ,όμως η απόφαση αυτή δεν συνιστά δεδικασμένο στην παρούσα πολιτική δίκη (βλ. και ΑΠ 580/2001 Δνη 2002,1376).- Άλλωστε, βάσει του σκεπτικού της απόφασης αυτής μάλλον ενισχύεται παρά αναιρείται το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο τούτο, ότι δηλαδή αποκλειστικά υπαίτιος της επίδικης συγκρούσεως ήταν ο θανών.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας αποδείχθηκε ότι "... ο κατηγορούμενος την 15-12-2003 και ώρα 09:30 οδηγούσε στο Βόλο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Αθηνών, (έχοντας κατεύθυνση προς το κέντρο του Βόλου), την υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα.

Ωστόσο, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα την κίνηση της προπορευόμενης με την αυτή κατεύθυνση και από δεξιά του, (δηλ. στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της άνω οδού), υπ' αριθ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο παθών, Α. Θ., ο οποίος, θέλοντας να στρίψει αριστερά δεν έλεγξε την κίνηση των λοιπών οχημάτων στην αριστερή εν σχέση με αυτή που κινούνταν λωρίδα κυκλοφορίας και έτσι δεν αντελήφθη ότι πίσω του και στην αριστερή λωρίδα και σε απόσταση μόλις πέντε μέτρων από το όχημα του κινούνταν ο κατηγορούμενος.

Μετακινήθηκε, λοιπόν, στην αριστερή λωρίδα αιφνιδιαστικά και από την κίνηση αυτή του παθόντα δεν μπόρεσε (ο κατηγορούμενος) να ακινητοποιήσει το όχημα του, αλλά ,λόγω της μη συγκέντρωσης της προσοχής του στην οδήγηση αιφνιδιάστηκε, με περαιτέρω συνέπεια να επιπέσει με τον αριστερό τροχό της μοτοσικλέτας στο μέσον της πλάγιας αριστερής πλευράς της μοτοσικλέτας του ανωτέρω παθόντα και από την πρόσκρουση αυτή να τραυματισθεί θανάσιμα ο Α.

Θ., οδηγός του β οχήματος (δηλ. της ... δίκυκλης μοτοσικλέτας) αφού υπέστη "βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση" η οποία ήταν και η μόνη ενεργός αιτία του αυθημερόν επελθόντος θανάτου του...". Δηλαδή, σύμφωνα με το σκεπτικό της ανωτέρω αποφάσεως, εντοπίζεται η αμελής συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου στο γεγονός ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τη μοτοσικλέτα του θανόντος, καίτοι ο τελευταίος εισήλθε ανεξέλεγκτα στην πορεία του εναγομένου, αιφνιδίως, όταν η μοτοσικλέτα του βρισκόταν σε απόσταση μόλις 5 μ.

πίσω από τη μοτοσικλέτα του θανόντος. Όμως. ο εναγόμενος και οποιοσδήποτε μέσος συνετός οδηγός δεν ήταν δυνατόν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, ενόσω εκινείτο με ταχύτητα 40-50 χιλ. ανά ώρα, όπως ο εναγόμενος, να αντιδράσει επιτυχώς και να αποφύγει εμπόδιο παρεμβαλλόμενο στην πορεία του από απόσταση μόλις 5 μ., ακόμη και αν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση.

Συνεπώς, αμφότερες οι αγωγές των κυρίως εναγόντων έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε αυτές εν μέρει κατ' ουσίαν, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει, επομένως, η έφεση των κυρίως εναγόντων να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να καταδικασθούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων της έφεσης τους για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας τους (αρθρ. 176.183 ΚπολΔ)."" Μ αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με την εξατομίκευση της αφηρημένης νομικής έννοιας της υπαιτιότητας των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν και ειδικότερα με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς καθενός από αυτούς και του επελθόντος αποτελέσματος καθώς και με τα περιστατικά που καθιστούν την συμπεριφορά του εναγόμενου οδηγού μη νόμιμη.

Επομένως, ο αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Αλλά και εκ του αριθμού ι του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των αρθ. 12 παρ.1, 19 παρ.1, 20 παρ.1, 21 παρ.1 και 2, 42 και 95 ν. 2696/99 είναι απορριπτέος διότι μόνη η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος πράγμα που στην προκειμένη περίπτωση κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η οποία αποφάνθηκε ότι οι συγκεκριμένες παραβάσεις του οδηγού της μοτοσικλέτας δεν συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα.

Ο εκ του αριθμού ι ΐγ του αρθ.559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικών μέσων. Πα να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα να προσδιορίζεται το περιεχόμενο των και να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το εν λόγω αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επίσης, ο από τον αριθμό 20 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος, (εσφαλμένη ανάγνωση), και αποδίδει σε ορισμένα έγγραφα με την έννοια των αριθ.339 και 432 επ Κ.Πολ.Δ περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικά όχι όμως όταν το δικαστήριο εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή, σε αποδεικτική αξιολόγηση.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται το κείμενο του εγγράφου και να προσδιορίζεται επαρκώς ποιο είναι το αποδοθέν από το δικαστήριο περιεχόμενο στο κείμενο αυτό εξαιτίας της εσφαλμένης ανάγνωσης. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ των αριθμών 11γ και 20 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ διότι, στην πρώτη περίπτωση, αγνόησε τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, (κατάθεση μάρτυρα απόδειξης, δελτίο ιχνών τροχοπέδησης πρόχειρο σχεδιάγραμμα και έκθεση αυτοψίας του τμήματος τροχαίας Βόλου) και στην δεύτερη παραμόρφωσε κατάδηλα το περιεχόμενο των εκθέσεων τοξικολογικής εξέτασης του υπαιτίου οδηγού καθόσον απέδωσε σε αυτά έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Όμως και οι δύο λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ο πρώτος ως αβάσιμος δοθέντος ότι τα άνω αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψει από την προσβαλλομένη απόφαση ειδική αναφορά και αξιολόγηση του και ο δεύτερος ως αόριστος και απαράδεκτος, εφόσον δεν αναφέρεται το κείμενο των εγγράφων που υποστηρίζουν ότι αναγνώσθηκαν εσφαλμένα ούτε προσδιορίζουν επαρκώς ποιο είναι το αποδοθέν από το δικαστήριο περιεχόμενο στο κείμενο αυτό εξαιτίας της εσφαλμένης ανάγνωσης.

Τέλος, ο λόγος με τον οποίο πλήττεται εκ του αριθμού 1 αρθ. 559 Κ.Πολ.Δ η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο περί επιβολής υπέρμετρης δικαστικής δαπάνης, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου οι οποίοι είναι απαραίτητο να παρατίθενται για το ορισμένο του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, καθώς ο Άρειος Πάγος δεν προβαίνει αυτεπάγγελτα σε θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική δίκη ο δε προσδιορισμός αυτών σε ποσό που υπερβαίνει τα κατώτατα όρια αναφέρεται σε αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Με βάση συνεπώς, όλα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναιρέσεως της 372/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας, διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του εκ των αναιρεσιβλήτων Επικουρικού Ταμείου το οποίο παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (183 Κ.Πολ.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 51/2012 αίτηση αναίρεσης της 372/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αυτοκίνητα.

Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων με αριθμούς 286748, 286747, 286749 συνολικού ποσού 300 ευρώ στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει την δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης του εκ των αναιρεσιβλήτων Επικουρικού Κεφαλαίου σε βάρος των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2700).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ