Supreme Court dismisses appeal in property dispute where lower court correctly applied statutory rent adjustment rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a public limited company against a final judgment of the Single Member Court of Appeal in Piraeus regarding a property lease dispute. The appellants argued that the appellate court violated specific laws on rent adjustment and failed to consider their claim for a monthly rent of 1,100 euros. The court ruled that the appeal was inadmissible because the lower court's decision relied on a final prior judgment establishing the rent amount, rendering the appellants' arguments irrelevant and unnecessary for the final outcome.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the contested judgment is based solely on a final prior judgment that effectively resolves the disputed legal issue, rendering the appeal's arguments irrelevant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 138 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 138/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Παρασκευή Γεωργίου και Βασίλειο Ριζάκο με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Δ., 2) Ζ. θυγ. Ν. Τ., συζ. Α. Κ., 3) Ν. Τ. του Ν. και 4) Ε. Φ. (Φ. κατά την αγωγή) του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Φράγκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... εν μέρει οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-6-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 22-6-2021 (αριθμ.καταθ....), αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ.... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).
Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Με την από 18-2-2019 (αριθμ. καταθ. ...) αγωγή τους εναντίον του εναγομένου - μισθωτή και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι ενάγοντες - εκμισθωτές και ήδη αναιρεσίβλητοι (καθώς και οι μη διάδικοι στην παρούσα δίκη Δ.
Κ. και Ε. Κ.) ισχυρίσθηκαν ότι, κατόπιν εγκρίσεως εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ με την υπ' αριθμ.... απόφασή του γνωστοποιηθείσα στο τότε Υποκατάστημα ΙΚΑ Δραπετσώνας, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... εγγράφου του Τμήματος Στέγασης της Διεύθυνσης Τεχνικής και Στέγασης του ΙΚΑ, καταρτίσθηκε, στις 1-7-2004, μεταξύ, αφενός μεν, των πρώτου, δεύτερης, πέμπτου και έκτου εξ αυτών, συγκυρίων οικήματος, κειμένου στο Κερατσίνι, κατά ποσοστό, 231,50/000, 268,50/000, 268,50/000 και 231,50/000 εξ αδιαιρέτου εκάστου εξ αυτών αντιστοίχως, αφετέρου δε, του ΙΚΑ (νομίμως εκπροσωπηθέντος από τον τότε Διευθυντή του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Δραπετσώνας), έγγραφη σύμβαση μίσθωσης, δυνάμει της οποίας οι πρώτοι, εκμίσθωσαν στο δεύτερο, το εν λόγω οίκημα, αντί μηνιαίου μισθώματος, ποσού 4.510 ευρώ, καταβαλλομένου στο αρμόδιο ταμείο του ως άνω Υποκαταστήματος, για χρονικό διάστημα 9 ετών, αρχομένης της σύμβασης μίσθωσης από την επομένη της παραλαβής, στις 2-7-2005, του ακινήτου, με δικαίωμα μονομερούς παρατάσεως εκ μέρους του μισθωτή, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την στέγαση του τοπικού ιατρείου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ....
Ότι, μετά από αλλεπάλληλες αναπροσαρμογές, το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε το έτος 2010 στο ποσό των 4.900 ευρώ και κατόπιν έγγραφης συμφωνίας, καταρτισθείσας μεταξύ των άνω εκμισθωτών και του μισθωτή, αυτό (μίσθωμα) μειώθηκε στο ποσό των 3.276,26 ευρώ μηνιαίως για το από 1-10-2012 έως 31-12-2014 χρονικό διάστημα. Ότι δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Κ. οι πρώτος και δεύτερη των εναγόντων μεταβίβασαν στους τρίτο και τέταρτη εξ αυτών (εναγόντων), αντιστοίχως, ποσοστά 57,875/000 και 67,125/000 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, με αποτέλεσμα οι δύο τελευταίοι να καταστούν συγκύριοι του ανωτέρω ακινήτου κατά ποσοστό 125/000 εξ αδιαιρέτου έκαστος και οι πρώτοι να παραμείνουν συγκύριοι αυτού αντιστοίχως, κατά ποσοστό 115,75/000 και 134,25/000 εξ αδιαιρέτου.
Ότι, δυνάμει του άρθρου 21 παρ. 7 του ν. 4238/2014 το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "..." υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μισθωτή, που απορρέουν από την ανωτέρω μισθωτική σχέση. Ότι το τελευταίο, με το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφό του, κάλεσε αυτούς (ενάγοντες), κατ' άρθρο 7 του ν. 4238/2014, σε επαναδιαπραγμάτευση του μισθώματος, με πρόταση για διαμόρφωσή του στο ποσό των 1.100 ευρώ μηνιαίως, υποχρεώνοντάς τους να καταθέσουν αντιπρόταση μέχρι τις 24-7-2014.
Ότι, παρά τις προφορικές διαμαρτυρίες τους ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής διαπραγματεύσεων, αναφορικά με το πιεστικό χρονικό πλαίσιο και την υπερβολική μείωση του μισθώματος από το 2010, ο υποδιοικητής του εναγομένου, με την υπ' αριθμ. ... απόφασή του, καθόρισε μονομερώς το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 1.100 ευρώ.
Ότι το εναγόμενο ενήργησε αντισυμβατικά, αφού το άρθρο 7 του ν. 4238/2014 παρέχει σε αυτό τη δυνατότητα μονομερούς καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης και όχι μονομερούς μεταβολής του ύψους του μισθώματος, με αποτέλεσμα να ισχύει το συμφωνηθέν μίσθωμα, ποσού 3.276,26 ευρώ. Ότι το εναγόμενο, αν και από το έτος 2014, που υπεισήλθε στη σύμβαση μίσθωσης και μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου αυτής (2-7-2017), αλλά και μετέπειτα, έκανε ανενόχλητη χρήση του μισθίου, κατέβαλε ως μίσθωμα, μόνο το ποσό των 1.100 ευρώ μηνιαίως, οφείλοντάς τους το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος μισθώματος της χρονικής περιόδου Ιουλίου 2014 έως Φεβρουαρίου 2015, συνολικού ποσού 26.210,08 ευρώ, το οποίο υποχρεώθηκε να τους καταβάλει δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, β) το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος μισθώματος της χρονικής περιόδου Μαρτίου 2015 έως Ιουλίου 2016, το οποίο υποχρεώθηκε να τους καταβάλει δυνάμει της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη η με αριθμ.
καταθ. ... αγωγή τους. Ότι το εναγόμενο, παρότι η μεταξύ τους μισθωτική σχέση εξακολουθεί υφισταμένη, οφείλει το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος μισθώματος της χρονικής περιόδου Αυγούστου 2016 έως Φεβρουαρίου 2019, συνολικού ποσού 67.464,06 ευρώ (30 μήνες Χ 2.176,26 ευρώ (=3.276-1.100 ευρώ). Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει το ανωτέρω ποσό, κατά το λόγο του ειδικότερα αναφερομένου ποσοστού συγκυριότητας εκάστου εξ αυτών επί του μισθίου ακινήτου, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της λήξης της προθεσμίας για την καταβολή κάθε μηνιαίου μισθώματος, άλλως από την επομένη ημέρα επίδοσης της αγωγής.
Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία α) έγινε δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τους πρώτο, δεύτερη, πέμπτο και έκτη των εναγόντων (ήδη πρώτο, δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα), και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς (ενάγοντες) τα αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, κρίνοντας ότι η άνω υπ'αριθμ. ...
τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί της με αριθμ. καταθ. ... αγωγής, των πρώτου, δεύτερης, πέμπτου και έκτης των εναγόντων (ήδη πρώτου, δεύτερης, τρίτης και τέταρτου των αναιρεσίβλητων) αποτελεί δεδικασμένο ως προς τη διάρκεια της ένδικης μίσθωσης και το ύψος του μισθώματος, β) αναβλήθηκε η συζήτηση της αγωγής κατ'άρθρο 249 ΚΠολΔ ως προς τους τρίτο και τέταρτη των εναγόντων Δ.
Κ. και Ε. Κ. (μη διαδίκων στη δίκη αυτή, κατά τα προλεχθέντα), μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης επί της με αριθμ. καταθ. ... αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. άσκησε την από 30-12-2019 (αριθμ. καταθ. ...) έφεση και τους από 26-10-2020 (αριθμ. καταθ. ...) με αυτοτελές δικόγραφο πρόσθετο λόγο. Επί των δικογράφων αυτών, μετά συνεκδίκαση, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση και τον πρόσθετο λόγο καθό μέρος στρεφόταν κατά των τρίτου και τέταρτης των εναγόντων - εφεσίβλητων (Δ.
Κ. και Ε. Κ.) και κατ ουσίαν καθό μέρος στρεφόταν κατά των λοιπών εναγόντων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 7 του ν. 4238/2014, "Συμβάσεις μίσθωσης ακινήτων που έχουν συναφθεί από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και τους φορείς των οποίων ο κλάδος εντάχθηκε στον Οργανισμό στα οποία στεγάζονται Υγειονομικές Μονάδες ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε στις οποίες εντάσσονται οι Μονάδες. Εντός τριών μηνών από την ισχύ του παρόντος νόμου, ο Διοικητής της οικείας ΔΥ.Πε.
μετά από έγγραφη δήλωση επαναδιαπραγματεύεται το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα. Σε περίπτωση μη συμφωνίας μεταξύ των δυο μερών, παρέχεται η δυνατότητα στις Δ.Υ.Πε. της μονομερούς καταγγελίας...". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η νομίμως διεξαχθείσα επαναδιαπραγμάτευση δεν τελεσφορήσει και, εκ του λόγου αυτού, δεν επέλθει συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, η ΔΥ.Πε μπορεί να προβεί μονομερώς σε καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης, χωρίς, όμως, να παρέχεται η δυνατότητα σε αυτήν να προβεί μονομερώς σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, που θα επηρεάσει την ομαλή εξέλιξη και πορεία της σύμβασης μίσθωσης, αφού κάτι τέτοιο δεν συνάγεται από το περιεχόμενο και το πνεύμα της εν λόγω διατάξεως.
Η ενεργοποίηση και προστασία των δικαιωμάτων της ΔΥ.Πε, που απορρέουν από τη λειτουργία της σύμβασης μίσθωσης, προϋποθέτει νομική ενέργεια εκ μέρους της και πρωτοβουλία της ενώπιον των αρμοδίων πολιτικών δικαστηρίων, στα οποία αυτή μπορεί να καταφύγει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 448/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2023, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπ` όψιν πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδάφ.
α`), είτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδάφ. β`). Ως "πράγματα" νοούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338 και 262 του ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και κατά νόμο διαμόρφωσαν ή, αναλόγως, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης (ΟλΑΠ 9/1997, ΟλΑΠ 3/1997).
Δεν αποτελεί "πράγμα" η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής, της ανταγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1330/2022, ΑΠ 750/2020), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1284/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 87/2013). Πάντως, ο λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και ευθέως τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη, ανεξαρτήτως του ότι δεν έγινε δεκτός (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1330/2022, ΑΠ 681/2021, ΑΠ 1284/2020).
Ακόμη, ο ίδιος λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προταθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά, που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1330/2022, ΑΠ 681/2021, ΑΠ 1284/2020, ΑΠ 377/2019). Για το ορισμένο (παραδεκτό) αυτού του λόγου αναίρεσης (άρθρα 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να γίνεται ο προσδιορισμός των "πραγμάτων" (ΑΠ 1330/2022, ΑΠ 194/1998).
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 και 566 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι και δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αν υπάρχει αντίφαση, γεγονός που συμβαίνει και όταν προβάλλεται με το αναιρετήριο ο λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το εφετείο ότι απέρριψε κάποιο ισχυρισμό χωρίς αιτιολογίες και στη συνέχεια ο λόγος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου διότι δεν έλαβε υπόψη κάποιο ισχυρισμό, ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 129/2024, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 2264/2013, ΑΠ 579/2007).
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 584/2019, ΑΠ 412/2019, ΑΠ 403/2019,ΑΠ 1668/2008, ΑΠ 325/2007, ΑΠ 269/1993).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Στην περίπτωση που η προσβαλλομένη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όσον απευθύνεται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Πλεοναστικές είναι οι αιτολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 του ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ.
ΑΠ 13/1995, Ολ. ΑΠ 175/2020, ΑΠ 997/2019, ΑΠ 55/2018, ΑΠ 1051/2010).Εξάλλου, όταν με το λόγο αναίρεσης πλήττεται, πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης τότε ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αλυσιτελής (ΑΠ 918/2019, ΑΠ 142/2017, ΑΠ 1008/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε, κατά την πρώτη και κύρια αιτιολογία, τα ακόλουθα: "...Ο πρώτος, η δεύτερη, ο πέμπτος και η έκτη των εναγόντων (ήδη πρώτος, δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα) άσκησαν σε βάρος του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος) την από 16-2-2015 (υπ' αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ...) αγωγή τους, απευθυνόμενη προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την οποία, επικαλούμενοι τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ιστορούν και στην ένδικη αγωγή, πλην εκείνων που αφορούν στους τρίτο και τέταρτη των εναγόντων, ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα οφειλόμενα μισθώματα του χρονικού διαστήματος Ιουλίου 2014 έως και Φεβρουαρίου 2015, συνολικού ποσού 26.210,08 ευρώ, κατά την αναλογία καθενός, με βάση το ποσοστό συγκυριότητάς του επί του μισθίου ακινήτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. ... απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή αυτή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, και, ακολούθως, μετά την άσκηση εφέσεως από την πλευρά του εναγόμενου, η υπ'αριθμ.... (σ.σ. τελεσίδικη, αντί του από προφανή παραδρομή αναφερομένου, οριστική) απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
Κρίθηκε, επομένως, με δύναμη δεδικασμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, απορρέοντος από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, ως προδικαστικό ζήτημα, το οποίο οφείλει να θέσει το παρόν Δικαστήριο ως βάση της απόφασής του, ανεξαρτήτως της ορθότητας του, εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, και αφορά τους νυν διαδίκους, ως προς τους οποίους ασκήθηκε παραδεκτώς η ένδικη έφεση και ο πρόσθετος αυτής λόγος, ότι:
Δυνάμει του από 1-7-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως ακινήτου και κατόπιν διενέργειας σχετικού μειοδοτικού διαγωνισμού, οι ενάγοντες, συγκύριοι του μισθίου ακινήτου, κείμενου στην οδό ... στο Κερατσίνι και, ειδικότερα, ενός τετραώροφου οικήματος, συνολικής επιφάνειας 445,28 τμ, αποτελούμενου από πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο όροφο, με είσοδο και πυλωτή στον ισόγειο όροφο, καθώς και υπόγειο όροφο, σε ποσοστό 231,5/1000 εξ αδιαιρέτου, καθένας από τους πρώτο και τέταρτη τότε ενάγοντες και νυν πρώτος και έκτη ενάγουσα, και 268,5/1000 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους δεύτερο και τρίτη τότε ενάγοντες και νυν πέμπτο και δεύτερη ενάγουσα, εκμίσθωσαν στον αρχικό μισθωτή ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στη θέση του οποίου υπεισήλθε το νυν εναγόμενο, δυνάμει του άρθρου 21 § 7 του ν. 4238/2014 το εν λόγω ακίνητο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση του Τοπικού Ιατρείου- ....
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για χρονικό διάστημα εννέα ετών, αρχής γενομένης από την επομένη της ημέρας της παραλαβής του οικήματος, που έλαβε χώρα στις 2-7-2005, με δυνατότητα μονομερούς παρατάσεώς της εκ μέρους του μισθωτή για χρονικό διάστημα τριών ετών. Το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 4.510 ευρώ και, κατόπιν νεώτερης συμφωνίας των συμβαλλομένων, μειώθηκε από την 1-10-2012 μέχρι και τις 31-12-2014 στο ποσό των 3.276,26 ευρώ, λόγω των δυσμενών οικονομικών συγκυριών, χωρίς να μεταβληθεί έκτοτε, εφόσον η πρόσκληση του εναγόμενου προς τους συνεκμισθωτές για επαναδιαπραγμάτευση του ύψους του μισθώματος δεν κατέληξε σε αποτέλεσμα.
Δέχθηκε, ειδικότερα, η άνω τελεσίδικη απόφαση ότι στην περ.7 του άρθρου 21 του ν.4238/2014, παρέχεται απλώς η δυνατότητα στον Διοικητή της κάθε ΔΥΠΕ να επαναδιαπραγματεύεται το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα με στόχο να καταλήξει σε συμφωνία με τους εκμισθωτές και σε περίπτωση μη συμφωνίας των μερών, παρέχεται η δυνατότητα στις ΔΥΠΕ της μονομερούς καταγγελίας.
Ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη της παραδοχής αυτής, κρίθηκε, ως προδικαστικό ζήτημα, με δύναμη δεδικασμένου που δεσμεύει και το παρόν Δικαστήριο, ότι δεν υπήρξε συμφωνία για μείωση του μισθώματος μεταξύ των διαδίκων, με πρωτοβουλία του εκκαλούντος, και ως εκ τούτου πρέπει ο πρόσθετος λόγος της έφεσης, κατά το οικείο σκέλος του, περί παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
Αποδείχθηκε, επίσης, σύμφωνα με τη σχετική σκέψη που προηγήθηκε ότι, ανεξαρτήτως της βουλήσεως των μερών και παρά το γεγονός ότι το εναγόμενο δεν προέβη σε μονομερή παράταση της μίσθωσης, αυτή δεν έληξε με την πάροδο του συμβατικού της χρόνου στις 2-7-2014 αλλά συνεχίζεται αυτοδικαίως μέχρι τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, ήτοι μέχρι τις 2-7-2017.
Εν τω μεταξύ, δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Πειραιώς, Σ. Κ., που καταχωρήθηκε στα βιβλία του οικείου κτηματολογικού γραφείου Πειραιώς στις 23-10-2012, ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόντων( πρώτος και δεύτερη των ήδη αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα) μεταβίβασαν στα τέκνα τους, τρίτο και τέταρτη αυτών, εξ ημισείας (50 % εξ αδιαιρέτου) το ήμισυ του ανήκοντος σε καθέναν ποσοστού συνιδιοκτησίας τους, παραμένοντας έτσι συγκύριοι στο απομένον ποσοστό.
Έτσι, το ποσοστό συνιδιοκτησίας των εναγόντων διαμορφώθηκε έκτοτε, για τον πρώτο (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) στο ποσοστό των 115,75/1000, για τη δεύτερη(ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) σε 134,25/1000- για καθέναν από τους τρίτο και τέταρτη, σε 124,99/1000-για τον πέμπτο (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο) σε 268,5/1000 και για την έκτη (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη) 231,5/1000 εξ αδιαιρέτου, με αποτέλεσμα να υπεισέλθουν και ο τρίτος και τέταρτη ενάγουσα στη μισθωτική σχέση, κατά το προαναφερθέν ποσοστό (άρθρο 614 του ΑΚ, σε συνδυασμό με 44 του πδ 34/1995).
Πλέον αυτών, αποδείχθηκε ότι η επίδικη σύμβαση εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ, λόγω της μη ασκήσεως αγωγής αποδόσεως του μισθίου εκ μέρους των εναγόντων-εκμισθωτών, εντός εννεαμήνου από τη λήξη της, παραταθείσα, κατά τη διάταξη του άρθρου 61 περ. δ του άνω πδ 34/1995, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 15 του άρθρου 7 του ν. 2741/1999, ως ειδική, που κατισχύει κάθε άλλης διάταξης και ιδίως εκείνης του άρθρου 37 του πδ 715/1979 σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η σιωπηρή αναμίσθωση ή παράταση της μισθώσεως πέραν του δια της συμβάσεως συμφωνηθέντος χρόνου, για μία ακόμη τετραετία, ήτοι μέχρι τις 2-7-2021.
Επομένως, το μηνιαίο μίσθωμα, καθ'όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δεν είχε λυθεί η μίσθωση και το εναγόμενο έκανε ακώλυτη χρήση του μισθίου, ανερχόταν στο ποσό των 3.276,26 ευρώ. Εξακολουθεί δε και αρνείται να καταβάλει σε όλους τους συνεκμισθωτές το επιμέρους ποσό των 2.176,26 ευρώ μηνιαίως, και συνολικά για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα (Αύγουστος 2016 έως Φεβρουάριος 2019) το συνολικό ποσό των 67.464,06 (2.176,26 X 31) ευρώ, εκ του οποίου στους ενάγοντες αντιστοιχεί το ποσό των 50.598,04 [(115,75/1000 + 134,25/1000 + 268,5/1000 +231,5/1000) 750/1000 X 67.464,06] ευρώ, το οποίο επιμεριζόμενο, περαιτέρω, με βάση το ποσοστό συνιδιοκτησίας των άνω εναγόντων, ανέρχεται σε 7.808,96 ευρώ για τον πρώτο (67.464,06 X 115,75/1000), των 9.057,06 ευρώ για τη δεύτερη (67.464,06 X 134,25/1000), των 18.114,1 ευρώ για τον πέμπτο (67.464,06 X 268,5/1000) και των 15.617,92 ευρώ για την έκτη ενάγουσα (67.464,06 X 231,5/1000).
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καταλήγοντας στην ίδια κρίση με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται και συμπληρώνεται από την αιτιολογία της παρούσας...ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και πρέπει ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν υποστηρίζει ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο, λόγω της διαφωνίας των διαδίκων, όφειλε να προσδιορίσει το μίσθωμα με βάση την εμπορική και μισθωτική αξία του ακινήτου, λαμβάνοντας υπόψη τους περιορισμούς του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν.4002/2011, να απορριφθεί ως αβάσιμος...".Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην πληττόμενη απόφαση και τα εξής : "...
το άρθρο (σ.σ. 21 παρ. 1, 2 και 3 του ν.4002/2011, όπως ρητώς ορίζεται στο κείμενό του, εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις μισθώσεως ακινήτων από το Ελληνικό Δημόσιο ή φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 1Β παρ.1 του ν.2362/1995, όπως ίσχυε, που παραπέμπει με τη σειρά του στο άρθρο 1 παρ. 1,2,3 και 6 του ν.3429/2005, στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνεται το εκκαλούν, σε κάθε δε περίπτωση το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν όφειλε, με βάση το αίτημα της αγωγής, να προσδιορίσει το ίδιο το μίσθωμα σε διαφορετικό ποσό από το συμφωνηθέν, που ίσχυε καθ'όν χρόνο ήταν ενεργή η μίσθωση...".
Με τις άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την έφεση και τον μοναδικό πρόσθετο αυτής λόγο, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία έκρινε ομοίως.
Με τους τρεις αναιρετικούς λόγους το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη υπό την επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο: 1) παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1Β παρ. 1 και 2 του ν. 2362/1995, όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010, 17 παρ.2 και 29 παρ. 1 του ν. 3918/2011, 2 παρ. 3και 21 παρ.7 του ν. 4238/2014 και 21 παρ.1,2 και 3 του ν. 4002/2011, 2) στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της εφαρμογής ή μη του άρθρου 21 παρ.1,2 και 3 του ν. 4002/2011, 3) παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 21 παρ. 7 του ν. 4238/2014 δεχόμενο ότι σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας για αναπροσαρμογή του καταβαλλομένου μισθώματος, η μόνη δυνατότητα που παρέχεται στο αναιρεσείον είναι αυτή της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης και 4) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του για προσδιορισμό του οφειλόμενου μηναίου μισθώματος στο ποσό των 1.100 ευρώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1,2,3 του ν. 4002/2011.Οι λόγοι αυτοί, ως προς τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στο απορρέον από την υπ'αριθμ. ...
τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δεδικασμένο (άρθρα 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ), ως προς την παραδοχή της μη επίτευξης συμφωνίας περί μειώσεως του μηνιαίου μισθώματος από το ποσό των 3.276,26 ευρώ στο ποσό των 1.000 ευρώ, κύρια αιτιολογία μη πληττόμενη με τους λόγους αναίρεσης (όσον αφορά το ζήτημα της μη μεταβολής του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθώματος, για το από 1-10-2012 έως 31-12-2014 διάστημα, στο ποσό των 3.276,26 ευρώ, λόγω αποτυχίας επαναδιαπραγμάτευσης, κατά το άρθρο 21 παρ.7 του ν. 4218/2014).
Εφόσον η ως άνω κύρια αιτιολογία δεν πλήττεται αποτελεσματικά και μόνη αυτή αρκεί για να στηρίξει το διατακτικό του Εφετείου, ο λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για προσδιορισμό του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 1.100 ευρώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ.1,2 και 3 του ν. 4002/2011, παρίσταται αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα των τελευταίων, λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όχι όμως μειωμένα, διότι ναι μεν το αναιρεσείον αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ.
και έχει τα προνόμια ατελειών και απαλλαγών του Δημοσίου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το ΝΣΚ, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957, περί μειωμένων δικαστικών εξόδων (ΑΠ 300/2022, ΑΠ 62/2019, ΑΠ 1492/2017), όπως ειδικότερα, ορίζεται, στο διατακτικό. Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ παραβόλου, διότι το αναιρεσείον, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 εδ.
β' του ν. 2579/1998, απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2021 (αριθμ.καταθ....), αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ.... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από τη Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ