Supreme Court dismisses appeal on promotion denial, ruling employer's delay violates good faith principles under Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Agricultural Insurance Company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to order the employee's promotion. The court found that the employer's failure to promote the employee in 1998, despite his superior qualifications compared to the promoted candidate, constituted a violation of good faith principles under Articles 201 and 207 of the Civil Code. Consequently, the court held that the employer's delay was unjustified and the employee's claim for promotion was valid from the date he met the required conditions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 201 and 207 of the Civil Code; The court's failure to promote an employee who clearly outperforms others in qualifications and performance violates the principle of good faith, rendering the employer liable for the delay.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1390 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1390/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στη Ν.Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ανδριακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου:Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσιώστα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 555/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3013/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/6/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 16/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης των συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος παρέλειψε να προαγάγει σε συγκεκριμένη κενή θέση υπάλληλο ο οποίος καταφανώς υπερτερούσε ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι έστω και ενός των άλλων μισθωτών που προήχθησαν.
Εξάλλου, στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπομένων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων για προαγωγή.
Αν επομένως ο εργοδότης ή τα όργανά του, που ορίζονται στον κανονισμό ή τον οργανισμό, παρέλειψαν αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη, ως κατάφωρα άδικη, η παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου, αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός των προαχθέντων συναδέλφων του.
Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοστεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί του κανονισμού ή οργανισμού με ισχύ νόμου) είτε εφαρμοστεί το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος από το Δικαστήριο της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του.
Περαιτέρω, από Μαρτίου 1983 εγκεκριμένος Κανονισμός Εργασίας που καταρτίσθηκε κατά τη διαδικασία του ν.δ 3789/1957, εγκρίθηκε από το Νομάρχη Αττικής και διέπει τις σχέσεις αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε" και του προσωπικού της, έχει συμβατική ισχύ, εφόσον δεν εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση νόμου, ούτε κυρώθηκε με νόμο ή με υπουργική απόφαση.
Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψει σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε ως υπάλληλος από την αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε", στις ....., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διεπόμενη από τις διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας αυτής.
Το έτος 1983 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσείουσας με το βαθμό του Ασφαλιστή Γ' και τοποθετήθηκε στη θέση του Προϊσταμένου του Κλάδου Κτηνασφαλειών της Διεύθυνσης Αγροτικών Ασφαλειών, καθήκοντα τα οποία άσκησε μέχρι τις 31.12.1987. Η υπηρεσιακή του εξέλιξη στους βαθμούς ιεραρχίας της αναιρεσείουσας υπήρξε απρόσκοπτη και, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ως άνω ισχύοντος τότε Κανονισμού Εργασίας, προήχθη διαδοχικά στους βαθμούς του Ασφαλιστή Β', του Ασφαλιστή Α', του Τμηματάρχη Γ', του Τμηματάρχη Β' και από 24.3.1995, στο βαθμό του Τμηματάρχη Α', κατ' απόλυτη εκλογή και κατόπιν συμπλήρωσης ευδόκιμης πραγματικής υπηρεσίας τριών (3) ετών στον προηγούμενο κάθε φορά βαθμό.
Την 1.1.1988 αποσπάστηκε στην Υπηρεσία Ελέγχου της θυγατρικής εταιρείας της αναιρεσείουσας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΖΩΗΣ Α.Ε", ως Προϊστάμενος αυτής, για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, προκειμένου να εκπονήσει το οργανόγραμμά της και για να στελεχωθεί η υπηρεσία Ελέγχου αυτής, μετά δε τη λήξη της απόσπασής του επέστρεψε στην αναιρεσείουσα, οπότε, με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, τοποθετήθηκε από 30.4.1988 στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, ως Ελεγκτής Α', θέση την οποία κατέχει από τότε και η οποία σύμφωνα με το άρθρο 4.3 του Κανονισμού της ως άνω Διεύθυνσης της αναιρεσείουσας αντιστοιχεί σε θέση Διευθυντή Καταστήματος.
Ακόμη ο αναιρεσίβλητος από απόψεως τίτλων σπουδών είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών Επιστημών ΑΣΟΕΕ), ενώ κατέχει και πτυχίο ασφαλιστικών σπουδών (Ε.Ι.Α.Σ). Η βαθμολογία του των ετών 1990 και εντεύθεν, όπως προκύπτει από τα σχετικά φύλλα ποιότητας, που τηρεί η αναιρεσείουσα, είναι εξαιρετικά υψηλή, αφού συγκεντρώνει τελική συνολική βαθμολογία 116, δηλαδή "άριστα".
Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος καθ' όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας στην αναιρεσείουσα, ήταν όχι μόνον άριστος υπάλληλος, αλλά επιδείκνυε ιδιαίτερο ζήλο στην άσκηση των καθηκόντων του και παρείχε εξαιρετικό έργο και συγκεκριμένα: 1) συνέταξε ολοκληρωμένο πρόγραμμα νομικής προστασίας και οδικής βοήθειας, βάσει των οποίων η αναιρεσείουσα έλαβε άδεια από το υπουργείο Εμπορίου, ενώ τα προγράμματα αυτά εφαρμόστηκαν με απόλυτη επιτυχία από τις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας, 2) ως Ελεγκτής στην Διεύθυνση Ελέγχου της αναιρεσείουσας αποκάλυψε, μαζί με έτερο συνάδελφό του, μηχανισμό εξαπάτησης της αναιρεσείουσας, που λειτουργούσε στη Λάρισα και για το έργο τους αυτό δέχτηκαν ειδικές ευχαριστίες από τη Διεύθυνση Ελέγχου αυτής, συνοδευόμενες με εισήγηση για την υπηρεσιακή τους προώθηση.
Επίσης, ο αναιρεσίβλητος διέθετε άριστη επαγγελματική κατάρτιση, η οποία αναγνωρίζονταν και εγγράφως από την αναιρεσείουσα. Στις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1998, για την προαγωγή κατ' απόλυτη εκλογή υπαλλήλων στο βαθμό του Υποδιευθυντή, τις οποίες διενήργησε η εναγόμενη στις 16.12.1999, δια του Δευτεροβαθμίου Συμβουλίου Κρίσεων αυτής, που είναι το αρμόδιο όργανο για προαγωγές όργανό της, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 9 του ισχύοντος τότε Κανονισμού Εργασίας, προήγαγε, με την υπ' αριθμό ...
απόφαση στο βαθμό του Υποδιευθυντή δύο ομοιόβαθμους του αναιρεσίβλητου συναδέλφους του, τον Γ1 και τον Γ2, ενώ παρέλειψε να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο, αν και διέθετε κατά τον κρίσιμο χρόνο, όλα τα απαιτούμενα από τον ως άνω Κανονισμό Εργασίας τυπικά και ουσιαστικά προσόντα προαγωγής του από τον κατεχόμενο βαθμό του Τμηματάρχη Α 'στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή.
Ο προαχθείς υπάλληλος της αναιρεσείουσας Γ2, το οποίον προτείνει προς σύγκριση μαζί του ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί από την αναιρεσείουσα στις 15.3.1985 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προήχθη διαδοχικά στους βαθμούς του Ασφαλιστή Β', του Ασφαλιστή Α', του Τμηματάρχη Γ', του Τμηματάρχη Β' και από 25.7.1995, στο βαθμό του Τμηματάρχη Α', κατ' απόλυτη εκλογή.
Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς. Στις 11.3.1985 ο ως άνω προαχθείς τοποθετήθηκε Προϊστάμενος Γραφείου Εισπράξεως και Πληρωμών της Οικονομικής Διεύθυνσης και με την υπ' αριθμό ... απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσείουσας του ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος Προσωπικού της Διεύθυνσης των Διοικητικών Υπηρεσιών αυτής, ακολούθως δε, με την υπ' αριθμό .....
απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, του ανατέθηκαν καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης, καθήκοντα τα οποία άσκησε μέχρι 3.9.1998, οπότε του ανατέθηκαν καθήκοντα Διευθυντή Διοικητικών Υπηρεσιών. Η βαθμολογία του για τα έτη 1995, 1996 και 1997 όπως προκύπτει από τα σχετικά φύλλα ποιότητας είναι εξαιρετικά υψηλή, αφού συγκεντρώνει 116 μόρια, δηλαδή "άριστα" και χαρακτηρίζεται "εξαίρετος".
Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσίβλητου με εκείνα του προαχθέντος Γ2, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος υπερέχει του δεύτερου: 1) ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, αφού ο προαχθείς είχε προσληφθεί στις 15-3-1985, ενώ ο αναιρεσίβλητος στις 13-9-1982, 2) ως προς τους τίτλους σπουδών, αφού όπως προαναφέρθηκε ο αναιρεσίβλητος κατείχε πλην του πτυχίου της ΑΣΟΕΕ και πτυχίο ασφαλιστικών σπουδών Ε.Ι.Α.Σ, 3) ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και συγκεκριμένα στο βαθμό του Τμηματάρχη Α', αφού ο προαχθείς κατέχει αυτόν από 25-7-1995, ενώ ο αναιρεσίβλητος, κατείχε το βαθμό αυτό από 24-3-1995, 4) ως προς το χρόνο άσκησης υπευθύνων καθηκόντων και συγκεκριμένα ο μεν αναιρεσίβλητος τοποθετήθηκε στη θέση του Προϊσταμένου του Κλάδου-Τμήματος Κτηνασφαλειών της Διεύθυνσης Αγροτικών Ασφαλειών το έτος 1983, ενώ στον προαχθέντα ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου του Τμήματος Προσωπικού της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών της αναιρεσείουσας το έτος 1986.
Επίσης, ο μεν αναιρεσίβλητος από 30-4-1988 ασκεί τα καθήκοντα του Ελεγκτή Α' στη Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου, τα οποία αντιστοιχούν με τα καθήκοντα Διευθυντή Καταστήματος, ενώ ο προαχθείς ανέλαβε το πρώτον το έτος 1994 καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊστάμενου Διεύθυνσης και τον Σεπτέμβριο του έτους 1998 καθήκοντα Διευθυντή Διοικητικών Υπηρεσιών.
Όσο δε αφορά την αξιολόγηση των παραπάνω συγκρινόμενων, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα φύλλα ποιότητας αυτών, είναι ισοδύναμοι.
Συνεπώς από την συνεκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των ως άνω συγκρινόμενων προκύπτει καταφανώς η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι του προαχθέντος Γ2, αφού ο αναιρεσίβλητος διέθετε όχι μόνον όλα τα απαιτούμενα από τον Κανονισμό Εργασίας της εργοδότριάς του τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την κατ' απόλυτη εκλογή προαγωγή του στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή, ως προς τα οποία υπερτερούσε του προαχθέντος, αλλά επιπλέον διακρίθηκε και για την όλως εξαιρετική επίδοση και ικανότητά του, στοιχεία τα οποία εκτιμώνται και λαμβάνονται υπόψη, προκειμένου περί προαγωγής κατ' απόλυτη εκλογή, σε αντίθεση με τον προαχθέντα, για τον οποίον δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε διάκριση ή επίδειξη ιδιαίτερου ζήλου κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Στο σημείο τούτο πρέπει να αναφερθεί ότι κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο ισχυρισμός τους αναιρεσείουσας, τον οποίον προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει προς κρίση ως αυτοτελή λόγο εφέσεως, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή, για το λόγο ότι πριν από τις επίδικες κρίσεις δεν κατείχε θέση ευθύνης αντίστοιχη του βαθμού αυτού, δηλαδή θέση Υποδιευθυντή, διότι πρόκειται περί προϋποθέσεως η οποία το πρώτον θεσπίστηκε με τον από 3-12-2001 Κανονισμό Προαγωγών της αναιρεσείουσας και επομένως δεν είχε, ούτε άλλωστε θα μπορούσε να έχει, εφαρμογή στις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1998.
Κατά συνέπεια, η υπ' αριθμό ... απόφαση του Δευτεροβάθμιου Συμβουλίου Κρίσεως της αναιρεσείουσας, αρμόδιου προαγωγικού οργάνου αυτής κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1998, που λήφθηκε κατά τη συνεδρίασή του της ..., με την οποία προήγαγε στο βαθμό του Υποδιευθυντή τον Γ2, κατά παράλειψη του αναιρεσίβλητου, ήταν κατάφωρα άδικη για τον τελευταίο και συνακόλουθα παρακωλύθηκε από αυτήν, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως, η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του αναιρεσίβλητου.
Επομένως, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ η αίρεση αυτή θεωρείται ότι έχει πληρωθεί από 24-3-1998, από του χρόνου, δηλαδή, κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος είχε συγκεντρώσει τις οριζόμενες από τον έχοντα συμβατική ισχύ και ισχύοντα για τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 1998 Κανονισμό Εργασίας της αναιρεσείουσας προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό.
Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, κατά παραδοχή της κύριας βάσεως της αγωγής, αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 24-3-1998. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ και κατά συνέπεια οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέοντες αντίθετοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-6-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" περί αναιρέσεως της 3013/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου 2008. Και Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουνίου 2008 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ