1390/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1390/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από την ασφαλιστική σύμβαση ή από τις περιστάσεις".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1390 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1390/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΑΜΥΓΔΑΛΟΥ Χ. ΑΒΕΕ" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αθανάσιο Κανελλόπουλο και Θωμά Λαμνίδη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γιάννη Παντελίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4815/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 7205/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-6-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 16-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. η απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, για έλλειψη νόμιμης βάσης (και) όταν περιέχονται σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν προκύπτει ποία περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος αν σωστά εφάρμοσε τον ουσιαστικό νόμο.
Όταν όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχουν δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, που διατυπούμενες επαλλήλως ή επικουρικώς, στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της και αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν ιδρύεται, κατά την αληθινή έννοια της παραπάνω διατάξεως, ο προβλεπόμενος, από αυτή λόγος αναιρέσεως, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία από αυτές και μάλιστα πρωτίστως στην κυρία και επικουρικώς στις λοιπές.
Το ίδιο δε ισχύει και ως προς τον από την ίδια διάταξη λόγο αναιρέσεως για ανεπαρκείς αιτιολογίες, όταν ο λόγος αυτός στηρίζεται σε ασάφεια που δημιουργεί η σύγχρονη, από τις περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, λήψη υπόψη των περιστατικών που στηρίζουν το διατακτικό, οπότε δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ανεπαρκείς αιτιολογίες, αν, χωριστά για κάθε μία των επαλλήλων αιτιολογιών, δεν προκύπτει ασάφεια των δεκτών γενομένων αντιστοίχως περιστατικών (Α.Π. 308/1999).
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέλος, ο νόμος 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση ..." ορίζει: α) Στο άρθρο 3 παρ.1: "Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κίνδυνου", β) Στην παράγραφο 6 του ιδίου άρθρου: "Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης.
Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". γ) Στο άρθρο 4 παρ.1: "Κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή, μέσα σε δεκατέσσερις (14) ημέρες από τότε που περιήλθε σε γνώση του, κάθε στοιχείο ή περιστατικό, το οποίο μπορεί να επιφέρει σημαντική επίταση του κινδύνου, σε βαθμό που, αν ο ασφαλιστής το γνώριζε, δεν θα είχε συνάψει την ασφάλιση ή δεν θα την είχε συνάψει με τους ίδιους όρους" και δ )Στο άρθρο 6 παρ.1: "Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά, είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές.
Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης της τμηματικής καταβολής, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από την ασφαλιστική σύμβαση ή από τις περιστάσεις".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε την αγωγή της αναιρεσειούσης, με την οποία ιστορεί, κατά το μέρος που αυτή φέρεται ενώπιον του Αρείου Πάγου: Ότι είχε ασφαλίσει στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία για τον κίνδυνο πυρκαϊάς κ.λπ. το κείμενο στην περιοχή ... εργοστάσιό της μαζί με τα υπάρχοντα σε αυτό μηχανήματα και εμπορεύματα κ.λπ.
για το συνολικό ποσόν των 5.443.000 €. Ότι την 3η Μαΐου 2005 επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος και η εναγόμενη αρνείται να καταβάλει το ασφάλισμα, το οποίο εν τέλει ζητεί να υποχρεωθεί να της καταβάλει νομιμοτόκως. Το Εφετείο, αφού δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι πράγματι το εργοστάσιο της εναγούσης υπέστη εκτεταμένες ζημίες από πυρκαϊά, ακολούθως δέχθηκε και τα ακόλουθα, σχετικά με την υποχρέωση ή μη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας προς καταβολή ασφαλίσματος στην αναιρεσείουσα: "...
Περαιτέρω, η ενάγουσα παρέβη και τις από τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του ν.2496/1997 απορρέουσες υποχρεώσεις της, να δηλώσει, δηλαδή, στον ασφαλιστή, την πυρκαγιά της 23-4-2005, αφού η εναγόμενη ανέλαβε την κρινόμενη ασφαλιστική κάλυψη με την προϋπόθεση της μη ύπαρξης άλλης ζημίας την τελευταία πενταετία. Το περιστατικό αυτό, της προηγηθείσης πυρκαγιάς, σκόπιμα απέκρυψε η ενάγουσα από την ασφαλιστική εταιρεία, μη συμμορφούμενη προς τον όρο αυτό του ασφαλιστηρίου, αλλά και την υποχρέωση της από τις παραπάνω διατάξεις του ν. 2496/1997 που ισχύει και για την προσωρινή ασφάλιση και δεν είναι καταχρηστικός, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη αφού εγνώριζε ότι ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, με αποτέλεσμα να είναι άκυρη η ασφάλιση και ο ασφαλισμένος να μην έχει οποιοδήποτε δικαίωμα για αποζημίωση, σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης ...
Άρα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη, αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη για το υπόλοιπο ποσό του ασφαλίσματος ύψους 3.852.970.74 ευρώ που αποτελείται από το ανώτατο όριο της ασφαλιστικής κάλυψης των (5.443.000 ευρώ μείον το ποσό των 1.590.029,26 ευρώ που δεν νομιμοποιείται ενεργητικά η ενάγουσα να το ζητήσει). Πέραν τούτου, αφού η ενάγουσα κατά το χρόνο της επέλευσης της ζημίας, δηλαδή την πυρκαγιά της 3-5-2005, δεν είχε καταβάλει τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 6 παρ.1 του νόμου 2496/2007 ασφάλιστρα, προκάλεσε, ως άμεσο επακόλουθο, τη μη έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε και με την κυρία και με την επικουρικώς διατυπωθείσα σκέψη, ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία δεν υποχρεούται, σε οποιαδήποτε από τις δύο περιπτώσεις, να καταβάλει το ασφάλισμα στην αναιρεσείουσα, κάθε μία δε από τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως για απόρριψη της αγωγής. Επομένως, σύμφωνα με την αρχική σκέψη, ή διαφορετική σε κάθε μία από τις αιτιολογίες αυτές παραδοχή δεν δημιουργεί ασάφεια και αντίφαση. Τέλος, η απόφαση περιέχει σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την μη καταχρηστικότητα του όρου της ασφαλίσεως, ότι δηλαδή η αναιρεσείουσα ήτο υποχρεωμένη να δηλώσει στην αναιρεσίβλητη τυχόν προηγηθείσα της συμβάσεως ζημία κατά την τελευταία πενταετία, ότι η δήλωση αυτή είναι αντικειμενικώς ουσιώδης για την εκτίμηση του ασφαλιζομένου κινδύνου και την αποδοχή του από την ασφαλιστική εταιρία και ότι σκοπίμως η αναιρεσείουσα απέκρυψε από την αναιρεσίβλητη το περιστατικό της προηγηθείσης της ασφαλίσεως πυρκαϊάς. Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ή 19 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 και 14 ΚΠολΔ, επειδή, κατ' εκείνην, το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1287, 1277, 1279, 1292, 1324 Α.Κ., με το να δεχθεί ότι μέρος του ασφαλίσματος από 1.590.029,26 ευρώ δεν νομιμοποιείται να το ζητήσει η αναιρεσείουσα, αλλά μόνον οι δανείστριες αυτής Τράπεζες, οι οποίες έχουν αντίστοιχες απαιτήσεις, καλυπτόμενες με υποθήκες και προσημειώσεις επί του ακινήτου της.
Ο λόγος αυτός, εν όψει των ως άνω εκτεθέντων για τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται αλυσιτελώς. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση σχετικά με την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα), τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης.
Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (Ολ.Α.Π. 14/2005, Ολ.ΑΠ 9/2000, ΑΠ 476/2011).
Κατά τον αριθμό 11 του ιδίου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει η παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις, οι οποίες δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα δικόγραφα των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, τα οποία υπέβαλε κατά την διαδικασία ενώπιον του Εφετείου και του Πρωτοδικείου, προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Πρωτοδικείου πρότεινε την ένσταση εκ του άρθρου 6 Ν. 2496/1997, ισχυρισθείσα ειδικότερα σχετικά με την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, ότι η ασφαλιστική κάλυψη δεν είχε αρχίσει κατά τον χρόνο της εκδηλώσεως της πυρκαϊάς, επειδή η αναιρεσείουσα δεν είχε καταβάλει το ασφάλιστρο. Τον ισχυρισμό αυτόν επανέφερε η αναιρεσίβλητη νομίμως με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου (σελίδες 16 έως 19), προς απόδειξη δε των ισχυρισμών της επικαλείται και αναφέρει ένα προς ένα όλα τα προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και πρωτοδίκως και τα οποία αριθμεί στις σελίδες 64 έως 66 των προτάσεων. Μετά από την σελίδα 66 έχει προσθέσει στις προτάσεις του Εφετείου αυτούσιες τις πρωτόδικες προτάσεις και στο τέλος υπάρχει ημερομηνία και υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου της. Επομένως, η υποβολή των ισχυρισμών και η επίκληση των εγγράφων με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου από την ήδη αναιρεσίβλητη ήσαν σύννομες και το Εφετείο, το οποίο τα έλαβε υπόψη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ή 11 ή 14 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα την από 30-6-2005 επιστολή του εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης Ζ. την οποία και μνημονεύει ειδικώς. Επομένως ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Οι αναφερόμενοι στον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.1 περ.α' ΚΠολΔ ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) καλούνται σε εφαρμογή, όταν το γράμμα της δηλώσεως δεν είναι σαφές και γεννώνται αμφιβολίες ως προς την έννοια της δηλώσεως. Κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις (άρθρο 173 Α.Κ.) και οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 200 Α.Κ.).
Οι διατάξεις αυτές καλύπτουν τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται μεν βούληση των μερών, υπάρχουν όμως κενά στην διατύπωση αυτής ή η δήλωση υπήρξε ατελής. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, ότι απεδείχθησαν και τα εξής: "Μετά από αίτημα της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας που δραστηριοποιείται στην περιοχή ..., στην επεξεργασία, παραγωγή και διάθεση προϊόντων ξηρών καρπών, προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, απεστάλη στις 15-4-2005 προσφορά ασφάλισης των περιουσιακών της στοιχείων, για τα παρακάτω ασφαλιζόμενα κεφάλαια α) ...
οι καλυπτόμενοι κίνδυνοι αφορούσαν πυρκαγιά, κεραυνό...Τα ασφαλιζόμενα αντικείμενα πρέπει να βρίσκονται τοποθετημένα σε ράφια ... Να μην υπάρχει ζημιά την τελευταία πενταετία ... Η παρούσα προσφορά ισχύει έως 9-5-2005 ... Στις 23 Απριλίου 2005 και ώρα 11.23, η ενάγουσα απέστειλε στην εναγόμενη "ΦΑΞ", σύμφωνα με το οποίο ζητούσε από αυτήν να προχωρήσει στην άμεση ασφάλισή της.
Στις 25-4-2005 ο τότε υπεύθυνος αναλήψεως κινδύνων της εναγόμενης, απέστειλε επιβεβαίωση για την προσωρινή ασφαλιστική κάλυψη της ενάγουσας, σύμφωνα με τους όρους της κατόπιν της αιτήσεώς της γενομένης προσφοράς, μεταξύ των οποίων και ο όρος - προϋπόθεση, της μη ύπαρξης άλλης ζημίας την τελευταία πενταετία.
Όμως το Σάββατο 23 Απριλίου 2005, προκλήθηκε πυρκαγιά από σπινθήρες ...". Από τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι στην βούληση των μερών αλλά και στην δήλωση αυτών δεν υπάρχουν κενά και δεν γεννώνται αμφιβολίες ως προς την έννοια των δηλώσεων και ειδικότερα και ως προς το θέμα της προσωρινής ασφαλίσεως και των ασφαλίστρων.
Επομένως το Εφετείο ορθώς δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. και ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των ως άνω διατάξεων, πέραν της αοριστίας του, είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-6-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 7205/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Αυγούστου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ