Legislator Case Law & Legislation
138/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against time-barred appeal dismissal for one party but dismisses others' appeal.

Case Number 138/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by the first appellant regarding the dismissal of her time-barred appeal, while dismissing the appeals of the remaining parties. The lower court had previously found the appellant's appeal time-barred, but the Supreme Court held that the appellate court correctly considered the evidence without needing separate evaluation. Consequently, the case was remitted for further trial with a new panel of judges, and costs were assigned to the losing parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 97, 104 of the Code of Civil Procedure; The appellate court is not obligated to make specific mention or separate evaluation of each piece of evidence when forming its finding, provided it has taken them into account in its overall assessment.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure time-barred appeal appellate review evidence evaluation remittal for retrial legal costs allocation Supreme Court decision

Cited Legislation

AI generated
Article 94 of the Code of Civil Procedure
Article 96 of the Code of Civil Procedure
Article 97 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 138 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 138/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:

1. Μ. συζ. Χ. Δ., το γένος Ι. Φ., κατοίκου…,

2. Τ. Φ. του Ι., κατοίκου…,

3. Α. χήρας Ε. Φ. το γένος Β. Σ., κατοίκου … (σημ.: εξωτερικού),

4. Ν. Φ. του Ε. κατοίκου … (σημ. εξωτερικού),

5. Δ. Σ. του Κ.,

6. Α. Σ. του Κ., κατοίκων …,

7. Β. Σ. του Ζ., κατοίκου …,

8. Κ. συζ. Β. Γ., το γένος Α. Σ., κατοίκου … .

Οι 1η 2ος 5ος έως και 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Πεχλιβανίδη. Η 3η και 4η των αναιρεσειόντων δεν παραστάθηκαν.

Των αναιρεσίβλητων:

1. Π. χήρας Β. Ζ., το γένος Τ. Χ., κατοίκου … , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κονδύλη,

2. Μ. Μ. Ζ. του Α., & 3. Μ. Ζ. του Α., κατοίκων … (σημ.: εξωτερικού), που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ευφημία Ζαννή που ανακάλεσε την από 13-1-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-05-2010, 15-06-2010 και 12-06-2013 αγωγές αντίστοιχα των εναγόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2015 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 87/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-9-2017 αίτησή τους και τους από 27-12-2019 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Η από 29-9-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της 87/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και οι από 27-12-2019 παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι αυτής (βλ. τις .../30-12-2019 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελητρίας της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Δράμας, Κ. Β.) πρέπει να συνεκδικαστούν κατ' άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

[2] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008).

Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ` αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας των φερομένων ως ασκησάντων την αναίρεση διαδίκων, χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτών προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 165/2020, ΑΠ 1053/2018).

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση, από 29-09-2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ` αριθ. 87/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ως προς τις αναιρεσείουσες Α. χα Ε. Φ. και Ν. Ε. Φ., η οποία φέρεται προς συζήτηση, με επίσπευση των αναιρεσιβλήτων, αφού από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή πληρεξουσιότητας τους προς τον ασκήσαντα την αναίρεση δικηγόρο Κωνσταντίνο Πεχλιβάνη και οι οποίες, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας δικασίμου, δεν εμφανίστηκαν, αν και νομίμως και εμπροθέσμως από τις επισπεύδουσες αυτή (συζήτηση) αναιρεσίβλητες κλητεύθηκαν (βλ. την προσκομιζόμενη .../9-10-2019 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελητρίας της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Δράμας, Κ. Β., από την οποία προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης έχει επιδοθεί στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Κωνσταντίνο Πεχλιβάνη κατ' άρθρο 143 παρ.3 ΚΠοΛΔ για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο νόμιμα και εμπρόθεσμα). Από δε το δικόγραφό των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προκύπτει ότι οι ανωτέρω αναιρεσείουσες δεν άσκησαν πρόσθετους λόγους.

[3] Η προσβαλλόμενη 87/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ 2ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων:

Με την με αριθ. κατάθ. 1340ΤΠ126/28-6-2010 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας η πρώτη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα στρεφόμενη, μεταξύ άλλων, και κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Μ. Δ., Τ. Φ., Δ. Σ., Α. Σ., Β. Σ. και Κ. Γ., ισχυριζόμενη ότι είναι συγκυρία κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, ενός οικοπέδου εκτάσεως 1.008 τμ, που βρίσκεται στη θέση "δρόμος ..." στην Δράμα , της οποίας την κυριότητα αμφισβητούν οι εναγόμενοι, ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία αυτού και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Οι δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες-ενάγουσες με την με αρ. καταθ. 1152ΤΠ109/31-5-2010 αγωγή τους ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου στρεφομένης, μεταξύ άλλων, και κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Μ. Δ., Τ. Φ., Δ., Α. και Β. Σ. και Κ. Γ. υποστήριξαν ότι κατέστησαν συγκύριες κατά ποσοστό 37,50% η καθεμιά τους επί του ανωτέρω ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και επειδή οι εναγόμενοι αμφισβητούν την κυριότητά τους, ζήτησαν να αναγνωριστούν συγκύριες κατά τα άνω ποσοστά και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν 60.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Τέλος, με την με αριθ. καταθ. 1008ΤΠ34/4-7-2013 αγωγή, με την οποία έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της υπ' αριθ. κατάθ. 307ΤΠ9/2010 προγενέστερης αγωγής τους, οι εκ των εναγόντων - αναιρεσείοντες - ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι συννομείς και συγκάτοχοι ενός ακινήτου έκτασης 1.039,22 τμ, που βρίσκεται στη θέση "..." στην πόλη της Δράμας ως εξής: οι Μ. Δ., Τ. Φ. κατά ποσοστό 8,33334 % έκαστος, Δ. και Α. Σ. κατά ποσοστό 5,55555% έκαστος και οι λοιποί Β. Σ. και Κ. Γ. κατά ποσοστό 11,11111 % έκαστος, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και ότι επειδή οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες αμφισβητούν την κυριότητά τους ζητούσαν να αναγνωριστούν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι κατά τα άνω ποσοστά επί του επιδίκου.

Επί των αγωγών αυτών, εκδόθηκε η 6/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της πρώτης αγωγής ως προς τον εναγόμενο Γ. Φ. (που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη) και της τρίτης αγωγής, μεταξύ άλλων, και ως προς τον Β. Σ. δηλαδή τον έβδομο αναιρεσείοντα γιατί ο τελευταίος δεν είχε προσκομίσει το πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ. Στη συνέχεια, αφού συνεκδίκασε, αυτές αντιμωλία των διαδίκων της αναιρετικής δίκης, και απέρριψε ως μη νόμιμη τη βάση της αδικοπραξίας των δύο πρώτων αγωγών, ακολούθως έκανε αυτές δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες και αναγνωρίστηκαν κυρίες του επίδικου ακινήτου οι τρείς ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες κατά τα αναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητας ενώ απορρίφθηκε η τρίτη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, πλην του Β. Σ. .

Μετά ταύτα οι ενάγοντες της τρίτης αγωγής, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες άσκησαν τις από 05-03-2015 (η πρώτη αυτών) και την από 14-04-2015 (οι λοιποί) εφέσεις τους κατά της άνω απόφασης. Επί των άνω εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 87/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης που απέρριψε ως απαράδεκτη την πρώτη έφεση της Μ. Δ. διότι ασκήθηκε εκπρόθεσμα και ως ουσιαστικά αβάσιμη την δεύτερη αυτών.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την τρίτη αγωγή κατά το μέρος που κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ως προς τον Β. Σ. δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την άνω έφεση, καθόσον αυτή (απόφαση) δεν είναι οριστική (ΑΠ 300/2010). Επομένως, δεν υπόκειται σε αναίρεση (αρθ 553 παρ. 1 ΚΠοΛΔ) και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα ως προς αυτόν το κύριο και το πρόσθετο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον Γ. Φ. που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη είναι απαράδεκτες, ελλείψει εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 1377/2019).

[4] Κατά τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ.1, 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίηση με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 ν. 4335/2015, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της εφέσεως είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη (παρ.1), ενώ αν δεν επιδοθεί η απόφαση που περατώνει τη δίκη, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της απόφασης (παρ.2). Η τριετής αυτή προθεσμία είναι καταχρηστική και η έναρξή της, σε αντίθεση με την προθεσμία της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, συμπληρώνεται δε με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός αν προηγηθεί της τριετίας επίδοση της απόφασης, οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της παρ. 1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 106/2006). Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι η προθεσμία της έφεσης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης και ότι αν δεν επιδοθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η προθεσμία της έφεσης εκπνέει με την πάροδο τριετίας από τη δημοσίευσή της (ΑΠ 1719/2013, ΑΠ 652/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκείται με δικόγραφο, που κατατίθεται σε πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ιδίου Κώδικος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, το εμπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως, που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της και, αν διαπιστώσει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, την απορρίπτει ως απαράδεκτη (ΑΠ 118/2011). Η διάταξη του άρθρου 532 ΚΠολΔ, ως ειδική, υπερισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικος, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, ενόψει μάλιστα και του ότι στην τελευταία διάταξη ρητώς ορίζεται ότι αυτή ισχύει εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 118/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 862/2011), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1735/2008). Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων και των προσθέτων λόγων αυτών (ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 617/2019).

Επιπροσθέτως, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναιρέσεως, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νομίμως προβληθεί ενώπιον αυτού (ΟλΑΠ 15/2001). Επίσης, από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και με την επ` αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναιρέσεως.

Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 1724/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, ότι απαραδέκτως το Εφετείο απέρριψε την έφεση της πρώτης αναιρεσείουσας Μ. Δ. κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως εκπρόθεσμη, αφού, ως προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλομένη, έγινε δεκτό ότι η έφεση ασκήθηκε την 05-03-2015 και ότι πιστό αντίγραφο της 6/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας επιδόθηκε στις 04-12-2014 με θυροκόλληση στην εκκαλούσα ως προκύπτει από την από 04-12-2014 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Δράμας, Κ. Χ., δηλαδή, φέρεται ότι η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης έγινε σε προγενέστερο χρόνο από τη δημοσίευση της.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2ΚΠολΔ επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:

Η 6/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας δημοσιεύθηκε στις 14-01-2015 και επομένως ήταν αδύνατον να επιδοθεί επίσημο αντίγραφο αυτής στην άνω εκκαλούσα στις 04-12-2014, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσής της. Όπως, δε, προκύπτει από το δικόγραφο της από 05-03-2015 έφεσης κατά της άνω απόφασης, αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας την 05-03-2015, ενώ από το από 28-11-2016 ακριβές αντίγραφο της .../2015 έκθεσης επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Δράμας, Κ. Χ., προκύπτει ότι η πρωτόδικη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 04-02-2015 και όχι στις 04-12-2014, όπως εκ παραδρομής αναγράφηκε στο πρωτότυπο της πιο πάνω έκθεσης επίδοσης από τη δικαστική επιμελήτρια, Κ. Χ., όπως άλλωστε ανέφερε στην από 28-11-2016 βεβαίωσή της, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η τότε εκκαλούσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα με την από 30-11-2016 προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου. Επομένως, από τα άνω προκύπτει ότι η ένδικη έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και ότι το Εφετείο που την απέρριψε ως απαράδεκτη, εξαιτίας της εκπρόθεσμης άσκησής της, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών (κύριων και πρόσθετων) λόγων αναίρεσης ως προς την τελευταία, διότι η αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω γενομένου δεκτού αναιρετικού λόγου καταλαμβάνει και τους λοιπούς.

[5] Από το συνδυασμό των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194, 1198ΑΚ, προκύπτει ότι για την απόκτηση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά, ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει επίσης ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας είναι κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου) είτε από διαθήκη από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο.

Για τη μεταβίβαση, με τον τρόπο αυτό, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας να ήταν κύριος του ακινήτου. Κατά δε το άρθρο 1045ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα. H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής.

Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα.

Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες, δε, πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, η ένταξή του στην υποβαλλόμενη προς την αρμόδια ΔΟΥ δήλωση ακίνητης περιουσίας (Ε9), χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.

Μόνη δε η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης ή άλλων νομικών πράξεων, ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (ΑΠ 416/2010).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 εδαφ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013).

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠοΛΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, έκτασης 1.008τμ, κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τίτλους κτήσης και 1.007,93τμ κατά νεότερη εμβαδομέτρηση, κείμενο στη θέση "δρόμος ..." στη Δράμα, πλησίον του ..., στο υπ'αρ.

… οικοδομικό τετράγωνο αυτής το οποίο συνορεύει γύρωθεν βόρεια σε πλευρά 33μ εν μέρει με οικόπεδο ιδιοκτησίας Ε. Γ. και εν μέρει με οικόπεδο ιδιοκτησίας Γ. Λ., ανατολικά σε πλευρά 28μ με δρόμο ..., νότια σε πλευρά 39μ με οικόπεδο ιδιοκτησίας Γ. Λ. και δυτικά σε πλευρά 28,70μ με οικόπεδο ιδιοκτησίας Ε. Μ. και με τμήμα του υπ' αρ.

Ε.Τ. … ανταλλάξιμου οικοπέδου, το οποίο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Το παραπάνω ακίνητο ως μέρος μείζονος ακινήτου ανήκε στον αρχικό δικαιοπάροχο των εναγουσών στις υπό στοιχείο Α’ και Β’ αγωγές Μ. Μ. Ζ., Μ. Ζ. και Π. συζ. Β. Ζ., Κ. Δ. του Ι., ο οποίος απέκτησε την κυριότητα του δυνάμει του υπ' αρ. …/1930 συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων του τότε συμβολαιογράφου Δράμας, Ιωάννη Γεωργίου Καλαμιώτου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στον τόμο … με αριθμό …, με συμβαλλόμενο μέρος την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων.

Επακολούθησε δικαστική διαμάχη μεταξύ της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και του Κ. Δ. σχετικά με τη διεκδίκηση κυριότητας έκτασης είκοσι (20) περίπου στρεμμάτων, μεταξύ της οποίας και η επίδικη, εκδόθηκαν δε η υπ' αρ. 464/1932 απόφαση του Πρωτοδικείου Δράμας και τη υπ' αρ. 5/1933 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θράκης με τις οποίες υποχρεώθηκε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος να παραδώσει τον αγρό έκτασης είκοσι (20) στρεμμάτων στον Κ.

Δ.. Επομένως, υφίσταται δεδικασμένο επί του ζητήματος αυτού με την έκδοση της ήδη τελεσίδικης υπ'αρ. 5/1933 απόφασης του Εφετείου Θράκης, η οποία λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο στην παρούσα δίκη. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε όμοια επί του ζητήματος (κεφαλαίου) αυτού, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος έφεσης με τον οποίο οι εναγόμενοι υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι συντάχθηκε μεταγενέστερα και η υπ ' αρ. …/1933 πράξη απόδοσης ακινήτου του Συμβολαιογράφου Δράμας, Ευσταθίου Ζουλούμη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στον τόμο… με αριθμό …, δυνάμει δε της υπ' άρ. …/1936 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς από ιδιόγραφη διαθήκη που συνέταξε την 28-06-1936 ο Κ.

Δ. που αποβίωσε την 15-12-1944 και νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στον τόμο … με αριθμό …, το ως άνω ακίνητο, μέρος ευρύτερης έκτασης είκοσι (20) περίπου στρεμμάτων, περιήλθε στην κυριότητα της κληρονόμου Γ. θυγατέρας Δ. Λ., η οποία με τη σειρά της δυνάμει του υπ' αρ. …/1946 συμβολαίου αγοραπωλησίας που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στον τόμο … με αριθμό …, το μεταβίβασε στη γιαγιά των εναγουσών της υπό στοιχείο Α’ αγωγής, Μ.

χήρα Α. Ζ., το γένος Α. Β.. Η τελευταία απεβίωσε την 22-07-1989, καθιστώντας κληρονόμους της, δυνάμει της υπ' αριθ. …/1987 δημόσιας διαθήκης, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. .../31-8-1989 πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Καβάλας, τη Μ. Ζ. και Μ. Ζ., ενάγουσες στην υπό στοιχείο Α’ αγωγή, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου κάθε μία από αυτές.

Οι τελευταίες προέβησαν στη σύνταξη της υπ' αρ. …/1989 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου Καβάλας, Αγγελικής Παπανδρέου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … με αριθμό … στο Υποθηκοφυλακείο Δράμας δια της μητέρας τους Α. χήρας Α. Ζ., η οποία νομίμως τις εκπροσωπούσε στην εν λόγω δικαιοπραξία, καθόσον ήταν ανήλικες.

Με την ως άνω όμως διάθεση της Μ. χήρας Α. Ζ., το γένος Α. Β., παραβιάστηκε το δικαίωμα νόμιμης μοίρας του Β. Ζ. του Α., συζύγου της ενάγουσας Π. συζ. Β. Ζ., ο οποίος προέβη στην έγερση αγωγής σε βάρος της Μ. Ζ. και Μ. Ζ., και εκδόθηκε η υπ' αρ. 91/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα νόμιμης μοίρας του τότε ενάγοντος, το οποίο ανερχόταν σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και επί του επίδικου οικοπέδου.

Ακολούθως, ο Β. Ζ. προέβη σε αποδοχή κληρονομιάς δυνάμει της υπ' αρ. …/2004 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Δράμας, Μαρίας Τσαπράζογλου, πού μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στον τόμο … με αριθμό … και μετέπειτα στη σύνταξη του υπ' αρ. …/2007 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … με αριθμό …, με το οποίο μεταβίβασε το ποσοστό συγκυριότητας του στη σύζυγο του και νυν ενάγουσα της υπό στοιχείο Β’ αγωγής Π.

συζ. Β. Ζ., το γένος Τ. Χ.. Τόσο, κατά τον τίτλο κτήσης της ενάγουσας της υπό στοιχείο Β’ αγωγής, όσο και κατά τον τίτλο κτήσης των εναγουσών της υπό στοιχείο Α αγωγής το επίδικο ακίνητο εμφαίνεται να έχει έκταση 1.008 τ.μ.

Οι ενάγοντες της υπό στοιχείο Γ αγωγής διατείνονται ότι το επίδικο οικόπεδο ανήκε στον αρχικό δικαιοπάροχο τους Κ. Φ. του Γ., δυνάμει του υπ' αρ. …/1925 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του τότε συμβολαιογράφου Δράμας, Ευστάθιου Ζουλούμη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στον τόμο … με αριθμό …, από αγορά από τον Θ.

Α.. Ειδικότερα, με βάση το παραπάνω συμβόλαιο ο Κ. Φ. του Γ. φερόταν να έλαβε στην κυριότητα του έκταση 1/3 των 3.600 τ.μ., ήτοι 1.200 τ.μ., αγρού, κείμενου στην περιφέρεια της Δράμας και στη θέση ..., με σύνορα ανατολικά με αγρό Χ. Μ. υιού Μ. Α., παλαιού ιδιόκτητου και νυν ανταλλαγέντος, δυτικά με αγρούς Π. Χ., του Ιμάμη της Δρετίτης Ο.

Ε. και Σ. Μ. παλαιών ιδιοκτητών και νυν ανταλλαγέντων, βόρεια με τους αγρούς Α. Β. και νότια με τον αγρό του Σ. Μ. ιδιοκτήτη και νυν ανταλλαγέντων. Προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι το παραπάνω ακίνητο ταυτίζεται με το επίδικο προσκομίζουν τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Κ. Χ. συνταχθείσα επί του τοπογραφικού διαγράμματος που συνέταξε τον Οκτώβριο 2008 για λογαριασμό των κληρονόμων Κ.

Φ., ο οποίος καταλήγει κατόπιν έρευνας στο παραπάνω συμπέρασμα, τονίζοντας ότι οι κορυφές του οικοπέδου οριοθετήθηκαν με βάση την υφιστάμενη κατάσταση, όπως αυτή αποτυπώθηκε επί του εδάφους και τη σύγκριση της με τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα των όμορων ιδιοκτησιών. Στο ίδιο συμπέρασμα εμφαίνεται να καταλήγει και ο τοπογράφος μηχανικός Γ.

Γ., ο οποίος στη συνταχθείσα τεχνική του έκθεση για λογαριασμό των εναγόντων της υπό στοιχείο Γ αγωγής αναφέρει ότι η ιδιοκτησία Θ. Α., φερομένου ως αρχικού δικαιοπαρόχου των εναγόντων, καλύπτει ποσοστό 64,41% επί της ιδιοκτησίας του Κ. Δ., καλύπτοντας ταυτόχρονα και έκταση εμβαδού 185 τ.μ., επί της επίδικης έκτασης, ήτοι ποσοστό 17,92% επ' αυτής.

Ο Κ. Φ. απεβίωσε την 25-02-1952 καταλείποντας την υπ' αρ. .../1951 δημόσια διαθήκη του, νομίμως δημοσιευθείσα με το υπ' αρ. 26/8-5-1952 πρακτικό του Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία κατέστησε κληρονόμους του τους τρεις υιούς του Ι., Π. και Φ., κατά ποσοστό 33,33% στον καθένα. Οι τελευταίοι όμως ποτέ δεν προέβησαν σε αποδοχή κληρονομιάς, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην ως άνω διαθήκη του Κ.

Φ. καθόλου δεν περιγράφεται το επίδικο οικόπεδο. Αντίθετα, οι τρεις πρώτοι των εναγόντων της υπό στοιχείο Γ' αγωγής Μ. συζ. Χ. Δ., Τ. Φ. και Φ. Φ. προέβησαν, δυνάμει των υπ' αρ. …/2009 και …/2009 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Δράμας, Ιωάννας Καρανλίκ, νομίμως μεταγραφεισών στον τόμο … με αριθμούς ...

και ..., στην αποδοχή της κληρονομιάς που τους κατέλειπε ο πατέρας τους Ι. Φ. του Κ., αποβιώσας την 29-06-1964, δίχως να αφήσει διαθήκη. Με την αποδοχή αυτή εμφαίνεται να καταλείπεται σε καθένα από αυτούς ποσοστό 8,33334% εξ αδιαιρέτου και επί του επίδικου οικοπέδου. Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αρ. …/2009 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Δράμας, Ιωάννας Καρανλίκ, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών στον τόμο … με αριθμό …, ο Κ.

Φ., η Α., συζ. Σ. Τ., το γένος Π. Φ., και ο Ε. Φ. προέβησαν σε αποδοχή της κληρονομιάς που κατέλειπε σε αυτούς ο αποβιώσας την 22-04-1986 πατέρας τους Π. Φ., δυνάμει της υπ' αρ. …/1981 δημόσιας διαθήκης, νομίμως δημοσιευθείσας δυνάμει του υπ' αριθμ. 177/7-9-1993 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Με αυτήν ο τελευταίος κατέλειπε κληρονόμους τη σύζυγο του Δ.

Φ., κατά ποσοστό 25%, και τα τέσσερα τέκνα του, κατά ποσοστό 18,75% κάθε ένα από αυτά. Επακολούθησε ο θάνατος την 25-09-1992 της μητέρας τους Δ. Φ., με αποτέλεσμα οι τέταρτος, πέμπτη και έκτος εκ των εναγόντων της υπό στοιχείο Γ αγωγής να εμφαίνεται ότι κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 8,33333% εξ αδιαιρέτου, ο καθένας απ' αυτούς επί του επίδικου οικοπέδου.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες της υπό στοιχείο Γ αγωγής διατείνονται ότι την 23-09-2000 απεβίωσε η Φ. χήρα Φ. Φ., δίχως να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μοναδικούς κληρονόμους της το Δ. Σ. και την Α. Σ., τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της Κ. Σ. και τους Β. Σ., τέκνο του προαποβιώσαντος αδελφού της Ζ. Σ., και Κ. συζ. Β. Γ., το γένος Α.

και Ζ. Σ., τέκνο της προαποβιώσασας αδελφής της Ζ. Σ.. Οι τελευταίοι προέβησαν στην υπ' άρ. …/2009 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Δράμας, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … με αριθμό … στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας. Με αυτήν εμφαίνεται να περιήλθε στους Δ.

Σ. και Α. Σ. ποσοστό 5,55555% εξ αδιαιρέτου στον καθένα απ' αυτούς και στους Β. Σ. και την Κ. συζ. Β. Γ., το γένος Α. και Ζ. Σ., ποσοστό 11,11111% εξ αδιαιρέτου στον καθένα απ' αυτούς επί του επίδικου οικοπέδου. Επί του επίδικου, όμως, ακινήτου αποδείχθηκε ότι ασκήθηκαν πράξεις νομής μόνον από μέρους των εναγουσών των υπό στοιχείο Α’ και Β’ αγωγών και των δικαιοπαρόχων αυτών τουλάχιστον έως το έτος 2009, δίχως να ενοχληθούν από κανένα.

Ειδικότερα, στο επίδικο οικόπεδο: α) από το 1964 και μετέπειτα ο Σ. Β., φερόμενος αδελφός της Μ. χήρας Α. Ζ., γιαγιάς των εναγουσών της υπό στοιχείο Α αγωγής, προέβαινε σε σπορά του εν λόγω οικοπέδου με σιτάρι και τριφύλλι, β) η ανωτέρω αναφερόμενη Μ. Ζ. φρόντισε για την περίφραξη του οικοπέδου με συρματόπλεγμα το έτος 1971, γ) οι ενάγουσες της υπό στοιχείο Α αγωγής επέβλεπαν το ακίνητο διαμέσου της γειτόνισσας και οικογενειακής τους φίλης, Μ.

Η., στην οποία είχαν αναθέσει την ενημέρωση τους για οτιδήποτε συνέβαινε εντός του οικοπέδου, δ) το 2002 επιχείρησαν να αναθέσουν στο μηχανικό Π. Κ. την οικοδόμηση του οικοπέδου με το σύστημα αντιπαροχής και μετά την αποτυχία διαπραγματεύσεων του ανέθεσαν την κατασκευή περίφραξης προς αντικατάσταση της ήδη καταστραφείσας, ο οποίος προέβη σε σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος επί του οικοπέδου, ε) είχαν αναθέσει.

στον Α. Α. τη διεκπεραίωση όλων των φορολογικών υποθέσεων επί του ακινήτου, αναφερομένου ενδεικτικώς του προσκομισθέντος εντύπου Ε9 για το έτος 2005, με αναφερόμενα ποσοστά 37,5% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου για κάθε μία από τις Μ. και Μ. Ζ. και στ) προηγήθηκε η έκδοση της προαναφερόμενης υπ' αρ. 91/1998 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που εκδόθηκε επί της με αριθμό εκθ.

κατ 1751ΤΜ164/27-10-1992 αγωγής συμπλήρωσης νόμιμης μοίρας, η οποία αναγνώρισε δικαίωμα νόμιμης μοίρας στο Β. Ζ. του Α., ποσοστού 25% εξ αδιαιρέτου επί του ενδίκου οικοπέδου. Εξ άλλου δεν δικαιολογείται επαρκώς για ποιό λόγο παρήλθε χρονικό διάστημα ογδόντα (80) και πλέον ετών από τη σύνταξη του αρχικού συμβολαίου αγοραπωλησίας του ακινήτου με αριθμό … /15-5-1925 συμβολαίου αγοραπωλησίας, με το οποίο εμφαίνεται να αγόρασε ο δικαιοπάροχος των εναγόντων της υπό στοιχείο Γ αγωγής, Κ.

Φ. του Γ. το επίδικο ακίνητο από το Θ. Α., έως τις προαναφερόμενες αποδοχές κληρονομιάς στις οποίες προέβησαν οι ενάγοντες της υπό στοιχείο Γ της αγωγής το έτος 2009, δίχως να έχει μεσολαβήσει οιαδήποτε διακατοχική πράξη νομής επί του ακινήτου, καθόσον ουδέποτε τα τέκνα του Κ. Φ., ο οποίος απεβίωσε την 25-02-1952, καταλείποντας την υπ' αρ. .../1951 δημόσια διαθήκη, Ι.

Φ., Π. Φ. και Φ. Φ. προέβησαν σε αποδοχή κληρονομιάς επί του εν λόγω ακινήτου, ούτε σε πράξεις που εκδήλωναν πρόθεση καθολικής εξουσίασης της ιδιοκτησίας τους (όπως π.χ. σύνταξη τοπογραφικών, διαρκής επίβλεψη του ακινήτου, αξιοποίηση αυτού).

Περαιτέρω από πλείστα προσκομιζόμενα τοπογραφικά διαγράμματα και συμβολαιογραφικά έγγραφα, που συντάχθηκαν σε ανύποπτες χρονικά στιγμές αναφέρουν ως ιδιοκτήτρια της επίδικης έκτασης την ενάγουσα Μ. Ζ. και τους δικαιοπαρόχους αυτής. Ενδεικτικά αναφέρονται: α) το υπ' αρ. …/1998 συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Δημητρίου I.

Φουτσιτζή, με συμβαλλόμενα μέρη τον Ι. Α. και τη Μ. Α., που αφορά δικαιοπραξία επί ακίνητου οικοπέδου, στη Δράμα, επί της οδού ..., στο οικοδομικό τετράγωνο … , έκτασης 327,60 τ.μ., στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα του οποίου, συντασσομένου από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Μ. Μ., καταγράφεται ότι συνορεύει νότια με ιδιοκτησία της Μ.

Ζ., β) το υπ' αρ. .../2006 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς των κληρονόμων Κ. Α., Γ. Α. και Β. Γ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Δράμας, Χρυσούλας Πετρίδου, το γένος Σ. Π., που αφορά δικαιοπραξία επί ακίνητου οικοπέδου στη Δράμα επί της οδού ... στο οικοδομικό τετράγωνο …, έκτασης 585 τ.μ., στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα του οποίου, συντασσομένου από τον πολιτικό υπομηχανικό Γ.

Ε., καταγράφεται ότι συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία της Μ. Ζ., γ) το με ημερομηνία 15-12-1955 τοπογραφικό διάγραμμα του Γραφείου Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας Δράμας, που αναφέρει ως ιδιοκτήτη μιας ευρύτερης αποδοθείσας έκτασης 20.319 τ.μ., που βρίσκεται στα με αριθμούς 565, 566, 567, 569 οικοδομικά τετράγωνα, τον δικαιοπάροχο των εναγουσών των υπό στοιχείο Α και Β αγωγών Κ.

Δ., δ) τοπογραφικό διάγραμμα της ιδίας ως άνω υπηρεσίας (ΓΑΠ Δράμας) με ημερομηνία 20-08-1956, που αναφέρει ως ιδιοκτησία Κ. Δ. στο με αριθμό … οικοδομικό τετράγωνο το επίδικο οικόπεδο, ε) απόσπασμα ρυμοτομικού διαγράμματος της πόλης της Δράμας με ημερομηνία 13-05-1965, το οποίο συντάχθηκε από το σχεδιαστή Γ. Δ. για αποτύπωση ιδιοκτησιών του Λάζαρου Κ.

και του Α. Μ., στο οποίο αναφέρεται ως ιδιοκτήτρια του γειτνιάζοντος επίδικου οικοπέδου η Μ. Ζ., στ) τα από 04-11-1989 και μηνός Ιουλίου έτους 2009 τοπογραφικά διαγράμματα στα οποία προέβησαν ο πολιτικός υπομηχανικός Γ. Ε. και ο τοπογράφος μηχανικός Π. Ε., για λογαριασμό της Μ. Ζ. επί του επίδικου οικοπέδου. Αντίθετα, καθόλου δεν προσκομίζονται τα επικληθέντα στο συνταχθέν με ημερομηνία Οκτωβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ.

Χ., τοπογραφικά διαγράμματα γειτονικών ιδιοκτησιών για να ελεγχθεί αν αυτές συνόρευαν με την ιδιοκτησία των φερόμενων αρχικών δικαιοπαρόχων των εναγόντων της υπό στοιχείο Γ αγωγής, ήτοι με την ιδιοκτησία είτε του Θ. Α. είτε του Κ. Φ.. Από όλα τα παραπάνω, καταδεικνύεται καταρχήν ότι οι ενάγουσες της υπό στοιχείο Α αγωγής, Μ.

Ζ. και Μ. Ζ., κατέστησαν συγκυρίες κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου, η κάθε μία, και η ενάγουσα της υπό στοιχείο Β αγωγής, Π. συζ. Β. Ζ., το γένος Τ. Χ., κατέστη συγκυρία, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, τόσο με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, δυνάμει των προμνησθέντων τίτλων κυριότητας για κάθε μία από τις ενάγουσες, όσο και με πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, δυνάμει των προσόντων έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον από το έτος 1930 κι ένθεν οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών και οι ίδιες μετέπειτα, ασκούσαν τις προπεριγραφείσες διακατοχικές πράξεις νομής διανοία κυρίου.

Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγόμενων των υπό στοιχείο Α και Β αγωγών περί κτήσης ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Θέμα διακοπής του χρόνου χρησικτησίας υπέρ των εναγόμενων των υπό στοιχείων Α και Β αγωγών, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι τελευταίοι λόγω της έγερσης αγωγής από μέρους του Β.

Ζ. κατά της Μ. Ζ. και Μ. Ζ. το έτος 1992 δεν τίθεται, καθόσον,..., η διακοπή της χρησικτησίας επέρχεται μόνον υπέρ του ενάγοντος, ήτοι μόνον υπέρ του Β. Ζ. στην προκειμένη περίπτωση και όχι υπέρ αυτών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με τις υπ' αρ. …/2009, …/2009, …/2009, …/2009 δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς και τη νόμιμη μεταγραφή αυτών στο Υποθηκοφυλακείο Δράμας, αλλά και με την τοποθέτηση πινακίδας πώλησης του οικοπέδου με φερόμενο πωλητή το Φ.

Φ., τον Απρίλιο του 2010, οι εναγόμενοι των υπό στοιχειό Α και Β αγωγών αμφισβήτησαν την κυριότητα των εναγουσών κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω ποσοστά συγκυριότητάς τους. Επομένως, υφίσταται έννομο συμφέρον των εναγουσών των ως άνω Α και Β αγωγών και πρέπει αυτές να αναγνωριστούν συγκυρίες επί του επίδικου οικοπέδου κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπ' αρ. εκθ. κατ. 1008ΤΠ34/4-7-2013 υπό στοιχείο Γ αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Αντιθέτως πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες οι υπ' αρ. 1340ΤΠ126/28-6-2010 υπό στοιχείο Β αγωγή και η υπ' αρ. εκθ. κατ. 1152ΤΠ109/31-5-2010 υπό στοιχείο Α αγωγή και να αναγνωριστούν οι ενάγουσες αυτών συγκυρίες επί του επίδικου οικοπέδου, κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου η κάθε μία από τις Μ. Ζ. και Μ. Ζ., και, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου η Π. συζ. Β. Ζ., το γένος Τ. Χ..

Ομοίως έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και, συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και τέταρτος λόγοι έφεσης, με τους οποίους οι εναγόμενοι υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Με τον τρίτο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες ψέγουν την εκκαλουμένη για το λόγο της σιωπηρής απόρριψης του υποβληθέντος από αυτούς αιτήματος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, όμως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, είναι υποχρεωτική μεν αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, κατά την κρίση του δικαστηρίου, για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς και το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης και πορίσματος δεν απαιτούνταν ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης και, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε "σιγή" το υποβληθέν ενώπιον του αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, ορθώς, κατ' αποτέλεσμα, κατέληξε στο πόρισμά του.

Τέλος, με τον πέμπτο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες ψέγουν την εκκαλουμένη απόφαση, διότι, αν και στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δηλώθηκε (χωρίς να αναφέρεται από ποιούς δηλώθηκε) η βίαιη διακοπή της δίκης αναφορικά με το Γ. Φ. του Π., λόγω θανάτου (χωρίς να αναφέρεται πότε συνέβη ο θάνατος αυτού), το δικαστήριο, παρά τη σχετική καταχώριση στα οικεία πρακτικά, δεν προέβη στην εφαρμογή των άρθρων 286 επ.

ΚΠολΔ (περί βίαιης διακοπής της δίκης), αλλά δίκασε ερήμην τον ως άνω εναγόμενο Γ. Φ. του Π.. Σχετικά με το λόγο αυτό έφεσης επισημαίνεται, κατ' αρχήν ότι στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πράγματι στην 7η σελίδα αυτών καταγράφεται δήλωση του δικηγόρου των εναγόμενων της υπό στοιχείο Γ’ αγωγής, Ιωάννη Ουρούμη, ότι «ο πέμπτος εναγόμενος Γ.

Φ. του Π. απεβίωσε την 12-04-2012 στην ... (σημ.: εξωτερικό) και ότι δεν κατέστη δυνατόν να επικοινωνήσει με τους κληρονόμους του», όμως, η ως άνω δήλωση, έτσι αόριστα που διατυπώθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν ήταν δυνατόν να οδηγήσει δικονομικά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στην εφαρμογή του άρθρου 286 ΚΠολΔ περί βίαιης διακοπής της δίκης ως προς τον εν λόγω πέμπτο εναγόμενο, αφού δεν προσκομίστηκε σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου και δεν γνωστοποιήθηκαν οι κληρονόμοι αυτού.

Εξ άλλου όλοι οι εναγόμενοι της υπό στοιχείο Γ αγωγής συνδέονταν και συνδέονται με το δεσμό της απλής και όχι της αναγκαστικής ομοδικίας, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς αυτόν τον πέμπτο ενάγοντα Γ. Φ. του Π., ως προς μεν την υπό στοιχείο Β αγωγή κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση λόγω μη κλήτευσης αυτού, ως προς δε την υπό στοιχείο Α αγωγή τη δέχθηκε με βάση το τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας του, διότι ως προς αυτή την αγωγή κλήθηκε να παρασταθεί, αλλά δεν παραστάθηκε.

Επομένως, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, όλοι οι άλλοι εναγόμενοι και των- δύο αυτών αγωγών, δεν έχουν κανένα έννομο συμφέρον προβολής αυτού του λόγου έφεσης, ο οποίος για το λόγο αυτό είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η από 14-04-2015 έφεση πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, έκτασης 1.008τμ και κατά νεώτερη καταμέτρηση 1.007,93 τμ, που βρίσκεται στη θέση "δρόμος ..." πλησίον του ..., στην πόλη της Δράμας, όπως ειδικότερα ορίζεται κατά θέση και όρια, περιήλθε κατά κυριότητα στις αναιρεσίβλητες κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσοστά με παράγωγο (συμβόλαιο ανταλλαγής και μεταγραφή του συμβολαίου από τον αρχικό δικαιοπάροχο τους Κ.

Δ., διαθήκη από τον ανωτέρω και αποδοχή κληρονομίας και μεταγραφή από την τετιμημένη Γ. Λ., συμβόλαιο πώλησης και μεταγραφή του από την τελευταία στην Μ. Ζ. γιαγιά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, μεταβίβαση με διαθήκη και αποδοχή κληρονομιάς νόμιμα μεταγραμμένη από τις δύο τελευταίες αναιρεσίβλητες, αποδοχή κληρονομιάς και μεταγραφή από τον Β.

Ζ. και στη συνέχεια μεταβίβαση του ποσοστού του με συμβόλαιο δωρεάς, νόμιμα μεταγραμμένου στην πρώτη αναιρεσίβλητη σύζυγό του) και πρωτότυπο τρόπο (πράξεις νομής διανοία κυρίου από τις αναιρεσίβλητες και τους δικαιοπαρόχους τους από το έτος 1930) και ότι αντίθετα το πιο πάνω ακίνητο δεν περιήλθε στην κυριότητα των αναιρεσειόντων, γιατί οι τελευταίοι δεν απέδειξαν ότι ταυτίζεται με το αναφερόμενο στους τίτλους τους ακίνητο αφού αφενός μεν στην διαθήκη του αρχικού δικαιοπαρόχου τους Κ.

Φ. δεν περιγράφεται το ακίνητο αυτό, αφετέρου δε δεν προσκομίστηκαν τα τοπογραφικά διαγράμματα γειτονικών ακινήτων που αναφέρονται στο από Οκτώβριο 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Χ. για να ελεγχθεί αν αυτά (γειτονικά ακίνητα) συνορεύουν με την ιδιοκτησία των αρχικών δικαιοπαρόχων των εναγόντων της τρίτης αγωγής και ήδη αναιρεσειόντων, δηλαδή με την ιδιοκτησία, είτε του Θ.

Α., είτε του Κ. Φ., ενώ επιπλέον δεν απέκτησαν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, διότι δεν απέδειξαν πράξεις νομής διανοία κυρίου επί του επιδίκου μέχρι το έτος 2009 που προέβησαν σε αποδοχές κληρονομιάς. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε και διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες όσον αφορά την κτήση κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο από τις αναιρεσίβλητες.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου οι διατάξεις των άρθρων 1033 επ. και 1045 ΑΚ από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και ο συναφής τελευταίος πρόσθετος λόγος αυτής κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ όσον αφορά την διάταξη του άρθρου 1045ΑΚ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με το έτερο μέρος του δεύτερου λόγου ότι δηλαδή, "το Εφετείο με βάση τις τεχνικές εκθέσεις του Τοπογράφου Μηχανικού Γ. Γ. και το Τοπογραφικό διάγραμμα του Κ. Χ. ενώ διαπίστωσε την ασυμφωνία των εμπραγμάτων καταστάσεων και οριοθετήσεως μεταξύ του ακινήτου που με την αγωγή τους διεκδικούν οι ίδιοι και του άλλου που διεκδικούν οι αντίδικοί τους, εν τέλει εσφαλμένα προέβη στην τοποθέτηση αυτής της διάφορης εμπράγματης πραγματικότητας στους ισχύοντες νομικούς κανόνες της κτήσης κυριότητας με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και όλως αναιτιολόγητα, αντιφατικά και αποδεικτικά ανεδαφικά καταλήγει να δεχθεί την απόλυτη ταύτιση των δύο ακινήτων, έτσι ώστε να κάνει δεκτές τις αγωγές των αντιδίκων τους και ν' απορρίψει την δική τους, την οποία όφειλε να κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, καθώς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε τους κανόνες περί έκτακτης χρησικτησίας σε εν μέρει διαφορετικό ακίνητο από αυτό που αποτυπώνεται στις συμβολαιογραφικές πράξεις που αποτυπώνουν το ιστορικό του παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας των διαδίκων, δηλαδή, θεώρησε ως αποκτηθέν εκ μέρους των αντιδίκων τους, μέσω της έκτακτης χρησικτησίας ενός ακινήτου που η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι είναι όλως ή εν μέρει διάφορο με αυτό που αναφέρεται στις συμβολαιογραφικές τους πράξεις, ενεργώντας δε έτσι επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος αφού τους επιδίκασε περισσότερα εμπράγματα δικαιώματα και διαφορετικά από τα αιτούμενα" είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες καθόσον υπό το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση (αρθ 561 παρ.1 ΚΠοΛΔ) του δικαστηρίου της ουσίας.

[6] Από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά και το οποίο εκτιμά ελεύθερα την ανάγκη χρήσης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση που κάποιος απ` τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση, που, επίσης, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, σχετικού αιτήματός του, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, όπου οι λόγοι αυτοί απαριθμούνται περιοριστικά (ΑΠ 1701/18).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος, κατά το μέρος του οποίου, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, γιατί δεν διέταξε αναιτιολόγητα πραγμ/νη (αρθ. 368 παρ. 2 ΚΠοΛΔ) για τα αναφερόμενα σε αυτόν ζητήματα, σχετικά με το επίδικο ακίνητο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται σε παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου που δεν μπορεί να ιδρύσει αναιρετικό λόγο από τον αριθ 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανεξαρτήτως, του ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας αν θα διαταχθεί ή όχι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος, κρίση που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1322/2012).

[7] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όμως, δεν συντρέχει ο ως άνω αναιρετικός λόγος αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πραγματικά γεγονότα, τα οποία προέκυψαν από μαρτυρικές καταθέσεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή αυτής (AΠ 50/2008).

Με το έτερο μέρος του τελευταίου πρόσθετου από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α' ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς τις πράξεις νομής των αναιρεσιβλήτων - εναγουσών επί του επιδίκου ακινήτου γίνεται δεκτό ότι αυτές (οι αναιρεσίβλητες) το νέμονται, διενεργώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, όπως γενική σπορά του επίδικου από το έτος 1964, οριοθέτησή του με συρματόπλεγμα το έτος 1971 και καταμέτρησή του το έτος 2000, ενώ στις αγωγές τους ανέφεραν ως πράξεις σπορά τριφυλλιού από τη μάμμη τους από το έτος 1964 μέχρι το έτος 1976, τακτές εκχωματώσεις και εκκαθαρίσεις με απομάκρυνση των απορριμάτων από το έτος 1989 μέχρι σήμερα, την οριοθέτησή του με συρματόπλεγμα τα έτη 1968 και 1989 και συχνές επιμετρήσεις, από πολιτικούς μηχανικούς από το έτος 1989 μέχρι σήμερα.

Ο ως άνω πρόσθετος λόγος αναιρέσεως δεν θεμελιώνει την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο εκτιμώντας τις μαρτυρικές καταθέσεις προσδιόρισε ακριβέστερα τις πράξεις νομής των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου, καίτοι οι συγκεκριμένες πράξεις δεν αναφέρονται στις ένδικες αγωγές των αναιρεσιβλήτων αφού με την παραδοχή αυτών, δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής βάσεως των πιο πάνω αγωγών. 8. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται ότι η πρασβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, ο προταθείς αυτοτελής ισχυρισμός και τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005).

Με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι: α) "αναιτιολόγητα, η αναιρεσιβαλλομένη προέβη και στην "αντικατάσταση" της ιδίας της φερομένης ως υφισταμένης διαθήκης με τα Πρακτικά της υποτιθεμένης δημοσιεύσεως της, ενώ και συναφώς επίσης απολύτως αναιτιολόγητα δεν προέβη καν σε κρίση σχετικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους περί των λόγων του ανυποστάτου των συνταγέντων Πρακτικών Δημοσιεύσεως, γεγονός που θα κλόνιζε κρίση του δικαστηρίου σχετικά με την κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου με πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο" και β) "η προσβαλλομένη δεν διευκρινίζει σε ποιά νομοθετική διάταξη στηρίχθηκε ώστε να κρίνει το υποστατό και νόμιμο - ή μη- της υποτιθέμενα υφισταμένης "διαθήκης" και Πρακτικών δημοσιεύσεως αυτής με αποτέλεσμα να μη συνιστά απόφαση κατά το άρθρο 305 εδ.4 ΚΠοΛΔ".

Οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι αόριστες και απορριπτέες ως απαράδεκτες αφού δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αναίρεσης οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, ούτε το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης.

[9] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει δεδικασμένο.

Εν προκειμένω, το δεδικασμένο κρίνεται κατά τα άρθρα 321 έως 334 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 321 ΚΠοΛΔ δεδικασμένο το οποίο, κατά το άρθρο 332ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι, χάριν του δημόσιου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των αυτών διαδίκων, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες.

Κατά, δε, το άρθρο 324ΚΠοΛΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.

Ενώ, η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Ο Αρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που τους προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Αρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου.

Εξάλλου, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των αυτών προσώπων υπό την αυτή ιδιότητα μόνο για το κριθέν δικαίωμα και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφασίσει γι` αυτά.

Δεν αφορά συνεπώς η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος, αλλά προβλήθηκαν από τους διαδίκους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσεως του επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας (ΑΠ 1550/2010).

Κατ` ακολουθίαν, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του, από τον αριθ. 16 του άρθρου 559ΚΠολΔ,με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από τις 464/1932 και 5/1933 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Δράμας και του Εφετείου Θράκης, αντίστοιχα, με τις οποίες φέρεται ότι υποχρεώθηκε η ΕΤΕ να παραδώσει στον Κ.Δ. απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων έκταση 20 στρεμμάτων, αν και ουδείς προέβαλε ένσταση περί δεδικασμένου, είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την κρινόμενη διαφορά μεταξύ των εδώ διαδίκων, αλλά το έλαβε υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, προκειμένου να ενισχύσει την αποδεικτική του κρίση ότι κυρίες με παράγωγο και πρωτότυπό τρόπο του επίδικου ακινήτου είναι οι αναιρεσίβλητες.

[10] Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο συντρέχει σωρευτικά και ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης (ΑΠ 466/2000).

Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη (ΑΠ 5/2020).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος (ΑΠ 809/2017), να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 394/2012).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421ΚΠοΛΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 κατά την ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ίδιου Νόμου, για ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν μετά από αυτήν την ημερομηνία ακόμα και αν αφορούν εκκρεμείς υποθέσεις "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, "1.

Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Ωστόσο, οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται επί ενόρκων βεβαιώσεων που λήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν.4355/2015 (ήτοι πριν από 1.1.2016), κατά τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται με το άρθρο 21 εδ. α ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ (άρθρα 415 έως 420 και 421 έως 431), που έγιναν κατά τις διατάξεις του δικαίου που ίσχυε πριν την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κρίνονται κατά το δίκαιο αυτό. (ΑΠ 1175/2019).

Η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τα τις πλημμέλειες του άρθρου559αρ 11α και 14 ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι με τον τέταρτο λόγο έφεσής τους ισχυρίστηκαν ότι δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι τρεις καταθέσεις που περιέχονται στην 479/2013 ένορκη βεβαίωση γιατί κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 421 και 424 ΚΠοΛΔ δεν αναφέρεται σ'αυτήν ούτε ο τόπος που λήφθηκαν οι πιο πάνω καταθέσεις, ούτε το Ειρηνοδικείο στο οποίο έγινε η εξέταση των μαρτύρων, ενώ αναφέρεται ότι λήφθηκε σχετικά με τις με αριθ καταθ 307/ΤΟ/928-2-2010, 1340ΤΠ126/28-6-2010 και 1152ΤΠ109/31-5-2010 αγωγές παρόλο που το περιεχόμενο της πρώτης από αυτές δεν αποτέλεσε αντικείμενο της προκείμενης δίκης η οποία αφορά την 1008ΤΠ34/4-7-2013 αγωγή, με αποτέλεσμα η άνω ένορκη βεβαίωση με βάση την οποία το Εφετείο να αναγνώρισε ως κυρίες του επίδικου ακινήτου τις αναιρεσίβλητες, να είναι άκυρη και ανυπόστατη.

Ο λόγος είναι αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας στις από 12-7-2013 κλήσεις των καλούντων - αναιρεσιβλήτων αναφέρεται ρητά ότι η ένορκη βεβαίωση θα δοθεί στο Ειρηνοδικείο Δράμας, στο τέλος δε της 479/2013 ένορκης βεβαίωσης υπάρχει η σφραγίδα του Ειρηνοδικείου Δράμας που αποτελεί προφανώς και τον τόπο λήψης αυτής.

Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω κλήσεις προκύπτει ότι η επίμαχη ένορκη βεβαίωση θα δινόταν σε σχέση με το αντικείμενο της προκείμενης δίκης το οποίο αφορούσε την (συν)εκδίκαση των με αριθ.κατάθ.1340/2010 και 1152/2010 αγωγών των αναιρεσιβλήτων -καλούντων καθώς και την με αριθ κατάθ 1008/2013 αγωγή των αναιρεσειόντων - καθών η κλήση, με την οποία παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της ομοίου περιεχομένου προγενέστερης με αριθ.

κατάθ. 307/2013 αγωγής τους, όπως δεν αμφισβητείται. Ως εκ τούτου δεν είναι ανυπόστατη η πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, επειδή στις σχετικές κλήσεις δεν έγινε μνεία της μιας εκ των τριών ένδικων αγωγών και δη της νεότερης (1008/2013) αγωγής, η οποία όπως προαναφέρθηκε ταυτιζόταν κατά περιεχόμενο με την προγενέστερη (307/2013) αγωγή των αναιρεσειόντων, από την οποία είχαν παραιτηθεί, χωρίς μάλιστα να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι έγινε επίδοση της νεότερης (1008/2013) αγωγής προς τις αναιρεσίβλητες, ώστε να λάβουν γνώση αυτής.

Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο ούτε παρέλειψε να το κηρύξει απαράδεκτο παρά το νόμο.

[11] Κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, δηλαδή χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά.

Ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή (ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 138/2010). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015).

Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το σκέλος του που αφορά την κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 10 ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα ισχυρίζονται: α) ότι όσον αφορά την κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1045ΑΚ καθώς θεώρησε ότι συνιστούν εμφανείς πράξεις νομής η επίβλεψη του επίδικου εκ μέρους της Μ.

Η. και όχι από τις ίδιες τις αναιρεσίβλητες, η ανάθεση σε μηχανικό της ανοικοδόμησης του επίδικου με το σύστημα της αντιπαροχής, η ανάθεση φορολογικών υποθέσεων σε λογιστή και η εκδίκαση της αγωγής για την νόμιμη μοίρα και η έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης και β) ότι δέχθηκε τη βάση των αγωγών των αναιρεσιβλήτων για έκτακτη χρησικτησία χωρίς απόδειξη, αφού στηρίχθηκε για την κρίση του αυτή σε ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, δηλαδή, στην 479/2013 ένορκη βεβαίωση, γεγονός που προέβαλαν με την έφεσή τους.

Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, όσον αφορά την κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 1033 επ και 1846επΑΚ, αφού φέρεται από την απόφαση η αποδοχή κληρονομιάς και η μεταγραφή να έγιναν το έτος 1936 από την Γ. Λ. ενώ ο θάνατος του Κ.Δ.

επήλθε το έτος 1944.

Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος ως προς όλες τις παραπάνω αιτιάσεις, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθ 1045, 1033 επ. και 1846 ΑΚ τις οποίες δεν παραβίασε. Ειδικότερα, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για την κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία δέχθηκε ότι οι τελευταίες και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν εκτός από τις πράξεις που αναφέρουν οι αναιρεσίβλητες και άλλες εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου και δη σπορά του επίδικου με τριφύλλι, περίφραξη αυτού το έτος 1971 με συρματόπλεγμα και υποβολή δήλωσης Ε9 το έτος 2005. Εξάλλου, η πιο πάνω κρίση του Εφετείου στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και δη στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, στα νόμιμα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα και στις αναφερόμενες σ'αυτή ένορκες βεβαιώσεις, μεταξύ των οποίων και η 479/2013, η οποία όπως αναφέρθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη δεν ήταν ανυπόστατη, ενώ από προφανή παραδρομή όσον αφορά τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επίδικου αναφέρεται στην προσβαλλομένη ότι η αποδοχή κληρονομιά του Κ.Δ. που αποβίωσε το έτος 1944 από την Γ.Λ. έγινε το έτος 1936 αντί του ορθού 1946

[12] Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠοΛΔ για ευθεία παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1045 ΑΚ (κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία). Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το δικαστήριο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της άνω διάταξης, δεχόμενο ότι τα τοπογραφικά διαγράμματα και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα που συντάχθηκαν σε ανύποπτο χρόνο και αναφέρουν ως ιδιοκτήτριες της επίδικης έκτασης τις αναιρεσίβλητες συνιστούν επαρκείς πράξεις νομής . Ο λόγος είναι αβάσιμος γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση αφού από τις παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν αναφέρθηκε στα ανωτέρω έγγραφα ως πράξεις νομής των αναιρεσιβλήτων για την κτήση κυριότητας αυτών στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία, αλλά τα χρησιμοποίησε ως επιχείρημα ενισχυτικό της κρίσης του ως προς την κτήση κυριότητας της ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης στο πιο πάνω ακίνητο με παράγωγο τρόπο.

[13] Σύμφωνα δε με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος (ΑΠ 809/2017), να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 394/2012).Είναι δε αυτονόητο πως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο προσκόμισε και επικαλέστηκε ο ίδιος ο αναιρεσείων, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 562παρ 3 ΚΠοΛΔ, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 1800/2011).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β'ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ. β', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (AΠ 218/2018).

Αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του για τη μόρφωση της κρίσης του έγγραφο χωρίς την παραπάνω επίκληση δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το ως άνω άρθρο 559 αρ. 11 περ. β'ΚΠολΔ. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση τους, αναφέρονται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή (ΑΠ 1087/2015).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α)ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας. β)ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις γ)ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη και δ)η επίδραση που είχε ο ισχυρισμός στο διατακτικό της απόφασης(ΑΠ 811/2011).

Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003) Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες του άρθρου 559αρ 11α και11 β ΚΠοΛΔ.

Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι με τον πρώτο λόγο της εφεσής τους ισχυρίστηκαν ότι οι αναιρεσίβλητες ουδέποτε απέκτησαν κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου, καθόσον οι αρχικοί δικαιοπάροχοί τους Κ.Δ. και Γ.Λ. δεν ήταν κύριοι αυτού .Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η απώτερη δικαιοπάροχός τους Γ.Λ. προέβη στην .../1946 αποδοχή κληρονομιάς του Κ.Δ.

που στηρίζεται στο 14/1945 πρακτικό του Πρωτοδικείου Δράμας περί δημοσίευσης και κήρυξης ως κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης του Κ.Δ. το οποίο (πρακτικό), κατά τους αναιρεσείοντες, είναι άκυρο και ανυπόστατο, καθόσον δεν μνημονεύεται σ'αυτό ο τόπος και ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου Κ.Δ. ούτε η ληξιαρχική πράξη θανάτου, η δε σύνθεση του δικαστηρίου δεν αποτελείται εξ ολοκλήρου από δικαστές, με αποτέλεσμα να λάβει το Εφετείο υπόψη για την επιδίκαση της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επίδικου ακινήτου μη νόμιμο αποδεικτικό μέσο, καθώς και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται σε διαθήκη η οποία ουδέποτε προσκομίστηκε με νόμιμη επίκληση, λαμβάνοντας έτσι το Δικαστήριο υπόψη του για το αποδεικτικό του πόρισμα αποδεικτικό μέσο το οποίο δεν προσκομίστηκε με νόμιμη επίκληση.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο πλήττονται οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο ακίνητο, είναι αλυσιτελής διότι δεν πλήττει επιτυχώς τις επάλληλες αιτιολογίες της απόφασης ως προς την κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της

[14] Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 14 ΚΠοΛΔ, επειδή δεν κήρυξε την ακυρότητα και το ανυπόστατο των αρχικών και των μεταγενέστερων μεταβιβάσεων, εξαιτίας των προαναφερθεισών πλημμελειών του πρακτικού δημοσίευσης της διαθήκης που είχε ως αποτέλεσμα τη μη απόκτηση κυριότητας εκ μέρους της Γ.Λ.

και των λοιπών δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου ακινήτου. Επίσης, με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8α και β ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα υποστηρίζουν ότι, προκειμένου να υποστηρίξουν την κυριότητά τους επί του επιδίκου με την έφεσή τους ισχυρίστηκαν:

α) "ότι ο Κ. Δ. που δικαιώθηκε στη δικαστική διαμάχη του με την ΕΤΕ για το ακίνητο, μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο, και του αποδόθηκε αυτό δυνάμει της .../1933 πράξης απόδοσης ακινήτου του Συμβολαιογράφου Δράμας, Ευσταθίου Ζουλούμη νόμιμα μεταγραμμένης, μολονότι η ΕΤΕ είχε ασκήσει αίτηση αναίρεσης εναντίον του και διεκδικητική αγωγή, χωρίς να προκύπτει ότι εκδόθηκε απόφαση επί της αναίρεσης και της διεκδικητικής αγωγής και ενώ με το .../1930 συμβόλαιο ανταλλαγής, νόμιμα μεταγραμμένου αυτός αποκτά από την ΕΑΠ ακίνητο 16.500 τμ, τα δικαστήρια του επιδικάζουν 20.000 τμ και στην πράξη απόδοσης αποδίδονται 19.762 τμ, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο Κ.Δ.

κατέστη κύριος έκτασης 20.000 τμ μέρος της οποίας είναι το επίδικο που στη συνέχεια περιήλθε λόγω κληρονομιάς στην Γ. Λ. την οποία η τελευταία αποδέχθηκε και μετά ταύτα μεταβίβασε με συμβόλαιο στην δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων" και β) "ότι προκειμένου να δικαιωθεί ο Κ. Δ. έπρεπε να αποδείξει ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην ΕΑΠ και όχι στην ΕΤΕ, οπότε θα έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 1 του νδ 22/5/1926 το ακίνητο αυτό να συγκέντρωνε μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: 1) είτε να είχαν εγκατασταθεί πριν το 1926 σε αυτό πρόσφυγες από την ΕΑΠ, 2) είτε να είχε αρχίσει να εγκαθιστά στο ακίνητο πρόσφυγες η ΕΑΠ πριν την 22-05-1926 3) είτε να είχε ήδη η ΕΑΠ συμφωνήσει πριν την 22-05-1926 να εγκαταστήσει πρόσφυγες, που δεν ίσχυαν στην προκειμένη περίπτωση, έτσι ώστε η ΕΑΠ να μη γίνει κυρία του ακινήτου που το μεταβίβασε στον Κ.Δ., διότι δεν πληρούσε κάποια από τις προηγούμενες προϋποθέσεις.

Οπότε στην περίπτωση αυτή κυρία ήταν η ΕΤΕ και ως εκ τούτου η δυνάμει του .../1930 συμβολαίου μεταβίβαση από την ΕΑΠ στον Κ.Δ. είναι άκυρη γιατί αυτή κατά το χρόνο μεταβίβασης δεν ήταν κυρία και συνακόλουθα και οι επόμενες μεταβιβάσεις (ήταν άκυρες), η δε διαφορά για την κυριότητα της μεταβιβασθείσας έκτασης ήταν διαφορά μεταξύ ΕΤΕ και ΕΑΠ η οποία έπρεπε να επιλυθεί μεταξύ αυτών.

Τους άνω ισχυρισμούς τους ουδόλως έλαβε υπόψη του Εφετείο". Εξάλλου, ισχυρίζονται ότι "ενώ υποστήριξαν ότι το ακίνητο που αποδόθηκε από την ΕΤΕ δυνάμει της …/1933 πράξης απόδοσης του Συμ/φου Δράμας, Ευσταθίου Ζουλούμη, νόμιμα μεταγραμμένης στον Κ.Δ., έκτασης 20.000 τμ δεν έχει σχέση με το διεκδικούμενο από αυτούς ακίνητο, ούτε οι αναιρεσίβλητες υποστήριξαν κάτι τέτοιο το Εφετείο όλως αυθαιρέτως ταύτισε τα ακίνητα και δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες απέκτησαν, δυνάμει της άνω πράξης, κυριότητα επ' αυτού παραγώγως, δεχθέν έτσι πράγματα μη προταθέντα που είχαν ουσιώδη επιρροή στη δίκη".

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠοΛΔ, ότι δηλαδή, το Εφετείο δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά, υποστηρίζοντες ότι "το Εφετείο δέχθηκε ως βασικό τμήμα του παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου την …/1933 πράξη απόδοσης ενώ ουδεμία απόδειξη υπήρξε με σκοπό αυτήν τη δικαστική κατάληξη καθώς ούτε οι ίδιοι υποστήριξαν κάτι τέτοιο ούτε οι αντίδικοί τους αντιτάχθηκαν αποδεικτικά στους ισχυρισμούς τους σχετικά με την πράξη αυτή απόδοσης.

Επίσης, με το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ. 19 ΚΠοΛΔ.

Ειδικότερα, υποστηρίζουν: 1) "ότι αναιτιολόγητα το Εφετείο προέβη στην τοποθέτηση της 14605/1933 πράξεως στη στοιχειοθέτηση του παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας από τους αντιδίκους τους επί του επίδικου ακινήτου αφού ούτε οι αναιρεσείοντες ούτε οι αντίδικοί τους υποστήριξαν κάτι τέτοιο και 2) ενώ η άνω πράξη αναφέρεται στην τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γ. Γ. ως προς το γεωτεμάχιο 1, ο οποίος αναφέρει ότι αυτό προέρχεται από την αρχική ιδιοκτησία του Κ.Δ. η οποία με βάση το .../1930 συμβόλαιο είναι 16.500 τμ, με την .../1933 πράξη 19762 τμ, με την έκθεση πρακτικών δημοσίευσης διαθήκης 20.000 τμ όπως και στην .../1946 αποδοχή κληρονομιάς όλως αναιτιολόγητα η προσβαλλόμενη απόφαση εντάσσει την πράξη αυτή σε μια σειρά μεταβιβάσεων παραγώγου τρόπου κτήσης κυριότητας που αφορούν το διάφορο από αυτούς διεκδικούμενο ακίνητο. Οι άνω τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, και τέταρτος, κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο σκέλος, λόγοι αναίρεσης οι οποίοι πλήττουν τις αιτιολογίες της απόφασης ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, είναι αλυσιτελείς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη σκέψη.

[15] Με το πέμπτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11β ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εκτίμησε ως δικαστικό τεκμήριο τις 464/1932 και 5/1933 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Δράμας και του Εφετείου Θράκης, αντίστοιχα, με τις οποίες φέρεται ότι υποχρεώθηκε η ΕΤΕ να παραδώσει στον Κ.Δ. έκταση 20 στρεμμάτων καίτοι δεν έγινε επίκληση και προσκόμιση αυτών των αποφάσεων ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας έτσι ώστε με βάση αυτές το Εφετείο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί κυριότητας των αντιδίκων τους με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο επί του επιδίκου Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι με τις προτάσεις που κατέθεσαν οι 2η και 3η αναιρεσίβλητες ενώπιον του Εφετείου επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τον13/30-6-1926 πίνακα περιγραφής κτήματος, στον οποίο υπάρχει σημείωση, ότι αναγνωρίστηκε στον Κ.Δ. με τις 464/1932 και 5/1933 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Δράμας και του Εφετείου Θράκης αντίστοιχα έναντι της ΕΤΕ η κυριότητά του επί του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, αφού έγινε νόμιμη επίκληση και προσκόμιση του άνω πίνακος, στον οποίο αναφέρονται οι παραπάνω αποφάσεις, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην πιο πάνω μείζονα πρόταση με αριθμό 13, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

[16] Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09) Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).

Σύμφωνα δε με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ` όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα τους (AΠ 363/2017).

Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 374/2012).

Με το τρίτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της μάρτυρος Α. Α., με αποτέλεσμα να απορρίψει την δική τους αγωγή.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από τη ρητή σχετική βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη οι περιεχόμενες στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα νόμιμα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, η υπ'αριθ. …/24-7-2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Δράμας, στην οποία περιέχονται τρεις ένορκες βεβαιώσεις, οι υπ' αρ.

…/20-3- 2012, …/20-3-2012 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Δράμας Ιωάννας Καρανλίκ του Δημητρίου, οι υπ' αρ. …/28-12-2013, …/28-8-2013 και …/28-8-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Δράμας Μαρίνας Κετσετζή του Παναγιώτη, η υπ' αριθμ. …/24.11.2016 ενώπιον της Ειρηνοδίκου Δράμας ένορκη βεβαίωση, η οποία νομίμως προσκομίζεται το πρώτον ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για την απόδειξη των οποίων επικαλούνται το ως άνω αποδεικτικό μέσο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, που διαλαμβάνεται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στην έκβαση της δίκης.

Μετά ταύτα πρέπει γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αφορά την απόρριψη ως εκπρόθεσμης της από 5-3-2015 έφεσής της κατά της 6/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (αρθ 580 παρ 3ΚΠοΛΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην πρώτη αναιρεσείουσα (αρθ. 495 παρ.3 ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά της έξοδα, λόγω της ήττας τους (αρθ 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠοΛΔ). Τέλος, πρέπει και να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να καταδικαστούν αυτοί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (αρθ 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠοΛΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 87/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Δ., όπως αναφέρεται ειδικότερα στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, ως προς αυτήν, στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην πρώτη αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 29-09-2017 αίτηση και τους προσθέτους λόγους αυτής για αναίρεση της 87/2017 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τους δεύτερο έως και όγδοη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ