Legislator Case Law & Legislation
1390/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment for failure to apply annual limitation period for stock trading disputes.

Case Number 1390/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the final judgment of the Court of First Instance, which had dismissed the claim based on the annual limitation period for stock trading disputes. The appellant argued that the limitation period had expired, while the lower court incorrectly applied the twenty-year limitation period instead. The Court ruled that the lower court erred in its interpretation of the specific annual limitation rule for stock trading, thereby violating the law and remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 15 para. 6 of Law 3632/1928; Art. 249 of the Civil Code: The annual limitation period for stock trading disputes applies exclusively and overrides the general twenty-year limitation period; failure to apply the specific annual limitation constitutes a reversible error requiring remand.

Keywords

AI generated
annual limitation period stock trading disputes Civil Code limitation reversible error remand for retrial limitation period exhaustion appellate review

Cited Legislation

AI generated
Art. 15 para. 6 of Law 3632/1928
Art. 249 of the Civil Code
Art. 20 of Law 1806/1988
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 128 para. 4 items b and c of the Code of Civil Procedure
Art. 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 226 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 28/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1390 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1390/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παραμυθιώτη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΔΥΝΑΜΙΚΗ Ανώνυμη εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3573/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1842/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-10-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 20-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Από την υπ' αριθμ...έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., με τις κάτω από αυτή από 6.11.2007 και 7.11.2007 απόδειξη παραλαβής εγγράφου και βεβαίωση, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ.4 εδ. β'και γ'ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης από 24.10.2006 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1842/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αντίγραφο της εν λόγω αίτησης, με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 14.01.2008, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, στην οποία όμως, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, η (23.02.2009), αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τα άρθρα 226§4 και 576§2 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928 (που δεν καταργήθηκε με το άρθρο 17 Εισ.Ν.ΑΚ) "πάσα αξίωση πηγάζουσα εκ χρηματιστηριακής συναλλαγής, παραγράφεται μετά πάροδον έτους από της λήξεως του έτους καθ' ο συνήφθη η συναλλαγή". Κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου (15 ν. 3632/1928) "χρηματιστηριακαί συναλλαγαί εν τη εννοία του παρόντος νόμου είναι αι δικαιοπραξίαι αι χρηματιστηριακώς συναπτόμεναι κει έχουσαι αντικείμενον χρηματιστηριακά πράγματα".

Κατ' άρθρο 20 παρ. 1 ν. 1806/1988 "Χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά..., γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων".

Και κατ' άρθρο 1 παρ. 26 Ν. 2533/1997 "ως χρηματιστηριακές συναλλαγές νοούνται οι συμβάσεις επί χρηματιστηριακών πραγμάτων που καταρτίζονται στο Χ.Α.Α. σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους και κανονιστικές διατάξεις". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. δ' Ν. 1806/1988, με την οποία ορίζεται ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται... , δ) οι διατάξεις της νομοθεσίας των χρηματιστηρίων, οι οποίες αντίκεινται στο νόμο αυτόν, ή που αφορούν θέματα τα οποία ρυθμίζονται απ' αυτόν, δεν καταργήθηκε μεν η παραπάνω διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928, η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με το νέο νόμο, καταργήθηκε όμως η διάταξη του άρθρου 16 Ν. 3632/1928, η οποία περιελάμβανε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και ε) πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη προς την ενέργεια και την εκτέλεση των αναφερομένων περιοριστικά στη διάταξη αυτή κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, μεταξύ των οποίων και η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς.

Αλλά η διάταξη αυτή του άρθρου 16 εδ. ε' του Ν. 3632/1928 επαναλαμβάνεται, με διαφορετική διατύπωση, με την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 στοιχ. γ' ν. 1806/1988, κατά την οποία χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται, όπως, προεκτέθηκε, υπό στοιχ.

α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών. Από τις διατάξεις αυτές και ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο νομοθέτης, τόσο του Ν. 3632/1928, με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 16 αυτού, όσο και του Ν. 1806/1988, με το άρθρο 20 παρ. 1 στοιχ. γ' αυτού, ρητά υπήγαγε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και "πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη", ο πρώτος και "κάθε δικαιοπραξία συναφή" ο δεύτερος, με τη διενέργεια των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928 δεν αναφέρεται μόνο στις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές, αλλά και στις συναφείς ή παρεπόμενες των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως είναι και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.

Από την ειδικότητα δε των παραπάνω διατάξεων του χρηματιστηριακού δικαίου, σε σχέση με τις διατάξεις περί εντολής και ιδιαίτερα από την ειδικότητα της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928, που είναι και η μοναδική διάταξη που ρυθμίζει το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές, σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 249 ΑΚ περί εικοσαετούς παραγραφής και 250 αριθ. 1 και 5 ΑΚ περί βραχυπρόθεσμης πενταετούς παραγραφής, προκύπτει ότι οι πηγάζουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών, υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928 και όχι στη βραχυπρόθεσμη πενταετή ή τη γενική εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ.

Ενώ εξ άλλου και από το αντικείμενο της σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας, που είναι αφενός η ανάληψη από το χρηματιστή της υποχρέωσης να εκτελέσει, με την κατάρτιση της κυρίας χρηματιστηριακής σύμβασης, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων και αφ' ετέρου η ανάληψη από τον πελάτη της υποχρέωσης να καταβάλει στο χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεωγράφων που απετέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής, δεν νοείται αυτοτέλεια και ανεξαρτησία αυτής (σύμβασης παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής) από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή, εξ αιτίας και με αφορμή την οποία συνάπτεται και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο παρακολούθημα.

Θα αποτελούσε δε ανεπίτρεπτη διάσπαση του χρηματιστηριακού δικαίου, η εφαρμογή, για μεν τις απορρέουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις, της εικοσαετούς ή της πενταετούς παραγραφής των άρθρων 249 και 250 αριθ. 1 και 5 ΑΚ, για δε τις απορρέουσες από τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές αξιώσεις, η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928.

Αντίθετη άποψη δεν συνάγεται από το γεγονός ότι η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας, δεν συνάπτεται απ' ευθείας μεταξύ των μελών του χρηματιστηρίου, δεν τελεί υπό καθεστώς δημοσιότητας και δεν τοποθετείται εντός του "κύκλου" ή "νοερού χώρου" του χρηματιστηρίου, αφού ακριβώς αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης, τόσο στο άρθρο 16 εδάφ.

ε' Ν. 3632/1928, όσο και στο άρθρο 20 Ν. 1806/1988, περιέλαβε στην έννοια των χρηματιστηριακών συναλλαγών, τις συναφείς ή παρεπόμενες της κύριας σύμβασης δικαιοπραξίες. Επίσης, δεν συνάγεται διαφορετική κρίση, από την έλλειψη παραπομπής των προαναφερόμενων νεότερων νομοθετημάτων, στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928, αφού, πέραν του ότι ο νόμος ισχύει μέχρι να καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από νεότερο νόμο, συνηθίζεται ο νεότερος νόμος να ορίζει ρητά τις καταργούμενες διατάξεις από την έναρξη της ισχύος του, είτε να περιέχει διάταξη που να ορίζει γενικά ότι καταργείται όποια διάταξη είναι αντίθετη στο νεότερο νόμο.

Από το ότι δε ο ν. 1806/1988 περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις, με τις οποίες καταργούνται συγκεκριμένες διατάξεις του Ν. 3632/1928, συνάγεται εξ αντιδιαστολής επιχείρημα υπέρ της διατήρησης σε ισχύ του άρθρου 15 παρ. 6 Ν. 3632/1928. Ενώ η αναφορά του άρθρου 15 παρ. 1 Ν. 3632/1928 στις χρηματιστηριακώς συναπτόμενες συναλλαγές, δεν έχει μόνο την έννοια της κατάρτισης αυτών εντός του "κύκλου" του χρηματιστηρίου, αλλά και της συμμετοχής μέλους του χρηματιστηρίου στην κατάρτιση τούτων και της εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τις χρηματιστηριακές συναλλαγές.

Τέλος, ενισχύεται περαιτέρω η παραπάνω άποψη και από την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3632/1928, κατά την οποία "οι δίκες μεταξύ χρηματιστών και πελατών από χρηματιστηριακές συναλλαγές, πρέπει, λόγω της φύσεως αυτών, να τερματίζονται το ταχύτερο, γιατί χρόνιζαν ένεκα της βραδείας διαδικασίας των τακτικών δικαστηρίων και οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, ως εκ της φύσεως αυτών, επιβάλλουν εξαιρετική ταχύτητα, όχι μόνο ως προς τη σύναψή τους, αλλά και ως προς τη ρύθμιση των εκ τούτων διαφορών" (Ολ.ΑΠ 28/2007) .

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 15.999,71 ευρώ νομιμοτόκως, που αφορά δαπάνες και αμοιβές της για αγορές μετοχών στις οποίες αυτή προέβη για λογαριασμό και κατ' εντολή του εναγομένου εντός του έτους 2001 Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων προς απόκρουση της εναντίον του αγωγής προέβαλε τον ισχυρισμό (ένσταση) ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας, υπέκυψε στην κατά το άρθρο 15παρ.6 ν.3632/1928 ετησία παραγραφή, πριν την άσκηση της αγωγής αλλά και εν επιδικία, αφενός μεν διότι από το τέλος του έτους 2001, εντός του οποίου διενεργήθησαν από την ενάγουσα οι αναφερόμενες στην αγωγή της, κατ' εντολή του εναγομένου αγορές μετοχών, μέχρι και την άσκηση της αγωγής είχε παρέλθει χρόνος πλέον του έτους, αφετέρου δε διότι η ετησία αυτή παραγραφή συμπληρώθηκε κατά τη διάρκεια της επιδικίας.

Το πρωτοβάθμιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 3.573/2005 οριστική απόφασή του, δέχτηκε ότι από του τέλους του έτους 2001, εντός του οποίου, κατά την ενάγουσα, έλαβαν χώρα οι από αυτή, για λογαριασμό και κατ' εντολή του εναγομένου, αγορές μετοχών, μέχρι και την επίδοση της αγωγής (7.1.2003) είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος του έτους, καθώς επίσης και ότι η ετησία αυτή παραγραφή συμπληρώθηκε και κατά τη διάρκεια της επιδικίας, διότι ο χρόνος της παραγραφής συμπληρώθηκε και μεταξύ του χρόνου που είχε ορισθεί αρχικώς προς συζήτηση της αγωγής (26.11.2003) και εκείνης που ορίστηκε μετ' αναβολή (26.1.2005).

Με τις παραδοχές αυτές δέχτηκε την ένσταση του εναγομένου και απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση του εφετείου, με την οποία αυτό δέχτηκε ότι η ένδικη αξίωση της ενάγουσας δεν υπόκειται στην από το άρθρο 15 παρ.6 ν.3632/1928 ετησία παραγραφή αλλά στην κατά το άρθρο 249 ΑΚ εικοσαετή και, αφού εξαφάνισε, για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη και δίκασε την αγωγή, δέχτηκε αυτή.

Ετσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν. 3632/1928, καθώς και εκείνη του άρθρου 20 του Ν. 1806/1988, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης , με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1842/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ